Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Η ακατανίκητη γοητεία της φανταστικής ζωής [Πατρίτσια Χάισμιθ: Αυτή η γλυκιά αρρώστια]


Καταπιεσμένα συναισθήματα, ευδαιμονικές παραισθήσεις, ψυχοπαθολογικές εξαρτήσεις

Πατρίτσια Χάισμιθ: Αυτή η γλυκιά αρρώστια
Μετάφραση:  Μαρία Λαϊνά
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2002
Σελίδες: 370
Η Πατρίτσια Χάισμιθ, γνωστή ως η «μεγάλη κυρία» του σασπένς, που όταν πέθανε το 1995, σε ηλικία 74 ετών, είχε γράψει είκοσι μυθιστορήματα και αρκετές συλλογές διηγημάτων, υπήρξε αρκετά δύσπιστη απέναντι σ' αυτόν το χαρακτηρισμό. Η ίδια δεν θεωρούσε τον εαυτό της συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, καθώς το κύριο μέλημά της ήταν να αποδώσει τη ζωή κάποιων εκκεντρικών, που αποκλίνουν από τα καθιερωμένα πρότυπα με τη συμπεριφορά τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το στοιχείο του σασπένς εισέβαλε στις ιστορίες της μόνο και μόνο για να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των αναγνωστών της.

Οι ήρωες των μυθιστορημάτων της είναι επιφανειακά συνηθισμένοι, σπάνια ξεφεύγουν από το μέσο όρο, συνήθως όμως διαθέτουν κάποιο χαρακτηριστικό που τους οδηγεί σε μια ακραία κατάσταση. Οπου υπάρχει φόνος, συμβαίνει στην αρχή της αφήγησης, πάντα γνωρίζουμε το δολοφόνο και η αστυνομία σπανίως φτάνει στα βαθύτερα αίτια και στους πραγματικούς λόγους της εγκληματικής πράξης. Επίσης, οι ήρωές της ταλανίζονται από υπόγεια συναισθήματα που προωθούν την πλοκή και η επίδραση τους, όταν αυτά εμφανίζονται στην οριακή τους μορφή, είναι καταστροφική. Συναισθήματα που όταν ξεφύγουν από τον έλεγχο, μπορούν να προκαλέσουν όχι μόνο απορύθμιση, αλλά να φτάσουν και μέχρι το έγκλημα.

Σε μια συνέντευξή της η Χάισμιθ είχε πει πως την ενδιαφέρουν «οι στιγμές που οι άνθρωποι κάνουν μια λανθασμένη κίνηση» και οι αφηγήσεις της εστιάζονται σ' αυτές τις απρογραμμάτιστες κινήσεις, οι οποίες συνήθως αποβαίνουν μοιραίες όχι μόνο για τους ήρωες αλλά και για όσους τους περιβάλλουν. Τα κίνητρα συνήθως είναι υπόγεια: καταπιεσμένα συναισθήματα, ξεχασμένες μνήμες ή ακόμα και ψυχοπαθολογικές παθήσεις που δεν έχουν διαγνωσθεί.

Συχνά στη Χάισμιθ εμφανίζονται ψυχοπαθείς δολοφόνοι τους οποίους χειρίζεται ως απολύτως κανονικούς ανθρώπους, αφήνοντας τον αναγνώστη να αποφασίσει για την πάθησή τους.

Ο ήρωάς της στο «Αυτή η γλυκιά αρρώστια» (γραμμένο το 1960) πάσχει από σχιζοφρένεια, η οποία δεν κατονομάζεται καθ' όλη τη διάρκεια της αφήγησης, οι πράξεις του και οι σκέψεις του, όμως, καθώς και η συνύπαρξη δύο κόσμων στους οποίους ο ήρωας μπαινοβγαίνει με άνεση, είναι ενδεικτικά της πάθησής του. Στον Ντέιβιντ με τη «γλυκιά αρρώστια» διακρίνουμε χαρακτηριστικά που η συγγραφέας θα αποδώσει αργότερα και στον πιο γνωστό χαρακτήρα της, τον Ρίπλεϊ, τον άντρα «χωρίς συνείδηση».

