Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήτσου Ανδρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήτσου Ανδρέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ

O Aνδρέας Mήτσου κατάγεται από την Aμφιλοχία. Έχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Έχει εκδώσει επτά συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και μία νουβέλα. Tο μυθιστόρημά του Tα ανίσχυρα ψεύδη του Oρέστη Xαλκιόπουλου τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. H συλλογή διηγημάτων του Σφήκες απέσπασε το Bραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Aκαδημίας Aθηνών το 2002. Tο 2007 η νουβέλα του O κύριος Eπισκοπάκης τιμήθηκε με το Bραβείο Aναγνωστών (EKEBI - EPT), ενώ την επόμενη χρονιά διασκευάστηκε για το θέατρο από τον ίδιο τον συγγραφέα και ανέβηκε στο «104 Kέντρο Λόγου και Tέχνης» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Mάινα. Έργα του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Eργάζεται ως καθηγητής, φιλόλογος, στη δημόσια μέση εκπαίδευση.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ: «Ο δημιουργός πρέπει να έχει αρμονία με τον εαυτό του»


  • Ανδρέας Μήτσου
  • Ο αγαπημένος των μελισσών
  • εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 172
Μια συζήτηση με ένα συγγραφέα όπως είναι ο Ανδρέας Μήτσου είναι από μόνη της μια ολόκληρη σπουδή στις σχέσεις, την αύρα των ανθρώπων όταν συναντιούνται, το χρόνο και την ιστορία. Το δημοσιογραφικό κείμενο όταν αποκρυσταλλώνεται ξάφνου φαντάζει λειψό μπροστά στις φωνές, τις παύσεις και το βλέμμα που ταξιδεύουν στη μνήμη μου από εκείνη τη συνάντηση. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι από μόνη της ένα μάθημα απώλειας. Πάντα κάτι χάνεις από την ολότητα που αισθάνεσαι ότι κατέκτησες στο νου σου, ιδίως όταν συναντιέσαι με σημαντικούς ανθρώπους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ανάμνηση ή οι λέξεις δεν θα διατηρήσουν στο χρόνο κάτι από αυτό που διαμείφθηκε, μεταδίδοντάς το σαν αεράκι και προίκα στους αναγνώστες που τον αναζητούν.
  • Μετά τον «Κύριο Επισκοπάκη» μας χαρίσατε τον «Αγαπημένο των μελισσών». Τι ανταπόκριση έχει;
Πάει πολύ καλά, δεν έχω παράπονο. Περιέργως είναι και best seller· ξέρεις, όμως, αυτό καμιά φορά το βλέπουν ύποπτα. Όταν προτάθηκε ο «Κύριος Επισκοπάκης» για το βραβείο αναγνωστών, και μετά που το κέρδισε, έφτασε να πουλήσει 21.000 αντίτυπα πραγματικά, όχι πλασματικά. Αυτό μου το καταλόγισαν, με κατηγόρησαν κάποιοι ότι μαζικοποιήθηκα.
  • Ο «Αγαπημένος των μελισσών» έχει βασιστεί πάνω στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρχουν στη γη ταυτόχρονα δύο ίδιοι άνθρωποι. Το πιστεύετε αυτό;
Βέβαια. Ο Πλάτωνας μιλάει για την πρωθύστερη μνήμη, που αποδείχθηκε ως κυτταρική δομή πια. Δηλαδή η υπόθεση της κυτταρικής δομής που μελετά η επιστήμη παραπέμπει σε αρχέγονη μνήμη.
  • Πώς σας ήρθε η έμπνευση;
Το βιβλίο ξεκινά με έναν τύπο που κάνει μπάνιο στη θάλασσα, επιτίθεται σε κάποιον και τον συλλαμβάνει η Αστυνομία, και ολοκληρώνεται τη στιγμή που αφήνεται ελεύθερος. Ο αναγνώστης, για να δει όλη αυτή την γκάμα, πρέπει να το διαβάσει προσεκτικά. Ο αφηγητής, ο συγγραφέας, ή εγώ, το διαφοροποιώ γιατί άλλο ο ένας, άλλο ο άλλος, στην ηλικία των 59 ετών κάνει μπάνιο στη θάλασσα όντας πολύ ευτυχής. Βρίσκεται σε συνάντηση με τον αυθεντικό του εαυτό, αισθάνεται πλήρης και, ενώ έχει πιάσει πολύ καλή επαφή με το μεδούλι του κορμιού του και τους χυμούς του, ξαφνικά βλέπει μπροστά του έναν ανέμελο τύπο, 20 χρόνια νεότερό του, με τη γυναίκα και το παιδί του, να είναι πανευτυχής, να γελάει θορυβωδώς. Τότε συνειδητοποιεί ότι εκείνος δεν είχε ποτέ αυτή την ανεμελιά. Τρελαίνεται, λοιπόν, στην ιδέα ότι η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται στην ελαφρότητα και ότι η αρχή της σκέψης είναι η αρχή της σήψης, που λέει και ο Καμί. Αμέσως το μυαλό του κάνει μια διαστροφική παρέκκλιση, σκέφτεται ότι αυτός που είναι τόσο ευτυχισμένος θα μπορούσε να του μοιάζει, και τότε σκέφτεται όχι θα μπορούσε, του μοιάζει. Ένιωσε ότι είναι ο σωσίας του 20 χρόνια νεότερος σε ηλικία και μέγεθος. Εγώ παίζω γενικά με τα μεγέθη και την ηλικία. Σκέφτεται τότε ότι, αφού είμαστε ίδιοι, ο ένας από τους δυο περισσεύει, γιατί νομοτελειακά δεν χωράνε δύο σε κανένα πράγμα. Το καθένα εξυπηρετεί ένα σκοπό, σε βασικές αρχές φιλοσοφικής, ιδιαίτερα προσωκρατικής θεώρησης.
  • Πέρα από τις γνώσεις και τα ενδιαφέροντά σας για τη φιλοσοφία, εστιάζετε στα κείμενά σας σε τέτοια θέματα γιατί προφανώς και στη ζωή σας εκεί πέφτει η ματιά σας...
Όλη η ιστορία μου αυτή είναι. Η αντίληψη ότι ευτυχισμένα ζει αυτός που ζει ανάλαφρα και ότι ο χαρούμενος πρέπει να βγει από τη μέση. Υπάρχει με βεβαιότητα μια πρωτογενής μοχθηρία και ζήλια για τον άλλον, τον διαφορετικό. Έτσι ο ήρωας με σημείο προσέγγισης το 60ό έτος της ζωής του αποφασίζει ότι κάτι πρέπει να κάνει για να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Έτσι στήνεται η μυθοπλασία. Το βαθύτερο νόημα είναι ο φόβος και ο τρόμος ενός ανθρώπου να μη μεγαλώσει άλλο. Επίσης, θέλει να δικαιώσει τη ζωή που δεν έζησε. Εγώ ταυτίζομαι και με το Σουηδό και με τον νεαρό.
  • Και με την εγγονή ταυτίζεστε. Υπάρχει εγγύτητα στα πρόσωπα...
Θαυμάσια παρατήρηση. Φυσικά ταυτίζομαι, αφού τα τρία πρόσωπα είναι σαν ένα.
  • Ενώ παρεμβάλλονται στο βιβλίο φιλοσοφικές θεωρίες, σκέψεις για το χρόνο και την ταυτότητα, αρχαία ελληνικά δράματα, όπως είναι η ιστορία του Οιδίποδα, εντούτοις το κείμενο ρέει και δεν είναι καθόλου διδακτικό και δοκιμιακό. Είναι μια κατάκτηση, μια σπουδή αυτό...
Σε αυτό μπορώ να απαντήσω με τα λόγια του σπουδαίου συγγραφέα Μπεράτη, που λέει «Κανείς δεν ξέρει πόσο παιδεύτηκα για να φαίνεται πως δεν παιδεύτηκα καθόλου». Για να σε «ρίξω», πρέπει να σε πείσω. Και για να σε πείσω, πρέπει να καταδυθείς στον κοινό μας κώδικα. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάτι κοινό στο βάθος, μια επιθυμία, μια νοσταλγία, ένα όραμα... Αυτή η διεργασία γίνεται με το γλωσσικό όργανο. Είναι σπουδαία η λειτουργία της γλώσσας.
  • Η γλώσσα είναι η απελευθέρωσή μας και η φυλακή μας.
Είναι ακριβώς έτσι. Αλλά ως λογοτέχνης την αναζητώ, θέλω το ρυθμό της, τα νοήματά της. Η αφήγηση πρέπει να είναι διακριτική, στα όρια της αφέλειας, γιατί το δήθεν φαίνεται.
  • Ένας ελαφρύς, χαρούμενος άνθρωπος μπορεί να γίνει δημιουργός;
Θα σου φανεί περίεργο αυτό που θα σου πω, αλλά εγώ πιστεύω ότι μόνο αυτός που έχει αρμονία με τον εαυτό του, βιώνει δηλαδή μια ικανοποίηση, μπορεί να γίνει δημιουργός. Βέβαια, η διαδικασία της γραφής είναι μια διαπάλη, αλλά δεν πιστεύω ότι όποιος είναι σε βαθιά μιζέρια και διχοστασία μπορεί να δημιουργήσει. Ο δημιουργός απαιτεί στοιχειώδη συνοχή.
  • Οι μύθοι διατηρούν πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στα κείμενά σας.
Οι μύθοι είναι μεγάλη υπόθεση. Μεταφέρουν όχι μόνο το συλλογικό ασυνείδητο αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ. Στο μύθο παίζεται ένα μαγικό παιχνίδι αποπλάνησης. Θέλεις να σου παραδοθεί ο άλλος για να ακούσει τον ουσιώδη λόγο σου, ο οποίος είναι ουσιώδης και για τον άλλο όταν συναντήσεις τον πραγματικό εαυτό σου. Έχει έναν ωραίο στίχο ο Σικελιανός: «πιο βαθιά από το πηχτό το αστρόφως κρυμμένος σαν αετός με περιμένει εκεί όπου ο θείος αρχίζει ζόφος ο πρώτος μου εαυτός».
  • Πέρα από τα μυθιστορήματα που γράφετε είστε και καθηγητής δημιουργικής γραφής. Ποιοι ενδιαφέρονται να εκφραστούν μέσα από τη συγγραφή;
Στην αρχή φανταζόμουν ότι οι περισσότεροι που πάνε σε τέτοια προγράμματα είναι συνήθως αυτό που λέμε ψώνια. Στην πορεία, βέβαια, διαψεύστηκα. Συνάντησα πολύ ευαίσθητους και ενδιαφέροντες ανθρώπους -σχεδόν όλες γυναίκες-, που κάτω από το συντηρητισμό τους μπορούν να σου δώσουν την ψυχή και το σώμα τους.
  • Πάντως η επικράτηση των γυναικών είναι δεδομένη. Οι άνδρες πού βρίσκονται;
Οι άνδρες καταντούν μετά από κάποια ηλικία ρηχοί και ανοργασμικοί. Είναι πάρα πολύ μεγάλο βάσανο το ανδρικό πρότυπο όπως το πλάθουν. Δεν μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες τους, δεν μπορούν να διεκδικήσουν τη σεξουαλικότητά τους, δεν μπορούν να χαρούν. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να δικαιολογήσουν οικονομικά την παρουσία τους.
  • City Press, 23/07/2010

Υπαρξιακός τρόμος

  • Ανδρέας Μήτσου
  • Ο αγαπημένος των μελισσών
  • εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 172
Πριν από εννέα χρόνια, ο αφηγητής ενός διηγήματος του Ανδρέα Μήτσου αγαπούσε τις σφήκες, τώρα, ο ήρωας του καινούριου βιβλίου του είναι ο αγαπημένος των μελισσών. Οι συγγραφικές εμμονές παραμένουν οι ίδιες, οι ιστορίες, όμως, αλλάζουν άρδην. Το πρόσφατο είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα, που αναπτύσσεται σε έκταση νουβέλας, όπως και το προ τριετίας βιβλίο του, «Ο κύριος Επισκοπάκης». Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το παλαιότερο νουβέλα, ενώ το πρόσφατο, μυθιστόρημα. Οπως, όμως, και να τα χαρακτηρίζει, στα δυσδιάκριτα όρια μακροσκελούς διηγήματος, νουβέλας και σύντομου μυθιστορήματος εμπίπτουν ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία με θέμα τον υπαρξιακό τρόμο. Πάνω στον τρόμο που φέρνουν, προϊόντος του χρόνου, η ηλικία και το συνοδευτικό ρίγος του θανάτου, υφαίνεται η καινούρια μυθοπλασία του Μήτσου. Ταυτόχρονα, όμως, η μυθοπλασία παρουσιάζεται ως γέννημα αυτού του τρόμου, καθώς ο συγγραφέας εμφανίζεται αυτοπρόσωπος και εξομολογητικός εντός της. Συγκεκριμένα, σε ένα υποκεφάλαιο του τέταρτου μέρους του μυθιστορήματος περιγράφεται μια νύχτα αϋπνίας του συγγραφέα. Ακριβέστερα, πρόκειται για μια περσόνα του συγγραφέα, την οποία σκόπιμα προβάλλει ώστε να γειώσει στον τόπο και στον χρόνο μια μυθοπλασία εξαιρετικά ευφάνταστης σύλληψης. 

Εκεί, η εμπειρία του βασανιστικά αργού χρόνου που μένει κάποιος ξαπλωμένος αδυνατώντας να κοιμηθεί ή, κι αν αποκοιμηθεί, λαγοκοιμάται, κατακλυζόμενος από εφιαλτικά όνειρα, αποκτά αυτοτέλεια διηγήματος με υπερρεαλιστικές αναλαμπές. Ιδιαίτερα προς το τέλος, όταν ο συγγραφέας αρχίζει να παλεύει με «τον μαύρο σκύλο» του άγχους, που του ρουφάει το μυαλό, αφήνοντας μόνο το μεδούλι της εμμονής. Ο συγγραφέας διάγει το 59ο έτος της ηλικίας του και μπροστά του ορθώνεται απειλητικό το κατώφλι της γεροντικής ηλικίας, το οποίο, σχηματικά και στρογγυλεμένα, είθισται να ορίζεται στα 60. Καταποντιζόμενος στον πανικό της ηλικίας, ανακαλεί στη μνήμη του την εικόνα του άντρα, που κολυμπούσε το απόγευμα δίπλα του. Είναι τουλάχιστον είκοσι πόντους ψηλότερος και κατά είκοσι χρόνια νεότερος. Οπως και στο παλαιότερο διήγημα, «Σφήκες», οι δύο εμμονές παρουσιάζονται μαζί, σαν σοφιλιασμένες, στο υποσυνείδητο. Ως κατάλοιπο της εφηβείας εμφανίζεται το ελλειμματικό μπόι, ενώ η εμμονή της ηλικίας έρχεται και προστίθεται με την ωριμότητα. Ο φθόνος για τον νεότερο και πιο ρωμαλέο άντρα ξυπνάει πρωτόγονα ένστικτα. Αισθάνεται έτοιμος ακόμη και για φόνο. 

Ο συγγραφέας, όταν ξανασυναντάει τον κολυμβητή στην παραλία, προφανώς, δεν τον σκοτώνει. Μην μπορώντας να συγκρατήσει τη μοχθηρή του διάθεση, του επιτίθεται. Το μόνο, όμως, που καταφέρνει, είναι μια απόπειρα βιαιοπραγίας, καθώς ο άλλος, λόγω σωματικών προσόντων, τον ακινητοποιεί και τον παραδίδει στην αστυνομία. Αυτή η σκηνή, έκτασης μόλις μιας σελίδας, τοποθετείται ως πρόλογος του μυθιστορήματος. Ενώ η έκβαση του ατυχούς συμβάντος παίρνει θέση επιλόγου. Ο φόνος, ωστόσο, που δεν λαμβάνει χώρα στην πραγματικότητα, συντελείται στο μυθιστόρημα που γράφει ο συγγραφέας για να εκτονώσει την οργή του. Αυτό, άλλωστε, είναι το μεγάλο ατού των συγγραφέων. Η ατιμωρητί δραματοποίηση των φαντασιώσεών τους. Στην παραλία Γρίμποβο της πόλης της Ναυπάκτου, στην οποία κολυμπούσε ο συγγραφέας, ξεκινάει το μυθιστόρημα. Ο ήρωας του μυθιστορήματος, που κολυμπάει εκεί, διάγει κι αυτός το 59ο έτος της ηλικίας του. Δεν είναι Ελληνας, αλλά Σουηδός και το ύψος του ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Δίπλα του κολυμπάει ένας Ελληνας, τουλάχιστον είκοσι χρόνια νεότερος και είκοσι πόντους κοντύτερος. Παρ' όλα αυτά, ο Σουηδός αναγνωρίζει στον Ελληνα τον νεαρότερο εαυτό του. 

Οπως παρατηρούσαμε πρόσφατα, με αφορμή το νεοανακαλυφθέν μυθιστόρημα του Ψυχάρη, οι νάρκισσοι συγγραφείς συνηθίζουν να προβάλλουν εαυτούς στους ήρωές τους. Και όταν δεν χωρούν σε έναν ήρωα, μοιράζουν τα σουσούμιά τους σε δύο ή και περισσότερους. Αυτό, ακριβώς, κάνει και ο συγγραφέας του παρόντος μυθιστορήματος. Τη ζηλόφθονη πλευρά ενός που έχει αρχίσει να γερνάει, τη διοχετεύει στον Σουηδό, ενώ την ανέμελη και ερωτική ενός παλαιότερου εαυτού του, μαζί με τον σωματότυπό του, τον οποίο, παρά τα συμπλέγματά του, έχει περί πολλού, στον Ελληνα. Το στοιχείο της ομοιότητας που εισάγει ο Μήτσου, παραπέμπει στη συνειδητοποίηση του εαυτού μας μέσα από τα κατοπτρικά του είδωλα και συνιστά ένα από τα αγαπημένα του θέματα, ήδη από τον καιρό που έγραφε τις «Σφήκες». 

Ο Σουηδός έχει μόλις χάσει τη γυναίκα του. Η συνάφεια με τον θάνατο λειτουργεί ως υπενθύμιση πως πλησιάζει και ο δικός του θάνατος. Καίτοι υγιής, το μέσο προσδόκιμο όριο επιβίωσης δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αισιόδοξες σκέψεις. Ζητά απεγνωσμένα παράταση χρόνου και την ευκαιρία για μια καινούρια αρχή. Με άλλα λόγια, περνά μια σοβαρή κρίση ηλικίας. Σε ανάλογες περιπτώσεις, άλλοι ταξιδεύουν, άλλοι αποκτούν μια νεότερη σύντροφο, ενώ όσοι μπορούν δοκιμάζουν και τα δύο. Εδώ, ο έρωτας δείχνει σαν μια εξευγενισμένη μορφή βαμπιρισμού, όπου δεν ρουφάς αίμα αλλά χυμούς νεότητας. Ο Σουηδός συνοδεύεται από τη δεκαεξάχρονη κόρη του και ο Ελληνας από τη νεότερη σύζυγό του. Ο Σουηδός γοητεύει τη σύζυγο του Ελληνα κι εκείνος την κόρη του Σουηδού. Με αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι θα στηνόταν ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να πάρει και τη μορφή μυθιστορήματος ιδεών, καθώς οι διαφορετικές ηλικίες των εμπλεκομένων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στοχαστικού χαρακτήρα συζητήσεις περί χρόνου. Και πράγματι, το θέμα του χρόνου πολιορκεί το μυθιστόρημα. Οχι, όμως, ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αντιπαράθεση Σουηδού και Ελληνα αναδεικνύεται, εκτός των άλλων, και σε αναμέτρηση του αλλοτριωμένου ανθρώπου με την προηγούμενη αυθεντική υπόστασή του. 

Ο Μήτσου στήνει ένα μυθιστόρημα κατ' επίφασιν αστυνομικό πάνω σε μια δοξασία των Βίκινγκς, σύμφωνα με την οποία ο ψυχοπομπός άγγελος εμφανίζεται με τη μορφή του σωσία μας. Ουσιαστικά, όμως, εκμεταλλεύεται τον μύθο του Φάουστ. Μπορεί ο ήρωας να μη συνομιλεί με τον Διάβολο, ωστόσο του πουλά την ψυχή του, αφού διαπράττει φόνο. Ως αντάλλαγμα εξασφαλίζει είκοσι επιπλέον χρόνια νεότητας και σαν λάφυρο παίρνει τη σύζυγο του θύματος, μια γυναίκα κοντά τριάντα χρόνια νεότερή του. Κατά τ' άλλα, αρχαιολάτρης ο δολοφόνος, τελεί το ανοσιούργημα σύμφωνα με τις γραφές των τραγικών ποιητών. Ακριβέστερα, εμπνέεται από τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή. Τελικά, όμως, αυτή η προσήλωσή του στους Αρχαίους Ελληνες θα τον προδώσει, όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Οπως αποκαλύπτει ο επίλογος, η συγγραφή του μυθιστορήματος έφερε τη λύτρωση από τα ψυχοφθόρα πάθη. Τουτέστιν, επετεύχθη η κατά Αριστοτέλη κάθαρση και ο συγγραφέας, ακμαιότατος, ετοιμάζεται να περάσει οσονούπω το κατώφλι των γηρατειών. 

Ενώ οι ήρωες πασχίζουν να συμβιβάσουν τον υπαρκτό χρόνο, μέσα στον οποίο ζούνε, με την υποκειμενική αίσθηση της διάρκειας του παρερχόμενου χρόνου, ο συγγραφέας προσπαθεί να βρει αφηγηματικό ρυθμό, που να αντανακλά την ενδόμυχη αγωνία τους. Καταλήγει σε παραλλαγές, ανάλογα με την οπτική γωνία και την εστίαση. Διαιρεί το μυθιστόρημα σε κεφάλαια και υποκεφάλαια. Δοκιμάζει μικροπερίοδο λόγο και συντακτική αναδιάταξη ποιητικής καταγωγής. Πληθαίνει τα μυθικά περάσματα και τα μεταφυσικά ανοίγματα. Για τις περικοπές ενδιάθετου λόγου, όπου ανακυκλώνονται οι περί χρόνου ρήσεις οσίων, απόψεις διανοητών και εμβαθύνσεις φιλοσόφων, επιλέγει ένα στακάτο αφηγηματικό τέμπο. Κατά τ' άλλα, η αφήγηση παραμένει ηθελημένα κρυπτική, όπως προσιδιάζει στην πολιορκούμενη από τον συγγραφέα ρευστή έννοια του χρόνου. 

Ο Μήτσου, ξεκινώντας από τον τίτλο του μυθιστορήματος, πλάθει υπερρεαλιστικές εικόνες, που, σκόρπιες μέσα στην αφήγηση, υπερβαίνουν το ρεαλιστικό πλαίσιο, δημιουργώντας ευφρόσυνη διάθεση. Κορυφαία σύλληψη είναι η καταληκτική περιγραφή της ταρίχευσης ενός όρθιου νεκρού σώματος με κερί και μέλι. Κατ' αυτόν τον τρόπο ταρίχευαν στους αρχαίους χρόνους τους επιφανείς, ενώ κατά τους χριστιανικούς αιώνες η όρθια θέση υιοθετήθηκε στην ταφή των Οικουμενικών Πατριαρχών. Μόνο που στο μυθιστόρημα τον φόρο τιμής δεν τον αποτίουν οι ζώντες, αλλά οι μέλισσες. Μια αντίστοιχης εμπνεύσεως εικόνα διαφύλαξης των κατάλοιπων ενός νεκρού συναντάμε στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Φώτη Θαλασσινού. Τις καταγράφουμε ως ποιητικές εκφάνσεις στον χώρο του μακάβριου. Παρόμοιες εικόνες σπανίζουν στη σημερινή ελληνική πεζογραφία, που ακολουθεί διαφορετικές κατευθύνσεις. 
  • ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ],

Ο αγαπημένος των μελισσών

  • Ανδρέας Μήτσου
  • Ο αγαπημένος των μελισσών
  • Καστανιώτης 2010
Αν ισχύει και δεν είναι κι αυτό μία ακόμα επινόηση του συγγραφέα, ανάμεσα στις τόσες ακραίες επινοήσεις, που ξέρουμε από τα προηγούμενα βιβλία του ότι τις αγαπά πολύ, το περιστατικό που περιγράφει με συντομία ο Ανδρέας Μήτσου στο οπισθόφυλλο του «Αγαπημένου των μελισσών» (Καστανιώτης) είναι το απλούστερο έναυσμα που θα μπορούσε να υπάρξει για μια μυθοπλασία. Ένας μεσήλικας επιτίθεται σε έναν νεότερο άντρα την ώρα που κάνουν το απογευματινό θαλάσσιο μπάνιο τους. Χωρίς να υπάρχει κάποιος φανερός λόγος, τον αρπάζει από τον λαιμό και προσπαθεί να τον στραγγαλίσει, οπότε ο νεότερος και δυνατότερος τον ακινητοποιεί και τον παραδίδει στην αστυνομία. Αυτό είναι όλο. Ένα τελείως ασήμαντο γεγονός, από αυτά που συμβαίνουν κατά δεκάδες καθημερινά. Κι όμως, από αυτό το σχεδόν επουσιώδες ακόμα και να αναφερθεί περιστατικό ξεκινάει ο Μήτσου για να χτίσει την περίπου αδιανόητη και σπρωγμένη στα άκρα μυθοπλασία του.

Με το να προσθέτει κομμάτι στο κομμάτι τα μέρη μιας εξωφρενικής, βαθύτατα παράλογης ιστορίας, η οποία όμως, αν γνωρίζουμε κάπως την τυπολογία και τα γενετικά χαρακτηριστικά πολλών προηγούμενων ιστοριών του, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Θέλω να πω ότι και τούτο, το σχετικά δύσκολο στην προσπέλασή του αφήγημα έχει στη βάση και στα έγκατά του την παράδοξη, λοξή ματιά του Μήτσου, με την οποία πολλές φορές έχει αναποδογυρίσει τα απλούστερα και έχει δημιουργήσει στον αναγνώστη μια αίσθηση ανοικειότητας, αποξένωσης. Σε αρκετά από τα πεζά του ‒τουλάχιστον στα πιο φιλόδοξα από αυτά‒ υψώνει απότομα, απροειδοποίητα μια μηχανή διάλυσης και καταστροφής της οικείωσής μας, εκεί που νομίζουμε ότι τα πάντα «βαίνουν καλώς» και τα παρακολουθούμε με χαλαρότητα. Από εκεί και πέρα, όλα όσα συμβαίνουν ως καταστάσεις στα πρόσωπα του Μήτσου, όπως τώρα στον «Αγαπημένο των μελισσών», στον Μπρούνο, στον Αριστείδη, στην Ευτέρπη, στη Λιβ και στην Μπριγκίτα, έχουν καθοριστεί πρωθύστερα από αυτή τη στιγμή της καταστροφής. Δηλαδή, τη στιγμή που ξυπνάει ένα δαιμόνιο σε κάποιο από τα πρόσωπα και το σπρώχνει να φύγει από τη συμβατική οδό, να ξεπεράσει τον εαυτό του. Να βγει από τον μοιραίο και ανούσιο ρόλο του και να γίνει ένας μικρός θεός.

Αυτή είναι άλλωστε μέσες άκρες η βαθύτερη ουσία της νουβέλας του Ανδρέα Μήτσου. Ο ελληνολάτρης, σουηδικής καταγωγής και ολλανδικής διαμονής Μπρούνο Γκούσταφσον, ενώ βρίσκεται μέσα στη θάλασσα της Ναυπάκτου, κεραυνοβολείται από την έμπνευση τού να γίνει ένας θεός. Να αλλάξει με μια αποφασιστική κίνησή του τη φορά του κύκλου της ζωής του, να σταματήσει τη χρονική της εξέλιξη, τη φθορά, τα γηρατειά. Να αναστείλει τελικά την έλευση του ίδιου του θανάτου του με το να παρατείνει σε βάθος χρόνου το παρόν του. Και την ίδια στιγμή να αλλάξει τα πεπρωμένα των άλλων, αφού με αυτή την απλή, όσο και παράλογη κίνησή του, να σκοτώσει τον Αριστείδη, τον υποτιθέμενο νεότερο εαυτό του και σωσία του, σπάζει τη φυσική ακολουθία των  πραγμάτων, δίνοντάς τους ένα καινούργιο νόημα. Και, όντως, από τη στιγμή που εξαφανίζει τον Αριστείδη, ο οποίος περιέργως πηγαίνει προς το τέλος του μοιρολατρικά, λες και έχει αποδεχτεί τον ρόλο του θύματος σε ένα προκαθορισμένο και αναπότρεπτο σχέδιο, αλλάζει η μοίρα των ανθρώπων που ζουν γύρω από τον Μπρούνο. Το κατ’ αυτόν «ευεργετικό κακό» του δημιουργεί την αυταπάτη ότι είναι ένας μικρός θεός, ότι όλα εξαρτώνται από τις διαθέσεις και τις μηχανεύσεις του. Ως τη στιγμή που, μετά από χρόνια, καταλαβαίνει ότι ένα άλλο ανθρώπινο δαιμόνιο, αφυπνισμένο στον νου και στη φαντασία της εγγονής του, της Μπριγκίτα, αλλά ισχυρότερο από το δικό του, αναλαμβάνει αυτό τώρα, σα μια μορφή θεοδικίας, να επαναφέρει τα διασαλευμένα πράγματα στη φυσική τάξη τους  και να αποδώσει δικαιοσύνη. Να πάρει πίσω τον χρόνο που είχε κλέψει ο Μπρούνο με τη δολοφονία του Αριστείδη και, επίσης, να τιμωρήσει την ηθική παρεκτροπή εκεί που όλα έμοιαζαν να έχουν μια κι έξω ρυθμιστεί από την αδικία, από την παράβαση του φονικού.

