Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Δέσποινα Λαλά - Κριστ: "Η πρώτη θυσία"



Γρηγοριάδης Κώστας
Ο άνθρωπος έμεινε εκεί βουβός και πικρός. Το σκοινί βρισκόταν ακόμα πεσμένο στη μέση της αυλής. Εκεί που το είχε πετάξει το πρωί το αφεντικό. Και αυτός δεν τολμούσε να στρέψει το βλέμμα κατά κει. Ωρες ακίνητος, καθισμένος στο σκαμνί, κολλητό στον τοίχο του χαμηλού σπιτιού. Κοίταγε ο γέρος. Κοίταγε επίμονα τα παπούτσια του τα χαλασμένα. Σήκωνε το δάχτυλο του δεξιού ποδιού και σηκωνόταν όλο το πάνω μέρος. Το τακούνι φαγωμένο. 
Ο σκύλος δίπλα με το κεφάλι ακουμπισμένο στο μπατζάκι περίμενε. Ο γέρος δε γύρισε ούτε μια φορά το βλέμμα προς αυτόν. Δεν άπλωσε ούτε μια φορά το χέρι προς αυτόν.
Τα σύννεφα μολυβιά κατέβαιναν βαριά προς τη γη.
Πρώτα σηκώθηκε ο άνθρωπος. Τα λόγια του αφεντικού μαστίγωμα στις πληγές της φτώχειας του.
«Γι' αυτό είσαι έτσι, ρε κακομοίρη. Είκοσι χρόνια μαζί μου και δεν έμαθες τίποτα από μένα. Αντε ρε κακομοίρη».
Χοντρές οι λέξεις τρυπούσαν τ' αυτιά του. Και το σκοινί που τ' άφησε το πρωί, κουλούρα σίδερου τρύπαγε την αυλή.
«Κι εσύ ξόφλησες, τι νομίζεις, βρε κακομοίρη». Η τελευταία φράση τ' αφεντικού καθώς χανόταν μέσ' τ' αυτοκίνητό του απ' την αυλή.
Είκοσι χρόνια δούλεψη κοντά σ' έναν τέτοιον άνθρωπο, σκεφτότανε ο γέρος. Είκοσι χρόνια δούλεψη.
Σηκώθηκε. Τα βήματα αργά. Οι κινήσεις καθόλου ή ελάχιστες. Προχώρησε προς το σκοινί. Εσκυψε και ξέχασε να πιάσει την πονεμένη μέση του. Μόνο με το δεξί έπιασε το σκοινί, έτσι όπως ήταν τυλιγμένο το πέρασε στον ώμο τ' αριστερού χεριού και η φράση τον τύλιξε σφιχτά: «Κι εσύ ξόφλησες, τι νομίζεις, βρε κακομοίρη».
Ο σκύλος δίπλα. Θαρρείς δεμένος στο μπατζάκι. Εσυρε τα πόδια προς το δάσος. Το σκοινί στον ώμο και το σκύλο δεμένο στο μπατζάκι. Αργησε να βρει το δέντρο που 'θελε.
Εψαξε ώρα πολλή. Το διάλεξε επιτέλους. Ενα ψηλό, γερό, νεαρό δέντρο. Εδεσε την άκρη του σκοινιού γύρω από αυτό και τράβηξε με δύναμη. Το δέντρο δεν κουνήθηκε. Τράβηξε το σκοινί ξανά και ξανά, μα εκείνο δεν κουνήθηκε. Αφησε το σκοινί να πέσει στο χώμα κι έψαξε για τσιγάρο. Μισό του είχε απομείνει. Αναψε το τσιγάρο και κάθησε στη ρίζα του πεύκου με την πλάτη ακουμπισμένη στον κόσμο. Ο σκύλος περίμενε για λίγο όρθιος, μετά κάθησε κι αυτός δίπλα στο γέρο με την μουσούδα ακουμπισμένη πάντα στο μπατζάκι.
Οι πρώτες ψιχάλες που 'πεσαν αγγίξανε το σκύλο. Σηκώθηκε, κούνησε δειλά την ουρά και κοίταξε το γέρο. Αυτός βαθιά μέσα στη σκέψη άκουγε τ' αφεντικό. «Τίποτα δεν έμαθες κοντά μου τόσα χρόνια. Ξόφλησε, ρε, πια ο σκύλος. Ξό-φλη-σε πώς να στο πω, ρε. Ελληνικά μιλάω. Κυνήγι θα πάμε τώρα; Οι Γερμανοί μέσ' στην Αθήνα και μεις θα συντηρούμε κυνηγόσκυλο;»
«Πάνε πια», σκεφτότανε ο γέρος «δεν παίρνουν μπάλωμα πια. Ούτε τακούνι δεν έμεινε, ούτε σόλα. Θα τα χώσω ποδάρια και παπούτσια μαζί, θα τα χώσω στα μανίκια του παλιού μου σακακιού και θα τα δέσω με γερά σκοινιά. Θα τον βγάλω το χειμώνα. Μπορεί και να μην είναι βαρύς ο φετινός χειμώνας». Κοίταξε τον ουρανό. Προσπάθησε να μαντέψει. Οι ψιχάλες πάγωναν στην πλάτη του σκύλου. Αυτός όρθιος κοίταγε το γέρο του. Εκανε να γαβγίσει, μετάνοιωσε, χασμουρήθηκε και ξανακάθησε στη θέση του. Απ' τον καιρό που έφυγε η γριά - θεός σχωρέστηνε την κερά - έτσι καθότανε ο σκύλος. Κοντά στο γέρο, πολύ κοντά με τη μουσούδα στο μπατζάκι, και με το ροζιασμένο χέρι του γέρου πάνω στην κεφαλή του σκύλου. Σήμερα, όλη μέρα δεν τον άγγιξε ούτε μια φορά. Τ' απόφευγε ο γέρος.
«Η πείνα έρχεται», σκεφτόταν ο γέρος. «Ξέρω εγώ όταν έρχεται η πείνα, τ' αρπαχτικό πουλί που κρύβει τον ήλιο με τις μακριές του φτερούγες. Η πείνα μαυρίζει την ψυχή του ανθρώπου. Την ξέρω εγώ την πείνα. Την έχω δει πολλές φορές. Και στην πατρίδα, και στην προσφυγιά, και στον πρώτο πόλεμο, και μετά και ξανά μετά και σε τούτον πάλι. Η πείνα φαίνεται από τα μάτια του κόσμου. Μεγαλώνουν τα μάτια των ανθρώπων. Μεγαλώνουν και στρογγυλεύουν. Δεν κοιτάνε ποτέ κατάματα κανέναν. Ολο κουνιούνται τα μάτια των ανθρώπων, πετάνε εδώ κι εκεί, δε σταματάνε πουθενά, δεν ακουμπάνε κανέναν, μόνο ψάχνουν».
Η βροχή δυνάμωσε. Σαν να τον ξύπνησε η βροχή. Σηκώθηκε προσεκτικά. Δεν άγγιξε το σκύλο. Επιασε το σκοινί. Καμώθηκε πως δεν άκουγε τη βροχή, δεν άκουγε το σούρσιμο των πεύκων, δεν άκουγε τη φωνή που στρίγγλιζε μέσ' στο σώμα του. «Ξόφληησεεεεες, βρε κακομοίρηηηη». Βρήκε τη μέση του σκοινιού. Υπολόγισε κάποια απόσταση από το δέντρο, τα δάχτυλα του έτρεμαν καθώς άγγιξε το κεφάλι του σκύλου, τη μουσούδα και σαν χάδι του πέρασε τη θηλιά. Επιασε την άκρη του σκοινιού και χωρίς να κοιτάξει προχώρησε προς τα κάτω. Ο σκύλος έκανε να τον ακολουθήσει. Δεν μπόρεσε. Ηταν δεμένος στο πεύκο και στη θηλιά. Κούνησε λίγο την ουρά, κούνησε το κεφάλι να βγάλει τη θηλιά, κι άρχισε να γαβγίζει. Ενα μικρό γάβγισμα, σαν παίξιμο, σαν παρακαλετό. Επειτα έμεινε ακίνητος και κοίταγε το γέρο που ήταν λίγο πιο κει, και που κρατούσε την άλλη άκρη του σκοινιού. Ο γέρος δεν κοίταζε το σκύλο. Στάθηκε απέναντι και κοίταγε το χώμα. «Σκύλε μου», η φωνή ακούστηκε βραχνή, αλλόκοτη και ξένη και στους δυο. «Σκύλε μου, πάλι πόλεμο έχουμε. Εγώ γεννήθηκα στον πόλεμο και γέρασα μ' αυτόν. Σκύλε μου», ξανάπε κι ο σκύλος κάπως σαν να ησύχασε. Κουνήθηκε να πάει κατά κει. Κοντά στο γέρο του, αλλά δεν μπόραγε. Εμεινε στητός κουνώντας την ουρά του. Περίμενε ο σκύλος κι ο γέρος έφερνε βόλτα το σκοινί στη χούφτα του.
Η βροχή δυνάμωνε.
Ο γέρος έχωνε τα φαγωμένα τακούνια στο μαλακό χώμα. «Ο άνθρωπος δε γίνεται ποτέ του άνθρωπος με πόλεμο», τελείωσε ο γέρος και άρχισε να τραβάει το σκοινί. Ο σκύλος κατάλαβε. Εκανε να πάει προς τα πίσω, προς τα εμπρός, κούναγε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, προσπαθούσε να βγάλει τη θηλιά που όλο έσφιγγε το λαιμό, και το σκοινί χωνόταν πιο βαθιά στο δέρμα του λαιμού, στο δέρμα του χεριού, το σκοινί σκληρό αυλάκωνε τις σάρκες, τη χούφτα του ανθρώπου, έκοβε του σκύλου την αναπνοή, ορθώθηκε αυτό στα πισινά του πόδια τέντωσε το κεφάλι να βγάλει το σκοινί, ο άνθρωπος σήκωσε τα χέρια ψηλά πάνω απ' το κεφάλι και τράβαγε κι ο σκύλος ούρλιαζε και τράβαγε κι ο άνθρωπος ούρλιαζε το ουρλιαχτό του σκύλου και τα μάτια γούρλωσαν κι έσταζαν τα χέρια αίμα μ' ανάκατη βροχή στο πρόσωπο του ανθρώπου κι όλο τράβαγε και ούρλιαζε μέχρι που πια δεν είχε περίσσια δύναμη.
Επεσε ο γέρος εκεί μπροστά στο σκύλο χωρίς πνοή.
Η βροχή δυνάμωνε. Καθάριζε τα αίματα, έπλενε τα κορμιά τους.
[ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 20 Μάρτη 2011]

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Τίτος Κοκκινέας: Ξημέρωνε '45


Παπαγεωργίου Βασίλης
Ξημέρωνε 1945. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, βράδυ.
Περιμέναμε απ' την Αθήνα τον πατέρα!
Εμενε στους πρόποδες, στα Τουρκοβούνια, σε συγγενικό σπίτι. Μετά την απελευθέρωση και τα πανηγύρια, έφυγε από δω, το κτήμα των πεθερικών του, το Μερολίθι Φιλιατρών, να δώσει εξετάσεις στη Νομική. Εκεί είχε «πετύχει», προπολεμικά, πριν στρατευτεί και τραυματιστεί, πολεμώντας τους Φασίστες, στην Αλβανία. Τούχε τηλεγραφήσει η μάνα μου «ΣΤΑΥΡΟ ΕΛΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΕΔΩ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΟΥΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥΣ - ΕΑΜΙΤΕΣ». Και αυτός την ίδια μέρα απάντησε: «ΕΡΧΟΜΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ».
Μα η ώρα είχε περάσει. Το τρένο είχε έλθει. Κι αυτός δε φαινόταν. Μας ζώσανε τα φίδια. Τι έγινε; Τι τούτυχε; Γιατί δεν ήρθε; Την χαρά της προσμονής τη διαδέχτηκε ο φόβος κι η αγωνία...
* * *
Νηστικός και κουρασμένος μετά από 11 ώρες ταξίδι, με τη φορτηγο-εμπορο-επιβατική αμαξοστοιχία, έφτασα Κυπαρισσία. Οι δικοί μου με περιμένουν στο κτήμα. Αφησα πίσω μου τα «Δεκεμβριανά» της Αθήνας σε κακή εξέλιξη. Με δυναμική επέμβαση και υπεροπλία Αγγλων, στηριγμένων σε μαύρους, Ινδούς και άλλους των αποικιών τους, με τανκς, θωρακισμένα, αεροπλανοφόρα, αεροπλάνα, πλοία, που με τα κανόνια τους μας βομβάρδιζαν απ' τα Φάληρα, αποσπασμένα από την απόβαση της Ιταλίας, μα και ξαναοπλισμένων ταγματασφαλιτών, Χιτών, και άλλων προδοτών - δολοφόνων που έκαψαν, σκότωσαν, ρήμαξαν, βίασαν το λαό μας, για λογαριασμό των Ναζί και των άλλων κατακτητών μας, τα προηγούμενα τριάμισι χρόνια της τριπλής κατοχής μας. Λένε πως οι Αγγλοι τους έδωσαν συγχωροχάρτι, που έγραφε πως τάχα, με δική τους διαταγή, πολεμούσαν το Λαό μας στο πλευρό... των Ναζί! Πως ήτανε δηλαδή... Αγγλοι πράκτορες!
Ετσι όταν οι «σύμμαχοι» θα κέρδιζαν τον πόλεμο, πατώντας πάνω στα τουλάχιστον είκοσι εφτά εκατομμύρια νεκρούς της Σοβιετικής Ενωσης, αυτοί θα ξανάφερναν την Αγγλοαμερικανική «Δημοκρατία» τους, με εγγυητή το βασιλιά τους! Πράγματα άγνωστα σχεδόν για την Ελλάδα. Για τους Αγγλους όμως όχι. Αυτό εφάρμοζαν στις αποικίες τους.
Εκαναν, πάντα, τους εχθρούς φίλους και τους φίλους - εχθρούς κάθε τόσο. Κατά περίσταση. Διαίρει και βασίλευε δηλαδή. Δε σεβάστηκαν ούτε το αίμα τους, τους Εγγλέζους στρατιώτες, ναύτες, αεροπόρους, σαμποτέρ και κατασκόπους που πρόδωσαν, έπιασαν, βασάνισαν απάνθρωπα και σκότωσαν αυτά τα προδοτικά κτήνη των κατακτητών τότε !!
...Εκεί που τα σκεφτόμουν όλ' αυτά, και το πώς θα πήγαινα 10 χιλιόμετρα πορεία, με τις χαρτονένιες βαλίτσες, μες στην νύκτα, αφού δεν υπήρχε εκεί ούτε κάρο, τον είδα!
Συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο. Ντυμένος χακί. Ανθυπολοχαγός - μεσανατολίτης. Εκεί πολέμησε το φασισμό στην Κατοχή. Και τώρα ήρθε ενάντια στο λαό του, όπως τον πρόσταξαν οι Αγγλοι. Για το «κυβέρνα Βρετανία». Με είδε και αυτός.
-- Σταύρο! Με φώναξε. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε δακρυσμένοι.
-- Επέζησες;
-- Επέζησα!
Χαρήκαμε γι' αυτό. Ούτε στιγμή δεν σκεφτήκαμε ότι είμαστε τώρα σ' αντίθετα στρατόπεδα! Είχε στρατιωτικό τζιπ. Μ' αυτό με πήγε στα Φιλιατρά. Να δω τον πατέρα μου, που ζούσε εκεί.
Σαν τον είδα, στεκότανε καλά, παλικάρι, ο πατέρας μου στα 48 του χρόνια, τον Ανθυπολοχαγό τον κέρασα στην πλατεία μια πάστα. Για το ευχαριστώ που μ' έφερε μέχρι εδώ.
Είπαμε μικρή περίληψη απ' τις περιπέτειες του πολέμου και της Κατοχής. Σε μια στιγμή, βλέποντας την αγωνία μου για τους δικούς μου, μου λέει:
-- Ελα να σε πάω στο Μερολίθι
-- Ναι του απάντησα, με περιμένουν. Αργησα. Θάχουν τρομάξει!
***
- Ηλθε, ήλθε, άκουσα την μητέρα μου. Πεταχτήκαμε όλοι πάνω. Φιλιά, αγκαλιές, ανείπωτη χαρά για τον ερχομό. Αφού συνήλθαμε λίγο, η μαμά μου του λέει:
-- Πάμε στο κατώι να σε λούσω και να σε πλύνω, στη σκάφη. Ο «θερμός» κρυώνει.
Πήγαν. Επάνω ακούγαμε εμείς τα γέλια τους, τις χαρούμενες φωνές τους και το νερό πούτρεχε στη σκάφη.
-- Αχ, με ζεμάτισες, φώναζε ο πατέρας
-- Μαρτύρησε, αν πήγες με καμιά στην Αθήνα, του φώναζε η μητέρα μου ...τάχα.
Σκάσαμε στα γέλια όλοι μας τότε: Οι γονείς μου, ο παππούς, η γιαγιά και γώ, τόσο δα πιτσιρίκι τριών χρόνων σχεδόν.... Μόλις μας έπαιρνε ο ύπνος, ακούσαμε τις φωνές τους:
-- Σταύρο Κοκκινέα, βγες έξω! είχανε ζώσει το σπίτι.
Πετάχτηκε πρώτος ο παππούς μου στο χαγιάτι.
-- Ποιοι είσαστε, τι θέλετε;
-- Θέλουμε τον Σταύρο Κοκκινέα!
Ητανε άγριοι, ξένοι οι τέσσερις. Τους Χίτες τους δικούς μας τους πήγαιναν αλλού, σε άλλες πόλεις. Και σε μας έφερναν ξένους. Να μη γνωρίζουν. Να μην έχουν συγγενείς και φίλους. Για να χτυπούνε. Να σκοτώνουν. Πέμπτος ήταν ο αγροφύλακας της περιοχής. Αυτός ήξερε στην εξοχή το σπίτι μας. Αυτός τους οδήγησε μέχρι εδώ. (Αργότερα στον Εμφύλιο σκοτώθηκε ο αγροφύλακας. Για τους άλλους δεν ξέρουμε).
***
Κατάλαβα, με ζητούσαν.
-- Ερχομαι, φώναξα.
Αστραπιαία φόρεσα παντελόνι, σακάκι. Εκανα να βγω. Την πόρτα του δωματίου την έκλεινε με το σώμα του ο πεθερός μου. Μου φώναξε σιγανά:
- Πού πας; Το σπίτι είναι άσυλο. Δεν έχουν το δικαίωμα ν' ανέβουν...
Δε με άφηνε να βγω. Παλέψαμε, σχεδόν για να μ' αφήσει. Το ίδιο και στην εξώθυρα του σπιτιού, εγώ τούλεγα βιαστικά:
-- Ασε με να βγω! Εχω γυναίκα και παιδί! Δεν ξέρουν από άσυλο «αυτοί».
Βγήκα. Με σημάδευαν με τα όπλα τους.
-- Εγώ είμαι παιδιά, τι με θέλετε; τους φώναξα κατεβαίνοντας τη σκάλα.
-- Θα σε πάμε στον αρχηγό μας. Κάτι θέλει να σου «πει».
Με ψάξαν μήπως οπλοφορώ. Με βάλαν στη μέση. Προχωρούσαμε από τη μαΐστρα (το μονοπάτι) για τη δημοσιά Κυπαρισσίας - Φιλιατρών. Είχανε δυο φακούς εγγλέζικους και φώταγαν:
Ξαφνικά βλέπουμε ένα λαδοφάναρο. Κάποιος το κρατούσε κι ερχόταν από την Δημοσιά. Σταμάτησαν. Του φώναξαν:
-- Στάσου εκεί που είσαι.
-- Μην κουνηθείς.
-- Ποιος είσαι; Πού πας;
Στάθηκε. Τους φώναξε:
-- Δικός σας είμαι! Ελάτε να σας πω.
Τρέξαν προς το μέρος του με «προτεταμένα» τα όπλα. Αφησαν να με φυλάει ένα παιδάκι 15-16 χρονών με μια ιταλικιά «αραβίδα». Με σημάδευε. Φοβόταν. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς κρατούσε το όπλο. Ετσι νάκανα το αφόπλιζα. Μα σκέφτηκα τους δικούς μου που άφησα στο σπίτι. Μόλις έφτασαν το «λαδοφάναρο» άκουσα που τους φώναξε:
-- Μην τον πειράξετε! Είναι καλός άνθρωπος! Αφήστε τον! Αν δεν ήταν αυτός, θα είχαμε πολλούς σκοτωμούς στα Φιλιατρά.
-- Καλά. Ξέρουμε τι θα κάνουμε, γύρνα πίσω! πρόσταξαν
Το λαδοφάναρο έκανε μεταβολή και έφυγε πίσω. Ξαναγύρισαν. Προχωρήσαμε. Βγήκαμε στο Δημόσιο δρόμο προς τα Φιλιατρά.
Το λαδοφάναρο, βλέποντας πως δεν με άφησαν άρχισε να κινείται και πάλι προς τα εμάς. Το είδαν. Γύρισαν τα όπλα τους προς τα εκεί και πρόσταξαν άγρια:
-- Αλτ! 'Η γυρνάς τώρα πίσω ή σου ρίχνουμε! Κι έτσι υποχώρησε οριστικά το κλεφτοφάναρο!
Βαδίσαμε ενάμιση χιλιόμετρο σιωπηλοί. Στη στροφή του δρόμου προς το ποτάμι του Στόμιου τους ρώτησα :
-- Πού πάμε; Πού είναι ο αρχηγός σας;
-- Εδώ είναι! Φτάσαμε! Φώναξαν άγρια. Και αγριότερα ένας:
-- Λέγε. Τα έγγραφα που έφερες από την Αθήνα στα Φιλιατρά πού πήγες, πού τα έδωσες;
-- Ποια έγγραφα; Πρωτοχρονιά ήρθα να κάνω με τους δικούς μου. Στα Φιλιατρά μόνο τον πατέρα μου είδα για 2 λεφτά.
(Ο πατέρας μου ήτανε βασιλικός. Είχε πάρει στη Μάνη με τους φίλους του, τους «γκράδες» (όπλα) εναντίον του Βενιζέλου υπέρ του βασιλιά. Κι αυτό το ήξεραν. Αντί για άλλη απάντηση άρχισαν να με χτυπούν. Αλύπητα. Μου έσπασαν πάνω μου και τις δυο μαγκούρες που είχαν. Μόλις έσπασε και η δεύτερη μαγκούρα πάνω μου, αυτός που την κρατούσε λύσσαξε. Αρχισε να μου τρυπάει τα πλευρά με το σπασμένο κομμάτι της. Επεσα αιμόφυρτος κάτω. Τότε άκουσα να φωνάζει άγρια ένας:
-- Γ... το Χριστό σας, Γ... την Παναγία σας. Δεν είπαμε όχι στο κεφάλι ρεεε.
Αυτός που είχε σηκώσει το κοντάκι του όπλου του, για να μου ανοίξει στα δυο το κεφάλι, να με σκοτώσει, τότε με χτύπησε με όλη του τη δύναμη δυο φορές χιαστή, στην πλάτη.
Κάνοντάς μου ένα μεγάλο μαύρο Χ (επειδή ήτανε Χίτες), που το είχα για μήνες. Τόση ήταν η δύναμη του όπλου που με χτύπησε που η μια άκρη του κοντακίου χτύπησε κάτω και έσπασε το κοντάκι!! (Εκανα αιμόπτυση από το χτύπημα αυτό). Τότε έχασα τις αισθήσεις μου. Με άφησαν και έφυγαν. Αργότερα σκέφτηκα πως θα με είχανε σκοτώσει. Αλλά μέχρι τότε κτυπούσαν μόνο όλους όσους αντιστάθηκαν με κάθε τρόπο στον κατακτητή και τους συνεργάτες τους στην Κατοχή, γιατί δεν είχε έλθει ακόμα η «Βάρκιζα». Ο ΕΛΑΣ είχε ακόμα τα όπλα, και τον φοβόντουσαν. Μετά τη Βάρκιζα άρχισαν να σκοτώνουν αδιάκριτα κάθε Αντιστασιακό.
Συνήλθα απ' τα χτυπήματα μετά από ώρα. Γύρισα στο σπίτι περπατώντας κουτσά-στραβά πότε με τα δυο, πότε με τα τέσσερα. Το ένα παπούτσι μου το έχασα όταν με χτυπούσαν. Εψαξα σαν συνήλθα, αλλά δεν το βρήκα! Ετσι περπάταγα και ... μονοσάνδαλος !

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Πέτρος Χάρης: Φώτα στο πέλαγος

Το μικρό νησί ζούσε ξεχασμένο κι από τους ανθρώπους κι απ’ το Θεό. Το είχαν ξεχάσει κι οι ξένοι στρατιώτες. Πήγαν και στο δικό του λιμανάκι τις πρώτες μέρες της σκλαβιάς, έβαλαν δυο μόνο άντρες καλά οπλισμένους, για φρουρά, σε λίγο τους πήραν κι αυτούς, κι άφησαν το μικρό νησί να πλέει ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό κι όλο στη θέση του να μένει.
- Βλέπεις, είμαστε σε άγονη γραμμή.
Έλεγαν όλοι κι εξηγούσαν την ερημιά του λιμανιού τους. Και δεν ήθελαν να σκεφτούν άλλο τίποτα. Μα και πώς να σκεφτούν; Μήπως είχαν έρθει οι άνθρωποι, τους είδαν, τους γνώρισαν, για να τους αγαπούν ή να τους αποστρέφονται; Διακόσιες πενήντα τρακόσιες ψυχές όλες όλες στο νησί, ένας ενωματάρχης, που ήταν η μεγάλη εξουσία, κι ένας τηλεγραφητής, που μίλαγε με τους ανέμους και με τα σύννεφα, τους έλεγε τι γίνεται στον άλλο κόσμο κι έμοιαζε με μάγο ή προφήτη.
Τα δυο τους καΐκια, στα ήσυχα χρόνια, κάτι πήγαιναν και πούλαγαν γύρω στα νησιά, έφταναν καμιά φορά κι ως τον Πειραιά, κάτι έφεραν. Μα τα καΐκια τώρα ήταν δεμένα. Κάπου κάπου, πολύ σπάνια κι αυτό, έκαναν μικρές εξόδους για ψάρι, γρήγορα όμως γύριζαν στο λιμάνι. Ερημιά στη θάλασσα, τόση ερημιά, που τρόμαζες. Ούτε καπνός, ούτε πανί, ούτε φτερό. Ήταν η αρχαία, η πολύ αρχαία θάλασσα, η θάλασσα πριν απ’ τον άνθρωπο. Μόνη, απέραντη κι ασκλάβωτη – την ημέρα. Και τη νύχτα, αυτή και το φεγγάρι ή αυτή και το σκοτάδι, σε μια συνομιλία σαν εκείνες, που έκαναν τις πρώτες ώρες της δημιουργίας τα στοιχεία και οι δυνάμεις του κόσμου και δεν τις έχει ακούσει αφτί ανθρώπου κι ακόμα ψάχνει η σκέψη του να βρει το νόημά τους.
Γρήγορα κατάλαβαν στο νησί πως θα πέρναγαν τον καιρό του πολέμου με ό,τι είχαν, με ό,τι έδινε η γη τους. Κι αν μπορούσαν να μάθουν τι γινόταν στην άλλη Ελλάδα, θα ’ταν ευχαριστημένοι. Βέβαια, δύσκολα θα τα κατάφερναν, θα τους έλειπε το ένα, θα τους έλειπε το άλλο, μα δε θα πέθαιναν από την πείνα. Η αρρώστια μόνο τους τρόμαζε. Μα και τον καιρό της ειρήνης, σπάνια προλάβαιναν τον άρρωστο που κινδύνευε. Το βαπόρι αργούσε να ξεκινήσει. Σκέπτονταν το μεγάλο έξοδο, δεν έπαιρναν αμέσως την απόφαση.
Μόνοι, λοιπόν, στο πέλαγος, μακριά απ’ τον πόλεμο, μακριά κι απ’ τους ανθρώπους. Αυτοί κι ο τηλεγραφητής. Αυτοί κι ο τηλεγραφητής που τους έλεγε κάθε τόσο τι ανήμερο θηρίο γινόταν ο άνθρωπος σε Δύση κα Ανατολή, στα μεγάλα και στα μικρά μέτωπα του πολέμου, κι ο θεός που τους προστάτευε κι ανάπαυε τα μάτια του στην ήσυχη ζωή τους. Ο ενωματάρχης ήταν πια χωρίς εξουσία. Και να ήθελε να φωνάξει, δεν μπορούσε, δεν είχε τη δύναμη. Έτρωγε κι αυτός το λίγο ψωμί του νησιού και δεν ξόδευε πια τις δυνάμεις του σε φωνές και φοβέρες. Σε λίγο έχασε την εξουσία του κι ο τηλεγραφητής. Κάτι έπαθαν τα σύνεργά του, έκλεισε το γραφείο του· έπαψε να είναι ο μάγος κι ο προφήτης. Είχε κοπεί κι η μόνη κλωστή που έδενε το νησί με τον άλλο κόσμο. Κι ήρθαν νύχτες, που τις γέμιζαν όνειρα παράξενα, κι ήρθαν μέρες που τα όνειρα τα εξηγούσαν οι πιο παλιοί και τα έκαναν μηνύματα για τον πόλεμο, για την πείνα για τη συμφορά που έπεσε.
Έπειτ’ από μήνες πολλούς, φάνηκαν πάλι οι ξένοι στρατιώτες. Λίγο έμειναν στο νησί, λίγα είπαν – δηλαδή τα είπε ένας δικός μας που τους ακολουθούσε και ήξερε τη γλώσσα τους – μια μόνο διαταγή άφησαν:
- Κανένα φως τη νύχτα! Ούτε τσιγάρο αναμμένο!
Ρώτησαν τον ενωματάρχη, που είχε λίγες κουβέντες μαζί τους. Δεν έμαθαν τίποτα. Ρώτησαν τον παπά, που τον καλημέρισαν. Πάλι τίποτα. Ρώτησαν το γραμματικό της κοινότητας, που παρουσιάστηκε και τους είπε πως «ο πρόεδρος είναι στο στρώμα». Λέξη. Με κλειστό στόμα ήρθαν, με κλειστό στόμα έφυγαν. Ωστόσο, είχαν μιλήσει: ο πόλεμος ήταν ακόμα στον τόπο. Θα ήταν βέβαια, και στον άλλο κόσμο, όπου στεριά, θάλασσα, όπου άνθρωποι…
Και τα όνειρα γέμιζαν πάλι τις νύχτες, την ημέρα χάριζαν την ελπίδα ή έφερναν τον πανικό, και το νησί περίμενε, όλο περίμενε, συνήθισε να περιμένει, κι έπαψε να ρωτάει ακόμα και τη θάλασσα, που, δεν μπορεί, αυτή πολλά θ’ άκουγε, πολλά θα ’ξερε, μα κράταγε σφαλισμένα τα χείλη της και δεν άφηνε να φανούν τα μυστικά της στα μεγάλα της μάτια, κι όταν ήταν γαλάζια κι ήρεμα, κι όταν έπαιζαν και γίνονταν πράσινα, κι όταν πολύ σκοτείνιαζαν από οργή.
Οι χειμωνιάτικες μέρες κύλαγαν γρήγορα, μα οι νύχτες δεν είχαν τέλος. Ακόμα και με τα όνειρα δεν είχαν τέλος, που δεν μπορούσαν να γεμίσουν τόσες ώρες, τις αργές ώρες της νύχτας του Δεκέμβρη και του Γενάρη. Τα μικρά σπίτια, μαζεμένα όλα μπροστά στο λιμάνι και γύρω τριγύρω, έμοιαζαν για σύναξη έτοιμη για κάθε δύσκολη ώρα. Και το λιμάνι έρημο. Λίγες βάρκες τραβηγμένες στην αμμουδιά, τα δυο καΐκια δεμένα, κι ο άνεμος, πότε λίγος και πότε δυνατός, σε συνομιλία ή σε συμπλοκή με τη θάλασσα και με τα κατάρτια τους.
Θα ’ταν η ώρα δέκα, ώρα πολύ προχωρημένη για το νησί, κι η αναταραχή τους βρήκε στο δεύτερο ύπνο. Τους ξύπνησε η καμπάνα της εκκλησιάς και σήμαινε με τρόπο που τους έλεγε:
- Σηκωθείτε! Τρέξτε! Τρέξτε γρήγορα!
Κι έτρεξαν όλοι, ντυμένοι και μισοντυμένοι, και βρήκαν ένα παλικάρι, ανεβασμένο στο καμπαναριό, να κάνει αυτόν τον ασύγκριτο συναγερμό:
- Ω, το θεότρελο!
Ήταν ο Βαγγέλης, ο «βλαμμένος» του νησιού, που ούτε σπίτι είχε ούτε ρούχα καλά καλά, και κοιμόταν πότε δω και πότε κει, και πότε ο ένας και πότε ο άλλος του ’διναν ένα κομμάτι ψωμί. Εκείνοι που ’φτασαν πρώτοι, όρμησαν οργισμένοι να τον κατεβάσουν και να τον μάθουν να κοιμάται ήσυχος τη νύχτα. Μα τους κράτησε ο παπάς, που ’τρεξε χωρίς ράσο και καλημαύχι:
- Μια στιγμή!
Και κοιτάζοντας ψηλά, στο καμπαναριό, πρόσταξε:
- Κατέβα, Βαγγέλη!
Κοίταξε κείνους που περίμεναν αγριεμένοι και γίνονταν όλο και περισσότεροι και δίστασε, μα κατέβηκε. Ο παπάς, με απλωμένο το χέρι, τους κράταγε:
- Τι έπαθες, Βαγγέλη;
- Καράβι, παππούλη, καράβι! Το είδα με τα μάτια μου, καθαρά το είδα, και σήμανα να το δουν κι οι άλλοι.
Δεν περίμεναν περισσότερα. Άφησαν το Βαγγέλη κι έτρεξαν στο λιμάνι. Μαζί τους κι άλλοι πολλοί που ξύπνησαν απ’ την καμπάνα κι έτρεμαν απ’ την αγωνία κι από το κρύο. Από πίσω ο παπάς κι ο Βαγγέλης.
Η σύναξη στο λιμάνι έγινε μεγάλη, όλο το χωριό. Κι όλο μάτια, μάτια νησιώτικα, που ξέρουν να ψάξουν τη νύχτα, προπάντων τη νύχτα της θάλασσας.
Ούτε ανάσα δεν ακουγόταν. Ήσυχη ήταν κι η θάλασσα, που μόλις πάλευε, λες και την ξύπνησε κι αυτήν η καμπάνα. Ήταν και το σκοτάδι πολύ, τόσο πολύ, και μια σπίθα μπορούσες να ξεχωρίσεις. Όμως τίποτα, ούτε αυτή τη σπίθα δεν έβλεπαν, όχι ολόκληρο καράβι, ολόκληρο φωτισμένο καράβι. Κοίταξε ο ένας τον άλλον, βεβαιώθηκαν πως δεν έκαναν λάθος, αγρίεψαν πάλι. Μα δεν ήταν μαζί τους μόνο ο Βαγγέλης. Ήταν κι ο παπάς, που ’ξερε πως με «βλαμμένον» είχε να κάμει.
- Πού βλέπεις το καράβι; τον ρώτησε με αυστηρότητα.
- Δεν το βλέπω πια, παππούλη.
- Και πού το είδες;
- Να, εκεί, παππούλη, εκεί.
Κι έδειξε στο βάθος αριστερά, στη γραμμή που ακολουθούσαν τα καράβια, όταν πέρναγαν στη χάση και στη φέξη από το νησί.
Κοίταξαν, προσπάθησαν να ξεχωρίσουν κάτι, μα πάλι δεν είδα τίποτα. Κι ο παπάς, που κατάλαβε πως μπορούσε να γίνει κακό μέσα στη νύχτα και στην οργή τόσων ανθρώπων, προσπάθησε να τον αθωώσει μπροστά τους:
- Το είδες καθαρά το καράβι ή σου φάνηκε; Ήσουνα ξύπνιος;
- Το είδα, παππούλη, το είδα σου λέω.
- Κι από πού το είδες;
- Από το μεγάλο παράθυρο της αποθήκης.
Ήθελε να πει: από το παράθυρο του μισογκρεμισμένου σπιτιού, όπου πέρναγε αυτό το χειμώνα ο Βαγγέλης.
- Και πώς το είδες; Τέτοιαν ώρα, δεν κοιμόσουνα;
- Δεν κοιμόμουνα, παππούλη. Και πιο σιγά:
- Μ’ έκοβε η κοιλιά μου, έχω να φάω από προχτές.
Δε χρειάστηκε περισσότερο την προστασία του παπά. Δυο δυο, τρεις τρεις, γύριζαν την πλάτη τους στη θάλασσα, έφευγαν, πήγαιναν να δουν στον ύπνο τους το καράβι, που δεν το είδαν ξύπνιοι από την ακρογιαλιά.
Δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα, κι η νύχτα γέμισε πάλι απ’ τις φωνές της καμπάνας. Δεν άφησαν όλοι το στρώμα τους. Μα όσοι σηκώθηκαν, έτρεξαν να πιάσουν το Βαγγέλη και να τον δέσουν πια. Όταν όμως έφτασαν στην εκκλησιά, έβλεπαν και δεν πίστευαν, άκουγαν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν.
- Το είδα, τους φώναξε απ’ το καμπαναριό ο Χρήστος, ένα γεροδεμένο παλικάρι, που ήταν απ’ τους καλούς εργάτες του χωριού και δεν είχε πολλά λόγια. Το είδα, και ήταν αρκετά μεγάλο καράβι, με πολλά, πολλά φώτα!
Ο Χρήστος δεν ήταν «βλαμμένος». Όταν όμως πήγε στο λιμάνι, μαζί με όσους ξύπνησαν κι έτρεξαν, και δεν είδε τίποτα, δεν είδε ούτε μιαν αχτίδα, λίγο έλειψε να χάσει το μυαλό του.
- Νεράιδες ήταν και πέρναγαν από μακριά, έβγαλε συμπέρασμα ένας γέροντας. Άντε τώρα, πάμε να κοιμηθούμε.
Μα ο Χρήστος δε σάλευε, δεν έπαιρνε τα μάτια του από τη θάλασσα, από το σκοτάδι. Κι αν δεν ήταν οι φίλοι που με τρόπο τον πήραν σε λίγο μαζί τους, θα ’μενε εκεί, στο μεγάλο σκοτάδι, ως το πρωί. Το είχε δει το καράβι, έπαιρνε όρκο, έβαζε το χέρι του στη φωτιά. Μπροστά στους άλλους χάθηκε το καράβι, δεν έβλεπε τίποτα, δεν ήξερε να πει πού ακριβώς το είδε.
Το πρωί κατάλαβε ο Χρήστος, πως το χωριό τον έβλεπε με άλλα μάτια. Καλά ο Βαγγέλης, του φάνηκε, ανέβηκε στο καμπαναριό, σήμανε. Μα ν’ ανέβει κι αυτός, να σημάνει κι αυτός! Δε θα το βάσταγε πολύ ο Χρήστος. Πριν περάσουν όμως δέκα μέρες, τον έσωσε ο Αυγουστής. Ανέβηκε κι αυτός στο καμπαναριό και χτύπησε κι αυτός την καμπάνα επάνω στ’ άγρια μεσάνυχτα. Όλοι ξύπνησαν πάλι, μα λίγοι έτρεξαν αυτή τη φορά. Κι ο Αυγουστής, που ήταν πεισματάρης, δεν έφυγε απ’ το ακρογιάλι ως το πρωί. Είχε δει το καράβι, και το καράβι αυτό δεν πέρναγε από μακριά, ερχόταν στο νησί, ερχόταν ολόισια στο λιμανάκι τους.
Στο νησί, άλλον «βλαμμένο» από το Βαγγέλη δεν είχαν. Δεν είχαν και φαντάσματα και νεράιδες. Και το καράβι ήταν το πρώτο φάντασμα που τάραζε τον ύπνο τους. Είπαν να το ξορκίσουν, να ρίξουν αγιασμένο νερό στο λιμάνι τους, να το στείλουν μακριά, πολύ μακριά, σε άλλες θάλασσες. Είπαν, μα σκέφτηκαν και δίστασαν. Τι ήταν αυτό το καράβι και γιατί το φοβόνταν;
Με καράβι, με δικό τους καράβι, που θα ’χει αναμμένα όλα του τα φώτα, αν είναι νύχτα, δε θα ’ρθει η λευτεριά;
Το είπε ο παπάς, το παραδέχτηκε και ο ενωματάρχης. Το νησί ησύχασε. Έμενε ήσυχο και τις νύχτες, ακόμα και τις νύχτες που σήμαινε η καμπάνα. Κι οι νύχτες αυτές δεν ήταν λίγες. Έπειτ’ από τον Αυγουστή, ανέβηκαν στο καμπαναριό άλλοι δεκαοκτώ, και νέοι και ηλικιωμένοι του χωριού, που δεν ήταν «βλαμμένοι», που τα είχαν τετρακόσια. Και το είχαν δεν ολοκάθαρα το καράβι, μπορούσαν να σου πουν και πόσα φώτα είχε και ποια ήταν η ρότα του.
Οι μήνες της σκλαβιάς κύλαγαν, κύλησαν και τα χρόνια. Το νησί έμενε ξεχασμένο από τους ξένους στρατιώτες, ξεχασμένο και από τους άλλους ανθρώπους. Κι η καμπάνα δεν έπαψε να χτυπάει. Και τις χειμωνιάτικες, και τις καλοκαιρινές νύχτες, και την άνοιξη και το φθινόπωρο. Το καράβι το ’βλεπε ένας ένας χωριστά, το ’χαναν όλοι μαζί. Μα ήξεραν πως μια μέρα ή μια νύχτα θα το ’βλεπαν και όλοι μαζί το καράβι. Και περίμεναν…   

Αργύρης Εφταλιώτης: Η Βαρκούλα

Τι έχεις και βλέπεις έτσι συλλογισμένος αυτό το καΐ­κι; ρωτάει η Μαριγή το Φώτη, τον άντρα της, ε­κεί που καθότανε κοντά στο παράθυρο, κατά το γιαλό.
— Να, βλέπω τη θάλασσα, και θαμάζω την ομορφιά της. Τι βλέπω!
— Δεν έβλεπες τη θάλασσα. Το καΐκι έβλεπες. Τι είναι αυτό το καΐκι;
— Καλά, το ’βλεπα και το καΐκι με τ’ άσπρα πανιά του.
— Και τι συλλογιούσουν;
— Τι καλά να μας φέρνει!
— Χριστέ και Παναγιά μου! Να μη θέλει μαθές αυτός ο χριστιανός να μου πει κι ένα στοχασμό του!
Κι έφυγε η Μαριγή θυμωμένη.
Έμεινε μονάχος του ο Φώτης. Έριξε μια ματιά κατά την πόρτα χαμογελώντας, κούνησε το κεφάλι του, κι άρχισε να μιλάει μοναχός του:
— Έβλεπα, έβλεπα, και που να σου τα λέω. Μαριγή μου, τι έβλεπα! Τη μοίρα σου και τη μοίρα μου έβλεπα. Την αγάπη μου και την ελπίδα μου έβλεπα. Να τι έβλεπα.
Και γύρισε πάλι κατά τη θάλασσα και κοίταζε το καΐκι ο Φώτης.
— Να το, κι αράζει πάλι. Κάτω τα πανιά, μάγινα το σίδερο. Όξω οι ναύτες και ίσια στο καπηλειό. Όξω τα βαρέλια κι οι βρόμες. Να τες οι γλυκές οι ελπίδες. Κατέ­βα και πήγαινε να τις δεις και να τις καμαρώσεις. Σαρδέλες και σιντίνα!
Και στάθηκε πάλι συλλογισμένος.
— Είναι τώρα τρία χρόνια που έβλεπα μια βαρκούλα, μακριά-μακριά, στου πελάγου την άκρη. Εν’ άσπρο σημαδάκι, και τίποτις άλλο. Μα τι ομορφιά που την είχε στα γαλάζια νερά! Το κοίταζα και δεν το χόρταινα. Σιγά σι­γά από σημαδάκι έγινε σωστό πανί, ένα πανί και καλό το είχε η αξέχαστη εκείνη βαρκούλα. Μα τι πεταλούδα ήταν εκείνη! Τι μαγευτικό πράμα! Χρόνος πέρασε, κι ακόμα έπαιζε η βαρκούλα στα γαλάζια νερά! Άλλος ένας χρόνος, κι έβλεπες και το χαριτωμένο σκαφάκι της, που τάσκιζε τα κύματα κι όλο ήρχουνταν, ήρχουνταν. Ακόμα λιγάκι, κι έβλεπες και τα ναύτη μες στη βαρκούλα. Τι μαγευτικό πράμα. Τι Θεός εκείνος που αρμένιζε εκεί μέσα! Έλεγε κι έπαιζε με τη θάλασσα το σκαφάκι, καθώς επλησίαζε την ακρογιαλιά. Έτσι σου ερχότανε να τρέξεις και να τ’ αγκαλιάσεις. Τ’ άκουγες τώρα το γλυκό μουρμουρητό του αφρού που σήκωνε η πεταχτή πλώρη του, τ’ άκουγες και το πανάκι που πετούσε στ’ αγέρι καθώς κατέβαινε. Κατέβηκε το πανί. Σηκώνετ’ ο ναύτης, το δένει, παίρνει το κοντάρι, και φέρ­νει τη βάρκα κατά την ακρογιαλιά. Τρέχω να πηδήξω μέ­σα και να τη χαρώ τη βαρκούλα. Τι πράμα ήταν εκείνο! Τι ανυπόφερτη σιντίνα και ψαρίλα, τι παλιόξυλα και κατραμωμένα σκοινιά ριχμένα δω και κει! Κι ο ναύτης! Τι χαμένο κορμί, που μήτε με καλημέρισε! Αχ, ήταν η α­γάπη μου κι η ελπίδα μου! Κατάλευκη βαρκούλα στα μα­κριά, και στ’ άραγμά της — ψαρόβαρκα!

Δημοσθένης Βουτυράς: Στη θάλασσα

Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε γρήγορα, βιαστικά.  
Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι. Κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά που μαζεμένος, κοντά σ’ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.
– Αμ στο ’πα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκκαλιάρης, στο ’πα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Να ’μουν εγώ και να ’βαζα αυτόν το διάολο μέσα!... 
– Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ΄ τον τόπον τους.  
– Είναι δαιμόνοι σωστοί!
Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν’ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ’ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.

Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ’ αυτιά του, όλα τώρα να ’χανε πάρει ζωή, τη ζωή τους και ζητούσανε ν’ αρπάξουνε να δαγκώσουνε να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους που ’χε μέσα.

Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε...
 Φωνή τρόμου ξαφνικά :
– Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!...
– Σκάσε βρε, τρελάθηκες; φώναξε, ένας γέρος ναύτης σ’ αυτόν που ’πε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.
– Τι έπαθες βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.
– Όχι, μωρέ, έτσι σα να ’δα το μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!

Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.
Σιωπηλοί μέναμε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμμιά ματιά...
Αλλ’ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά, χαμηλά, κι έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.

– Αυτός, αυτός φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκκαλιάρη· είχε σηκωθεί και έδειχνε τον παπά.
– Αυτός, ναι αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!
– Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!    

Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ’ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ΄ την άλλη μεριά του.  

Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ’ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με τα στοιχειά που τους κύκλωναν... 
– Στη θάλασσα! 
Ο παπάς σα να ’ταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια... 
– Παιδιά ο Θεός... θέλησε να πει. 

Αλλ’ η φωνή του πνίγηκε μες στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.-  
Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 43-45
  • του Δημοσθένη Βουτυρά (1879-1958)

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Γιώργος Κοτζιούλας: "Ο παράξενος Κεφαλονίτης"

Παπαγεωργίου Βασίλης

Ο παράξενος Κεφαλονίτης
(Από μικρός στα γράμματα)
Τι αέρας ανάποδος, ποια φουρτούνα οργισμένη τον έριξε εκείνον τον άμοιρο νησιώτη στ' απόκεντρα, στ' απάτητα χωριά μας, που έπρεπε να περπατήσεις εδώθε μια μέρα για να φτάσεις σε δημόσιο δρόμο; Εκεί, εξόν απ' τους ντόπιους που ήταν ριζωμένοι στο χώμα τους σαν τα δέντρα και τα κοτρόνια του τόπου, κανένας ξένος δεν πατούσε ποτέ. Οι μόνες αρχές που μας είχε στείλει το κράτος ήταν η χωροφυλακή: Κάτι Κρητίκαροι με φουσκωτές βράκες και μαύρο κεφαλοπάνι, με βούρδουλα στο χέρι, σ' έπιανε τρόμος να τους βλέπεις, μόλο που οι περισσότεροι ήταν ήρεμοι ανθρώποι. Κοντά στους χωροφυλάκους γνοιάστηκαν τότε να μας στείλουν και δάσκαλο, αφού ο δικός μας, ο βαλμένος από την κοινότητα, είχε φύγει με τους κληρωτούς.
Ετσι λοιπόν μας ήρθε ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης.

Πού να ήταν τάχα, σε ποιο μέρος της Γης, αυτή η Κεφαλονιά; Στο σχολειό μας, που εξακολουθούσε να βρίσκεται μες στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, δεν είχαμε βέβαια χάρτη, ούτε ήμασταν τόσο πολύ προχωρημένοι στη Γεωγραφία, για να ξέρουμε πού έπεφτε αυτό το νησί. Ομως θα βρίσκονταν πολύ μακριά, στα πέρατα του κόσμου, αφού κανένας δικός μας δεν είχε φτάσει εκεί, ούτε άλλος από κει μας ξανάρθε ποτέ.
Και να τώρα που ξεφύτρωσε στο χωριό μας τούτος ο Κεφαλονίτης.
Ηταν άμαθος από τέτοια μέρη, δεν ήξερε καλά καλά να περπατήσει. Το χωριό μας έρχονταν κατηφοριά κι είχε όλο κακοτοπιές. Πριν από λίγα χρόνια βούλιαξε κιόλας και η εικόνα που θα παρουσίαζε σ' έναν πρωτόφερτο δε θα 'ταν καθόλου ευχάριστη. Μέρες, βδομάδες έκανε ο καινούριος δάσκαλος να το συνηθίσει, γιατί, λέει, του 'ρχόταν σκοτούρα!
Μα ήταν κι ένα άλλο χειρότερο που τον πιλάτευε κει στη μοναξιά. Τα παιδιά δεν άργησαν να το μάθουν και το λέγαν αναμεταξύ τους σα να μην το πίστευαν:
-- Ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης σκιάζεται τα σκυλιά...
Και όποτε τον καλούσαν στα σπίτια, δίσταζε πολύ να πάει μουσαφίρης.
-- Ε, ε! φώναζε από παραπέρα με τη συρτή, αστεία φωνή του. Δέστε το σκύλο σας να περάσω!

Ολοι έκαναν γούστο, κρυφογελούσαν μαζί του, γιατί ο φόβος του φαινόταν αλήθεια κωμικός. Να βλέπεις έναν κοτζάμ άντρα με μπαστούνι στο ένα χέρι, με πέτρες στο άλλο, να στέκεται στην άκρη της ρούγας φωνάζοντας στις απορημένες νοικοκυράδες να δέσουν τα σκυλιά τους, τους φύλακες των σπιτιών, που μονάχα όταν έπαιρναν να ψωμώσουν οι ρόκες τα περιόριζαν με τριχιές μερικά, όσα είχαν το κακό συνήθειο να τρων, σαν τα γιδερά ή τις γελάδες, καλαμπόκια, και τώρα ετούτος να θέλει να βάλει τάξη στους ανθρώπους και στα ζωντανά, ε, αυτό ήταν ένα θέαμα, ένα άκουσμα που δεν είχε ξανασταθεί στα χωριά μας.
(...)
-- Πωπώ, μαντρόσκυλα! έλεγε για τα πιο συνηθισμένα, τα πιο άκακα σχεδόν.
Για να μην έχει μπερδέματα μαζί τους, προτιμούσε να κάθεται στην κατοικία του, στο κέντρο του χωριού, δίπλα απ' την αστυνομία και τα μαγαζιά, εκεί που δεν είχαν βέβαια καμιά θέση τα σκυλιά, εκείνα είχαν τη δουλειά τους, το καθένα κοντά στο κονάκι του.

Ακούγοντας όμως για κατοικία του δασκάλου, μην πάει ο νους σας σε τίποτε το ξεχωριστό! Κοιμόταν απλούστατα μες στο σχολειό, δηλαδή στο παρεκκλήσι, επειδή κανένα σπίτι στο χωριό δεν είχε διαθέσιμη κάμαρα να του παραχωρήσει. Ετσι κι αυτός το έπιασε στα δυτικά της εκκλησιάς, στην απάνω μεριά, το «γυναίκειο», όπου ανέβαινε κανείς με τρία τέσσερα σκαλοπάτια. Στην πλακόστρωτη εκείνη εξέδρα, να πούμε, είχε ένα κουτσοτράπεζο, χωρίς συρτάρι, για γραφείο, μ' ένα σκαμνί απ' το μπακάλικο για κάθισμα και κάτι παλιοσάνιδα παραπέρα, με κοτρόνες από κάτου, που του χρησίμευαν για κρεβάτι. Ο πρόχειρος κοιτώνας του με όλο το νοικοκυριό - μια τέντζερη κι ένα καπάκι, καθώς και το τσουκάλι για νερό - ήταν εκτεθειμένα στην κοινή περιέργεια.
{...}

Ο δάσκαλός μας όμως είχε κι άλλες παραξενιές, λόξες με το σωρό.
Μια μέρα με τ' απόβροχο μας είδε στο διάλειμμα σκορπισμένους εκεί γύρω, στα χωράφια και στις μεγάλες πέτρες. Του κινήθηκε η περιέργεια, ήθελε να μάθει γιατί σκύβουμε έτσι.
-- Μαζώνουμε μπομπόλια, δάσκαλε! τον πληροφόρησε κάποιος.
Στην αρχή μόρφασε μ' αποστροφή, γιατί πήγε ο νους του αλλού, στα «σαλίτια» που λέμε εμείς, στους σιχαμένους γυμνοσάλιαγκους. Μα όταν του πήγε ένα δείγμα κι είδε πως πρόκειται για σαλιγκάρια με τα στριφτά καβούκια, αλλάζοντας έκφραση και γνώμη, μας έβαλε να του βρούμε κι αυτουνού. Τα παιδιά σκόρπισαν αμέσως με χαρούμενους αλαλαγμούς, περίεργα να ιδούν τι θα κάνει ο δάσκαλος. Ηταν φανερό πως δεν τα 'θελε για πετροβόλημα, όπως τα μαθητούδια, ούτε για να τους τσακίζει ανώφελα τα τσόφλια, όπως έκαναν εκείνα με την παιδιάτικη αναισθησία τους. Ο δάσκαλος είχε άλλο σκοπό, ούτε λίγο ούτε πολύ θα τα έτρωγε.
-- Θα τα κάμω γιαχνί, μονολογούσε χωρίς εμείς να καταλαβαίνουμε τη σημασία.
(...)

Αλλη μια μέρα μας είδε απ' το σκολειό αντίκρυ στη ρίπα, στο άδεντρο μέρος που κυνηγιόμασταν πετώντας ο ένας απάνω στον άλλον κατιτί. Επειδή αργήσαμε κιόλας να φτάσουμε, ζήτησε να μάθει τι ήταν εκείνο.
-- Ενα πουλί, του απάντησε κάποιος τολμηρός απ' την παρέα. Το σκότωσε ο Νάκος Νάσιος στον αέρα και μας το 'δωσε να παίξουμε. Δεν τρώγεται.
Χωρίς να χάσει καιρό, έστειλε έναν από μας να του φέρει το πουλί πέρ' απ' το λαγκάδι, όπου το είχαμε πετάξει. Αργησε κάμποσο ο μαθητής, ίσως κι επίτηδες, για να γλιτώσει το μάθημα. Οταν γύρισε με το πουλί, ο Κεφαλονίτης το πήρε, το κοίταξε, το γύρισε από δω, το εξέτασε από κει, το απίθωσε απάνω στο τραπέζι, άνοιξε ένα βιβλίο - Ζωολογία, φαίνεται - και με ύφος ειδικού αποφάσισε:
-- Αυτό τρώγεται. Γίνεται ωραίο στιφάδο..., πρόσθεσε πιο σιγά.
Την τελευταία λέξη δεν την καταλάβαμε πάλι, αλλά μας έφτανε η απροσδόκητη ανακάλυψή του για το πουλί που δεν το 'χε σε τίποτε να το φάει.
Γυρίζοντας στα σπίτια μας το αναφέραμε του μαχαλιώτη μας του Νάκου Νάσιου, που κάθονταν απάνω στο δρόμο κι εκείνες τις μέρες ήταν με λίγη άδεια στο χωριό, στρατιώτης ακόμα με τους άλλους.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του:
-- Φαίνεται πως ο δάσκαλός σας δεν έχει σπυρί μυαλό. Και τι γράμματα καρτερείτε να μάθετε απ' αυτόν; Αμ εκείνο ήταν μπουφογέρακο, δεν τα γνωρίζω εγώ; Αλλά τέτοιοι είν' οι Κεφαλονίτες, έχουμε κι έναν στο λόχο μας, φλογέρα το κεφάλι...
{...}
Αρχίσαμε να βλέπουμε μ' άλλο μάτι, σαν είδος μασόνο, το δάσκαλό μας που έτρωγε μαγειρεμένα σαλιγκάρια, που δειπνούσε με μαγαρισμένα πουλιά. Παρόλο που δεν ήταν νευρικός, ούτε και μας χτυπούσε συχνά, θα προτιμούσαμε να έχουμε έναν δικό μας, ντόπιο, που να τον νιώθουμε κι ας μας έδερνε.

Στο μεταξύ εκείνος, αποκλεισμένος σχεδόν εκεί στο μεσοχώρι, μη θέλοντας να πίνει ρακί στα μαγαζιά με τους χωριανούς μας, μην πολυκάνοντας παρέα ούτε τους γειτόνους του χωροφυλάκους, αποφεύγοντας να πηγαίνει και στα σπίτια απ' το φόβο των σκυλιών, που φάνταζαν στα μάτια του σαν τρομερά θηρία, καθόταν κλεισμένος εκεί στην έρημη κόχη της εκκλησιάς, μπροστά στις αμίλητες σκυθρωπές εικόνες, ανάμεσα στην τέντζερη που την έλεγε κατσαρόλα και στο καπάκι που το έλεγε πιάτο, ασυνεννόητος, απομόναχος και πικραμένος, με μόνη του ελπίδα τη μετάθεση (όταν θα ξεθύμωνε ή θα εξουδετερώνονταν ο ισχυρός διώχτης του που τον είχε πετάξει εδωπέρα), με μόνη του συντροφιά γι' αυτόν τον παντάξενο, τη χρυσόφλογη, φλύαρη φωτιά που έκαιγε κοντά στον τοίχο μαυρίζοντάς τον ολοένα και σχηματίζοντας σωρό τη στάχτη.
(...)

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Κώστας Παρορίτης: Το δικό μας χαμόγελο



Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μιαν άγκυρα - έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ' άλλο. Θα 'ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις - τέσσερις πευκοβελόνες - η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Οπου να 'ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ' ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι ανθρώποι; «Ποιοι κλέβουν απ' τα μάτια μας το φως;». Ετσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.

Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας. Πάρτε με. Βγάλτε απ' τη μέση κείνον που με φράζει» . Η θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».
Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που 'κανες για ν' αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μαννάδες. Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.

Ησυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ' το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. 'Αναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.

Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθειές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,
-- Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.
-- Μόχτος δίχως πλερωμή.
-- Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.
--'Αδεια ζωή.
-- Ναι.
-- Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.
-- Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.
-- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα?
-- Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.
-- Ω, τότες.?
-- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό 'ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ' αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.
-- Ω, τότες, ναι.
-- Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.
Βραδιάζει για καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες - ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ενα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ' τις σκηνές της ακρογιαλιάς:
Οσα βλέπουμε μπροστά μας
απ' τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ζήτω, ζήτω η εργατιά.

Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ' όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κυττάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ' τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.
-- Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;
-- Ετσι ξανασαίνω, γιε μου.
-- Και δεν κουράζεσαι;
-- 'Αμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ' αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα 'βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ', κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ' τη μοσκοβολιά τους.
-- Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;
-- Αμ' δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ' αστέρια πάρεξ τα λουλούδια που 'χουνε τα δέντρα τ' ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που 'ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.

Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Επλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευώδιαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.
-- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ' έφτανε ίσαμε δώ, λίγο πιο πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου 'γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Ε, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιος μας κρατάει; Ετσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γω το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου. Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς. Τι 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Ε, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. 'Αλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι. Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μεις τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μεις, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Οχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ενα χαμόγελο δικό μας.
  • Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (1945)

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρέας Μήτσου: "Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου"

Ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου γράφει ειδικά για το «Βήμα» ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα
Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου

Βγήκα έξω στις τριάντα τρεις μέρες. Πήρα επίσημη άδεια και βγήκα.

Κανείς δικός μας δεν δικαιούνταν έξοδο πριν συμπληρώσει εξήντα μέρες εσώκλειστος. Ετσι ήμουν ο πρώτος. Εκανα υπεύθυνη δήλωση πως είχε πεθάνει ο αδερφός μου και βγήκα. Αδερφό δεν είχα, ήξερα, κανείς δεν θα το επιβεβαίωνε.

Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα μια χοντρή κόκκινη ψαλίδα μπετού. Από αυτές που κόβουν τα σίδερα, κι ένα μικρό πριόνι. Φορούσα μια δανεικιά στολή χωροφύλακα και ήμουν πανέμορφος μέσα στα πράσινα. Κούκλος. Δεκαοχτώ χρονών.

Στο Μοναστηράκι με κοίταζαν όλοι περίεργα. Ο κόσμος κι η μαστοράντζα. Σαν να μην τους γέμιζα το μάτι με κανέναν τρόπο. Ή σαν να μην πίστευαν πως εγώ ήμουνα πραγματικά ένας χωροφύλακας.

Γυρίζοντας την επομένη στη Σχολή, στο Γουδί, φορούσα στο μπράτσο μου μαύρο πένθος.

Σε δύο μέρες από τότε, είχα νυχτερινή υπηρεσία «1-5». Διάλεξα την αριστερή πλευρά της Μεσογείων, προς τη «Σωτηρία», ενώ ο άλλος δόκιμος που περιπολούσε μαζί μου πήρε τη δεξιά, προς Αθήνα. Εβρεχε δυνατά. Η μακριά «ποδήρης» χλαίνη μου ήταν ασήκωτη. Το βαρύ Εnfield Ν1, όπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ξιφολόγχη επάνω, έτσι κάναμε τις περιπολίες, μου τσάκιζε τους ώμους. Το ξεφορτώθηκα και το ακούμπησα στον κορμό κάποιου πεύκου. Μαύρη κι ασέληνη ήταν η νύχτα.

Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης έβγαλα την ψαλίδα. Για μια ολόκληρη ώρα έκοβα με υπομονή το σύρμα πίσω από τα κάγκελα της Σχολής Χωροφυλακής, κατόπιν με το σιδηροπρίονο λιμάρισα στη βάση τους δύο χοντρά κάθετα κάγκελα. Με μια απλή κίνηση μπορούσαν τώρα να αποκολληθούν. Επιασα μετά το τετράγωνο κομμάτι του διχτυωτού σύρματος, της πόχας, και το τοποθέτησα πάλι στη θέση του, το ΄δεσα με μικρά λεπτά συρματάκια, που είχα επί τούτου στις βαθιές τσέπες της χλαίνης, για να μη φαίνεται η τρύπα. Την επόμενη μέρα ήμουν υπαξιωματικός υπηρεσίας κτιρίου, καθώς ήταν η σειρά μου. Η επόμενη μέρα ήταν σπουδαία για τη Σχολή, και για τη Χωροφυλακή ίσως ολόκληρη. Γιατί θα την επισκεπτόταν ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η επόμενη μέρα ήταν ανήμερα Χριστούγεννα.

Στην ανηρτημένη «Εβδομαδιαία Υπηρεσία», στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, είχα διαβάσει τα ονόματα των ανδρών και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του καθενός κατά την ημέρα της επίσκεψης. Από τα κρεμασμένα περίστροφά τους στο μεγάλο θάλαμο οπλιτών, αλλά και στο βεστιάριο των αξιωματικών, έκλεψα τις σφαίρες τους, άδειασα τα όπλα και τα γέμισα με δικές μου σφαίρες, από τις οποίες είχα προηγουμένως αφαιρέσει το εκρηκτικό μείγμα. Ολη σχεδόν την εβδομάδα μού πήρε αυτή η λεπτοδουλειά. Ξέκοβα από τους άλλους, απομονωνόμουνα και δούλευα κρυμμένος με τις ώρες.

Πενήντα φορές ακριβώς ανέβηκα στα επτά πρώτα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου της Σχολής, σταματούσα στο μικρό πλατύσκαλο για τρία δευτερόλεπτα και μετά συνέχιζα στα υπόλοιπα πέντε. Κρατούσα τον χρόνο. Πότε βάδιζα με βήμα αργό. Πότε μιμούμουνα το πεταχτό, νευρώδες βάδισμα του δικτάτορα.

Ηθελε είκοσι με είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να ανέβει τις σκάλες, όχι παραπάνω. Μου έφταναν.

Εγώ θα είχα τη θήκη περασμένη κανονικά στη μέση μου, κλεισμένη. Με το τριανταοχτάρι μέσα. Ομως, το μικρό τριανταδυάρι περίστροφο, αυτό θα το είχα στη μασχάλη μου. Από κάτω.

Θυμόμουν πολύ καλά τι είχε πάθει ο θείος μου, ο στρατηγός, όταν του στείλανε οι Βούλγαροι τον επιλοχία Σαμουήλ Καλογιαννό, ντυμένο βοσκό, για να τον ξεκάνει. Οπως του πρόσφερε ο θείος μου, διοικητής τότε του Αστυνομικού Τμήματος Δοϊράνης, παλιός βοσκός και ο ίδιος, στριφτό τσιγάρο, σκύβοντας προς το μέρος του για να το ανάψει, έβγαλε εκείνος το μαχαίρι και του ρίχτηκε. Εσπρωχνε με το πόδι του το ξύλινο γραφείο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον κατάσκοπο, για να τον εμποδίσει, και όσο πάσχιζε να βγάλει το πιστόλι από τη στενή θήκη, ο άλλος του κατάφερνε μαχαιριές. Από τότε δεν ξαναφόρεσε πιστόλι σε θήκη. Τελικά τον σκότωσε ο θείος μου τον Βούλγαρο αξιωματικό και ο ίδιος γλίτωσε.

Οχι, το ελαφρύ τριανταδυάρι θα χρησιμοποιούσα εγώ. Οπως θα έφτανε λοιπόν στην κύρια είσοδο και ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο υπομοίραρχος Βασιλακόπουλος, δίπλα στον ταξίαρχο διοικητή της Σχολής, θα έδινε την επίσημη αναφορά του, εγώ στο πλάι του, καθώς δεν θα με πρόσεχε κανείς- οι φρουροί του δικτάτορα σταματάνε κάτω από τα σκαλοπάτια, σύμφωνα με το τελετουργικό- θα του έριχνα τρεις πιστολιές, από απόσταση ενός μέτρου, δύο στο στήθος και μία στο κεφάλι.

Πιθανότητα αποτυχίας καμία. Πήγα προς το σκοπό αυτό μάλιστα εθελούσια με ομάδες σκοποβολής στο πεδίο βολής Χαϊδαρίου, πολλές φορές, μέσα σε γέλια και πειράγματα των δοκίμων που με είχανε για ιδιαίτερα ατζαμή και έγινα, παρ΄ ελπίδα, άριστος σκοπευτής. Από τους δικούς μου, δεν διέτρεχα κανένα κίνδυνο, αφού είχα αχρηστεύσει προηγουμένως τα όπλα τους.

Κάτω, τώρα, ακριβώς, εγκάρσια στο μεγάλο πλατύσκαλο της εισόδου, ήταν το ημιυπόγειο γραφείο του Φρουραρχείου, όπου κατέλυε-διανυκτέρευε ο εκάστοτε υπαξιωματικός υπηρεσίας. Ο,τι χρειαζόταν, να πηδήσω, αμέσως μετά την πράξη μου, ένα μέτρο και δέκα εκατοστά. Θα ΄κλεινα την πόρτα, είχα ήδη βάλει το κλειδί από πίσω, και θα έτρεχα στο εσωτερικό του κτιρίου της Σχολής προς τη μεριά της Μεσογείων και τη συνοικία του Παπάγου. Μέχρι να σπεύσουν οι άλλοι εξωτερικά, γύρω-γύρω από το κτίριο και να με βρουν, εγώ θα είχα ήδη χωθεί στην τρύπα μέσα, θα έβγαζα τα κομμένα κάγκελα και αφού γλιστρούσα έξω, θα τα ξανάβαζα πάλι στη θέση τους, για να μην εντοπίσουν το μέρος της διαφυγής. Θα έβγαινα κατόπιν στη λεωφόρο Μεσογείων με το πιστόλι στο χέρι, θα ακινητοποιούσα κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τρύπωνα στην απέναντι μισοκτισμένη πολυκατοικία, θα έκρυβα τη στολή κάτω από ένα παλιό βαρέλι νερού, μέσα από τη στολή θα φορούσα ήδη ένα λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Ενα παιδί ήμουνα δεκαοχτώ χρονών. Θα απομακρυνόμουν ύστερα ανέμελα. Ποιος θα με πρόσεχε; Κανένας. Μέχρι αυτό το σημείο πάντως κατέστρωσα επιμελώς το σχέδιό μου. Από εκεί και πέρα, πού θα κρυβόμουν δηλαδή και πώς θα γλιτώσω εν τέλει, αυτό δεν το είχα καθόλου σκεφθεί.

Μισούσα τη Χούντα. Ο πατέρας μου, βετεράνος αξιωματικός του Στρατού, ήρωας πολέμου και ανάπηρος από τους Γερμανούς με βαριά τραύματα, τους αντιπαθούσε επίσης. «Οι άκαπνοι», έτσι τους αποκαλούσε. Μαζί πιάναμε το βράδυ «Ντόιτσε Βέλλε» και ακούγαμε με απίστευτη έξαψη τις ειδήσεις κι οι δυο όρθιοι πάνω από το ράδιο, μάρκας Wega. Κρατάω ακόμα το παλιό ραδιόφωνο στιγματισμένο με χοντρή μολυβιά στη συχνότητα 101,7 στα FΜ. Σαράντα δύο χρόνια τώρα. Ο πατέρας μου όμως με όρκισε. «Κοίτα μην κάνεις καμιά παλαβομάρα. Αυτοί θα φύγουν. Οι ανώμαλες καταστάσεις δεν κρατάνε. Εσύ ψύχραιμος. Εσύ θα γίνεις αξιωματικός καριέρας».

Μια σύγχυση είχα μέσα μου, έναν αλλοπρόσαλλο οίστρο. Κάτι ωσάν εκείνον του Σικελιανού, που ονειρευόταν μια λαϊκή επανάσταση με επικεφαλής τον βασιλιά, όπου θα παίρναμε, λέει, την «Πόλη» και άλλα παρόμοια. Διάβαζα πάντως λογοτεχνία σαν «βαρεμένος», όπως θα λέγανε σήμερα. Είχα γεμάτο το αναλόγιό μου με βιβλία. Μάλιστα, μια φορά κάποιος συνάδελφος, δόκιμος υπενωμοτάρχης, με κάρφωσε και ο επιλοχίας «ανέφερε» κάθιδρος στον φοβερό λοχαγό, ονόματι Δρακούλη Πυρραλέα, στην επίσημη πρωινή παράταξη, μέσα σε σιωπή νεκρική, ότι διάβαζα την «Αυγή». Πήρε το βιβλίο, κατακίτρινο το θυμάμαι, στα χέρια ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία, συνταγματάρχης τότε, καταδικάστηκε για συνωμοσία και δημιουργία ένοπλης παρακρατικής οργάνωσης και αποτάχτηκε από το Σώμα- ήταν ίσως κι ο μόνος αξιωματικός με παρόμοια στάση-, πήρε λοιπόν με σεβασμό το βιβλίο στα χέρια του, το ύψωσε πάνω από το κεφάλι του για να το δει καλύτερα. «Δεν είναι αυτή η “Αυγή”, επιλοχία. Ετούτο είναι άλλο, ένα καλό βιβλίο», του είπε με τη βροντερή φωνή του και μου το παρακράτησε.

Λόγο, δηλαδή, για να οργανώσω μια τέτοια πράξη δεν είχα, σε καμιά πε ρίπτωση, και μάλιστα αυτή ειδικά τη μέρα της γέννησης του Σωτήρος, ανήμερα Χριστούγεννα. Τώρα, πού σε πετάει ο οίστρος, επιτρέψτε μου να το επικαλεσθώ, αφού το πειράθηκα έκτοτε πολλές φορές, πως δεν μπορεί θέλω να πω κανείς να το προβλέψει. Τι δόξες φαντασίωνα, τι ενοχές ήθελα να ξεπλύνω, ώστε να δικαιωθώ και να αυτοπραγματωθώ, δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ. Μετά, ένας σχεδόν έφηβος έχει το μυαλό του πάνω από τη σκούφια. Εστω και από το στρατιωτικό πηλήκιο.

Τα λέω όλα αυτά γιατί όλοι ξέρετε, είστε απόλυτα βέβαιοι, ότι δολοφονία του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν έγινε από κανένα χωροφύλακα, ούτε και καμιά άλλη απόπειρα εναντίον του, θα το μαθαίνατε, πέρα βέβαια από εκείνη τη γνωστή του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Σκεφθείτε όμως πως αν πετύχαινε το σχέδιό μου αλλιώς θα ήταν ίσως η μοίρα της χώρας σήμερα και η πολιτική ιστορία του τόπου. Απολύτως διαφορετική. Και ότι εγώ παρά τρίχα που δεν έγινα ήρωας.

Και όλα αυτά γιατί είχα πάρει λίγα κιλά. Σε δύο μήνες είχα πάρει δώδεκα κιλά, όσο και να φαίνεται απίθανο. Από εξήντα οχτώ έγινα ογδόντα. Με είδε ο αντισυνταγματάρχης μισή ώρα πριν φτάσει στη Σχολή ο δικτάτορας και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η αναχώρησή του από τη Σαρωνίδα όπου διέμενε. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ο υποδιοικητής της Σχολής. Αλλά πώς με πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, αφού όλη την ώρα δίπλα του περιτριγύριζα; Επειδή σηκώθηκε ένας ελαχιστότατος ανεμοστρόβιλος στο μέρος όπου εκείνος βρισκότανε, ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σχηματίστηκε μια υποτυπώδης χοάνη σκόνης, ανάμεικτη με γύρη από τα πεύκα. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ψηλός, ασθενικός, με φιμέ γυαλιά, οι δόκιμοι τον αποκαλούσαμε «ο Χάρος». Αρχισε τότε να τρίβει τα μάτια του με καθαρή μανία με την ανάστροφη της παλάμης του αριστερού χεριού του. Τα μάτια του έγιναν αμέσως κατακόκκινα- χάρος, όπως συχνά του συνέβαινε.

Οι διμοιρίτες αξιωματικοί κοίταζαν αμήχανοι σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο, οι δόκιμοι υπομειδιούσαν απαξάπαντες, ο ταξίαρχος τον ατένισε από μακριά αποδοκιμαστικά, κι αυτός, μόλις εν τέλει στερέωσε τα γυαλιά του βγάζοντας κάποια τρίχα από το μάτι του την οποία επιδείκνυε κολλημένη στον δείκτη του σαν δικαιολογία προς πάσαν κατεύθυνσιν, σ΄ όλους ανεξαιρέτως τους ένστολους, για να το διαπιστώσει ο καθένας ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλη ήταν, αντίκρισε εμένα.

«Υπαξιωματικός Υπηρεσίας;» πρόσταξε.

«Διαταγάς», στάθηκα κλαρίνο μπροστά του. «Δόκιμος υπενωματάρχης...», άρχισα να «αναφέρομαι». Δεν μ΄ άκουγε καν.

«Ιδρώνεις; Γιατί ιδρώνεις;» με ρώτησε επίμονα, εις επήκοον όλων. Και πλησίασε πολύ κοντά μου. Εγώ όμως ήμουνα απόλυτα ψύχραιμος.

«Δεν ιδρώνω κύριε υποδιοικητά», τόλμησα.

«Πώς δεν ιδρώνεις; Αφού είσαι χοντρός. Πώς έγινες έτσι χοντρός μέσα σε δύο μήνες;

Ούτε δυο μήνες δεν έχεις στη Σχολή Υπενωμοταρχών. Σαν λύκος τρως, σαν λύκος», είπε και σταμάτησε να σκεφθεί. «Πώς θα εμφανιστείς έτσι δίπλα στον Πρόεδρο; Πώς θα σε δει, μου λες;» μίλησε μετά από ένα λεπτό, πιο δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι άντρες.

«Λοχαγέ», διέταξε εν συνεχεία τον μοίραρχο κοντά του. «Να τον αντικαταστήσεις αμέσως. Πριν έρθει ο Πρόεδρος. Αυτός κοντεύει να βγει έξω από τη στολή του, να σκάσει. Κακομοίρη μου, ο θείος σου ήτανε στέκα», συμπλήρωσε και κοίταξε προς τον ουρανό, εντελώς ικανοποιημένος από εκείνη την ενθύμησή του. «Βγάλε αμέσως το περιβραχιόνιο υπηρεσίας, δώσε μου το», πρόσταξε χωρίς να με κοιτά. Το πήρε, το έπαιξε για λίγο αμήχανα στα χέρια του και το φόρεσε σε ένα ψηλόλιγνο ενωμοτάρχη που χτύπησε τα τακούνια του στην προσοχή και απομακρύνθηκε με βηματισμό παρέλασης.

Εν τω μεταξύ, ούτε ίχνος ανέμου ή σκόνης δεν σηκωνόταν πια, λες κι εκείνο τον μικρό στρόβιλο τον φαντάστηκα ή τον είχα προκαλέσει ο ίδιος, με τη σκέψη μου, κι έγινε αμέσως γεγονός. Γιατί τέτοια απίθανα μικρά συμβάντα τα συνηθίζω εγώ να τα προξενώ και να ακυρώνω έτσι ό,τι έχω σχεδιάσει και συγκροτήσει με κόπο.

Το επόμενο λεπτό ήχησαν οι σάλπιγγες, έφτανε ο δικτάτορας και ο διμοιρίτης με έχωσε βιαστικά τελευταίο στο άγημα απόδοσης τιμών. Δεν είχα όμως το όπλο μου, δεν προλάβαινα να το φέρω, και μου έκανε τότε πανικόβλητος νόημα να εξαφανιστώ.

Οταν πήγα και κάθισα στον τεράστιο άδειο θάλαμο των δοκίμων, με τους οπλοβαστούς φορτωμένους τα σιδερένια τυφέκια, ολομόναχος, ανάμεσα στις αμέτρητες κουκέτες με τα κρεβάτια στρωμένα όλα αλφάδι και τα μαξιλάρια με τις διπλωμένες κουβέρτες ευθυγραμμισμένες στην εντέλεια, σκέφτηκα πως δεν θα τη διηγηθώ ποτέ και πουθενά αυτή την ιστορία, γιατί δεν πρόκειται κανείς να με πιστέψει. Τότε φωτίστηκε ξαφνικά το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο κι αμέτρητα φωτάκια αναβόσβηναν ασταμάτητα, λες και με κορόιδευαν.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Γιάννης Στεφανίδης: "Το καπέλο"



Το καπέλο

Γρηγοριάδης Κώστας
Κάπου στα Εξάρχεια είναι μια μικρή πανσιόν. Την εκμεταλλεύεται η βλοσυρή κυρία Πολυξένη Τρικούπη. Είναι η δεύτερη δισεγγονή του Χαρίλαου Τρικούπη, του παλαιού πολιτικού. Η κυρία αυτή μένει στο ισόγειο και νοικιάζει δυο δωμάτια στον απάνω όροφο. Ανεβαίνοντας, βλέπουμε εκεί έναν διάδρομο όπου υπάρχει έπιπλο με κρεμάστρες για να βάζουν οι ένοικοι τα επανωφόρια τους, τα μπαστούνια τους, τις ομπρέλες και τα καπέλα τους.
Η ιστορία μας αρχίζει όταν έφτασε από τη μακρινή Ρωσία ένας εμιγκρές, ο Ιβάν Φεοντόροβιτς. Μόλις μπήκε, τον υποδέχτηκε η μαντάμ Πολυξένη.
-- Ποιος είσθε, παρακαλώ, και τι θέλετε;
Ο ξένος υποκλίθηκε βαθύτατα.
-- Είμαι ο Πρίγκιψ Ιβάν Φεοντόροβιτς Γκουντόρσκι! Ντιώξανε εμένα οι μπολσεβίκοι, και θα ήθελα ένα ντωμάτιο, αν έχετε...
-- Χαίρω πολύ, κύριε Ιβάν, έτσι θα σας λέω σκέτο Ιβάν, τ' άλλα δεν τα μπορώ, και δεν ξέρω τι σόι πρίγκιπας είσθε. Δωμάτιο έχω διαθέσιμο για σας, αλλά να ξέρετε ότι κι εγώ έχω προπάππον τον μεγάλο Ελληνα πολιτικό Χαρίλαον Τρικούπην!
-- Ντεν έχω την τιμήν να γκνωρίζω αυτόν. Ο γκοσποντίν... Τρικούποβιτς κυβερνά ακόμα το Ελλάντα;
-- Τρικούπης, κύριε! Και μάθετε ότι ο πάππος μου απεβίωσεν το έτος 1896, δοξασμένος και τιμημένος από το Εθνος και την Πολιτεία!
Η μαντάμ Πολυξένη οδήγησε τον ξεπεσμένο Ρώσο πρίγκιπα εις τον άνω όροφο.
-- Ιδού, κύριε Ιβάν, το δωμάτιό σας. Είναι πανέμορφο, με δύο μεγάλα παράθυρα με θέα στην πλατεία των Εξαρχείων, έχει ακόμα και λαβομάνο!
-- Το λουτρό πού είναι;
-- Αγαπητέ κύριε, υπάρχει ντους για όλο το κτίριο, που είναι και ό,τι πιο υγιεινό! Το ενοίκιο είναι 95 δραχμές. Και πρέπει να σας δηλώσω ότι εδώ βασιλεύει η Τάξις και η Ηθική, οπότε επισκέψεις γυναικών δεν επιτρέπονται!
-- Χμ, χμ, περίμενα εγκώ κάτι καλύτερο...
-- Γιατί; Μήπως είχατε ωραιότερα δωμάτια εις την Σοβιετία;
-- Είχαμε! είπε εκείνος. Και κάτι ακόμα: Σ' αυτό το πορτ-μαντό θα κρεμάτε το επανωφόρι σας, το μπαστούνι σας και το καπέλο σας. Οφείλω να σας πω ότι στο απέναντι δωμάτιο μένει ένα αντρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Παπαευθυμίου. Είναι και αυτοί της Τάξεως και της Ηθικής! Προπληρώστε μου τον μήνα που τρέχει και καλή διαμονή κύριε, κύριε... «πρίγκιψ!»
-- Σπασίμπα, μαντάμ Πολυξένια...
Και ο γκοσποντίν Φεοντόροβιτς και τα λοιπά, βρέθηκε σ' ένα κρύο δωμάτιο και υγρό ταβάνι.
Ο μουσιού Ιβάν όμως τώρα ένιωσε πείνα φοβερή και γουργουρητό άγριο στο στομάχι του. Είχε πληροφορηθεί ότι κάπου στη Δημαρχία υπήρχε συσσίτιο για τους πρόσφυγες, πρίγκιπες ή μη. Βγήκε φουριόζος αλλά έκανε ένα λάθος: Δεν πήρε το καπέλο του ένα πανάρχαιο «κλακ», αλλά πήρε το καπέλο του γείτονα. (Αυτά τα καπέλα ονομάστηκαν έτσι γιατί έχουν ένα ελατήριο, και ενώ είναι συμπιεσμένα, με τον κατάλληλο χειρισμό ακούγεται ένα «κλακ» και γίνονται ημίψηλα). Αφού έφαγε το μπουλουγούρι που το πρόσφερε ο Δήμος, ανέβηκε στο διάδρομο και πήγε να κρεμάσει το καπέλο του. Τότε όμως είδε ότι φορούσε ξένο καπέλο, αλλά και το δικό του έλειπε απ' την κρεμάστρα. Και χτύπησε διακριτικά την πόρτα.
-- Μουσιού Παπαεφτυμίου, ζητώ από εσάς συγκνώμη. Είμαι ο νέος γκείτονας και πήρα κατά λάθος καπέλο σας. Σας το επιστρέφω και, παρακαλώ, ντώστε μου το ντικό μου!
Ο Παπαευθυμίου τότε βγάζει δύο καπέλα.
-- Κοιτάξτε, το δικό μου το έχετε εσείς, μου το δίνετε παρακαλώ; Σας επιστρέφω το δικό σας και ποιο είναι;
-- Αυτό το κλακ.
-- Ναι αλλά τώρα περισσεύει ένα καπέλο. Για έλα δω, ρε γυναίκα, αυτό το καπέλο τίνος είναι, μου λες; με πόσους με απατάς; Μ' αυτόν τον μπάρμπα δεν το πιστεύω, αποκλείεται!
-- Συγκνώμην, μουσιού ντεν είμαι μπάρμπα, είμαι πρίγκιψ!
Κι εσένα, μωρή, θα σε σκοτώσω μαζί με τον εραστή σου!
Και η μαντάμ Πολυξένη που άκουσε τη φασαρία και ανέβηκε επάνω, άρχισε να φωνάζει:
-- Ωστε έτσι, μωρή Παπαευθυμίου, κι εγώ που νόμιζα πως είσαι της Τάξεως και της Ηθικής!
-- Το καπέλο μου, μουσιού, ντεν μου το ντώσατε, σκούζει ο γκοσποντίν Ιβάν.
-- Το καπέλο σου θέλεις, πάρ'το!
Και ο απατημένος ανοίγει το παράθυρο και το πετάει στην αλάνα.
Ο «πρίγκιψ» ακόμα το ψάχνει...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