Ο Ντέιβιντ Κέλσι, ένας σκληρά εργαζόμενος ανερχόμενος επιστήμονας που ζει σε μια πανσιόν, περιβάλλεται από απλούς και καθημερινούς συγκάτοικους και συναδέλφους που αποζητούν τη συντροφιά του, αυτός όμως παρουσιάζεται ιδιαίτερα κλειστός και απρόσιτος, αν και προσπαθεί να δείχνει ευγενικός και καλοσυνάτος. Τα Σαββατοκύριακα φεύγει από την πανσιόν και όλοι έχουν πληροφορηθεί πως επισκέπτεται τη βαριά άρρωστη μητέρα του που νοσηλεύεται σ' ένα μικρό νοσοκομείο έξω από την πόλη. Ο Ντέιβιντ, όμως, έχει μια δεύτερη ζωή που κυλάει παράλληλα με τη ζωή που ξέρουν οι άλλοι. Εχει αγοράσει ένα εξοχικό σπίτι, όπου «συναντά», στα όνειρά του, την τέλεια γυναίκα, την Αναμπέλ, και το έχει οργανώσει τέλεια, προκειμένου να εκπληρώσει τις επιθυμίες της αγαπημένης του. Εκεί ο Ντέιβιντ Κέλσι αλλάζει ταυτότητα, γίνεται ο Γουίλιαμ Νοϊμάστερ, ένας άντρας επιτυχημένος που σίγουρα θα θαύμαζε η Αναμπέλ και που διαθέτει αυτοπεποίθηση, τρόπους και χειρίζεται επιδέξια τις καταστάσεις.
 Το σπίτι είναι διαμορφωμένο όπως ακριβώς θα της άρεσε και στόχος του είναι, όταν θα παντρευτούν, να ζήσουν εκεί. Του διαφεύγει όμως μία μικρή λεπτομέρεια: Η Αναμπέλ είναι ήδη παντρεμένη και δεν έχει την παραμικρή διάθεση να αφήσει τον άντρα της. Ο Ντέιβιντ, όμως, δεν παραιτείται, επιχειρεί με κάθε τρόπο να την πείσει, ακόμα και όταν περιμένει παιδί. Οι αρνήσεις της δεν τον πτοούν και ύστερα από κάθε απόρριψη, ανασυγκροτεί τις δυνάμεις του κι επαναλαμβάνει την πρότασή του με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, καθώς ενισχύεται από τη συμπαράσταση του alter ego του, του Νοϊμάστερ, που αναλαμβάνει επιτυχώς τη διεκπεραίωση όλων των υποθέσεών του. Η διπλή ζωή του και η συνεχής πολιορκία της γυναίκας περιγράφεται από τον ίδιο ως μια «κατάσταση» την οποία επιμένει να κρατάει για τον εαυτό του.

Ολόκληρη η ζωή του είναι στραμμένη σ' αυτόν το στόχο, στην Αναμπέλ, με την οποία διατηρεί συνεχή «επαφή», συζητάει μαζί της, απολαμβάνει τη συντροφιά της και είναι βέβαιος πως σύντομα εκείνη θα ανταποκριθεί και η «κατάσταση» θα διευθετηθεί. Μέχρι τη στιγμή που ο σύζυγος της, ο Τζέραλντ, ανακαλύπτει το κρησφύγετό του και οργισμένος πάει μέχρι εκεί για να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο που απειλεί το γάμο του. Ακολουθεί μια συμπλοκή που περιγράφεται από τον Ντέιβιντ ως ατύχημα και ο σύζυγος σκοτώνεται. Την υπόθεση την παίρνει στα χέρια του ο Νοϊμάστερ, που είναι και πιο ικανός να τη χειριστεί.

