Ο Γιάννης Στεφανίδης είναι ζωγράφος, συγγραφέας. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ, με τον Κ. Παρθένη. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Στην Κατοχή χάραξε σχέδια που κυκλοφόρησαν παράνομα. Τη ζωγραφική την άρχισε ουσιαστικά στους τόπους εξορίας και τη συνεχίζει μέχρι σήμερα. Δουλειά του παρουσίασε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επίσης, εικονογράφησε βιβλία, κυρίως παιδικά (ελληνική μυθολογία κ.ά.). Παράλληλα, αναζητώντας κι άλλους τρόπους έκφρασης, ασχολήθηκε με τη μουσική (κλασική κιθάρα με τον Δ. Φάμπα) και το γράψιμο. Βιβλία του: «Η αγάπη πάει σχολείο» αφήγημα, «Πέτρα κυλισάμενη» μυθιστόρημα, «Ελιξίριο του έρωτα», «αγαπάω...», διηγήματα. Επίσης «Ζωγραφική στην εξορία» και «Γιάννης Στεφανίδης, λευκώματα». Πήρε το Α΄ βραβείο εικονογράφησης, από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (Αθήνα 1999), διάκριση εικονογράφησης Ρ. Ρ. Vergerio (Πάντοβα, Ιταλία 1989), διάκριση χαρακτικής (Κινγκντάο, Κίνα 2000) και Α΄ βραβείο διηγήματος το 2003 από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας είναι μέλος. Επίσης, είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στεφανίδης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στεφανίδης Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Γιάννης Στεφανίδης: "Το καπέλο"
Γρηγοριάδης Κώστας |
Κάπου στα Εξάρχεια είναι μια μικρή πανσιόν. Την εκμεταλλεύεται η βλοσυρή κυρία Πολυξένη Τρικούπη. Είναι η δεύτερη δισεγγονή του Χαρίλαου Τρικούπη, του παλαιού πολιτικού. Η κυρία αυτή μένει στο ισόγειο και νοικιάζει δυο δωμάτια στον απάνω όροφο. Ανεβαίνοντας, βλέπουμε εκεί έναν διάδρομο όπου υπάρχει έπιπλο με κρεμάστρες για να βάζουν οι ένοικοι τα επανωφόρια τους, τα μπαστούνια τους, τις ομπρέλες και τα καπέλα τους.
Η ιστορία μας αρχίζει όταν έφτασε από τη μακρινή Ρωσία ένας εμιγκρές, ο Ιβάν Φεοντόροβιτς. Μόλις μπήκε, τον υποδέχτηκε η μαντάμ Πολυξένη.
-- Ποιος είσθε, παρακαλώ, και τι θέλετε;
Ο ξένος υποκλίθηκε βαθύτατα.
-- Είμαι ο Πρίγκιψ Ιβάν Φεοντόροβιτς Γκουντόρσκι! Ντιώξανε εμένα οι μπολσεβίκοι, και θα ήθελα ένα ντωμάτιο, αν έχετε...
-- Χαίρω πολύ, κύριε Ιβάν, έτσι θα σας λέω σκέτο Ιβάν, τ' άλλα δεν τα μπορώ, και δεν ξέρω τι σόι πρίγκιπας είσθε. Δωμάτιο έχω διαθέσιμο για σας, αλλά να ξέρετε ότι κι εγώ έχω προπάππον τον μεγάλο Ελληνα πολιτικό Χαρίλαον Τρικούπην!
-- Ντεν έχω την τιμήν να γκνωρίζω αυτόν. Ο γκοσποντίν... Τρικούποβιτς κυβερνά ακόμα το Ελλάντα;
-- Τρικούπης, κύριε! Και μάθετε ότι ο πάππος μου απεβίωσεν το έτος 1896, δοξασμένος και τιμημένος από το Εθνος και την Πολιτεία!
Η μαντάμ Πολυξένη οδήγησε τον ξεπεσμένο Ρώσο πρίγκιπα εις τον άνω όροφο.
-- Ιδού, κύριε Ιβάν, το δωμάτιό σας. Είναι πανέμορφο, με δύο μεγάλα παράθυρα με θέα στην πλατεία των Εξαρχείων, έχει ακόμα και λαβομάνο!
-- Το λουτρό πού είναι;
-- Αγαπητέ κύριε, υπάρχει ντους για όλο το κτίριο, που είναι και ό,τι πιο υγιεινό! Το ενοίκιο είναι 95 δραχμές. Και πρέπει να σας δηλώσω ότι εδώ βασιλεύει η Τάξις και η Ηθική, οπότε επισκέψεις γυναικών δεν επιτρέπονται!
-- Χμ, χμ, περίμενα εγκώ κάτι καλύτερο...
-- Γιατί; Μήπως είχατε ωραιότερα δωμάτια εις την Σοβιετία;
-- Είχαμε! είπε εκείνος. Και κάτι ακόμα: Σ' αυτό το πορτ-μαντό θα κρεμάτε το επανωφόρι σας, το μπαστούνι σας και το καπέλο σας. Οφείλω να σας πω ότι στο απέναντι δωμάτιο μένει ένα αντρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Παπαευθυμίου. Είναι και αυτοί της Τάξεως και της Ηθικής! Προπληρώστε μου τον μήνα που τρέχει και καλή διαμονή κύριε, κύριε... «πρίγκιψ!»
-- Σπασίμπα, μαντάμ Πολυξένια...
Και ο γκοσποντίν Φεοντόροβιτς και τα λοιπά, βρέθηκε σ' ένα κρύο δωμάτιο και υγρό ταβάνι.
Ο μουσιού Ιβάν όμως τώρα ένιωσε πείνα φοβερή και γουργουρητό άγριο στο στομάχι του. Είχε πληροφορηθεί ότι κάπου στη Δημαρχία υπήρχε συσσίτιο για τους πρόσφυγες, πρίγκιπες ή μη. Βγήκε φουριόζος αλλά έκανε ένα λάθος: Δεν πήρε το καπέλο του ένα πανάρχαιο «κλακ», αλλά πήρε το καπέλο του γείτονα. (Αυτά τα καπέλα ονομάστηκαν έτσι γιατί έχουν ένα ελατήριο, και ενώ είναι συμπιεσμένα, με τον κατάλληλο χειρισμό ακούγεται ένα «κλακ» και γίνονται ημίψηλα). Αφού έφαγε το μπουλουγούρι που το πρόσφερε ο Δήμος, ανέβηκε στο διάδρομο και πήγε να κρεμάσει το καπέλο του. Τότε όμως είδε ότι φορούσε ξένο καπέλο, αλλά και το δικό του έλειπε απ' την κρεμάστρα. Και χτύπησε διακριτικά την πόρτα.
-- Μουσιού Παπαεφτυμίου, ζητώ από εσάς συγκνώμη. Είμαι ο νέος γκείτονας και πήρα κατά λάθος καπέλο σας. Σας το επιστρέφω και, παρακαλώ, ντώστε μου το ντικό μου!
Ο Παπαευθυμίου τότε βγάζει δύο καπέλα.
-- Κοιτάξτε, το δικό μου το έχετε εσείς, μου το δίνετε παρακαλώ; Σας επιστρέφω το δικό σας και ποιο είναι;
-- Αυτό το κλακ.
-- Ναι αλλά τώρα περισσεύει ένα καπέλο. Για έλα δω, ρε γυναίκα, αυτό το καπέλο τίνος είναι, μου λες; με πόσους με απατάς; Μ' αυτόν τον μπάρμπα δεν το πιστεύω, αποκλείεται!
-- Συγκνώμην, μουσιού ντεν είμαι μπάρμπα, είμαι πρίγκιψ!
Κι εσένα, μωρή, θα σε σκοτώσω μαζί με τον εραστή σου!
Και η μαντάμ Πολυξένη που άκουσε τη φασαρία και ανέβηκε επάνω, άρχισε να φωνάζει:
-- Ωστε έτσι, μωρή Παπαευθυμίου, κι εγώ που νόμιζα πως είσαι της Τάξεως και της Ηθικής!
-- Το καπέλο μου, μουσιού, ντεν μου το ντώσατε, σκούζει ο γκοσποντίν Ιβάν.
-- Το καπέλο σου θέλεις, πάρ'το!
Και ο απατημένος ανοίγει το παράθυρο και το πετάει στην αλάνα.
Ο «πρίγκιψ» ακόμα το ψάχνει...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009
Γιάννης ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ: Ο Καπετάνιος
Ο Καπετάνιος
Στα καΐκια, τ' αραγμένα, τα δεμένα,
στα καΐκια, που δεν πάνε πουθενά
θα μπούμε να γυρίσωμε τα ξένα.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Ενας ναυτικός, ένας καπετάνιος που όργωσε όλους τους ωκεανούς κι όλες τις θάλασσες, που ήπιε τεκίλα στο Μεξικό, ουίσκι στη Σκοτία, μπίρα στη Βρέμη, σαμπάνια στη Μασσαλία, ε τότε, πώς μπορεί να βολευτεί με ρετσίνα από τα Σπάτα; Ο ναυτικός που θαλασσοπνίγηκε στην Παταγωνία κι όμως σώθηκε, που ένας κυκλώνας τον έριξε στην Ανταρκτική και πάλι σώθηκε, που βρέθηκε στο τρίγωνο των Βερμούδων και δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω, κι όμως πάλι γλίτωσε, τι θάρρος λιονταρίσιο πρέπει να 'χει; Το σκαρί του, το βαπόρι του, ένα πλοίο με πανιά, κατασκευή του περασμένου αιώνα, αναπαύεται από καιρό σε μια παχιά αμμουδιά της Νέας Ζηλανδίας. Γλάροι τώρα κουρνιάζουν στα ξάρτια του, και χταπόδια κι άλλα αφρόψαρα μπαινοβγαίνουν στα φινιστρίνια του από τη μεριά της θάλασσας...
Κι αυτός ο θαλασσόλυκος κάθεται τώρα σ' ένα σπιτάκι στην Ανω Γλυφάδα, κι όλο ψάχνει με τα κιάλια τον Σαρωνικό. Τη βεράντα του την έχει διαμορφώσει σε πλώρη πλοίου με γέφυρα όπου υπάρχει πηδάλιο, το παραδοσιακό το στρογγυλό με τα χερούλια. Εχει ακόμα την απαραίτητη πυξίδα και η άγκυρα είναι φουνταρισμένη βαθιά στον κήπο του, ανάμεσα σε μαρούλια και κολοκυθάκια... Αλλ' αυτός δεν μπορεί να μην ταξιδέψει, βλέπει τον Σαρωνικό και φωνάζει:
-- Λοστρόμε, είμαστε στον Ατλαντικό, στη θάλασσα των Σαργάσσων, κάλεσε όλο το τσούρμο στην κουβέρτα, άφησε μόνο τον μεγάλο φλόκο και τον παπαφίγκο! Οι θερμαστές να ρίχνουν συνέχεια κάρβουνο στους λέβητες, να ξεκολλήσουμε απ' αυτή την καταραμένη θάλασσα. Κι αν σωθεί το κάρβουνο ρίξτε ό,τι καίγεται, τραπέζια καρέκλες κι ό,τι ξύλινο υπάρχει να φύγουμε από δω, γιατί θα μας ρουφήξει ο ωκεανός!
Εν τω μεταξύ, έρχεται η κυρά του, η καπετάνισσα:
-- Γαβρίλο. Σου έφερα τον καφέ σου και το παξιμαδάκι σου!
-- Τι παξιμαδάκια και πράσιν' άλογα μου κοπανάς, εδώ βουλιάζουμε, το κατάλαβες;
Η καπετάνισσα κάνει το σταυρό της και φεύγει...
Αυτός όμως τώρα φωνάζει:
-- Ολο το πλήρωμα στην κουβέρτα, ρίχτε τις άγκουρες, τώρα είμαστε στον Περαία, επιτέλους σωθήκαμε!
-- Τις άγκουρες, καπετάνιο, τις έχουμε ρίξει από πέρυσι, απαντά το ανύπαρκτο τσούρμο.
-- Δεν ξέρω τι θα κάνετε, έχουμε κι άλλες άγκουρες, μαζέψτε τον φλόκο και τον παπαφίγκο, σία κι αράξαμε!
Ετσι ο καπετάν Γαβρίλος ταξιδεύει σε θάλασσες και ωκεανούς με το χτισμένο στην Ανω Γλυφάδα «πλοίο» του. Αλλά το καμάρι του, το παλιό κι αγαπημένο του καράβι αναπαύεται στην παχιά αμμουδιά της Νέας Ζηλανδίας... Δε θα ξανανεβεί ποτέ στη γέφυρά του να το κουμαντάρει όπως παλιά, κι ούτε θα προστάξει το τσούρμο για άγκουρες, φλόκους και παπαφίγκους, ποτέ πια, ποτέ!
Σάββατο 30 Μαΐου 2009
Γιάννη ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ: Η οικιακή βοηθός...
Η οικιακή βοηθός...
Ολα πήγαιναν καλά και με τους γείτονες, τους Τούρκους, μιλούσαν, είχαν καλές σχέσεις, ακόμα και επισκέψεις έκαναν μεταξύ τους σε ονομαστικές γιορτές ή γενέθλια...
Και ξαφνικά τι έγινε και ξέσπασε το κακό; Κάποιοι, δεν ξέρουμε ποιοι, έβαλαν φωτιά ή βόμβα στο σπίτι της Θεσσαλονίκης που έμενε παλιά ο Κεμάλ Ατατούρκ! Την άλλη μέρα το πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, γίνεται έξω μεγάλη φασαρία, ακούγονται βρισιές, «άπιστοι, θα πεθάνετε!». Πάει η μητέρα, η Μαρίκα, στο παράθυρο και τι να δει: Οχλος από Τούρκους εξαγριωμένους σπάει το αντικρινό ελληνικό μαγαζί, με ψυγεία, κουζίνες κλπ., το καταστρέφει φωνάζοντας: Γιατί, ωρέ γκιαούρηδες, δε σεβαστήκατε τον πατέρα μας, τον δοξασμένο Κεμάλ; Κι όλα τα εμπορεύματα φορτώνονται σε φορτηγά κι εξαφανίζονται!
-- Κωνσταντίνε, παιδιά, φωνάζει η Μαρίκα, βλέπετε τι γίνεται; Να σωθούμε εμείς, τουλάχιστον! Στο πατάρι όλοι να κλειδαμπαρωθούμε, ώσπου να περάσει η μπόρα και να δούμε τι θα κάνουμε!
Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, όλη η οικογένεια ξεκίνησε για τη μεγάλη περιπέτεια: Την αναχώρηση για την Ελλάδα...
Να περάσουν τα σύνορα κανονικά δεν ήταν δυνατό.
-- Αντρα μου, και καλά μου παιδιά, ας πετάξουμε ό,τι μας βαραίνει, ακόμα και τα τρόφιμα, λέω να περάσουμε τον Εβρο κολυμπώντας, εδώ που είναι μικρό το πλάτος του, κολύμπι ξέρουμε όλοι μας, κι ο Θεός βοηθός! Τον πέρασαν τον ποταμό, μα το αντρόγυνο έχασε στο νερό τα παπούτσια του, κι έτσι έφτασαν στην Ελλάδα ξυπόλυτοι!
Τώρα η Μαρίκα δουλεύει σαν οικιακή βοηθός, δηλαδή παραδουλεύτρα. Ο άντρας της, αν και γραμματιζούμενος, κάνει κάνα - δυο μεροκάματα τη βδομάδα σε μια οικοδομή. Το υπόγειο που μένουν έχει νερό, μα δεν έχει φως...
Πέρασε ένας χρόνος.
-- Κωνσταντίνε, του λέει ένα βράδυ η Μαρίκα μετά το φαγητό, πρέπει ν' αγοράσουμε ένα σπίτι, ένα σπίτι δικό μας, να έχουμε βρέξει - χιονίσει ένα κεραμίδι, που λένε, πάνω απ' το κεφάλι μας...!
-- Μα πώς, βρε γυναίκα, εγώ σταθερή δουλειά δεν έχω και με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα..!
-- Κοίταξε, Κώστα, έχω ένα μικρό κομπόδεμα, μερικές χιλιάδες δραχμές, τα μάζεψα λίγα λίγα, κρυφά από σας, γιατί εσείς όλο να ζητάτε ξέρετε...
-- Ναι, αλλά αυτό, Μαρίκα μου, είναι θηλιά στο λαιμό μας. Αν μας τύχει κάποια αναποδιά και δεν πληρώσουμε τις δόσεις, χάνουμε και το σπίτι, χάνουμε κι όσα λεφτά δώσαμε!
-- Κώστα, άσε με ήσυχη, ξέρω τι κάνω, άμα δεν τολμήσουμε, δεν θα κάνουμε τίποτα στη ζωή μας... Θα ζούμε πάντα μια ζωή στερημένη και μίζερη, αυτή που ζούμε και τώρα. θυμάσαι που ήρθαμε ξυπόλυτοι εδώ; Κι όμως, τώρα έχουμε τουλάχιστον τα απαραίτητα!..
Τώρα, η οικογένεια μένει στο Περιστέρι σ' ένα μικρό δυάρι μιας πολυκατοικίας.
Μείνανε, βέβαια, κάνα μήνα χωρίς δουλειά κι είπανε το ψωμί ψωμάκι, ώσπου η Μαρίκα πήρε το πρώτο της μεροκάματο, 35 ολόκληρες δραχμές! Πήγε σπίτι χαμογελαστή, φορτωμένη με τα απαραίτητα, ψωμί, τυρί, ελιές, λαχανικά και αυγά. «Με τόση ακρίβεια στην αγορά, πώς να πάρω τίποτα παραπάνω;». Στο σπίτι που δουλεύει μένει ένα αντρόγυνο, γέρος και γριά, την αγαπάνε και τους αγαπάει. Της δίνουνε ακόμα ρούχα που περισσεύουν, και πότε πότε μερικά τρόφιμα.
-- Κώστα, δεν πρέπει να πάρουμε κι εμείς ένα αμάξι, ένα αυτοκίνητο, όλοι, σχεδόν έχουνε...
-- Ναι, Μαρικάκι μου, χρειαζούμενο είναι, σκέφτηκες, όμως, πώς θα το πληρώσουμε;
-- Θα το πληρώσουμε, μην ανησυχείς, βρήκα κι άλλο ένα σπίτι, άντρα μου. Εξάλλου κι εσύ δουλεύεις...
- Ναι, δε λέω, δουλεύω, όμως δεν έχει δουλειά και κάθε μέρα...
Το πήρε το αμάξι η κυρά Μαρίκα. Μικρό, φτηνό, αλλά εμφανίσιμο, όμως μεταχειρισμένο. Κι από τα χιλιόμετρα που δείχνει το κοντέρ, θα μπορούσε να έχει κάνει το γύρο της Γης 3 φορές!
Στη γειτονιά, στο διπλανό σπίτι, μένει ένα αντρόγυνο. Με την γειτόνισσα, την κυρά Χρυσούλα, είχανε γίνει φίλες. Ο άντρας εργάτης, η κυρά Χρυσούλα είναι οδηγός ταξί, δηλαδή ταξιτζού!
Αρρώστησε, όμως, η γυναίκα και σταμάτησε τη δουλειά, και τα έξοδα μεγαλώσανε, γιατροί, φάρμακα...
Μια μέρα που η κυρά Μαρίκα πήγε στο νοσοκομείο να δει πώς πάει η υγεία της φίλης της και να της κάνει παρέα, της λέει εκείνη:
-- Βρε Μαρικάκι μου, δεν παίρνεις το αμάξι μου, το ταξί - ξέρω, είσαι μια οδηγός πάρα πολύ καλή και στο εμπιστεύομαι - κι όποτε ευκαιρείς να κάνεις μερικές κούρσες, θα σου δώσω την άδεια και το δίπλωμά μου... Μοιάζουμε αρκετά, τα μαλλιά σου θα φτιάξεις λίγο σαν τα δικά μου, τι λες, γίνεται τίποτα;
-- Οσο γι' αυτό, αν κι είναι παράνομο, θα το κάνω για το χατίρι σου. Εξάλλου δεν κλέβουμε κανένα, μια δουλειά είναι κι αυτή!
Εκατσε το λοιπόν η κυρά Μαρίκα στο τιμόνι κι άρχισε τη δουλειά. Επαιρνε και συνταξιδιώτες κάποια γριούλα ή ένα γεροντάκι να μην περιμένουν μες στο κρύο, και κάθε βράδυ πήγαινε την είσπραξη στη φίλη της τη Χρυσούλα κι εκείνη ήθελε να της δώσει τα μισά.
-- Οχι, δεν τα θέλω Χρυσούλα μου, αυτά είναι όλα δικά σου, για να γίνεις καλά!
Η κυρά Χρυσούλα δάκρυσε, φιληθήκανε, κι η Μαρίκα της ευχήθηκε και πάλι περαστικά κι έφυγε.
Η Μαρίκα δούλεψε έτσι κάπου δυο μήνες, ώσπου να γίνει η φίλη της καλά. «Μάθε τέχνη κι άστηνε», είπε μέσα της.
Ηρθε το πρώτο γραμμάτιο και πληρώθηκε. Τα παλιά έπιπλα πετάχτηκαν, σπασμένα κρεβάτια, κουτσές καρέκλες, κι ήρθαν καινούργια. Το ένα κορίτσι γράφτηκε στην έκτη Γυμνασίου, και το άλλο δουλεύει σ' ένα σούπερ μάρκετ.
Ομως, όταν ήρθε κάποιο άλλο γραμμάτιο, λεφτά δεν υπήρχαν...
-- Και τώρα, τι κάνουμε, Μαρικάκι μου; Δεν στο 'λεγα εγώ πως το χρέος είναι θηλιά στο λαιμό μας;
Ασε με ήσυχη, Κωστή, κάτι θα σκεφτώ...
-- Σκέφτεται, σκέφτεται, μα δε βρίσκει τίποτα, ήταν όμως αυτή τη μέρα τυχερή, μα και τολμηρή. Περνώντας απ' την οικοδομή να δει αν δουλεύει ο άντρας της σήμερα, τον βρίσκει εκεί και, εντάξει, αυτός δούλευε, όμως, ο εργάτης που ήτανε στο κομπρεσέρ χτύπησε με το μηχάνημα άσχημα στο πόδι του, κι έτσι η δουλειά σταμάτησε.
-- Εγώ, λέει στον εργολάβο!
-- Ασε με ήσυχο, κυρά μου, της λέει κι αυτός. Εσύ να πλένεις πιάτα, να ράβεις και να κεντάς, αυτό είναι αντρική δουλειά!
Δώσ' μου το, σε παρακαλώ, και θα δεις... Και, χωρίς να περιμένει την άδεια, άρπαξε τα κομπρεσέρ και, τα-τα-τα-τα, σπάει το βράχο!
-- Μπράβο, κυρά μου, θα δουλέψεις...
Και το μεροκάματο, μάστορα, πόσο;
-- Μη ζητάς και πολλά. 45 ευρώ, και χωρίς ένσημα. Αργότερα, βλέπουμε.
-- Εντάξει, κύριε, θα έρχομαι κάθε μέρα, μέχρι να γίνει καλά ο εργάτης σας.
-- Αυτόν ξέγραφτον, είναι για το νοσοκομείο!
-- «Ενσημα εσύ δε δίνεις, οι γέροι δεν μπορούνε, εγώ τι σύνταξη θα πάρω;», σκέφτηκε αγαναχτισμένη η Μαρίκα.
Κι έτσι η κυρά Μαρίκα αποφάσισε να πηγαίνει στους γέρους της και σε άλλα δυο σπίτια που έχει ακόμα το απόγεμα, ενώ το πρωί πάει στην οικοδομή. Το γραμμάτιο σε μια βδομάδα πληρώθηκε!
- Είδες Κωνσταντίνε, που φοβόσουνα;
- Ναι, αλλά, Μαρίκα μου, αν δεν χτυπούσε εκείνος ο εργάτης...
- Τι αφού και ξαφού, το χρέος πληρώθηκε. Ασε με ήσυχη επιτέλους!...
* Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο του Γ. Σ. με τίτλο «Αφήστε με ήσυχο...», που θα εκδοθεί προσεχώς.
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
6/7/2008
-- Τραγέλαφος
18/5/2008
-- Ρέμα μπροστά, πίσω γκρεμός...
5/1/2008
-- Δυο φλιτζάνια καφέ
7/5/2006
-- Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια...
25/6/2000
-- Νίτσα και Μάχη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)