Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη


Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά- Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα,  κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: «Η πλουτοκρατία γεννά την αδικίαν»...


Εκατό χρόνια συμπληρώθηκαν στις αρχές του νέου έτους από το θάνατο ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας
Ο Παπαδιαμάντης διά χειρός Κόντογλου
«Οπου και να σας βρίσκει το κακό, αδερφοί,
Οπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»
(Οδυσσέας Ελύτης)

Εκατό χρόνια συμπληρώθηκαν πριν λίγες μέρες από το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου του 1911, οπότε άφησε την τελευταία του πνοή, πάμπτωχος, ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του λαού μας, ο χαρακτηρισμένος και κοινά αποδεκτός ως «δημιουργός και θεμελιωτής του νέου ελληνικού διηγήματος», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Ως «κοσμοκαλόγερος» (σ.σ. όπως είχε αυτο-προσδιοριστεί σε παιδική απάντηση στη μητέρα του σύμφωνα με τον Γ. Βαλέτα) και «άγιος των γραμμάτων» παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης, κυρίως λόγω του θρησκευτικού - εκκλησιαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσε και το οποίο σαφώς επηρέασε το έργο αλλά και τη ζωή του. Αυτή όμως είναι μια μονόπλευρη προσέγγιση που η κυριαρχία της θα σήμαινε τον νοηματικό «ευνουχισμό» του έργου του και της προσφοράς του στα νεοελληνικά γράμματα. Είναι μια προσέγγιση, δηλαδή, σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από την «προτροπή» του Ελύτη που παρατίθεται στην αρχή. Διότι, ανεξάρτητα ακόμα και από το τι θεωρεί ο ίδιος ο κάθε δημιουργός ότι «είναι» ο εαυτός του και το έργο του, η δυναμική αυτού του έργου στην «αντιπαράθεσή» του με το χρόνο και τις απερχόμενες εννοιολογικές και αισθητικές παραδόσεις - ακόμη και αυτές που εμφανίζονται ως «προοδευτικές» - είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία που προσδίδουν αντικειμενικότητα στην αξία του, όπως φυσικά και η προσφορά του στον πολιτισμικό πλούτο του λαού, η οποία δε γίνεται συνήθως αντιληπτή από τους συγχρόνους του.

Ο Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή
Για παράδειγμα, μια εμφανιζόμενη ως «προοδευτική» προσέγγιση στη λογοτεχνία που θα «φετιχοποιούσε» το κριτήριο της γλώσσας θα οδηγούνταν στην εντελώς αντιδραστική απόρριψη έργων όπως η «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη και «Η Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Τέτοιους αρνητές - «κυρίως φανατισμένους δημοτικιστές» τους χαρακτηρίζει ο Α. Μακρόπουλος στη «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια» - είχε και ο Παπαδιαμάντης. Οπως τον Π. Βλαστό που τον κατηγόρησε ότι έχει «χωριάτικο μυαλό, ψυχή στενή και μουδιασμένη (...) τα χέρια του πασπατεύουνε μα δε χουφτώνουν τη ζωή». Ο ίδιος έβρισε και τους υποστηρικτές του Παπαδιαμάντη «που θυμιατίζουνε στιχοπλόκους σαν τον Κάλβο και τον Καβάφη και πεζογράφους σαν τον ελεεινό Παπαδιαμάντη». Ο Δ. Π. Ταγκόπουλος έγραφε ότι ο Παπαδιαμάντης «κάθεται σε ψηλό καμπαναριό και καμαρώνει από μακρυά με το κανοκιάλι του τον κόσμο να αλληλοσπαράζεται», ενώ ο Κ. Χατζόπουλος θεωρούσε ότι «του λείπει η βαθύτητα στην παρατήρηση, η φαντασία, η δύναμη και η καλλιτεχνική συνείδηση».
  • «Εδημιούργησε εκεί που οι άλλοι μετέφραζαν»...
Ωστόσο, η προοδευτική διανόηση των λογοτεχνικών και κριτικών «γενιών» του μεσοπολέμου θα είναι αυτή που θα φωτίσει την πραγματική αξία του έργου του και που θα συμβάλει ουσιαστικά στο να καταστεί ο Παπαδιαμάντης ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεοελληνική λογοτεχνίας. Είναι εκείνοι που είδαν την κοινωνική διάσταση του έργου του (σ.σ. άραγε πόσα έργα εκείνης της εποχής, ακόμη και της σημερινής, τηρουμένων των αναλογιών, δείχνουν το μέγεθος του σκοταδισμού, της υποχώρησης της συλλογικής συνείδησης και της άθλιας κοινωνικής θέσης της γυναίκας και μάλιστα με τη συγκλονιστική λογοτεχνική μορφή της «Φόνισσας»;), αλλά και τη σημασία που αυτό είχε για τη «διάσωση» της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε μια εποχή που κυριαρχούσε η μετάφραση. Ο Παπαδιαμάντης «εδημιούργησε εκεί που οι άλλοι μετέφραζαν ή έκαναν μέτριες ή δουλικές απομιμήσεις παρμένες από ξένα έργα» έγραφε ο Φ. Μιχαλόπουλος, ενώ, ο Φ. Πολίτης εκτιμούσε ότι «μονάχα δύο ονόματα ξεχωρίζουν, γιατί τα δύο αυτά ονόματα είναι κόσμοι κλειστοί: Ο Σολωμός και ο Παπαδιαμάντης. Η δημιουργική εργασία των δύο αυτών ποιητών είναι λυτρωμένη από το τυχαίο και από το επεισοδιακό. Βαίνει από συνολική σύλληψη ζωή». Ο δε Σεφέρης θεωρούσε ότι ο Μακρυγιάννης θα ήταν ο μεγαλύτερος νεοέλληνας πεζογράφος, «αν δεν υπήρχε ο Παπαδιαμάντης».

«Η φόνισσα», έργο του ζωγράφου Μίλτου Γκολέμαγια το εξώφυλλο του ομότιτλου βιβλίου του Παπαδιαμάντη, από τη «Σύγχρονη Εποχή»
Αλλά και ο άλλος μεγάλος των Γραμμάτων μας, ο Γιώργος Κοτζιούλας (σ.σ. που σε πολλά μοιάζει η βασανισμένη ζωή του με αυτήν του Παπαδιαμάντη) γράφει ποιητικά και «προφητικά»: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, η μεγάλη/ ψυχή, δεν είχε, λεν όσοι είδαν, να φορέσει/ λουρί, γι' αυτό κι εκείνος έδενε τη μέση/ μ' ένα σκοινί, σα διακονιάρης. Οταν πάλι/ τού 'διναν τσάι ευρωπαϊκό σε σπίτι ξένο,/ δεν τό 'παιρνε, γιατί δεν τό 'χε μαθημένο./ Φεύγοντας ύστερη φορά για τ' ακρογιάλι/ (πενήντα περασμένα κι είχε καταπέσει)/ τον πήρε το παράπονο, έκλαιε, πώς να μη μπορέσει/ τ' αγόρι τ' αδερφού του κάπου να το βάλει./ "Αχ, όπως ήρθα στην πατρίδα μου πηγαίνω"/ κρυφοτρεμούλιαζε τ' αχείλι πικραμένο./ Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα/ κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;/ Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,/ δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ' ουρανού».

Ο,τι και να εννοούσε, πάντως, με τον όρο «καλλιτεχνική συνείδηση» ο Κ. Χατζόπουλος είναι μάλλον αμφίβολο αν τη διέθεταν - κατά κοινή ομολογία - σημαντικοί δημιουργοί όπως ο - και αποκαλούμενος «πατέρας της κρητικής λογοτεχνίας» - Στέφανος Σαχλίκης που έκανε παρέα με πόρνες, τζογαδόρους και πειρατές στα καπηλειά του Ηρακλείου του 14ου αιώνα, ή ο Φρανσουά Βιγιόν που έναν αιώνα μετά άφηνε ανεξίτηλο το σημάδι του στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία... την ίδια ώρα που λήστευε ή σκότωνε πάνω σε καβγάδες, ή ακόμη και ο μέγιστος Χαλεπάς, αλλά και ο Θεόφιλος, για εντελώς διαφορετικούς λόγους φυσικά. Για να μην πάμε και στη... γνώμη που φαίνεται ότι είχε ο Ρεμπώ για την «καλλιτεχνία» και τη «συνείδησή» της, όταν 19 ετών αποφασίζει να μην ξαναγράψει ούτε μισή λογοτεχνική λέξη και να επιλέξει το δρόμο των τυχοδιωκτών στην Αιθιοπία, ή στη γνώμη του Μαγιακόφσκι για τους ατάλαντους σύγχρονούς του πραγματικά στιχοπλόκους που νόμιζαν ότι προσέφεραν έργο στην Επανάσταση, επειδή «κατάφερναν» να κάνουν ομοιοκαταληξία με τον «κομσομόλο που χτίζει το μόλο»...

Στην περίπτωση μάλιστα του Παπαδιαμάντη έχουμε μια συνειδητή, εκ μέρους του, απαξίωση και «αποκαθήλωση» της «καλλιτεχνικής συνείδησης», δηλαδή της συνειδητοποίησης, από τον δημιουργό... της «καλλιτεχνίας» του έργου του. Διότι ο Παπαδιαμάντης ήταν διανοούμενος και είχε συνείδηση αυτής του της ιδιότητας. Αλλά αρνήθηκε να την «εξαργυρώσει» - κυριολεκτικά και ηθικά - στο αστικό «πολιτιστικό» «χρηματιστήριο» των σαλονιών της εποχής, επιλέγοντας τον δύσκολο, αλλά σαφώς ουσιαστικό δρόμο της πραγματικής πνευματικής προσφοράς στο λαό του. Ο Ι. Κονδυλάκης σημειώνει χαρακτηριστικά ότι τα έργα του Παπαδιαμάντη ποτέ δεν τυπώθηκαν με τη μορφή βιβλίου όσο ζούσε διότι «(...) δεν τα έγραφε διά να κατασκευάζει βιβλία αλλά διά να τα γράφη, διά να δίδη μορφήν εις τα όνειρά του. Και ήτον αρκετόν ότι εδημοσιεύοντο εις εφημερίδας και περιοδικά».

Αυτή η στάση δεν τεκμηριώνεται μόνο από το ότι, για παράδειγμα, δεν θέλησε να παραστεί στην εκδήλωση του «Παρνασσού» το 1908 για τα 25 χρόνια της δημιουργικής του παρουσίας, αλλά από το σύνολο της ζωής και του έργου του, «ψηφίδες» των οποίων δημοσιεύονται σήμερα σαν μια ελάχιστη αναφορά στην επέτειο.

Στο γνωστό, σύντομο βιογραφικό του σημείωμα ο ίδιος αναφέρει: «Εγεννήθην εν Σκιάθω τη 4η Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον τω 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά Ιούλιον του 1872 υπήγα εις το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις την Δ΄ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουα κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.

Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη "Η Μετανάστις" έργον μου εις τον "Νεολόγον Κωνσταντινουπόλεως". Τω 1881 εν θρησκευτικόν ποιημάτιον εις το περιοδικόν "Σωτήρα". Τω 1882 εδημοσιεύθη "Οι έμποροι των Εθνών" εις το "Μη χάνεσαι". Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας».
  • Στο επίκεντρο ο λαϊκός άνθρωπος
Ας συμπληρώσουμε τα «ενδιάμεσα». Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 σε οικογένεια φτωχού παπά, του Αδαμάντιου Εμμανουήλ. Η μητέρα του ήταν η Γκιουλώ Μωραΐτη και είχε ακόμη τρεις αδερφές. Ο πατέρας του, για να ζήσει την οικογένειά του, έκανε και τον εργάτη σε αγροτικές δουλειές. Ο Αλέξανδρος βιώνει εξ απαλών ονύχων τη στέρηση, τη ζωή του χωριού και το εκκλησιαστικό τυπικό. Η ταξική του θέση είναι αυτή που τον αναγκάζει να διακόπτει συνεχώς τις σπουδές του για να επιβιώσει, με αποτέλεσμα να καταφέρει να βγάλει το Γυμνάσιο στα 23 χρόνια του. Δεν θα καταφέρει ποτέ λοιπόν να ακολουθήσει ανώτερες ή ανώτατες σπουδές (αν και το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή) αλλά η δίψα για γνώση θα τον στρέψει στην αυτομόρφωση, η οποία, παρά τη στέρηση η οποία θα τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος, είναι εντυπωσιακή και περιλαμβάνει ξένες γλώσσες (γαλλικά και αγγλικά) και την αρχαία ελληνική γραμματεία. Το 1872 επισκέπτεται το Αγιο Ορος όπου μένει για μερικούς μήνες.

Για να βγάλει μεροκάματο, χωρίς να αποκοπεί εντελώς από την πνευματική ζωή της εποχής του, ακολουθεί τη δημοσιογραφία. Δουλεύει μεταφραστής στην «Εφημερίδα» του Δ. Κορομηλά και στο «Μη Χάνεσαι» του Βλ. Γαβριηλίδη, ο οποίος θα τον πάρει μαζί του και στην «Ακρόπολη» πάλι σαν μεταφραστή. Ο Γαβριηλίδης είναι αυτός που θα τον προτρέψει να ασχοληθεί και με τη λογοτεχνία. Η «Ακρόπολη» θα δημοσιεύσει σε συνέχειες το μυθιστορήμά του «Η Γυφτοπούλα» (1884). Η πρώτη του δημοσίευση ωστόσο ως λογοτέχνης ήταν το 1879 με το ρομαντικό μυθιστόρημα «Η μετανάστις» που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης με τα αρχικά του. Το 1881 δημοσιεύει το ποίημά του «Δέησις» στο περιοδικό «Σωτήρ».

Ακολουθούν τα ιστορικά - ρομαντικά μυθιστορήματα «Οι Εμποροι των Εθνών» (1882, εφημερίδα «Μη Χάνεσαι», ψευδώνυμο «Μποέμ»), «Η γυφτοπούλα» και «Χρήστος Μηλιώνης» (1885) στο περιοδικό «Εστία». Το πρώτο του διήγημα με τίτλο «Το χριστόψωμο» δημοσιεύθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1887 στην «Εφημερίδα» του Κορομηλά.

Παρ' όλ' αυτά η φτώχεια, στα όρια της ένδειας, δεν τον εγκαταλείπει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον πτοεί. Μάλιστα, αργότερα θα αυτοσαρκαστεί μέσω ενός ήρωά του και την απόφασή του να ζήσει από την τέχνη «ασχολούμενος με έργο ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας».

Στρέφεται στο διήγημα (θα γράψει περίπου διακόσια) και τη νουβέλα προσφέροντας έργα όπως «Η Φόνισσα» που για τον Παλαμά είναι ένα «από τα ολίγα της παγκοσμίου λογοτεχνίας». Στο επίκεντρο του έργου του Παπαδιαμάντη είναι ο λαϊκός άνθρωπος όπως τον γνώρισε στη Σκιάθο, όχι όμως «ωραιοποιημένος», αλλά με έναν τρόπο που θα δώσει νέα πνοή στην ηθογραφία. Δεν θα μείνει όμως εκεί. Με την πένα του θα στηλιτεύσει τα αστικά «ήθη» με έναν τρόπο που παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρος: «(...) Η πλουτοκρατία γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνική σεπηδόνα». Και όλα αυτά μέσα από ένα ακατέργαστο μεν αλλά σαφές ταξικό ένστικτο: «Αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδή μετηλλάξαμεν τυράννους (...)». Ενώ στο διήγημα «Βενέτικα» αναφέρεται σαφώς σε έναν από τους τρόπους δημιουργίας και συσσώρευσης κεφαλαίου: «(...) Για ν' αποκτήσει κανείς γρόσια (...) πρέπει να φάη σπίτια, να καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια».

Ξεσκεπάζει και στηλιτεύει «(...) τους τοκογλύφους, αιματοφάγους, πολιτικάντηδες, ρουσφετολόγους, λαοπλάνους, τυχοδιώκτες» και εκτιμά ότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους «την πλιατσικολογίας διεδέχθη η φορολογία και έκτοτε ο περιούσιος λαός εξακολουθεί να δουλεύει διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέραν την ώτα ουκ έχουσαν (...)».

Είτε στην Αθήνα είτε στο νησί οι παρέες του είναι άνθρωποι του μόχθου. Η γλώσσα τους είναι η γλώσσα του ακόμη κι αν για άλλους λόγους - που δεν είναι του παρόντος - δεν την γράφει. Οταν η λογοτεχνική Αθήνα «γράφει» την εποποιία των καλλιτεχνικών καφενείων και των λογοτεχνικών σαλονιών, ο Παπαδιαμάντης συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή και ψέλνει στις αγρυπνίες στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι. Στου Καχριμάνη, όπως αναφέρει ο Γιώργος Βαλέτας, ο Παπαδιαμάντης βρίσκει καλό κρασί, ανεπητίδευτη λαϊκή παρέα... και πίστωση από τον ιδιοκτήτη, τον κυρ-Δημήτρη. Ο οποίος σεβόταν τον λογοτέχνη πολύ και, εκτός από ευκολία στην πληρωμή, του είχε πάντα φυλαγμένο και φαγητό, εκτός από τις Τετάρτες και τις Παρασκευές που νήστευε. Τότε έτρωγε λαδερά από το γειτονικό μαγέρικο. Στο μπακάλικο του Καχριμάνη ο Παπαδιαμάντης θα περάσει δυο δεκαετίες στοχασμού, παρατήρησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.

Ακόμη και τις εποχές που έρχονται κάποια αξιοπρεπή χρήματα στα χέρια του από τις συνεργασίες του σε εφημερίδες και αφού ξεχρεώσει κάποια από τα προηγούμενα χρέη του, πάλι δεν θα φυλάξει δεκάρα, ενώ θα βοηθήσει και κόσμο φτωχότερο από εκείνον. Για το πώς εργαζόταν ο Παπαδιαμάντης στον Τύπο μάς μεταφέρεται πάλι από τον Βαλέτα που παραθέτει μια συνομιλία του Π. Νιρβάνα με τον λογοτέχνη, όταν ο Παπαδιαμάντης δούλευε ως μεταφραστής στην «Ακρόπολη» το 1892. Ηταν μια εποχή που πληρωνόταν μεν καλύτερα, αλλά που... ξεχνούσε πώς είναι το φως του ήλιου, αφού εργαζόταν συνεχώς μέχρι αργά τα μεσάνυχτα, μεταφράζοντας κομμάτια από αγγλικές και γαλλικές εφημερίδες, ασταμάτητα και τις Κυριακές («σπάνια ο Γαβριηλίδης τον άφηνε να φύγει νωρίτερα, μόνο όταν αργούσε το ευρωπαϊκό ταχυδρομείο ή υπήρχαν πολλές ελληνικές ειδήσεις (...)»): «Για πού τόσο βιαστικός; τον ρώτησε. - Αφησέ με, του απάντησε ο Παπαδιαμάντης. Τρέχω να προφτάσω τον ήλιο. Εχω ένα μήνα να τον δω και τρέχω να τον προφτάσω πριν βασιλέψει» (Γιώργος Βαλέτας «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ» εκδόσεις «ΓΙΟΒΑΝΗ»).

Μόλις το 1906, ο Βλαχογιάννης θα τον πάει στο καφενείο της Δεξαμενής (σ.σ. ένα από τα πλέον θρυλικά λογοτεχνικά στέκια με θαμώνες δημιουργούς όπως ο Βάρναλης και πολλούς άλλους) όπου τον φωτογραφίζει ο Νιρβάνας στην πασίγνωστη «ασκητική» φωτογραφία του. Παράλληλα, μεταφράζει - κυρίως από τα αγγλικά και τα γαλλικά - Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ, Γκυ ντε Μωπασάν, Ντυμά κ.ά.
Το 1908 επιστρέφει, πάντα φτωχός, στο νησί του και στους δικούς του. Το Δεκέμβρη του 1910 πέφτει βαριά άρρωστος. Στις 2 Γενάρη του 1911 φτάνει ένα τηλεγράφημα που τον πληροφορεί ότι το κράτος, «αναγνωρίζοντας» το έργο του... τον παρασημοφόρησε. Λίγες ώρες μετά, το ξημέρωμα της 3η Γενάρη πέθανε, σκορπώντας τη θλίψη στο λαό. Το 1925 στήθηκε η προτομή του και στη βάση της σκάλισαν τους στίχους από το «Μοιρολόγι της Φώκιας»: «(...) Σα νάχαν ποτέ τελειωμό/ τα πάθη κι οι καϋμοί του κόσμου (...)»...

Κύριες πηγές:
1. «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια»
2. «Βιογραφικό Λεξικό»

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 9 Γενάρη 2011

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Μικρά σχόλια για τα εορταστικά διηγήματα

  • Ημέρα που είναι σήμερα, αντί να αναδημοσιεύσουμε ένα από τα εορταστικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, θα κάνουμε κάποια σχόλια σχετικά με αυτά και γενικότερα για το έργο του. Πραγματάκια πολύ γνωστά, που, ωστόσο, μπορεί κάποιοι να τα αγνοούν.
Ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε, δημοσιεύοντας σε συνέχειες τέσσερα εκτενή πεζά, τα οποία, σήμερα, αναφέρονται ως μυθιστορήματα. Ο ίδιος, πάντως, μόνο το δεύτερο, «Οι Έμποροι των Εθνών», χαρακτηρίζει μυθιστόρημα. Το πρώτο, «Η Μετανάστις», το αποκαλεί “διήγημα πρωτότυπον”, το τέταρτο, το «Χρήστος Μηλιόνης», το χαρακτηρίζει απλώς διήγημα, ενώ στο τρίτο, «Η Γυφτοπούλα», δεν προσδίδει καμιά ταυτότητα. Αυτά δημοσιεύθηκαν από τον Σεπτέμβριο του 1879 μέχρι τον Νοέμβριο του 1885. Στη συνέχεια, από τα Χριστούγεννα του 1887 και μέχρι τέλους, δημοσιεύει διηγήματα. Στα πρώτα από αυτά, προσθέτει επεξηγηματικούς χαρακτηρισμούς, όπως “αναμνήσεις”, “νησιωτική παράδοσις”, “μικρά μελέτη” κ.ά., ενώ δεν παραλείπει τον προσδιορισμό διήγημα. Πιθανώς γιατί, αρχικά, η δημοσίευση διηγήματος συνιστούσε γι' αυτόν καινοφανή δραστηριότητα. Αλλά και για τον Τύπο της εποχής, η δημοσίευση ενός διηγήματος εξακολουθούσε να αποτελεί  καινοτομία.
Μοναδική εξαίρεση, εν μέσω των διηγημάτων, η δημοσίευση σε συνέχειες, το 1903, του εκτενούς πεζού, «Η φόνισσα», που φέρει ως υπότιτλο “κοινωνικόν μυθιστόρημα”. Σήμερα, ορισμένα από αυτά, με βάση κυρίως την έκτασή τους, αποκαλούνται νουβέλες, χαρακτηρισμό που ουδέποτε  χρησιμοποίησε ο ίδιος.
  • Ποσοτική και χρονική κατανομή
Συνολικά γνωρίζουμε 170 διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Από αυτά, τα 36 είναι γραμμένα με αφορμή τις δυο μεγάλες χριστιανικές εορτές. Πιο συγκεκριμένα, στην εορταστική περίοδο Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων, για την οποία συνήθως χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό “οι γιορτές”, αναφέρονται 25 διηγήματα, ενώ, στην εορτή του Πάσχα εστιάζουν 11. Τα διηγήματα για τις “γιορτές” υποδιαιρούνται περαιτέρω σε 18 διηγήματα για τα Χριστούγεννα, που, για τον Παπαδιαμάντη, αντιστοιχούν στο τετραήμερο, από την παραμονή μέχρι την τρίτη ημέρα, του Αγίου Στεφάνου, σε τρία για το διήμερο της παραμονής και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς και σε δυο για το επόμενο διήμερο, των Φώτων. Μένουν δύο διηγήματα: το παραμυθικού χαρακτήρα «Τα πτερόεντα δώρα» και «Ο έρωτας στα χιόνια», στο οποίο δυο φορές επαναλαμβάνεται, ως γενικόλογος χρονικός προσδιορισμός, “Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα”, θυμίζοντας περισσότερο θλιβερή επωδό.
Σε ορισμένα ο επετειακός χαρακτήρας τους δηλώνεται με τον τίτλο. (Τρία χριστουγεννιάτικα: «Το χριστόψωμο», «Στο Χριστό στο Κάστρο», «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη». Ένα των Φώτων: «Φώτα-Ολόφωτα». Τέσσερα πασχαλιάτικα: «Εξοχική Λαμπρή», «Παιδική πασχαλιά», «Πάσχα ρωμέϊκο», «Λαμπριάτικος ψάλτης»). Τα πρώτα χρόνια, κατά τα οποία συνήθιζε να χαρακτηρίζει τα διηγήματά του, υπάρχουν και δηλωτικοί υπότιτλοι, όπως “χριστουγεννιάτικον”, “αγιοβασιλειάτικον”, “πρωτότυπον πασχαλινόν”. Από μια άποψη, ο χαρακτηρισμός δεν περιττεύει. Γιατί, ναι μεν απαξάπαντα τα εορταστικά δημοσιεύονται στις ημέρες των αντίστοιχων εορτών, αλλά σε κάποιες χρονιές τυγχάνει τις ίδιες μέρες να δημοσιεύονται και μη εορταστικά.
Τα περισσότερα εορταστικά διηγήματα δημοσιεύονται εντός του 19ου αιώνα, μέσα στη δωδεκαετία Χριστούγεννα 1887 - Χριστούγεννα 1899. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο δημοσιεύει, εν όλω, 51 διηγήματα, από τα οποία τα 25 είναι εορταστικά. Αντίστοιχα, εντός της πρώτης δεκαετίας του 20ου, δημοσιεύει μόλις 11 κι αυτά, μέχρι το 1907. Ενώ, συνολικά, μέχρι το θάνατό του  αθροίζει σε αυτήν τη δεύτερη περίοδο 87 δημοσιευμένα διηγήματα. Με άλλα λόγια, τα εορταστικά από μια αναλογία επί του συνόλου 1 προς 2 για την πρώτη περίοδο, μειώθηκαν σε 1 προς 8 τη δεύτερη.
Είναι προφανές ότι ο Παπαδιαμάντης δεν χρειάζεται πια την αφορμή των εορτών για να γράψει ένα διήγημα, πόσω μάλλον για να το δημοσιεύσει. Να σημειώσουμε ότι τα εορταστικά της δεύτερης περιόδου δεν δημοσιεύονται, όπως αρχικά, με ετήσια τακτικότητα. Τα τρία πασχαλινά είναι σκόρπια χρονικά, ενώ τα οκτώ για τις “γιορτές”, συγκεντρώνονται στα τρία διαδοχικά Χριστούγεννα, που πέρασε στην Αθήνα (τρία το 1904, ένα, το προσφάτως ανευρεθέν «Το Γιαλόξυλο», το 1905 και τέσσερα μοιράζονται Χριστούγεννα 1906 - Πρωτοχρονιά 1907).
Συνοψίζοντας, ο Παπαδιαμάντης γράφει τα εορταστικά διηγήματα στις περιόδους που βρίσκεται στην Αθήνα και τα δημοσιεύει κυρίως στις εφημερίδες, στις οποίες εργάζεται (8 στην εφημερίδα του Λάμπρου Κορομηλά και μετά Αριστείδη Ρούκη «Εφημερίς», 12 στην εφημερίδα του Βλάση Γαβριηλίδη «Ακρόπολις» και 3 στην εφημερίδα του Δημήτρη Κακλαμάνου «Το Άστυ»). Τα υπόλοιπα, δεκατρία διηγήματα, τα δημοσιεύει σε πέντε εφημερίδες («Σκριπ», «Εστία», «Μεταρρύθμισις», «Πατρίς», «Αλήθεια») και ισάριθμα περιοδικά («Εστία», «Αττικόν Μουσείον», «Το Περιοδικόν μας», «Η Μούσα», «Νέα Ζωή»), με τους εκδότες των οποίων ή κάποιο βασικό συνεργάτη τους διατηρούσε κάποια γνωριμία ή και φιλική σχέση.
  • Καταχρηστικώς εορταστικά
Τα εορταστικά διηγήματα γράφονται μεν στην Αθήνα, αλλά διαδραματίζονται όλα, εκτός από δυο, στη Σκιάθο. Ορισμένα από αυτά καταχρηστικά χαρακτηρίζονται εορταστικά, αφού, μόνο εν παρόδω, αναφέρεται ότι είναι ημέρες εορτών, όπως στο «Κοκκώνα θάλασσα ή το γράμμα της πεθεράς» και στο «Γιαλόξυλο». Τα συμβάντα, που ανιστορούνται σε αυτά τα δυο διηγήματα, θα μπορούσαν να διαδραματίζονται και σε οποιαδήποτε άλλη εποχή, ωστόσο ο προσδιορισμός της χρονικής περιόδου δεν προστίθεται μόνο και μόνο επειδή δημοσιεύονται στις εορτές.
Τοποθετώντας ο αφηγητής τα γεγονότα στις γιορτές εξάρει τη διαφορετική ψυχολογική βαρύτητα, που έχουν για τους ήρωες. Πάντως, τόσο αυτά όσο και τα υπόλοιπα, που είναι και τα περισσότερα και των οποίων η δράση είναι συνυφασμένη με τις εορταστικές ημέρες, δύσκολα θα χαρακτηρίζονταν εορτάσιμα. Δηλαδή, διηγήματα με εύχαρι ατμόσφαιρα, που να συνάδει με τις ημέρες των εορτών. Εδώ ακριβώς, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να δώσει μια ψυχολογική ερμηνεία στο μη εορτάσιμο των διηγημάτων. Για τον οιονδήποτε μέτοικο, γιορτές μακράν της γενέτειρας, όσο ευνοϊκές και να είναι οι συνθήκες στον τόπο όπου διαμένει, φέρνουν κατήφεια. Πόσω μάλλον στον Παπαδιαμάντη, που ζει στην Αθήνα χωρίς οικογένεια και σπιτική θαλπωρή. Δεν είχε ούτε καν φιλικές σχέσεις, που να του εξασφαλίζουν για το βράδυ των Χριστουγέννων ή το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς ή ακόμη και του Πάσχα μια σπιτική σύναξη.
Όπως και να έχει, ας δούμε εκ του σύνεγγυς τα 25 διηγήματα, που έγραψε ο Παπαδιαμάντης για τις γιορτές Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων. Κι ας μην έχουν στην πλειονότητά τους την αρμόζουσα σε αυτές τις μέρες χαρμόσυνη ατμόσφαιρα. Άλλωστε, οι γιορτές, κακά τα ψέματα, στους τυχερούς και μόνο φέρνουν ευφρόσυνη διάθεση. Πολλοί είναι εκείνοι που θλίβονται, καθώς, μέσα στον εορταστικό περίγυρο, αισθάνονται ακόμη εντονότερα τη μειονεξία τους. Όπως κι αν αυτή εκδηλώνεται: μοναξιά, αρρώστια, ανέχεια ή ό,τι άλλο, τελοσπάντων, τυχαίνει στον καθένα. Γι' αυτούς, λοιπόν, τους όλο και περισσότερο αυξανόμενους στις ενδεείς ημέρες μας, θα λέγαμε ότι ταιριάζουν τα θλιμμένα εορταστικά του Παπαδιαμάντη. Ας ξεκινήσουμε, ωστόσο, από τα διηγήματα με χαρμόσυνη ατμόσφαιρα. Παρατηρούμε ότι η χαρούμενη διάθεση ταυτίζεται με την παρουσία παιδιών. Αν και η εν λόγω διαπίστωση δεν ισχύει αντιστρόφως, καθώς πολλά διηγήματα με ήρωες παιδιά πόρρω απέχουν από το να είναι χαρούμενα.
  • Ήρωες παιδιά
Κατ' αρχήν, στα περισσότερα εορταστικά του Παπαδιαμάντη εμπλέκονται και παιδιά. Περίπου στα μισά, αν θελήσουμε να μετρήσουμε και τους τριταγωνιστές. Μόνο, όμως, σε τέσσερα, θα χαρακτηριζόταν η ατμόσφαιρα καθαρά εύθυμη. Στα υπόλοιπα, τα παιδιά δεινοπαθούν ποικιλοτρόπως. Υποφέρουν από πείνα («Η σταχομαζώχτρα»), πνέουν τα λοίσθια («Ο πολιτισμός εις το χωρίον»), είναι ημιθανή βρέφη («Φώτα-Ολόφωτα»), πάσχουν δίπλα στην ετοιμοθάνατη μητέρα τους («Η χτυπημένη»), ή, τέλος, έχουν κι αυτά το μερτικό τους στις ταλαιπωρίες των ενηλίκων («Στο Χριστό στο Κάστρο», «Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη»).
Κατ' εξαίρεση, στο αθηναϊκό διήγημα «Φιλόστοργοι», τα παιδιά καλοπερνούν, παρόλο που είναι από εκείνα του Ορφανοτροφείου, κι αυτό γιατί στάθηκαν τυχερά και τα ανέλαβαν πραγματικοί “φιλόστοργοι”, οι οποίοι και παρουσιάζονται ως μάλλον γραφική εξαίρεση της αθηναϊκής γειτονιάς “εις την εσχατιάν της πόλεως, εκείθεν του Μεταξουργείου”. Παραπλήσια περιγράφεται η κατάσταση και στο σκιαθίτικο «Οι ελαφροΐσκιωτοι», όπου γιαγιά και μάνα, παρά τα βάσανά τους, με τον γαμπρό και σύζυγο, που, αντιστοίχως, τους έτυχε, τα κανακεύουν. Μόνο που, σε αυτά τα δυο διηγήματα, τα παιδιά δεν πρωταγωνιστούν, ούτε καθορίζουν την ατμόσφαιρα. Ωστόσο, στο δεύτερο, οι παιδικές στιχομυθίες και το παραφθαρμένο τραγούδι τους ελαφραίνουν το, κατά τα άλλα, μάλλον βαρύ κλίμα.
Ήρωες παιδιά, για τους περισσότερους συγγραφείς, σημαίνει την περιγραφή, πρωτίστως, παιχνιδιών. Στα τέσσερα, αμιγώς εύθυμα, εορταστικά του Παπαδιαμάντη, τα παιδιά λένε τα κάλαντα, κανοναρχούν στη λειτουργία και τρώνε φουσκάκια, αλλά δεν παίζουν. Γενικότερα, στα παπαδιαμαντικά διηγήματα, δεν υπάρχουν περιγραφές παιδικών παιχνιδιών. Μόνο, στο «Δαιμόνια στο ρέμα», σε μια σύντομη παράγραφο, αναφέρονται παιδιά να παίζουν στο ύπαιθρο, κι αυτό, όμως, για να τονιστεί το συναίσθημα μειονεξίας του αφηγητή έναντι των συνομηλίκων του. Στα τρία εύθυμα εορταστικά διηγήματα, τα παιδιά λένε τα κάλαντα: “την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 185…” στο διήγημα «Της Κοκκώνας το σπίτι», “την εσπέραν της παραμονής του Αγ. Βασιλείου” στο «Γουτού Γουπατού» και “την εσπέραν της παραμονής των Φώτων του έτους 186…” στο διήγημα «Ο Σημαδιακός».
Στο τέταρτο, το «Ντελησυφέρω», κανοναρχούν, συνεισφέροντας το μερίδιό τους στα ευτράπελα, που συμβαίνουν κατά την ακολουθία των Χριστουγέννων εντός της εκκλησίας. Πρόκειται για το μοναδικό χριστουγεννιάτικο χωρίς την παραμικρή σκιά θλίψης ούτε καν μελαγχολίας. Και επίσης, το μοναδικό, που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου, πλην της καταληκτικής σκηνής, εντός του ναού. Σκηνές από την χριστουγεννιάτικη ακολουθία υπάρχουν σε ακόμη δυο διηγήματα: «Στο Χριστό στο Κάστρο» εντός της ομώνυμης εκκλησίας και στο διήγημα «Οι ελαφροΐσκιωτοι» στην Παναγία της Κεχριάς. Ενώ, σε ένα τρίτο διήγημα, «Η Γλυκοφιλούσα», περιγράφεται το εσωτερικό του ομώνυμου, μη σωζόμενου, παρεκκλησίου, της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας, αλλά όχι κατά τη διάρκεια λειτουργίας. Σε αυτό το τελευταίο διήγημα, η περιγραφή, κυρίως το τμήμα που αναφέρεται στην προσκυνηματική εικόνα της Παναγίας, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα του τρόπου, με τον οποίο ο Παπαδιαμάντης μεταμορφώνει την παράθεση ζωγραφικών και  λαογραφικών στοιχείων σε συναρπαστική αφήγηση.
  • Στην παγίδα του αυτοβιογραφούμενου
Από τον πιστό Παπαδιαμάντη, τακτικό και ενεργό συμμέτοχο σε αγρυπνίες και ψάλτη, θα αναμένονταν τα εορταστικά του να είναι περισσότερο εκκλησιαστικά. Όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν αυτοβιογραφείται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αντλεί από τις  μνήμες του μυθοπλαστικό υλικό. Βεβαίως, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ο Παπαδιαμάντης στα διηγήματά του καθρεφτίζει εαυτόν και μόνο. Όπως και να έχει, στη μελέτη του Παν. Μουλλά, «Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος», ανθολογούνται 21 διηγήματα ως τα κατ' εξοχήν αυτοβιογραφικά. Μεταξύ αυτών υπάρχουν και δυο χριστουγεννιάτικα: «Στο Χριστό στο Κάστρο» και «Ο έρωτας στα χιόνια». Παραμερίζοντας προσωρινά το δεύτερο διήγημα, το πρώτο θα μπορούσε να στηρίζεται σε μια παιδική ανάμνηση.
Ο Ιωάννης Φραγκούλας, που ιχνηλάτησε συστηματικά στο έργο του Παπαδιαμάντη τα πραγματικά πρόσωπα της Σκιάθου, τους τόπους και τις ιστορίες, ταυτίζει τον παπά-Φραγκούλη, που πρωτοστατεί στην εκδρομή “στο Χριστό στο Κάστρο”, με τον πατέρα του Παπαδιαμάντη, τον παπ' Αδαμάντιο Εμμανουήλ. Οπότε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης αντιστοιχεί στον γιο του παπά-Φραγκούλη, τον Σπύρο. Ο ίδιος ως “παπαδόπαιδον”, αλλά με πατέρα ιερέα αποκαλούμενο “παπα-Βαγγέλης”, εμφανίζεται και στο διήγημα «Η συντέκνισσα», που διαδραματίζεται στις παραμονές των Χριστουγέννων, στο σαρανταήμερον, και το οποίο ορισμένοι  το έχουν κατατάξει στα εορταστικά του. Πάντα κατά τον Φραγκούλα, σε δυο ακόμη διηγήματα, το «Ντελησυφέρω» και το «Ο Σημαδιακός», ο Παπαδιαμάντης πλάθει τους παιδικούς ήρωες εμπνεόμενος από τα πρώτα του ξαδέλφια, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Σωτήρη Οικονόμου, αντιστοίχως. Πέραν, όμως, αυτών, το πρώτο πρόσωπο, που υιοθετεί σε επιμέρους σκηνές δυο άλλων διηγημάτων, υποδηλώνει την άμεση εμπλοκή του αφηγητή: στο «Φιλόστοργοι», όπου ο αφηγητής βαδίζει σε δρόμο αθηναϊκής γειτονιάς, και στον πρόλογο του διηγήματος «Η Γλυκοφιλούσα».
  • Θύτες και θύματα
Ωστόσο, η πηγή θλίψης στα εορταστικά του Παπαδιαμάντη δεν είναι η νοσταλγία για τη Σκιάθο ενός μέτοικου της Αθήνας. Η νοσταλγία, όπου παρεισφρέει, δίνει τις απαράμιλλες περιγραφές της φύσης και των τελετουργιών. Η στενόχωρη ατμόσφαιρα, που σε ορισμένα γίνεται καθοριστική ως εντύπωση, προέρχεται από την οικογένεια και τις σχέσεις μεταξύ όσων διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη. Αντί της ειδυλλιακής εικόνας μιας ευτυχισμένης οικογενειακής εστίας, περιγράφονται ασφυκτικοί έως και θανατεροί εναγκαλισμοί ανάμεσα σε θύτες και θύματα. Κατά κανόνα, θύτες είναι οι πεθερές και οι γαμπροί. Οι πρώτες, ακόμη κι όταν δεν είναι κακούργες, όπως στο πρώτο χριστουγεννιάτικο διήγημα, «Το χριστόψωμο», αντιπαθούν τις μέλλουσες ή τις νυν νύφες τους. Όταν, μάλιστα, εκείνες είναι φιλάσθενες ή ακόμη χειρότερα, στείρες, φθάνουν να εύχονται το θάνατό τους. Οι γαμπροί εμφανίζονται εύπιστοι στις κακοήθειες της μάνας τους εναντίον των συντρόφων τους.
Γενικότερα, παρουσιάζονται ως επιπόλαιοι, αντιμετωπίζοντας τα οικογενειακά βάρη χωρίς την αντίστοιχη σοβαρότητα. Τα συνήθη ελαττώματά τους είναι η χαρτοπαιξία, το ποτό, κάποτε και οι γυναικοδουλειές. Θύματά τους είναι οι αρραβωνιαστικιές και οι σύζυγοι, που, κατά κανόνα, εμφανίζονται άβουλες και συχνά με ασθενική κράση. Το αγαθό και συνάμα δυναμικό πρόσωπο στα διηγήματα, αυτό που προστατεύει τα παιδιά, είναι η εκ μητρός γιαγιά. Συνήθως χήρα, είναι αυτή που βρίσκει για την κόρη της τον πολυπόθητο γαμπρό ή εξασφαλίζει το στεφάνι, όταν εκείνη διατηρεί κάποιο αίσθημα. Τελικά, αυτή αναλαμβάνει και το ρόλο της μητέρας, όταν η κόρη της πεθαίνει στη γέννα, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στα διηγήματα.
  • Ο κόσμος των γυναικών
Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι ένας κόσμος δοσμένος, ως επί το πλείστον, από την πλευρά των γυναικών. Αυτό γίνεται περισσότερο πρόδηλο στα εορταστικά έθιμα. Δεν είναι μόνο τα εορταστικά εδέσματα, που περιγράφονται συχνά διεξοδικά και η παρασκευή τους, αλλά και η στενή σχέση με την Εκκλησία. Δίπλα, όμως, στη συμμετοχή τους στα εκκλησιαστικά, ως αναπόσπαστο κομμάτι της θρησκευτικότητάς τους, προβάλλει η πίστη τους σε προλήψεις και πάσης φύσεως μαγγανείες. Για παράδειγμα, στο πρωτοχρονιάτικο διήγημα «Τα σιχαρίκια», περιγράφοντας ο αφηγητής το εθιμοτυπικό ενός αρραβώνα, επιμένει σε όλες εκείνες τις ιδιότυπες τελετουργικές πράξεις, που η παράβασή τους θεωρείται ότι φέρνει κακοτυχία. Ένα άλλο διήγημα, «Οι ελαφροΐσκιωτοι», από τα καλύτερα εορταστικά, πλέκεται γύρω από τα μάγια που γίνονται για το “δέσιμο” ενός άντρα. Από την επίσημη Εκκλησία καταδικάζεται όχι μόνο το να “δένεις” με μάγια, αλλά ακόμη και να πιστεύεις σε αυτά.
Στο διήγημα, μάνα και κόρη, που και μόνο συλλογίστηκαν να προσφύγουν στα μάγια, φοβούνται την εξομολόγηση. Ο Παπαδιαμάντης υπαινίσσεται την αυστηρή στάση της Εκκλησίας για τα μάγια, παρουσιάζοντας σε αντιδιαστολή τον “προϊστάμενο” μιας “παλαιών εθίμων” μοναστικής κοινότητας” ως τον μόνο ικανό να δώσει εξιλαστήριες συμβουλές αντί να αποπέμψει τις έχουσες υποπέσει στο εν λόγω αμάρτημα. Εκτός από δεισιδαιμονίες και μάγια, οι πρόλογοι δυο διηγημάτων, «Η χτυπημένη» και «Της Κοκκώνας το σπίτι», αναφέρονται σε ακατοίκητα και ερειπωμένα σπίτια ως “κατοικητήρια φαντασμάτων”. Αν άλλοι συγγραφείς, σε χριστουγεννιάτικα διηγήματα, εμπλέκουν καλικαντζάρους, ο Παπαδιαμάντης προτιμά φαντάσματα, ενώ, εν παρόδω, αναφέρει και βρικόλακες.
Όσο για τον κόσμο των αντρών, έχει κι αυτός το μερτικό του στα εορταστικά. Δεδομένου ότι πρόκειται για σκιαθίτικα διηγήματα και οι περισσότεροι άντρες είναι θαλασσινοί, περισσεύουν τα ναυάγια. Παραμονές Χριστουγέννων συμβαίνει το ναυάγιο της λέμβου, που ακούει στο παράξενο όνομα «Υπηρέτρα», στο ομότιτλο διήγημα. Ένα δεύτερο ναυάγιο, αυτήν τη φορά μιας βρατσέρας, λαμβάνει χώρα παραμονές Πρωτοχρονιάς, στο διήγημα «Τα Λιμανάκια». Ενώ, μια τρίτη βάρκα φέρνει εις πέρας, παρά την κακοκαιρία, τη μεταφορά λίγων αρνιών για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, στο διήγημα «Το κρυφό Μανδράκι». Γίνεται, όμως, και ένα τρίτο ναυάγιο, εκείνο της παλαιάς βάρκας του Σαγρή, στο «Γιαλόξυλο». Σε όλα αυτά δι­εκτραγωδούνται οι περιπέτειες φτωχών και ταλαίπωρων. Υπάρχουν, όμως, και δυο διηγήματα για τα κατορθώματα των καπετάνιων: το εύθυμο «Τ' Μπουφ' του πλι'» και «Ο Χαραμάδος», που σύμφωνα με τον αφηγητή σημαίνει τον αποσυνάγωγο. Αγνοούμε  εάν ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπας, ο οποίος “ηγανάκτησε και ίσως παρεξετράπη κατά του Εβραίου φορτωτή”, που αρνιόταν να εκφορτώσει ημέρα Σάββατο, έχει καταγραφεί ως ένας από τους πρώτους αντισημίτες ήρωες της πεζογραφίας μας.
  • Έρωτες
Ανάμεσα στον κόσμο των γυναικών και εκείνο των ανδρών, είθισται να παρεμβαίνει, συνήθως ως συνδετικός κρίκος, ο έρωτας. Τι γίνεται, λοιπόν, με τον έρωτα στα εορταστικά του Παπαδιαμάντη; Κατ' αρχήν, έχουμε τον ομορφονιό στο διήγημα «Οι ελαφροΐσκιωτοι», που βασανίζει, εκ παραλλήλου και για χρόνια, δυο αρραβωνιαστικιές. Ύστερα, δύο ατυχείς έρωτες: Εκείνον του καπετάν Γιαννάκου του Συρμαή για την Κοκκώνα-Αννίκα, την οποία αρραβωνιάστηκε στην Βασιλεύουσα, τουτέστιν την Κωνσταντινούπολη, αλλά την έχασε φθισική, πριν προλάβουν να εγκατασταθούν στο σπίτι, που της ετοίμαζε στην πολίχνη του νησιού του, «Της Κοκκώνας το σπίτι» με το όνομα. Επίσης, εκείνον του Βασιλόπουλου για τη Λουλούδω, στο «Άνθος του Γιαλού». Στα εορταστικά διηγήματα, ο έρωτας ως κυρίως θέμα απαντάται μόνο σε δυο και πρόκειται για γεροντοέρωτες.
Στο πρώτο, «Ο Αμερικάνος», ξεκίνησε ως έρωτας νεανικός, κατέληξε, όμως, γεροντικός, γιατί εκείνος ξενιτεύτηκε, ενώ εκείνη παρέμεινε πιστή, αναμένοντάς τον για είκοσι και πλέον έτη. Παραδόξως, εκείνος, όχι μόνο επέστρεψε μια παραμονή Χριστουγέννων, αλλά αμ' έπος αμ' έργον, την Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση, την νυμφεύθηκε. Γράφουμε παραδόξως, καθώς ο Παπαδιαμάντης δεν αγαπούσε τα χάπι εντ. Το δεύτερο, με γνήσιο γεροντοέρωτα, είναι το διήγημα «Ο έρωτας στα χιόνια», που, όλως παραδόξως και χωρίς επιχειρηματολογία, ο Μουλλάς συνυπολογίζει στα αυτοβιογραφικού τύπου. Το διήγημα καταλήγει με το θάνατο του ερωτευμένου. Δεν είναι, όμως, το μόνο, που καταλήγει με έναν νεκρό.
Θανάτους έχουμε στο πρώτο του 1887, «Το χριστόψωμο», στο χριστουγεννιάτικο του 1890, «Η χτυπημένη», σε ένα από τα χριστουγεννιάτικα του 1891, «Ο πολιτισμός εις το χωρίον», μέχρι και σε ένα από τα χριστουγεννιάτικα της τελευταίας χρονιάς που δημοσιεύει εορταστικά, του 1906, το «Άνθος του γιαλού». Σίγουρα, πάντως, «Ο έρωτας στα χιόνια», είναι το τραγικότερο από τα εορταστικά του. Υποσχόμαστε Παπαδιαμάντη συνέχεια κατά το νέο έτος, αν, βεβαίως, διατηρηθεί υψηλό το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
  • Μ. Θεοδοσοπούλου 
  • Η εποχή, Σάββατο, 01 Ιανουαρίου 2011 18:14

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Το φαινόµενο Παπαδιαµάντης

  • ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ


Χαρακτικό µε τη µορφή του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη, όπως δηµοσιεύθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού «Νέα Εστία» τα Χριστούγεννα του 1941

Η συµπλήρωση σήµερα εκατό χρόνων από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαµάντη (γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 στη Σκιάθο, όπου και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1911) θα ενισχύσει το αναγνωστικό και φιλολογικό ενδιαφέρον για εκείνο τον κλασικό συγγραφέα µαςπου τις τελευταίες δεκαετίες παραµένει τόσο σταθερά στο προσκήνιο ώστε να µπορούµε να κάνουµε λόγο για ένα πολύπτυχο φαινόµενο.

Παιδί ιερέα και µέλος µιας πολυµελούς οικογένειας, ο Παπαδιαµάντης βίωσε σε ολόκληρη τη ζωή του την οικονοµική ανέχεια. Πέρασε την παιδική καιεφηβική ηλικία του στην αγαπηµένη του Σκιάθο κιέζησε το µεγαλύτερο µέρος της ενήλικης ζωής του στην Αθήνα. Ηολιγόµηνηπαραµονή του στον Αγιον Ορος το 1872 τον έπεισε ότι δεν είναι άξιος ναγίνει µοναχός, ενώ δεν κατόρθωσε επίσης να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών. Βιοπορίστηκε στην πρωτεύουσα παραδίδοντας µαθήµατα, κάνοντας µεταφράσεις και δηµοσιεύοντας δηµοσιογραφικά κείµενα και τα διηγήµατά του σε περιοδικά και εφηµερίδες της εποχής.

Ο,τι απάλυνε τη σκληρή πραγµατικότητα της στερηµένης και µονήρους ζωής του ήταν η σταθερή κι ευλαβική πίστη του στην ορθοδοξία (έψαλλε στον Αγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι) και ο σπλαγχνικός αλκοολισµός.Αρνούµενος τις κοινωνικές συµβάσεις κράτησε αποστάσεις ακόµα και από τη λογοτεχνική συντεχνία, προτιµώντας τη µοναξιά και τη συντροφιά των απλώνανθρώπων.

Οταν το 1908 εορτάστηκαν, µε τη µέριµνα φίλων του λογοτεχνών, τα είκοσιπέντε χρόνιατης παρουσίας του στα γράµµατα στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», ο ίδιος απουσίασε από την τιµητική εκδήλωση. Την ίδια χρονιά, οι οικονοµικές δυσκολίες και τα προβλήµατα της υγείας του τον ανάγκασαν να επιστρέψει στη Σκιάθο, όπου έζησετα τελευταίαχρόνια της ζωής του.

Με ποιους όρους όµως αυτός ο πεζογράφος του τέλουςτου 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα διαβάζεται σήµερα; Με άλλα λόγια, τισηµαίνει για εµάς ο Παπαδιαµάντης;

Είναι ο Παπαδιαµάντης η «καθαυτό ρωµαίικη λαϊκή ψυχή», όπως έγραψε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, που διασώζει τα γνήσια λαϊκά ήθη τουπαρελθόντος, το χριστιανικό θρησκευτικό βίωµα και την εικόνα της ανόθευτης φύσης, και έτσι συντηρεί κι ανατροφοδοτεί τη νοσταλγία µας για την Ελλάδα που χάθηκε; Είναι ο ηθογράφος που στα περίπου 170 διηγήµατά του µετέπλασε σε λυρικά αφηγήµατα τις αναµνήσεις της γενέτειράς του Σκιάθου και τα βιώµατα της ζωής στις αθηναϊκές φτωχογειτονιές, αναδεικνύοντας σε ήρωες των διηγηµάτων του τους απλούς, ταπεινούς και βασανισµένους ανθρώπους του καιρού του, ή είναι ο διεισδυτικός ανατόµος της ταραγµένης ψυχής των ηρώων του, όπως η περίφηµη Φραγκογιαννού, η πρωταγωνίστρια της «Φόνισσας», του γνωστότερου έργου του; Μήπως πλέον το κέντρο βάρους της ανάγνωσης του Παπαδιαµάντη µετατέθηκε από το περιεχόµενο και το όποιο φορτίο αξιών του στη γοητεία και τη µαεστρία της γραφής ενός πεζογράφου που κατά βάθος είναι ποιητής; Παράλληλα, σε ποιο βαθµό ο παπαδιαµαντικός κόσµος είναι σήµερα παρωχηµένος και η καθαρεύουσα γλώσσα των κειµένων του δυσχεραίνει την επαφή των σηµερινών αναγνωστών, και ιδίως των νέων, µαζί τους;

Τα ερωτήµατα αυτάπροκύπτουν από αυτό καθεαυτό το έργο του καθώς και από τις ποικίλες εκφάνσεις της ενασχόλησής µας µε αυτό. Παράδειγµα, από τη µια η πεντάτοµη κριτική έκδοση των «Απάντων» του Παπαδιαµάντη από τον Ν.∆. Τριανταφυλλόπουλο (εκδόσεις ∆όµος, 1981-1988), επιστέγασµα της µέριµνας της φιλολογικής κοινότητας για την έγκυρη έκδοση ολόκληρου του πρωτότυπου συγγραφικού έργου του, και οι πολλές µελέτεςτων φιλολόγων για τον σκιαθίτη πεζογράφο, από την άλλη οι αρκετές πρόσφατες ανθολογίες που προβάλλουν ιδίως τον εορταστικό διηγηµατογράφο των χριστουγεννιάτικων, πρωτοχρονιάτικων και πασχαλινών διηγηµάτων. Ολες θέτουν το ερώτηµα γιατί ο Παπαδιαµάντης εξακολουθεί να µας ενδιαφέρει τόσο πολύ;
  • Στα περίπου 170 διηγήµατά του µετέπλασε σε λυρικά αφηγήµατα τις αναµνήσεις της γενέτειράς του Σκιάθου και τα βιώµατα της ζωής στις αθηναϊκές φτωχογειτονιές
  • ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2010

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911)

Ο Αλέξανδρος Εμμανουήλ γεννήθηκε στη Σκιάθο, γιος του ιερέα Αδαμαντίου Εμμανουήλ από οικογένεια ναυτικών και κληρικών του νησιού και της Γκιουλώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ το γένος Μωραΐτη, καταγόμενης από αρχοντική οικογένεια του Μυστρά. Είχε τέσσερις αδελφές και δύο αδερφούς, από τους οποίους ο Εμμανουήλ, πρωτότοκος της οικογένειας, πέθανε σε νηπιακή ηλικία. Στη γενέτειρά του τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και γράφτηκε στο Σχολαρχείο (1860), την τρίτη τάξη του οποίου όμως αναγκάστηκε να παρακολουθήσει στη Σκόπελο (1865), καθώς στη Σκιάθο είχε καταργηθεί. 

Η πορεία των γυμνασιακών του σπουδών πραγματοποιήθηκε επίσης μετ' εμποδίων, συνοδευόμενη από διαρκείς διακοπές εξαιτίας κυρίως της οικονομικής ανέχειας της οικογένειάς του. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο της Αθήνας το 1874 σε ηλικία εικοσιτριών ετών, ενώ είχε προηγηθεί περιπλάνησή του στα γυμνάσια της Χαλκίδας και του Πειραιά. Ως το 1872, οπότε ταξίδεψε στο Άγιο Όρος, όπου έμεινε μερικούς μήνες ως προσκυνητής, ολοκλήρωσε την (χαμένη) κωμωδία 

Ο διοπτροφόρος και ένα ποίημα αφιερωμένο στη μητέρα του. Από το 1873 και για δέκα χρόνια περίπου έζησε στην Αθήνα (με κάποιες επισκέψεις στη Σκιάθο) σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας, συγκατοικώντας με συγγενείς και συμπατριώτες του και εργαζόμενος ως οικοδιδάσκαλος για να κερδίσει τα προς το ζην. Το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου παρακολούθησε μαθήματα για δύο μόνο χρόνια, εξακολούθησε όμως να προφασίζεται συνέχιση των σπουδών του στην οικογένειά του για αποφυγή της επιστροφής του στη Σκιάθο και της στράτευσής του. 

Το 1877 δημοσίευσε ανώνυμα σειρά άρθρων στην Εφημερίδα με τίτλους Η εβδομάς των Αγίων Παθών και Το Άγιον Πάσχα, ενώ δυο χρόνια αργότερα δημοσίευσε με την υπογραφή Α.Πδ. το ιστορικό μυθιστόρημα Η μετανάστις στην εφημερίδα Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως με παρακίνηση του εκδότη της και φίλου του Βλάση Γαβριηλίδη. Το 1881 δημοσίευσε το ποίημα Δέησις (Εράνισμα εκ των ψαλμών) στο περιοδικό Σωτήρ, εγκαινιάζοντας την επίσημη πλέον παρουσία του στα γράμματα με το όνομα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (το επώνυμο συνδυασμός του ονόματος και της ιερατικής ιδιότητας του πατέρα του). 

Ένα χρόνο αργότερα προσλήφθηκε ως μεταφραστής στην Εφημερίδα του Δημητρίου Κορομηλά και παράλληλα δημοσίευσε σε συνέχειες το μυθιστόρημα Οι Έμποροι των Εθνών στο περιοδικό Μη χάνεσαι του Γαβριηλίδη με το ψευδώνυμο Μποέμ. Τα οικονομικά του προβλήματα άρχισαν να υποχωρούν και έτσι ανακοίνωσε και στην οικογένειά του τη συγγραφική του δραστηριότητα. Ως το 1885 συνέχισε να δημοσιεύει έργα του στην εφημερίδα Ακρόπολις (Η Γυφτοπούλα - 1884) και το περιοδικό Εστία (Χρήστος Μηλιώνης - 1885). 

Ακολούθησαν δυο χρόνια σιωπής του (οι πληροφορίες αναφέρουν συγκατοίκησή του με τον μοναχό Νήφωνα που είχε τότε εγκαταλείψει το Άγιο Όρος) ως το 1887, οπότε σημειώθηκε η δημοσίευση του διηγήματος Το Χριστόψωμο στην Εφημερίδα. Η τελευταία αυτή συνεργασία του κράτησε ως το 1891 και καρποί της στάθηκαν πολλά διηγήματά του και λογοτεχνικές μεταφράσεις με κορυφαία εκείνη του έργου του Ντοστογιέφσκι Έγκλημα και τιμωρία. 

Το 1891 επιχείρησε χωρίς επιτυχία να πραγματοποιήσει έκδοση επιλογής των διηγημάτων του με τίτλο Θαλασσινά Ειδύλλια (δεύτερη προσπάθειά του το 1902 απέτυχε επίσης).Είχε προηγηθεί μια έκδοση διηγημάτων του μαζί με έργα των Α.Μωραϊτίδη και Α.Σπηλιωτόπουλου από τον Γαβριηλίδη (1890) καθώς και το άρθρο του Παλαμά για τον Παπαδιαμάντη στην Τέχνη (1889). Εξακολούθησε να δημοσιεύει διηγήματα και να εργάζεται ως μεταφραστής σε εφημερίδες και περιοδικά, προσπαθώντας παράλληλα να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του (το 1895 πέθανε ο πατέρας του). 

Από το 1902 ως το 1904 έμεινε στη γενέτειρά του, όπου αφοσιώθηκε στη μετάφραση των έργων History of the Greek Revolution του Thomas Gordon και History of the Greek Revolution του George Finlay κατά παραγγελία του Γιάννη Βλαχογιάννη με τον οποίο η φιλία του χρονολογείται από το 1901. Από τη Σκιάθο συνέχισε να στέλνει έργα του στα αθηναϊκά φύλλα (το 1903 δημοσιεύτηκε η Φόνισσα). Το 1904 επέστρεψε στην Αθήνα. Είχε προηγηθεί νευρικός κλονισμός του αδερφού του Γιώργη και ακολούθησε ο θάνατός του το 1895. 

Εξακολούθησε τη συγγραφική του δραστηριότητα (παρά την κακή κατάσταση της υγείας του), χωρίς ποτέ να δει έκδοση των έργων του και το 1906 ο Γιάννης Βλαχογιάννης τον πηγαίνει στο φιλολογικό καφενείο της Δεξαμενής. Ως τότε ο Παπαδιαμάντης απέφευγε τους λόγιους κύκλους, λόγω της οικονομικής του ανέχειας, του φόρτου εργασίας του αλλά και της μοναχικής φύσης του και προτιμούσε να συχνάζει σε λαϊκές αθηναϊκές συνοικίες ή να ψέλνει στην εκκλησία του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι με τον ξάδερφό του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. 

Ο Παπαδιαμάντης στη Δεξαμενή, 1906

Στη Δεξαμενή φωτογραφήθηκε (για πρώτη φορά στη ζωή του) από τον Παύλο Νιρβάνα και η ιστορική πλέον φωτογραφία του δημοσιεύτηκε ολοσέλιδη συνοδεία εκτενούς άρθρου για το πρόσωπό του από το Νιρβάνα στα Παναθήναια. Η κατάσταση της υγείας του παρουσίαζε διαρκή επιδείνωση Το Μάρτη του 1908 αρνήθηκε να παρευρεθεί στον εορτασμό των εικοσιπέντε χρόνων του στο χώρο της λογοτεχνίας στον Παρνασσό και στο τέλος του ίδιου μήνα έφυγε για τη Σκιάθο, όπου έμεινε ως το θάνατό του, εξακολουθώντας να στέλνει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας. Πέθανε από πνευμονία το Γενάρη του 1911. Μια μέρα πριν πληροφορήθηκε πως είχε τιμηθεί με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος
  • ΕΚΕΒΙ: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη βλ. Πολίτου-Μαρμαρινού Ελένη, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας ·Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Στ΄· 1880-1900, σ.114-209. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Σταυροπούλου Έρη, «Χρονολόγιο. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)», Διαβάζω 165, 8/4/1987, σ.22-33, Φαρίνου – Μαλαματάρη Γ., «Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
  • Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Άγρας Τέλλος, «Πώς βλέπομε σήμερα τον Παπαδιαμάντη», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών Β΄, 1936, σ.60-121 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας Κριτικά Τόμος τρίτος· Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.11-74. Αθήνα, Ερμής, 1984).
• Αργυρίου Αλέξανδρος, «Ένα ανεπανάληπτο παράδειγμα», Αναψηλαφήσεις σε δύσκολους καιρούς. Αθήνα, Κέδρος, 1986.
• Ασλανίδης Ε.Γ., Το μητρικό στοιχείο στη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη · Ψυχαναλυτικό δοκίμιο. Αθήνα: Ράππα, 1988.
• Βαλέτας Γ., «Παπαδιαμάντης · Η ζωή - Το έργο - Η εποχή του», Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Τα Άπαντα. Αθήνα, Βίβλος, 1955.
• Βουτιερίδης Ηλίας, Αλ.Παπαδιαμάντης- Αλ.Μωραϊτίδης · Η ζωή τους και το έργο τους. Αθήνα, Ζηκάκης, 1931.
• Βουτιερίδης Η.Π., «Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια19. Αθήνα, Πυρσός, 1932.
• Γιάκος Δημήτρης, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο ζωγράφος των ταπεινών», Μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας, σ.29-53. Αθήνα, Φιλιππότης, 1982.
• Δημητρακόπουλος Φώτης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [Το λάβαρον] · Ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το Αρχείο Αποστόλου Γ.Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1989.
• Δημητρακόπουλος Φώτης, Παπαδιαμάντης και Σκιάθος · Φωτογραφίες από το Αρχείο Merlier. Αθήνα, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1991.
• Δημητρακόπουλος Φώτης - Χριστοδούλου Γ.Α., «Φύλλα εσκορπισμένα»· Τα παπαδιαμαντικά αυτόγραφα · Γνωστά και άγνωστα κείμενα. Αθήνα, Καστανιώτης, 1994.
• Ελύτης Οδυσσέας, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Ερμείας, 1976. (το ίδιο στο Εν λευκώ, σ.57-106. Αθήνα, Ίκαρος, 1992).
• Η αδιάπτωτη μαγεία· Παπαδιαμάντης 1991 – Ένα αφιέρωμα. Αθήνα, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, 1992.
• Καλογερόπουλος Άγγελος, Ο θρους του δέρατος · Η μουσική στον Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Αρμός, 1993.
• Καραντώνης Ανδρέας, «Ο Παπαδιαμάντης και η ορθοδοξία», Από τον Σολωμό ως τον Μυριβήλη (λογοτεχνικά μελετήματα), σ.151-164. Αθήνα, Εστία, χ.χ.
• Καραντώνης Ανδρέας, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Φυσιογνωμίες· Τόμος πρώτος, σ.115-119. Αθήνα, Παπαδήμας, 1977.
• Καραντώνης Ανδρέας, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Φυσιογνωμίες· Τόμος δεύτερος, σ.429-442. Αθήνα, Παπαδήμας, 1977.
• Κατσίμπαλης Κ.Γ., Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης · Πρώτες κρίσεις και πληροφορίες. Βιβλιογραφία. Αθήνα, Εστία, 1934.
• Κατσίμπαλης Κ.Γ., Συμπλήρωμα βιβλιογραφίας Α.Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Εστία, 1938.
• Κοκόλης Ξ.Α., «Αυτο και ετερο-βιογραφισμός στη Φόνισσα» και «Όνειρα και άλλα στη Φόνισσα», Για τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη · Δύο μελετήματα. Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1993.
• Κολυβάς Ιωακείμ-Κίμων. Λογική της αφήγησης και ηθική του λόγου · Μελετήματα για τον Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Νεφέλη, 1991.
• Κοτζιάς Αλέξανδρος, Τα αθηναϊκά διηγήματα και δυο δοκίμια για το χρόνο. Αθήνα, Νεφέλη, 1992.
• Κούσουλας Λουκάς, «Ανθρώπους και κτήνη…». Αθήνα, Νεφέλη, 1993.
• Μαστροδημήτρης Π.Δ., «Η διαγραφή των χαρακτήρων στα πρώτα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (Μια πρώτη προσέγγιση)», Προοπτικές και προσεγγίσεις · μελέτες νεοελληνικής φιλολογίας. Αθήνα, Νεφέλη, 1991.
• Μηλιώνης Χριστόφορος, Σημαδιακός και αταίριαστος. Αθήνα, Νεφέλη, 1994.
• Μουλλάς Παναγιώτης, Α.Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος. Αθήνα, Ερμής, 1974.
• Μπαστιάς Κωστής, Ο Παπαδιαμάντης· Δοκίμιο. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1962.
• Νιρβάνας Παύλος, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», ΠαναθήναιαΙΕ΄, ετ.Στ΄, 15/10/1906, σ.7-13.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Το έργον του Παπαδιαμάντη», Παναθήναια, ετ.ΙΑ΄, 31/1/1911, σ.211-217.
• Ξύδης Θεόδωρος (επιμ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Ανδρέας Καρκαβίτσας και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1955 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, αρ.28).
• Οικονόμου Ζήσης, Ο Παπαδιαμάντης και το νησί του · Μικρογραφία της ανθρωπότητας. Αθήνα, Κέδρος, 1979.
• Παλαμάς Κωστής, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η Τέχνη6, Απρίλιος 1899, σ.138-142 και «Ο Παπαδιαμάντης», Νουμάς, ετ.Θ΄, 9/1/1911, σ.21-22 ( και τα δυο στα Άπαντα10, σ.310-323. Αθήνα, Μπίρης, 1966.
• Παπαδημητρακόπουλος Η.Χ., Επί πτίλων αύρας νυκτερινής · Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Νεφέλη, 1992.
• Πολίτη Τζίνα, «Δαρβινικό κείμενο και η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη (Πρόταση ανάγνωσης)», Πόρφυρας67-68 (Κέρκυρα), 11/1993 - 3/1994, σ.7-15.
• Πολίτου-Μαρμαρινού Ελένη, «Παπαδιαμάντης, Μωπασάν και Τσέχωφ · Από τη Σκιάθο στην Ευρώπη» , Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τον Παπαδιαμάντη, Σκιάθος, 20-24/8/1991, σ.423-456. Αθήνα, Δόμος, 1996.
• Πολίτου-Μαρμαρινού Ελένη, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας · Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΣτ΄ (1880-1900), σ.114-209. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο Παπαδιαμάντης σήμερα» Διαβάζω9, 11-12/1997, 36-47 (το ίδιο με συμπληρώσεις στο ΠεριδιαβάζονταςΒ΄· Στο χώρο της παλιάς πεζογραφίας μας, σ.52-69. Αθήνα, Κέδρος, 1986.
• Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ., Δαιμόνιο μεσημβρινό · Έντεκα κείμενα για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.Αθήνα, Γρηγόρης, 1978.
• Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ. (επιμ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης · είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του. Αθήνα, Οι εκδόσεις των Φίλων, 1979.
• Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ. (επιμ.), Φώτα ολόφωτα · Ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και τον κόσμο του. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1981.
• Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ., Μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου · Φιλολογικά στον Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1986.
• Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ. (επιμ.), Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη · Αλληλογραφία. Αθήνα, Δόμος, 1992.
• Τριανταφυλλόπουλος Ν.Δ., «Παπαδιαμάντης νοθευόμενος», Νέα Εστία143, ετ.72, 9/1998, αρ.1704, σ.908-920.
• Φαρίνου–Μαλαματάρη Γ., «Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
• Φαρίνου-Μαλαματάρη Γεωργία, Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη · 1887-1910. Αθήνα, Κέδρος, 1987.
• Φουσαράς Γ.Ι., Βιβλιογραφικά στον Παπαδιαμάντη. Αθήνα, 1940 (ανατύπωση με επιμέλεια Φαράντου Χ.Δ. και εισαγωγή Τριανταφυλλόπουλου Ν.Δ). Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1991) .
Αφιερώματα περιοδικών
• Νέα Ζωή 44 (Αλεξάνδρεια), ετ.Δ΄, 4/1908 (ανατύπωση στη σειρά Τα ελληνικά περιοδικά ΙV': Αφιερώματα περιοδικών 1. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1981).
• Χαραυγή 8 (Μυτιλήνη), ετ.Α΄, 31/1/1911.
• Ο Καλλιτέχνης 11, ετ.Α΄, 2/1911.
• Νέον Πνεύμα, 2/1911.
• Μποέμ 3, ετ.Α΄, 15/1/1921.
• Ελληνική Επιθεώρησις 159, τ.ΙΔ΄, 1/1921.
• Νέα Εστία 30, ετ.ΙΕ΄, Χριστούγεννα 1941, αρ.355.
• Νέα Εστία 49, 1η/3/1951, αρ.568.
• Ελληνική Δημιουργία Ι΄, 15/12/1952, αρ.117 και 1η/1/1954, αρ.142.
• Λογοτεχνικό Δελτίο 11-12, ετ.Β΄, 11-12/1966.
• Σκιάθος 5, 4-5-6/1977, 17, 4-5-6/1980 και 20, 1-2-3/1981.
• Τετράδια ευθύνης 15, 1981 [με τίτλο Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη• Εβδομήντα χρόνια από την κοίμησή του].
• Διαβάζω 165, 8/4/1987.
• Αντί 463, 5/4/1991.
• Παπαδιαμαντικά τετράδια 1, Πρωτοχρονιά 1992, 2, Φθινόπωρο 1993 και 3, Άνοιξη 1995

Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Μυθιστορήματα - Νουβέλες
• Η γυφτοπούλα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Η Φόνισσα και πέντε άλλα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Τα ρόδινα ακρογιάλια και Χρήστος Μηλιώνης. Αθήνα, Φέξης, 1913.
• Οι έμποροι των Εθνών. Αθήνα, Τύπος, 1922.
• Χρήστος Μηλιώνης και άλλα (δύο) διηγήματα. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930.
ΙΙ.Διηγήματα
• Οι μάγισσες και εικοσιένα άλλα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Η νοσταλγός και δέκα άλλα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Πασχαλινά διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Πασχαλινά διηγήματα. Αθήνα, Δίκαιος, 1912.
• Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Αθήνα, Ηλ.Δίκαιος, 1912.
• Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα. Αθήνα, Δίκαιος, 1912.
• Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη και εννέα άλλα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1912.
• Τα ρόδινα ακρογιάλια και Χρήστος Μηλιώνης. Αθήνα, Φέξης, 1913.
• Η Χολεριασμένη και δεκαπέντε άλλα διηγήματα. Αθήνα, Φέξης, 1914.
• Ο πεντάρφανος και άλλα εφτά διηγήματα. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1925.
• Νεκρός ταξιδιώτης και άλλα (τρία) διηγήματα. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930.
ΙΙΙ.Μεταφράσεις
• Αλφόνσου Δωδέ, Ταρταρίνος ο εκ Ταρασκόνης· Μετάφρασις Αλ.Παπαδιαμάντη. Αθήνα, τυπ. Ακροπόλεως, 1894.
• Μπλαίκη Ουίλλιαμ, Γερά σώματα· Διά τα αγόρια και κορίτσια μας. Αθήνα, τυπ.Ακροπόλεως, 1894.
• Ιουλίου Χώθορν, Ο Αμερικανός Μοντεχρίστος· Μετάφρασις Αλ.Παπαδιαμάντη. Αθήνα, τυπ.Ακροπόλεως, 1894.
• Θ.Δοστογιέφσκι, Το Έγκλημα και η Τιμωρία·Μετάφρασις Αλεξ.Παπαδιαμάντη – Πρόλογος Εμμ. Ροΐδη. Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 1992.
• Μάρκου Τουαίν, Ενός εκατομμυρίου λιρών χαρτονόμισμα και άλλα αφηγήματα των Ερ.Στάνλεϋ - Ουίλ Στεδ - Π.Ριζάλ - Κ.Ντάτον - Καρ. Όλλανδ. Αθήνα, Λήθη, 1993.
• Μπρετ Χαρτ. Αργοναυτικαί διηγήσεις· Φιλολογική Επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου – Λ.Τριανταφυλλοπούλου . Αθήνα, Λήθη, 1993.
• Αλφρέδου Κλαρκ, Η εύρεσις της γυναικός του Λωτ· Μετ.Αλεξ. Παπαδιαμάντη· Επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος – Λαμπρινή Ν.Τριανταφυλλοπούλου. Αθήνα, Αρμός, 1996.
• Τζέρομ Κ.Τζέρομ, Η Νέα Ουτοπία και άλλα ευθυμογραφήματα· Μετάφρασις Αλεξ. Παπαδιαμάντη· Επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος – Λαμπρινή Ν.Τριανταφυλλοπούλου. Αθήνα, Αρμός, 1996.
V.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Τα Άπαντα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη Α΄-Ε΄ (επιμ.Γ.Βαλέτα). Αθήνα, Βίβλος, 1954.
• Αλεξάνδρος Παπαδιαμάντης. Άπαντα 1-5. Αθήνα, Δόμος, 1981-1988.
• Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αλληλογραφία · φιλ. επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος. Αθήνα, Δόμος, 1992.
• [Το λάβαρον]• ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες από το αρχείο Αποστόλου Γ. Παπαδιαμάντη. Έκδοση κειμένων, σχόλια και περιγραφή του Αρχείου Φώτης Δημητρακόπουλος. Αθήνα, Καστανιώτης, 1989.
  

Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Πάσχα ρωμέικο

Ηναψεν σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς. Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Πασχαλινή περιπέτεια στο ταξίδι για τον Πειραιά

  • Tο «Πάσχα ρωμέικο» είναι το τρίτο αθηναϊκό πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, δημοσιευμένο το 1891

O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων.
Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ’ εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ’η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ’ ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ’ έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του ΠοντίφηκοςΖ τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ’ έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω ‘γω απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότηςΖ εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’ άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι;
-Aπ’ την Aθήνα.
-Aπ’ την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν’ ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ’ επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ’ έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.
Kάποιοι, στην εποχή του, είχαν αποδοκιμάσει τον Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ως «κατ’ αποκοπήν διηγηματογράφο» ο οποίος εμφανιζόταν στο προσκήνιο μόνον τα Xριστούγεννα και το Πάσχα, με ιστορίες θρησκευτικού περιεχομένου.
Kι όμως η αλήθεια είναι ότι στο σύνολο των 169 διηγημάτων του, ο A. Παπαδιαμάντης έγραψε ελάχιστα Πασχαλινά διηγήματα, με το πρώτο να δημοσιεύεται το Πάσχα του 1888, στην «Eφημερίδα» και το τελευταίο, στο αλεξανδρινό περιοδικό «Nέα Zωή», το 1907.
Για τα πασχαλινά και χριστουγεννιάτικα διηγήματα εμπνεύστηκε από τις αναμνήσεις και τα αισθήματά του.
«H Tελευταία βαπτιστική», το τεσσαρακοστό πνευματικό τέκνο της θείας Σοφούλας, μόλις διετής, «έπεσε κατακέφαλα εντός του φρέατος» και πνίγηκε τη μεγάλη Πέμπτη, την ημέρα που ζημώνονταν οι κοκκώνες. Σε ένα άλλο πασχαλινό, το 1891, ανιστορούνται οι «αναμνήσεις» μιας οκταετούς ορφανής από την τελευταία «Παιδική πασχαλιά» με τη μητέρα της, που ετοίμασε τα κόκκινα αυγά και τις κοκκώνες της Mεγάλης Πέμπτης. Tα πασχαλινά του Παπαδιαμάντη είναι, κυρίως, σκιαθίτικα, εκτός από τρία αθηναϊκά, τη «Bλαχοπούλα», το «Xωρίς στεφάνι» του 1896 και το τρίτο αθηναϊκό στα πασχαλινά, δημοσιευμένο το 1891, είναι το «Πάσχα ρωμέϊκο».
Στα κατ’ εξοχήν πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη έχουμε ως μέρος της υπόθεσης την Aνάσταση και τους ιερείς μαζί με την κουστωδία τους να πηγαινοέρχονται στο βορειοανατολικό κομμάτι της Σκιάθου, ανάμεσα στην παλαιά πρωτεύουσα, το Kάστρο, και τη μεταγενέστερη, για να λειτουργήσουν τα παρεκκλήσια. Aυτά είναι η «Eξοχική Λαμπρή» του 1890, «Στην Aγι-Aναστασά» το 1892, ο «Λαμπριάτικος Ψάλτης», και «O Aλιβάνιστος» του 1903. Tο τελευταίο πασχαλιάτικο διήγημα του είναι «T’ αερικό στο δέντρο».
O Παπαδιαμάντης περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη μακριά και επίπονη πορεία μέχρι τα ξωκκλήσια και τον εορτασμό του ρωμέικου Πάσχα, ενθέτοντας ευτράπελα συμβάντα αλλά και τη φιλοσοφία του περί εθνοτικής συνέχειας: «... H ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, δια του πολλαπλασιασμού των εξωκκλησίων ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθή δια την στέρησιν των τόσων το πάλαι ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων του...». [Ημερησία, 16/04/2009]