Οδηγεί το πτώμα του άντρα μέχρι το αστυνομικό τμήμα και τους πείθει πως πρόκειται για επίθεση αγνώστου, ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε άμυνα, και λόγω της δημοσιογραφικής του ιδιότητας χρειάζεται να ταξιδέψει και να πουλήσει το σπίτι. Ταυτόχρονα ο Ντέιβιντ συνεχίζει την ήσυχη ζωή του στην πανσιόν, ανάμεσα στους συγκατοίκους του, που είναι ανυποψίαστοι για τις υπόλοιπες δραστηριότητες του. Πιστεύοντας πως τώρα, που ο σύζυγος είναι νεκρός, το πεδίο είναι πλέον ελεύθερο, σπεύδει να αγοράσει ένα άλλο σπίτι για να «στεγάσουν τον έρωτά τους», αλλάζει δουλειά και μετακομίζει σ' έναν καινούριο τόπο. Ούτε στιγμή δεν υποψιάζεται πως το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι κάποιος εξωτερικός παράγοντας αλλά η απροθυμία της Αναμπέλ, η οποία ύστερα από λίγο ετοιμάζεται για το δεύτερο γάμο της.

Οι αρνήσεις της Αναμπέλ να συναντηθούν, οι λεκτικές απορρίψεις της, η συνάντησή του με τον καινούριο σύζυγο είναι ασήμαντες λεπτομέρειες για τον Ντέιβιντ, μέρος της «κατάστασης», απλά εμπόδια που απλώς καθυστερούν την τελική τους συνεύρεση. Οι νύξεις των φίλων του, οι παραινέσεις και συμβουλές των συναδέλφων του, αλλά και ο έρωτας που τρέφει γι' αυτόν μια κοπέλα, η Εφι, είναι απλές ενοχλήσεις, στις οποίες δεν δίνει σημασία. Ακόμα και όταν η αστυνομία αρχίζει να τον υποψιάζεται, εκείνος συνεχίζει να είναι στραμμένος στην επίτευξη του στόχου του. Κι αυτό που στην αρχή παρουσιάζεται ως μία ακόμα εκκεντρικότητα ενός ερωτευμένου, αποκαλύπτεται σταδιακά πως πρόκειται για ψυχοπαθολογία.

Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος είναι πλέον φανερό πως αυτός κατοικεί σε ένα παράλληλο σύμπαν, έχει μια δεύτερη ταυτόχρονη ζωή, την οποία θεωρεί εξίσου πραγματική, και στην οποία ως Νοϊμάστερ συνυπάρχει ήδη με την αγαπημένη Αναμπέλ, όπως την έχει πλάσει στη φαντασία του. Ειδικά στο τέλος αποκαλύπτεται πλέον πως ο ήρωας πάσχει από ακραία μορφή σχιζοφρένειας: κανένα στοιχείο του πραγματικού κόσμου δεν μπορεί να επέμβει και να αναχαιτίσει τις καταστροφικές πράξεις του. Η ζωή του ή η ζωή των άλλων δεν έχει καμία σημασία ούτε ακόμα και η πραγματική Αναμπέλ, η οποία ωχριά μπροστά στη φανταστική κατασκευή του. Ζώντας μέσα σε μια ευδαιμονική παραίσθηση καταλήγει να αποσυρθεί ολοκληρωτικά στο δικό του κόσμο.

Ακόμα και στην τελευταία πράξη η ασθένεια δεν κατονομάζεται: Η «κατάσταση» παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια του ήρωα, με τον οποίο ταυτίζεται η συγγραφέας, και αφήνεται στον αναγνώστη να διακρίνει τη φύση της διαταραχής του. Μια διαταραχή ιδιαίτερα «γλυκιά», καθώς ντύνοντας με τα ωραιότερα χρώματα την καχεκτική ζωή του ήρωα τον οδηγεί «νικητή» στη «δεύτερη ζωή» που ονειρεύτηκε, έστω και αν για την πραγμάτωσή της οφείλει να αποκοπεί τελείως από την πραγματικότητα.
  • ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ
  • [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 21/02/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου