Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ο φόβος κρατάει το κλειδί


«ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ
ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΙΣΧΥΡΟ ΠΑΘΟΣ. Ο ΦΟΒΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΣΧΥΡΟ
ΠΑΘΟΣ. ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΑΝ
ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΖΩΗΣ». ΤΟ ΜΟΤΟ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΓΕΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ ΓΙΑ
ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ.
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)
    εκδ. Καστανιώτη
Ο Ανδρέας Μήτσου έχει μια μακρά πορεία, 25 χρόνια φέτος (1982-2007), στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Παρά την επιτυχία των δύο του μυθιστορημάτων (Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, 1996), νομίζω ότι παραμένει ένας σημαντικός διηγηματογράφος (έξι συλλογές διηγημάτων) με επίμονο, νεανικό ενθουσιασμό για τη γραφή. Το τελευταίο βιβλίο του είναι μια νουβέλα. Ο κύριος Επισκοπάκης ο τίτλος, Η εξομολόγηση ενός δειλού ο υπότιτλος. Στην εποχή του μυθιστορήματος που διανύουμε, «η αγαπημένη φόρμα της νουβέλας» κατά τον Χένρι Τζέιμς, έχει υποστεί μια εκδοτική απαξίωση, αν και έχει επιδείξει λαμπρά επιτεύγματα και παλαιότερα και πρόσφατα. Το εξαίρετο Κουαρτέτο του Κουμανταρέα, στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του, νουβέλα είναι. Και πόσα σύγχρονα μυθιστορήματα δεν είναι σκιάχτρα παραγεμισμένα με άχυρο, γύρω από τον σκελετό μιας απλής νουβέλας; Το μότο του βιβλίου, απόσπασμα από τη Λέσχη της αυτοκτονίας του Ρ. Λ. Στίβενσον, υπονομεύει την αγάπη και μας εισάγει στον φόβο. Η νουβέλα του Μήτσου εξιστορεί μια διπλή μοιχεία και την εμπλοκή που προκαλεί στην τακτοποιημένη ζωή του αφηγητή. Ο χώρος απόλυτα αναγνωρίσιμος, η σύγχρονη αστική Αθήνα, πολιτεία φοβική. Η αφήγηση σφικτή, ασφυκτική, νευρώδης, τονισμένη στον ρυθμό των μικρών προτάσεων, των ολιγόλεκτων κεφαλαίων. Πρωταγωνιστούν τέσσερα πρόσωπα, μια γυναίκα και τρεις άνδρες. Η Αντιγόνη οδοντίατρος, παντρεμένη. Ο Σωτήρης, ο σύζυγός της, πλοίαρχος του Λιμενικού που κάθε Πέμπτη αναλαμβάνει αξιωματικός υπηρεσίας. Η Αντιγόνη τις Πέμπτες, κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής διακοπής, συναντά σε ξενοδοχείο των Εξαρχείων, τον αφηγητή- τον κύριο Επισκοπάκη.
  • Ερωτεύθηκε
Ο αφηγητής, σχεδόν μεσόκοπος, πρώην καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας, τώρα πλούσιος κοσμηματοπώλης, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο, με μικρό παιδί. Τη στιγμή που όλα στη ζωή του πάνε κατά ευχήν, ερωτεύεται την Αντιγόνη. Για το ιδιαίτερο ψεύδισμα της φωνής της και γιατί μόνο αυτή ανιχνεύει τους φόβους του, μόνο αυτή αγάπησε τη σιωπή του. Το καλά κουρντισμένο σκηνικό της αστικής ευτυχίας σχίζεται με την εισβολή του τέταρτου προσώπου, του Τοντόρ Χελιδονόπουλου. Του Βούλγαρου, του μετανάστη, του άσχημου, του φαφούτη, του μονόφθαλμου, του εκβιαστή. Το ξένο λαίμαργο αγρίμι στήνει το ακατέργαστο δίχτυ του φόβου. Με αυτόν η Αντιγόνη θα αντικαταστήσει στο κρεβάτι του ξενοδοχείο τον αφηγητή. Με τον Χελιδονόπουλο που είναι άνδρας και αξίζει να ζει.

Η κατάληξη δραματική: ο αξιωματικός του Λιμενικού, οδηγημένος από τηλεφώνημα του αφηγητή, θα σκοτώσει την Αντιγόνη και τον Βούλγαρο εραστή της, στο αγροτόσπιτο όπου θα τους ανακαλύψει και θα τους κάψει. Ο δολοφόνος συλλαμβάνεται και κλείνεται στη φυλακή. Στα χέρια του αφηγητή, ύστερα από χρόνια, θα πέσουν τα φύλλα του ημερολογίου της Αντιγόνης που θα τα φωτίσουν όλα. Η Αντιγόνη τον αφηγητή αγαπούσε και αυτή κατέστρωσε το καταχθόνιο σχέδιο. Θα οδηγούσε τον ζηλιάρη σύζυγό της να σκοτώσει τον Βούλγαρο εκβιαστή και απαλλαγμένη και από τους δύο, ελεύθερη, θα ζούσε τον έρωτά της με τον αφηγητή. Ο φόβος για τη ζωή του αφηγητή, η ολέθρια, ζηλόφθονη παρέμβασή του έφεραν την κατάρρευση και την τιμωρία όλων.

Ο αφηγητής παρουσιάζει την Αντιγόνη να λατρεύει τον Τζέιμς, να δανείζεται σκέψεις του και να έχει «μια ιερή μανία... με ό,τι έπλαθε μες στο κεφάλι της. Και πίστευε πως μόνο έτσι ήταν τα πράγματα και η αλήθεια... και με τον ίδιο τρόπο ήθελε να πραγματώνονται».

Ο Ανδρέας Μήτσου παρωθεί τη μυθοπλασία, την εμπιστοσύνη στη νεωτερική αφήγηση και προσβάλλοντας τη νομιμοποίηση κάθε «αληθινής» αναπαράστασης μιας ψευδούς (;) πραγματικότητας φτάνει στα σύνορα μιας μεταμοντέρνας συνθήκης: «Όσοι έχουμε επιλεγεί και μετέχουμε σε κάθε ιστορία, απλώς κουβαλάμε τα πράγματα έως εδώ. Τα ξετυλίγουμε, κι αυτά ερήμην μας μετά κυλάνε. Είμαστε μόνο οι φορείς κάποιου κρυμμένου, συχνά ακατάληπτου νοήματος...».
  • Αυτοτιμωρήθηκε
Ο αφηγητής οδηγώντας την Αντιγόνη στον θάνατο, τιμωρεί τον εαυτό του και αφηγηματικά και πραγματικά. Το αντικείμενο του έρωτά του καταπίπτει μέσα από τα χέρια του. Ο Άγγελος που έχει καθήκον να σώσει τον κόσμο γίνεται μαντατοφόρος του θανάτου. Η τραγική ειρωνεία υποδηλώνεται και με την έλλειψη πένθους για τον διπλό θάνατο και με την ανάγνωση των σελίδων του ημερολογίου της Αντιγόνης. Τελικά δεν θριαμβεύει ο θάνατος αλλά η αγάπη της γυναίκας. Της Αντιγόνης που έξω από καθεστώτες νόμους προσφέρει στην εγωκεντρική, κενή ύπαρξη του αφηγητή τη γεύση της ζωής. Και ο αφηγητής, στερημένος από κάθε πόθο, αρνείται την αφύπνιση και απαγγέλλει την καταδίκη του. Όταν η ζωή του μπαίνει στους παλιούς ρυθμούς και αφού καταχώνιασε το ημερολόγιο της Αντιγόνης σε σκοτεινό συρτάρι, απροσδόκητα άρχισε να μιλά όπως εκείνη. «Ίδιες αποχρώσεις της φωνής, ίδιες διακυμάνσεις της έντασης». O αφηγητής χάνει τον λόγο της μυθοπλασίας και αποκτά τη φωνή της παρωδίας. Ένας υποψιασμένος πεζογράφος μάς ψυχαγωγεί με μια αφήγηση αξιώσεων, πέραν της δρομολογημένης πορείας των πραγμάτων και της τετριμμένης σοβαροφάνειας. 
  • ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗΣ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου