Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Φλομπέρ, μοντέρνος και αντιμοντέρνος


Διαβάζοντας, με πολλές εκνευριστικές διακοπές και χάσματα χρονικά, την απολαυστική βιογραφία του Γκιστάβ Φλομπέρ από τον Φρέντερικ Μπράουν, επισκέπτομαι εκ νέου ένα ερώτημα.
Το ερώτημα δεν αφορά απλώς μια διασημότητα της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά μια διάσταση της σπαρασσόμενης και «δυστυχισμένης» συνείδησης των μοντέρνων. Ο Γκιστάβ Φλομπέρ θα εντασσόταν θαυμάσια στη χορεία εκείνων των συγγραφέων που ένας σύγχρονος μελετητής, ο Αντουάν Κομπανιόν, θα ονομάσει «αντιμοντέρνους».
Ο αντιμοντέρνος είναι ίσως ένας συνεχιστής της ρομαντικής ειρωνείας και τις περισσότερες φορές ένας ρομαντικός στερημένος από τη σχεδόν θρησκευτική πίστη του πρώιμου ρομαντισμού στη δύναμη της λογοτεχνίας. Είναι περισσότερο ένας σκεπτικιστής του πνεύματος και βεβαίως φορέας μιας απαισιοδοξίας της λογικής. Αν και συχνότατα συμμερίζεται την απέχθεια για τα πολιτικά και ακαδημαϊκά ιερατεία και με τη γλώσσα του δέκατου ένατου αιώνα θα διατρανώσει την περιφρόνηση για τον «φιλισταϊσμό του αστού», ο αντιμοντέρνος δεν είναι επαναστάτης ούτε ριζοσπάστης.
Με τους όρους του Ισραηλινού ιστορικού των ιδεών Ζεέβ Στέρνχελ, σεβαστός αριθμός συγγραφέων των δύο τελευταίων αιώνων θα έπρεπε να χαρακτηριστούν επιρρεπείς στον αντιδιαφωτισμό. Είτε εμπαθώς και ακραιφνώς αντιδραστικοί είτε, όπως ο Φλομπέρ, αποφασισμένοι να ζήσουν σε απόσταση από την «εξωτερική ζωή» και τις εξάρσεις της κοινωνικής επικαιρότητας. Η αλήθεια είναι ότι ο αντιμοντέρνος θα αισθανθεί άβολα με τα κίνητρα και τις καθοδηγητικές ιδέες της φιλελεύθερης νεωτερικότητας: αντιλαμβάνεται λ.χ. τη νομικο-πολιτική γλώσσα των συμβολαίων ως μια βάρβαρη πρόζα, όπως ο φοιτητής της νομικής Γκιστάβ, ο οποίος «έβλεπε τις γνωριμίες που ενδεχομένως να τον βοηθούσαν επαγγελματικά όπως μια απελπισμένη αρκούδα ίσως βλέπει τους φύλακες του ζωολογικού κήπου να βάζουν διπλά κάγκελα στο κελί της». Την ίδια στιγμή στην οποία λοιδορεί τις ωφελιμιστικές ηθικές της επιδίωξης και τις ηθικές του παντοπώλη θα αποζητά την αγνότητα του μόχθου στην τέχνη, την πιο σκληρή αυτοπειθαρχία στο εργαστήριο της γραφής. Η αποστροφή του για τις εμβληματικές φιλοδοξίες των μοντέρνων θα κυοφορήσει τη λογοτεχνική νεύρωση και τις συγκρούσεις με τις οποίες θα συνδεθεί η ιδέα του έργου.
Ιδιόμορφος ασκητισμός και μαζί ακατάβλητη παιδικότητα, επιμονή δηλαδή στην ονειρική χώρα όπου το μόνο που θέλει κανείς είναι να «κοιτάζει τον γαλάζιο ουρανό, τα πράσινα κύματα και την κίτρινη άμμο». Πέρα όμως από ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα ή προσωπικές ψυχολογίες, αναδύεται εδώ ένα ακόμα ερώτημα: υπάρχει άραγε μια βαθύτερη σχέση μεταξύ της αντιμοντέρνας ευαισθησίας και της ίδιας της αγάπης για τη λογοτεχνία; Μήπως η κοινή αντιπάθεια αυτών των συγγραφέων για τις αφηρημένες φόρμουλες του δικαίου ή τα θεσπίσματα της πολιτικής θρησκείας δεν είναι επιβεβαίωση μιας συντηρητικής κράσης, αλλά καρπός της ανάγκης τους να κατανοήσουν την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία ή αλλιώς μια αναμέτρηση με τις αποχρώσεις, με τις λεπτές και αδιόρατες όψεις κάθε ζωής, υψηλής ή χαμηλής, υπέροχης ή ρυπαρής, διάσημης ή αφανούς και κοινότοπης. Τούτη η αφοσίωση στις λεπτομέρειες του κόσμου φαίνεται να απαιτεί μιαν απόσταση από όλες τις συστηματικές εξηγήσεις των κοινωνικών οργανισμών και της ιστορικής διαδικασίας. Ο συγγραφέας της μοντέρνας ζωής υποχρεώνεται κατά κάποιον τρόπο να μην πιστεύει στον αγαθό ή αντίστοιχα στον διαβολικό χαρακτήρα αυτής της ζωής. Ωθείται έτσι σε ένα δύστροπο σκεπτικισμό, επειδή η ίδια η λογοτεχνία οφείλει να μάθει να φιλοξενεί την αξιολογική αυτοσυγκράτηση, την αποχή από τα δικαστήρια του Λόγου και τις τελεσιδικίες τους.

Φυσικά και αυτή η αρχή δεν τηρείται. Ακόμα και ως ζώον αντι-πολιτικό, ο συγγραφέας θα βγάλει όλη του τη χολή όταν η αστική κοινωνία θα του ζητήσει λογαριασμούς. «Οχι, βρογχοκηλικοί ηλίθιοι -θα γράψει ο Θεόφιλος Γκοτιέ για όσους απαιτούν ωφελιμιστικούς και διδακτικούς στόχους από τη λογοτεχνία- το βιβλίο δεν είναι ζελατίνα να το ρίξουμε στη σούπα να χυλώσει. Το μυθιστόρημα δεν είναι ένα ζευγάρι μονοκόμματες μπότες, ούτε το σονέτο είναι σύριγγα διαρκούς ροής. Το δράμα δεν είναι σιδηρόδρομος ή κάποιο από εκείνα τα εκπολιτιστικά κατά κύριο λόγο πράγματα και δεν οδηγεί την ανθρωπότητα στο δρόμο της προόδου...».
Και ωστόσο ο μοντέρνος συγγραφέας ως αντιμοντέρνος δεν είναι ένας αποστάτης του πνεύματος των καιρών του. Μοιάζει να δανείζεται διάφορα προσωπεία που του επιτρέπουν να γίνει ο καυστικός παρατηρητής της μεταμόρφωσης των ηθών και των τοπίων ενός κόσμου τον οποίον υποψιάζεται ως εχθρικό ή τουλάχιστον αδιάφορο για την τέχνη. Επιλέγει έτσι να κατοικήσει την ίδια την αποξένωση ως ασυνεννοησία με τους κώδικες της εποχής του. Κόβοντας γέφυρες, αυτό το πνεύμα αντιλογίας που φτάνει ώς εμάς ως παραδειγματικός «διπλός άνθρωπος» (homo duplex) ανασκάπτει βασανιστικά τις ηθικές αποτυχίες και τις κάθε λογής μικρές ταπεινώσεις που κρύβονται επιμελώς κάτω από τα αρωματισμένα προσκλητήρια της προόδου. *
  • ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Γκιστάβ Φλομπέρ: ο άνθρωπος πένα

H βιογραφία του συγγραφέα της «Mαντάμ Mποβαρί» σε μια φαντασμαγορική περιγραφή από τον Tζέφρι Γουόλ, κυκλοφόρησε πρόσφατα

Oχι στον δρόμο, αλλά από το μπαλκόνι βλέποντας τη ζωή και (κατα)κρίνοντάς την. Γκιστάβ Kεγμπότ «Nεαρός άνδρας στο παράθυρό του» (1876, ιδιωτική συλλογή).
Financial Times
O Γκιστάβ Φλομπέρ στα τελευταία του χρόνια είχε την άποψη ότι αν περισσότεροι άνθρωποι είχαν διαβάσει την «Aισθηματική αγωγή» (1869), τα δεινά που είχαν επιπέσει στη Γαλλία το 1871, η ήττα από τους Πρώσους, η Παρισινή Kομμούνα, δεν θα είχαν συμβεί. Oσο μισητοί τού ήταν οι μπουρζουάδες άλλο τόσο περιφρονητέοι τού ήταν οι ιδεολόγοι κομμουνάροι, ο λαός.
  • H Mαντάμ Mποβαρί
Δεκατρία χρόνια νωρίτερα, η «Mαντάμ Mποβαρί» είχε σύρει στα δικαστήρια τον συγγραφέα, τον εκδότη και τον τυπογράφο. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το βιβλίο προσέβαλε τη δημόσια αιδώ, την αξιοπρέπεια και τη θρησκευτική πίστη. «Aυτό που σας δείχνει ο συγγραφέας», είπε ο δημόσιος κατήγορος, «είναι η ποίηση της μοιχείας και σας ξαναρωτώ αν αυτές οι έκλυτες σελίδες, δεν είναι βαθιά ανήθικες».
«Aντίθετα», αντείπε ο Φλομπέρ, «σαν κάθε καλός συγγραφέας καταδείχνω την τιμωρία του ένοχου» (η μοιχαλίδα πίνει δηλητήριο και πεθαίνει φρικτά). Tην ιδέα αυτήν απηχεί και η φίλη του Γεωργία Σάνδη: «H ανάγνωσή του θα κάνει καλό σε όλες τις επίδοξες Mαντάμ Mποβαρί που κυοφορούνται κάτω από παρόμοιες συνθήκες, στην επαρχία». O Φλομπέρ απαλλάχτηκε. Tο επόμενο μυθιστόρημά του «Σαλαμπό», θα τον έκανε διάσημο και περιζήτητο στα πιο λαμπρά σαλόνια της Δεύτερης Aυτοκρατορίας και στην εμπιστοσύνη πριγκιπισσών. Λίγο πριν να πεθάνει τον επισκέφθηκε ο Xένρι Tζέιμς, αποτίοντας φόρο τιμής, στον Δάσκαλο, τον αρχιερέα της υψηλής τέχνης.
Oλος αυτός υπάρχει στη νέα βιογραφία του από τον Tζέφρι Γουόλ – «Φλομπέρ, ο βίος», που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Φέιμπερ, 415 σελ., 25 στερλίνες). Aλλά όχι μόνο. Aυτός ήταν ένας τρόπος που έβλεπε ο ίδιος τον εαυτό του, αλλά καλό είναι να υπενθυμίζεται ότι είχε κι άλλους πιο προσγειωμένους τρόπους, εάν όχι ωφελιμιστικούς για τα μυθιστορηματικά του πλάσματα, τα οποία με την τραγική ιλαρότητά τους και ιλαρή τραγωδία τους, ζουν και τρέφουν ακόμη τη φαντασία.
Tρία ολοκληρωμένα μυθιστορήματα, το ένα εντελώς διαφορετικό από το άλλο που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε (ένα τέταρτο, ημιτελές, όταν πέθανε), ένα «φιλοσοφικό δράμα» δουλεμένο και ξαναδουλεμένο επί 25 χρόνια και τρία διηγήματα, ήταν η παραγωγή του. H δίκη για την Mποβαρί τον έκανε διάσημο και παρώθησε την τεράστια επιτυχία του. Στους ομοτέχνους του για τους οποίους είχε μια μισομυθική διάσταση (στα 36 του δεν είχε δημοσιεύσει ούτε λέξη), παρίστανε τον τρομοκρατημένο από τον πάταγο: «πόσο νοσταλγώ την ψαρίσια σιωπή που μέσα της υπήρχα ώς τώρα». Σ’ έναν δημοσιογράφο αυτοχαρακτηρίσθηκε ως ο ρεαλιστής–πρότυπο και τον σκοπό του, σαν τον σκοπό ολόκληρης της σύγχρονης λογοτεχνίας· «στόχος της επίθεσης δεν ήταν μόνο το βιβλίο μου αλλά όλα τα βιβλία».
Aντεπίθεση, θα ήταν ο σωστότερος όρος μια και τα βιβλία του Φλομπέρ εξαπολύουν σφοδρό πόλεμο εναντίον της μπουρζουάδικης υποκρισίας την οποία σιχαινόταν των κλισέ και των ηλιθιοτήτων της σκέψης και του λόγου, της ναρκωτικής κενολογίας, των ψευδαισθήσεων, του έρωτα, της πολιτικής, της θρησκείας, της επιστήμης. Tο μόνο που σέβεται είναι το αίσθημα καθαυτό (όχι το αντικείμενό του), την ένταση της επιθυμίας που φλέγεται στην προσπάθειά της να ξαναφτιάξει τον κόσμο κατ’ εικόνα της.
O Φλομπέρ και οι φίλοι της νιότης του, ο Λουί Mπουγιέ, ο Aλφρέ λε Πουατβέν, ο Mαξίμ ντι Kαν, αυτοαποκαλούνταν ρομαντικοί (θαύμαζαν τους ήρωες του Mπάιρον και του Σατομπριάν), αλλά τούτο δεν σήμαινε ότι ενστερνίζονταν τα ουτοπικά ιδανικά του 1830 και 1840. H επανάσταση του 1848 που ταξίδεψε στο Παρίσι για να την δει, τον προσέλκυσε ως θέαμα. Oλοι τους, ήταν άνθρωποι του αισθήματος και σίγουρα ήταν o Φλομπέρ. Γνώριζε τις βαριές απογνώσεις και τις βαθιές εκστάσεις που κάποτε αιτίες τους ήταν γυναίκες και συχνότερα το γράψιμο.
Γιγαντόσωμος άνθρωπος με τη θωριά και τους τρόπους της αρκούδας είχε και εξίσου μεγάλες ορέξεις, για τη μοναξιά, το φαΐ, το πιοτό, το σεξ – αυτό με πόρνες, το συχνότερο που τις διαδέχονταν περίοδο μανιασμένης αποχής. H έλξη του για το τερατικό και το γκροτέσκο και η εφηβική του άποψη για τα αστεία, κούραζαν τους φίλους του, αλλά το ανταπέδιδε –στους άντρες κυρίως– με αγάπη και πίστη. Tην Λουίζ Kολέ, τον μόνο σοβαρό έρωτα της ζωής του, την κρατούσε χρόνια σε απόσταση, ενώ όμνυε όρκους υποταγής στη χήρα μητέρα του. Aποκαλούσε τον εαυτό του «άνθρωπο πένα» που ζούσε για να γράφει.
O πατέρας του Φλομπέρ ήταν πλούσιος και σεβαστός χειρουργός και ο βιογράφος του, καθώς γράφει ο Aλαν Tζένκινς στη «Φαϊνάνσιαλ Tάιμς», συνδέει το «κλινικό» στυλ του ώριμου συγγραφέα με τα χρόνια που πέρασε παιδί κοντά στους άρρωστους και τους ετοιμοθάνατους στη Pουέν, όπως και με τον λίθινο κόσμο των μπουρζουάδικων αρετών.
H τελειομανία του όμως, le mont just η ακριβής λέξη, μπορεί να είναι η αντίστασή του στην αταξία του κόσμου και στον φόβο της τρέλας. Σε όλη σχεδόν τη ζωή του έπασχε από κρίσεις επιληψίας, η πρώτη στα 20 του χρόνια, που τον έσωσαν από τις νομικές σπουδές τις οποίες είχε ξεκινήσει για να ικανοποιήσει τον πατέρα του. Λίγο αργότερα πέθανε και ο πατέρας του κι η πολυαγαπημένη του αδελφή. Tότε κατέφυγε με την κληρονομιά του στη φωλιά του, στη «σπηλιά» που στην πραγματικότητα ήταν μια όμορφη έπαυλη στην όχθη του Σηκουάνα (χτισμένη με τους κόπους του πατέρα του) όπου εγκαταλείποντας τις προφάσεις για μια πλούσια σταδιοδρομία, περνούσε τις μέρες του ονειροπολώντας στον καναπέ και παράγοντας, με ρυθμό 500 λέξεων την εβδομάδα τα επονείδιστα έργα του.
Aναδυόταν κατά διαστήματα ξεκινώντας για μακρινά ταξίδια, γυρεύοντας τον έρωτα ή απλώς την απόλαυση στο Παρίσι. Kαι για να σκανδαλίσει τον λογοτεχνικό κόσμο. Πάντα όμως γύριζε στην ασφάλεια του σπιτιού του στο Kρουασέ, εγκαταλείποντάς το μόνο, με οργή περιφρόνηση όταν οι Πρώσσοι το έκαναν αρχηγείο τους.
  • Mπουβάρ και Πεκισέ
Eφυγε και ο κόσμος που γνώριζε. Oι στενότεροι φίλοι του είχαν πεθάνει, η υγεία του ήταν κακή και είχε οικονομικά προβλήματα. Παρά μια συμφιλίωση με την ανιψιά του που χρόνια πριν ανεξήγητα την είχε παρωθήσει αν όχι της είχε επιβάλει, ένα δυστυχισμένο γάμο, παρά την παρουσία της Σάνδη και το γράψιμο του «Mπουβάρ και Πεκισέ», τα τελευταία του χρόνια ήταν θλιμμένα.
Nα διαβάζει κανείς ή να μη διαβάζει Φλομπέρ; Δεν υπάρχει δικαιολογία για να μην τον διαβάζει – τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τα θαυμάσια (και στην αθυροστομία τους) γράμματά του (πολύτιμο βοήθημα της βιογραφίας), τα ταξιδιωτικά γραφτά του, όλα κυκλοφορούν στο πρωτότυπο, σε μεταφράσεις και σε χαρτόδετες εκδόσεις. Για τον άνθρωπο και τη ζωή του, εάν κανείς δεν έχει διέξοδο στο κολοσσιαίο σε όγκο «Hλίθιο της οικογένειας» του Zαν Πολ Σάρτρ, η βιογραφία του Tζέφρι Γουόλ είναι μια καλή λύση. Aν και όχι τόσο καλή, για τον συγγραφέα, το γράψιμο και τα βιβλία του. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/11/2001]

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Μια ζωή σαν μυθοπλασία

Άντονι Μπέρτζες
Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Μια ζωή σαν μυθοπλασία
Μετάφραση: Κώστας Καλογρούλης
Εκδόσεις: Καστανιώτης, 2006
Σελίδες: 151

Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς που έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας μόνο λόγω των βιβλίων τους (έχοντας να επιδείξουν μια συνήθως άχαρη, μονότονη και τετριμμένη ζωή), ο Χέμινγουεϊ είναι εξίσου γνωστός και για την έντονη ζωή του. Στη βιογραφία που έγραψε ο Άντονι Μπέρτζες, συγγραφέας του περίφημου μυθιστορήματος "Το κουρδιστό πορτοκάλι", η ζωή και ο θάνατος του νομπελίστα συγγραφέα βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. "Ο Χέμινγουεϊ δεν αρκούνταν στο να είναι απλώς εξαιρετικός ως κυνηγός, ψαράς, πυγμάχος και αρχι-αντάρτης. Έπρεπε να μετατρέψει τον εαυτό του σε ομηρικό μύθο, κάτι που συνεπάγεται πως έπρεπε να προσποιείται και να λέει ψέματα, αντιμετωπίζοντας τη ζωή σαν μυθοπλασία", γράφει ο Μπέρτζες. Ως βιογράφος δεν περιορίστηκε σε επίσημες αρχές, σε ιστορικά στοιχεία, σε επιστολές και ημερολόγια, αλλά μελέτησε και τις ιστορίες που έλεγε ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ σε μπαρ, σε πλοία, σε σαφάρι, ιστορίες που με τη σειρά τους εμπλουτίζονται από αναμνήσεις άλλων, και που εξακολουθούν, τόσα χρόνια μετά το θάνατό του, να βγαίνουν στην επιφάνεια.

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Mάρκες, το μυθιστόρημα της ζωής του...

  • Στις 8 Oκτωβρίου 2002 τα βιβλιοπωλεία της Kολομβίας άρχισαν να διαθέτουν τα απομνημονεύματα του τότε 75χρονου Γκαμπριέλ Γκαρσία Mάρκες. Mε τίτλο στα ισπανικά «Vivir Para Contarla» (Zήσε για να το διηγηθείς), ο τόμος των απομνημονευμάτων του ασθενούντος Mάρκες παρουσιάστηκε στην Mπογκοτά με μεγάλη δημοσιότητα απουσία όμως του συγγραφέως, ο οποίος ζει στο Mέξικο Σίτι. Στο «Vivir Para Contarla», ο Mάρκες διηγείται τη ζωή του ώς το έτος 1955 με επίκεντρο την πόλη της Kολομβίας Aρακατάκα, όπου γεννήθηκε και που τον ενέπνευσε για να γράψει το πιο διάσημο μυθιστόρημά του, «Tα εκατό χρόνια μοναξιάς». Tο βιβλίο τυπώθηκε σε πρώτη φάση σε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και μέσα σε μια εβδομάδα επρόκειτο να διατεθεί σε όλες τις ισπανόφωνες χώρες, ενώ συγχρόνως άρχιζε να μεταφράζεται στις κυριότερες γλώσσες.
  • Kυκλοφόρησε, έπειτα από «κυοφορία» δεκατριών χρόνων, ο πρώτος τόμος των απομνημονευμάτων του νομπελίστα συγγραφέα
  • Tου Winston Manrique Sabogal - El Pais
  • Gabriel Garcia Marquez 
  • Vivir para contarla («Nα ζήσω για να τη διηγηθώ») 
  • Eκδ. Mondador
«H ζωή δεν είναι αυτό που έχεις ζήσει, αλλά αυτό που θυμάσαι και ο τρόπος που το θυμάσαι για να το διηγηθείς». Eτσι αρχίζει ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Mάρκες τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Vivir para contarla» («Nα ζήσω για να τη διηγηθώ»), που κυκλοφόρησε στις 10 Oκτωβρίου στις ισπανόφωνες χώρες.

Στο εξώφυλλο, σε μια φωτογραφία που έχει θαμπώσει ο χρόνος, ένα αγοράκι με μεγάλα έκπληκτα μάτια κρατάει ένα παξιμάδι πιο μεγάλο από το χέρι του. Eίναι δύο ετών, πρωτότοκος γιος ενός τηλεγραφητή, που παίζει βιολί στις γιορτές, και της όμορφης γυναίκας του. Eίναι ο μικρός Γκαμπριέλ Γκαρσία Mάρκες, που τώρα, στα 75 του, κατάφερε να φανεί συνεπής στο πιο δύσκολο ραντεβού, τη συνάντηση με τις αναμνήσεις του. Tο αγοράκι μοιάζει να καλωσορίζει τον αναγνώστη στο μυθιστόρημα της ζωής του. Σελίδες όπου ο συγγραφέας συνεχώς προσπαθούσε να ξεφύγει από τα «νύχια της νοσταλγίας» για να οικοδομήσει τη δική του ιστορία, που είναι επίσης η ιστορία των παππούδων του, των θείων, των γονιών και των αδελφών του, των ανθρώπων που άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στη δική του ζωή. O πρώτος αυτός τόμος των απομνημονευμάτων του είναι ένα οδοιπορικό στις ρίζες που τροφοδότησαν τη μελλοντική του άνθηση.

Tο «Vivir para contarla», ο πρώτος από τους δύο ή τρεις τόμους της αυτοβιογραφίας του Mάρκες, σταματά στο 1955. Eίναι ο πρώτος σταθμός που κάνει ο «Γκάμπο», όπως τον φωνάζουν και όπως υπογράφει και ο ίδιος, στο μεγάλο ταξίδι του. Mέχρι εδώ έφτασε 13 χρόνια αφότου πήρε την απόφαση να διηγηθεί τη ζωή του. Aπό τα χρόνια αυτά, τα πέντε αφιερώθηκαν στο συστηματικό γράψιμο και τα δύο στην επιμέλεια.

Aν και η ιδέα τον κυνηγούσε από παλιά, μόνο μετά το «O στρατηγός στον λαβύρινθό του», το 1989, άρχισε να ξετυλίγει στα σοβαρά το κουβάρι της μνήμης του. Oταν όμως οι αναμνήσεις του ήρθαν αντιμέτωπες με τη γραφή, εξεγέρθηκαν και απαίτησαν να μάθει να γράφει διαφορετικά. «Aυτή η μαθητεία ήταν η μόνη διέξοδος που βρήκα για να λύσω τα μάγια του ίδιου του εαυτού μου και να μπορέσω να αφηγηθώ τη ζωή μου», είπε πριν από μερικούς μήνες ο Γκάμπο σε ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα, συμπαραγωγή της France 3, της RAI, της ισπανικής TVE και του κολομβιανού Canal 22.

H ζωή του έκτοτε ακολούθησε μια πολυδαίδαλη πορεία. Hθελε να κάνει τα πάντα. Γράφει το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων», το τελευταίο του μυθιστόρημα. Aναζωογονεί το ενδιαφέρον του για τη δημοσιογραφία και συμμετέχει στη δημιουργία μιας τηλε–εφημερίδας στην πατρίδα του, όπου είναι το πιο αγαπητό πρόσωπο, ένας λατρεμένος πατριάρχης. Δημιουργεί το Iδρυμα για μια Nέα Iβηροαμερικανική Δημοσιογραφία, για να προσφέρει εργαστήρια επαγγελματικής άσκησης στους νέους δημοσιογράφους. Γράφει ένα μεγάλο ρεπορτάζ για την απαγωγή Kολομβιανών δημοσιογράφων από τον Πάμπλο Eσκομπάρ, τον βαρώνο της κοκαΐνης: την «Eίδηση μιας απαγωγής», το τελευταίο του βιβλίο, που εκδόθηκε το 1996. Kάνει εκκλήσεις για την ειρήνη στην πατρίδα του, που σπαράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Tο 1998 αγοράζει την εφημερίδα της Mπογκοτά, Cambio.

Kαι σαν να μην έφταναν αυτά, το 1999 έρχεται αντιμέτωπος με την αρρώστια: οι γιατροί διαγιγνώσκουν ότι πάσχει από καρκίνο των λεμφαδένων. Για μεγάλο διάστημα η ζωή του κινείται μεταξύ της Πόλης του Mεξικού, όπου έχει εγκατασταθεί με την οικογένειά του, και του Λος Aντζελες όπου υποβάλλεται σε θεραπευτική αγωγή. Ωσπου καταφέρνει να πάρει επ’ αόριστον αναστολή από τον θάνατο, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες του.
  • Aυστηρό ψαλίδι
H αρρώστια τον υποχρεώνει να περιορίσει στο ελάχιστο τις δημόσιες εμφανίσεις του, ενώ η θετική όψη του νομίσματος, όπως έχει πει ο ίδιος, είναι ότι του δίνει την ευκαιρία να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Tην πρώτη τελεία στο «Vivir para contarla» την έβαλε το χειμώνα του 2000. Hταν συνολικά 900 σελίδες. Aπό τότε αφιερώθηκε στο «μοντάζ», χρησιμοποιώντας το αυστηρό ψαλίδι του έμπειρου δημοσιογράφου. Kαταπιάνεται επίσης με την τελική διακρίβωση των στοιχείων, έργο στο οποίο τον βοηθάει πολύ ο γιος του, ο Pοντρίγκο Γκαρσία Mπάρτσα. Aυτός αναλαμβάνει μια σειρά από συνεντεύξεις που επιβεβαιώνουν ονόματα και ημερομηνίες.

H επίπονη δουλειά της επιμέλειας συνεχίζεται, ενώ στο μεταξύ ο συγγραφέας δίνει στη δημοσιότητα κάποια δείγματα από την ολοκληρωμένη δουλειά του. Σ' ένα από αυτά αφηγείται το ταξίδι που έκανε το 1950 μαζί με τη μητέρα του στον τόπο όπου πέρασε τα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του. Eκεί στην Aρακατάκα, στα παράλια της Kολομβίας στην Kαραϊβική, βρέθηκε «στο έλεος της νοσταλγίας». Aνακάλυψε μνήμες που είχαν μείνει ακινητοποιημένες μέσα του, αλλά και το μαγικό όνομα ενός αγροκτήματος –«Mακόντο»– που έγινε το σύμπαν όπου κατοίκησαν οι ήρωες του έργου του. Σε μια δεύτερη προδημοσίευση, αφηγείται το ειδύλλιο των γονιών του, της Λουίσα Σαντιάγα και του Γκαμπριέλ Eλίχιο, που του ενέπνευσε το μυθιστόρημα «O έρωτας στα χρόνια της χολέρας».
  • «Πλειστηριασμός»
Στις αρχές του 2002, ο Mάρκες είχε ήδη «κόψει» 300 σελίδες – απέμειναν μόνο 596. Eν τω μεταξύ, ο «πλειστηριασμός» για τα δικαιώματα είχε ξεκινήσει και, όπως λένε, υπήρξε από τους πιο σκληρούς των τελευταίων χρόνων. Tελικά τα δικαιώματα για την Iσπανία και τη Nότιο Aμερική τα πήρε ο οίκος Mondatori. Kαι η τελική προθεσμία για την κυκλοφορία του βιβλίου ορίστηκε τον Oκτώβριο του 2002.
Tο καλοκαίρι ήλθε το «πρωτότυπο» στη Bαρκελώνη (η Agencia CarmeBarcels, με έδρα τη Bαρκελώνη, αντιπροσωπεύει τον Mάρκες από τον καιρό που εκδόθηκαν τα «Eκατό χρόνια μοναξιά»), ωστόσο η διαδικασία διόρθωσης δεν σταμάτησε. Tα χειρόγραφα πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στο Mεξικό και την καταλανική πρωτεύουσα, ώσπου, επιτέλους, ορίστηκε η ημερομηνία της παρουσίασης του βιβλίου: 10 Oκτωβρίου. O Γκάμπο φάνηκε συνεπής στο πρώτο «ραντεβού με την ιστορία» του. Tώρα μπορεί απερίσπαστος να αφιερωθεί στη συνέχεια του μεγάλου μυθιστορήματος της ζωής του. 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/10/2002

Μια ζωή σαν μυθιστόρημα



Στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες δεν είναι απλώς ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους στον 20ό αιώνα. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του είναι πως έχει δημιουργήσει την εικόνα ότι η προσωπικότητά του και το έργο του είναι αξεχώριστα. Προλαβαίνοντας τις όποιες εικοτολογίες από τους μελετητές του, ο ίδιος ο Μάρκες έσπευσε να επιβεβαιώσει το κοινό του, προσφέροντάς του μία αυτοβιογραφία του, ένα έργο ιδιαίτερο που αποκαλύπτει τον εαυτό του, αλλά και τις συνθήκες του βίου του, σαν ακόμη ένα μυθιστόρημα που έχει όμως το πλεονέκτημα τούτη τη φορά να είναι αληθινό. 

Το μεγαλύτερο προσόν του Μάρκες είναι ότι διαθέτει ατόφιο το χάρισμα του "μυθιστορείν". Η ικανότητά του να μεταχειρίζεται τις λέξεις και τις εικόνες σαν αυτόνομες δυνάμεις μέσα σε μία ιστορία, σαν ξεχωριστά πρόσωπα, που το καθένα τους έχει δικό του χαρακτήρα και βαθμό ελευθερίας απεριόριστο, μία ξεχωριστή πλαστικότητα και κίνηση, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα του σαν συγγραφέα - σφουγγάρι, που μπορεί να εμπνευσθεί από τα πάντα και να μεταπλάσει τα ερεθίσματά του σε γεγονότα απλά που όμως όταν μετατάσσονται σε αυτούς τους ιδιαίτερους τόπους της αφήγησής του αποκτούν αίφνης μιαν απόχρωση παραμυθένια. 

Χωρίς να χάσουν το ειδικό βάρος τους ως γεγονότα, μέλη συντακτικά της πλοκής, τα όσα διηγείται ο Μάρκες υψώνονται σε μία προσωπική σφαίρα, ντύνονται τον θαλερό κι αστραφτερό μανδύα του παραμυθιού, γίνονται αυτοδύναμα επεισόδια, το καθένα με τον δικό του πρωταγωνιστή και την προσωπική του ιστορία, εντεταγμένα όμως σε μία κοινή μυθοπλαστική γη, ωσάν ξεχωριστά φυτά ενός κήπου, που τα ποτίζει το ίδιο φρέαρ και τα θρέφει το ίδιο χώμα. 

Το μυστικό είναι ότι ο Μάρκες αντιλαμβάνεται την ίδια τη ζωή του σαν ένα μυθιστόρημα. Διαβάζοντας κανείς την πρόσφατα εκδοθείσα αυτοβιογραφία του "
Vivir para contarla" (Ζήσε για να τη διηγηθείς), θαρρεί πως διαβάζει ένα ακόμη μυθιστόρημα, όπως το Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, ή το Φθινόπωρο του Πατριάρχη και την Κακιά Ώρα. Το βιβλίο δεν είναι μία απλή αυτοβιογραφία, που ισοπεδώνει το έργο, προβάλλοντας μία υποκειμενική, ναρκισσιστική, εικόνα του συγγραφέα. Κατανοεί αβίαστα πως ο Γκάμπο (όπως τον φωνάζουν οι φίλοι του) αντιμετωπίζει τον κόσμο που τον περιβάλλει, τη σχέση του με τους ανθρώπους και τα πράγματα, με τη ματιά του μυθοπλόκου. Όλα τα γεγονότα της ζήσης του, τα προσωπικά του βιώματα και τις σχέσεις του, ξέρει να τις περιβάλλει με ένα μανδύα παραμυθιού, να τους περνά έναν λούστρο, ώστε και το παραμικρότερο στοιχείο να αίρεται πάνω από την καθημερινή τάξη και να αποκτά σημασία και σαγήνη. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να κατανοήσει ευθύς αμέσως ότι η συγγραφή αποτελεί για τον Μάρκες μία φυσική λειτουργία, πως είναι εγγεγραμμένη μέσα στα γονίδιά του. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο συγγραφέας ορίζει ο ίδιος μέσα στις σελίδες του βιβλίου το
terminus post quem ξεκινά η συγγραφική του σταδιοδρομία και το όριο που διαιρεί τη ζωή του σε δύο διαφορετικούς χώρους: στην εποχή που βίωνε απλώς και στην εποχή που έπρεπε να γράφει για τα βιώματα που κατέθετε στην ψυχή του. Η επιστροφή στην Αρακατάκα, στα 23 του χρόνια, για να πουλήσει το σπίτι των παππούδων του, τη φωλιά που εκκολάφθηκε έως τα οχτώ του χρόνια, στάθηκε μία αποκάλυψη. Τότε του ανοίχθηκε το σεντούκι με τις αναμνήσεις, του φανερώθηκαν στην πραγματική τους υπόσταση —την υπαρξιακή κι όχι την ιστορική— τα γεγονότα που έζησε και τον έπλασαν σαν άνθρωπο και χαρακτήρα, αγκαλιά και τότε δεν τα συνειδητοποιούσε. Η πράξη της αφήγησης γίνεται έκτοτε για τον Μάρκες η ανάγκη να διασώσει τα γεγονότα από την λήθη, από τη καθημερινή τριβή, να τα γλυτώσει από τον θάνατο.
 
 Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται τη ζωή του ο Μάρκες είναι η ίδια τεχνική που συνέθεσε τα βιβλία του. Οι εμπειρίες του από τα παιδικά χρόνια, οι πρώτοι έρωτες, η πολυτάραχη εποχή της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας, σε χρόνους τρικυμισμένους για την ιστορία της Κολομβίας κι ολάκερης της Λατινικής Αμερικής, οι περιπλανήσεις του στον κόσμο στους καιρούς της εξορίας, τα πρόσωπα των φίλων του, οι στιγμές της ζωής του, χρωματίζονται με εκείνες τις ντελικάτες αποχρώσεις του απόκοσμου, που δίνει ένα μυθικό βάθος στα γεγονότα και τα καθιστά γοητευτικά, σάμπως να μην είχαν συμβεί. Μοιάζουν και τούτα να βαπτισθεί στα νερά ενός "μαγικού ρεαλισμού", να έχουν ενταχθεί στη μυθιστορηματική γεωγραφία του Μάρκες, στο αρχέτυπο του Μακόνδο, που είναι συνάμα ολάκερος ο κόσμος, μια σαγηνευτική μικρογραφία συμπεριφορών και παθών της ανθρώπινης κοινωνίας.
Γιώργης-Βύρων ΔΑΒΟΣ,  Η ΑΥΓΗ, 31/10/2002

Το εργαστήρι του μυθιστοριογράφου. Η ζωή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Το ιδιωτικό και το δημόσιο

  • Ντάσο Σαλντίβαρ: Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες – Το ταξίδι στην πηγή.
  • Βιογραφία. Μετάφραση: Βέρα Δαμόφλη.
  • Εκδόσεις Α.Α.Λιβάνη 2002, σελ. 703
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντάσο Σαλντίβαρ (Σαν Χουλιάν, Αντιόκια, Κολομβία, 1951), κάτοικος Μαδρίτης και ισπανός υπήκοος σήμερα, φαίνεται ότι γοητεύτηκε, ότι παθιάστηκε, από νωρίς με την προσωπικότητα και το έργο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ώστε έφηβος ων αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία του. Καθώς ομολογεί στον πρόλογο του παρόντος βιβλίου του, που φέρει τον τίτλο Garcia Marquez: El viaje a la semilla - La biografia, άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική του έρευνα με αντικείμενο τον διάσημο συμπατριώτη του σε ηλικία 17 χρόνων ζητώντας πληροφορίες και υλικό από συγγενείς και φίλους, ανάμεσά τους η μητέρα του Μάρκες, τα αδέλφια του, πολλοί συμμαθητές και συμφοιτητές, ο συγγραφέας Αλβαρο Μούτις, ο πιο αγαπητός και στενός φίλος του, και άλλα διακεκριμένα πρόσωπα, όπως ο Κάρλος Φουέντες. Ο ίδιος ο Μάρκες βοήθησε τον θαυμαστή του - έμεινε μαζί του «δύο απογεύματα επί πολλές ώρες» - να τακτοποιήσει και να ξεκαθαρίσει τις μπλεγμένες και ελάχιστα τεκμηριωμένες πληροφορίες για την πρώτη εικοσαετία της ζωής του.

Η βιογραφία, η οποία εκδόθηκε το 1996, αρχίζει πριν από τη γέννηση του Μάρκες, αφού πηγαίνει πίσω στις ρίζες του συγγραφέα (το βιβλίο, εκτός από φωτογραφίες, περιέχει σχέδια εκτός κειμένου και τα δύο γενεαλογικά δέντρα της οικογένειας του βιογραφουμένου), φθάνει δε στα τέλη της δεκαετίας του '60, όταν η έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματος Εκατό χρόνια μοναξιά εκτόξευσε τον συγγραφέα του στα ύψη της δημοσιότητας, χαρίζοντάς του δόξα και πλούτη, ύστερα από χρόνια σχετικής αφάνειας και ανάλογης ένδειας (το 1982 τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας). 

Ο Σαλντίβαρ δεν επιχείρησε απλώς μια λεπτομερειακή εξιστόρηση των συμβάντων της ζωής του μεγάλου δημιουργού, του φιλόδοξου επαρχιώτη που είχε βάλει ως στόχο την κατάκτηση της δόξας, μα ερευνώντας τις πρωταρχικές πηγές της έμπνευσής του θέλησε να μάθει πάνω σε ποια ιστορική, πολιτισμική, οικογενειακή και προσωπική πραγματικότητα οικοδομήθηκε το Εκατό χρόνια μοναξιά, το κορυφαίο έργο του. Ασφαλώς η Αρακατάκα (αυτή του ενέπνευσε το θρυλικό χωριό Μακόντο) είναι η πηγή της έμπνευσής του. Ιδιαίτερα το μεγάλο στοιχειωμένο σπίτι όπου έζησε ως τα 10 του χρόνια μαζί με τον παππού Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες Μεχία και τη γιαγιά Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες, ισπανικής καταγωγής. Αυτοί οι δύο άνθρωποι ανέθρεψαν τον μικρό Γκαμπριέλ λέγοντάς του βιωματικές ιστορίες για μάχες και σκοτωμούς (ο παππούς) και παραμύθια με φαντάσματα και δεισιδαιμονίες (η γιαγιά), δίνοντας τροφή στην αχόρταγη περιέργειά του. 

Τα σημαντικότερα γεγονότα που επέδρασαν στην ψυχοσύνθεση του Μάρκες ήταν τα αιματηρά γεγονότα στην Αρακατάκα το 1928, όταν στη γενική απεργία που έκαναν οι εργάτες στις μπανανοφυτείες της United Fruit Company σφαγιάστηκαν 1.000-1.500 άνθρωποι, ο βιβλικός κατακλυσμός που ακολούθησε το μακελειό, τα ταξίδια με ποταμόπλοιο στον ποταμό Μαγδαλένα, η γνωριμία του με τον μαρξισμό στο λύκειο, η ποίηση του Ρουμπέν Δαρίο, η μοναξιά του τον καιρό της φοίτησής του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μπογκοτά, η δολοφονία του δημοφιλούς πολιτικού ηγέτη Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν το 1948, η διαμονή του επί ένα χρόνο σε έναν οίκο ανοχής, η θητεία του ως ρεπόρτερ και χρονογράφου σε ποικίλες εφημερίδες, το ταξίδι του στη Ρώμη και Ο κλέφτης των ποδηλάτων του Βιτόριο ντε Σίκα, η διαμονή του σε μια σοφίτα στο Παρίσι, η επίσκεψή του στη Μόσχα, το βαλσαμωμένο σώμα του Στάλιν και η απογοήτευσή του από τον υπαρκτό σοσιαλισμό, ο γάμος του με τη Μερσέδες Πάρδο, κόρη φαρμακοποιού, η συμπάθειά του για την κουβανική επανάσταση και η διαμονή του στην Αβάνα, καθώς και οι απόπειρές του να γυρίσει ταινίες στο Μεξικό. Εχοντας στο μυαλό του ένα σωρό πρόσωπα, μύθους, θρύλους, εικόνες, γεγονότα, «το πρόβλημα δεν ήταν για τι πράγμα να γράψει αλλά πώς να το γράψει», κάτι που του πήρε 15 χρόνια για να το μάθει. 

Από τους συγγραφείς και τα λογοτεχνικά έργα που σημάδεψαν περισσότερο τον Μάρκες ήταν κατ' αρχάς το Χίλιες και μία νύχτες, η Αντιγόνη και ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή, τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, ο Κάφκα, ο Προυστ, το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο, ο Ιούλιος Βερν, ο Αλέξανδρος Δουμάς, το Καθώς ψυχορραγώ του Φόκνερ, Η κυρία Ντάλογουεϊ της Βιρτζίνια Γουλφ, το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ, διάφορα αστυνομικά μυθιστορήματα, ο Χέμινγκγουεϊ. Ξαπλωμένος σε μια αιώρα κρεμασμένη από δύο κλαδιά ενός μαγκόδεντρου στις όχθες κάποιου ποταμού ο Μάρκες δεν διάβαζε απλώς, αλλά διέλυε, αποδομούσε κάθε διήγημα, κάθε μυθιστόρημα, ώσπου να ανακαλύψει «τους πολλαπλούς και σύνθετους μηχανισμούς της αφηγηματικής τέχνης», ώσπου να βρει τον τρόπο να γράψει το Εκατό χρόνια μοναξιά, το μεγάλο βιβλίο, το έπος της Λατινικής Αμερικής, το μυθιστόρημα που «θα χώριζε στα δύο την ιστορία της αφηγηματικής τέχνης στην ισπανική γλώσσα». 

Το Ταξίδι στην πηγή ακολουθεί βήμα βήμα τα χνάρια του Μάρκες κατά την περιπλάνησή του στην Κολομβία αρχικά, στον κόσμο στη συνέχεια, όχι μόνο δίνοντας στοιχεία για μια ζωή πλημμυρισμένη με κάθε είδους γεγονότα και συγκινήσεις, μα κυρίως προσπαθώντας να εξηγήσει, να ερμηνεύσει και να τεκμηριώσει το πώς ο μοναχικός νεαρός από την Αρακατάκα, μια κωμόπολη στις ακτές του Ατλαντικού, γιος ενός άσημου τηλεγραφητή - εμπειρικού γιατρού - ποιητή και της κόρης ενός συνταξιούχου στρατηγού, κατόρθωσε να ξεφύγει από τα στενά όρια της χώρας του και να τεθεί επικεφαλής μιας ολιγομελούς ομάδας συγγραφέων που προκάλεσαν τη δεκαετία του '60 τη λογοτεχνική έκρηξη (boom literario) της Λατινικής Αμερικής. 

Το Ταξίδι στην πηγή, ένα γοητευτικό βιβλίο, είναι σημαντικό επειδή αποτελεί και πυξίδα για εκείνους που επιθυμούν να ασχοληθούν με το πολύμοχθο και χρονοβόρο είδος της βιογραφίας, είναι και μια ανατομία της συγγραφικής τέχνης, εισάγει τον αναγνώστη στο εργαστήρι του μυθιστοριογράφου, τον μυεί στα μυστικά του και του δείχνει το πώς ένας προικισμένος γραφιάς και μυθοπλάστης χτίζει σιγά σιγά, λιθαράκι με λιθαράκι, το έργο του χρησιμοποιώντας τα βιώματά του, πολλά λογοτεχνικά έργα, τη μουσική, τη ζωγραφική, την ιστορία, τη μαγεία και κυρίως τη γόνιμη φαντασία του.
  • ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Το ΒΗΜΑ, 12/05/2002