Όπως και σε άλλα βιβλία του –θυμίζω «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» (1995), αλλά και το διήγημα «Σφήκες» από το ομότιτλο βιβλίο διηγημάτων του 2001–, ο Μήτσου δανείστηκε αρκετά μοτίβα, αρχαιοελληνικά και μεσαιωνικά, ανα-αφηγούμενος ιστορίες πάθους και ιερού φόβου. Στα «Ανίσχυρα ψεύδη»  υπάρχει στο βάθος ο μύθος της οικογένειας των Ατρειδών, με τις μεταφορικές προσωποποιήσεις του Αγαμέμνονα, του Ορέστη, της Κλυταιμνήστρας, του Αίγισθου, της Ιφιγένειας κτλ. Στον «Αγαπημένο των μελισσών», τώρα, η αίσθηση του αρχέγονου είναι και πάλι έντονη, με διάσπαρτες νύξεις που μας παραπέμπουν στον θηβαϊκό κύκλο και στον Οιδίποδα. Όχι τόσο με τις συνεχείς ‒και μάλλον υπερβολικές στη συχνότητά και στην έκτασή τους, αχρείαστες κατά τη γνώμη μου‒ πλάγιες αναφορές στην αρχαία και στη νεότερη φιλοσοφία για τον χρόνο, τη λογική, το παράλογο κτλ. Αναφορές που βαραίνουν με μια ρητορική δυσκαμψία την όλη αφήγηση. Όσο κυρίως με το ότι η μυθοπλασία που επινόησε ο Μήτσου απαιτεί στην ανάπτυξή της ένα τελετουργικό, ιερουργικό ρυθμό. Στον νου και στη φαντασία του Μπρούνο όλα υπακούουν σε έναν αυστηρά δομημένο σχεδιασμό. Λόγου χάριν, αναζητά το κατάλληλο σημείο, ένα αρχαίο πηγάδι, για να οδηγήσει εκεί το «σφάγιό» του. Τόσο προσεγμένο και αρχιτεκτονημένο σχεδιασμό, ώστε να θεωρεί ότι η τάξη την οποία επέβαλε με τον φόνο του Αριστείδη, καθώς και όλα όσα παράχθηκαν στη συνέχεια από αυτόν, θα πρέπει να αντικρίζονται ως πράξεις κεκυρωμένες. Ως πράξεις  απρόσβλητες από τον χρόνο και, πάνω απ’ όλα, ιερές από ηθική άποψη, καθώς πιστεύει πως έχοντας ξεπεράσει τον φόβο της παράβασης, έχοντας εγκληματίσει, έχει περάσει κάπου αλλού. Έγινε πλέον ένας άρχων του χρόνου, και επομένως του κόσμου!

Αλλά αυτή ακριβώς η ύψιστη μορφή παράβασης, της οποίας το μυστικό το ξέρει μόνο εκείνος, αυτή η μέσω του φόνου διασάλευση της φυσικής συνέχειας του κόσμου, δεν παύει να δουλεύει μέσα του ως ενοχή. Φαίνεται, αλλά δεν είναι άτρωτος. Και όπως άφησε ανοιχτό τον κύκλο του αίματος, με το κρυφό φονικό, στην αρχή της νουβέλας, έρχεται προς το τέλος η εγγονή του, η Μπριγκίτα, το ίδιο του το αίμα δηλαδή, να οδηγήσει με σιδερένια αποφασιστικότητα στην κάθαρση του δράματος. Στο κλείσιμο του εδώ και χρόνια ανοιχτού κύκλου. Αλλά με τίμημα τον θάνατο του παππού της Μπρούνο. Συνάλληλα με αυτό το ανακάτεμα θρύλων και προαιώνιων παραδόσεων, ελληνικών και ξένων, άλλοτε με δομική συνοχή και άλλοτε όχι, στη μυθοπλασία του Ανδρέα Μήτσου έχει βασικό ρόλο ο επίσης αρχέγονος μύθος της αείζωης ομορφιάς. Μπορούμε να δούμε την ιστορία του «Αγαπημένου των μελισσών» ως μια παραλλαγή του φαουστικού μύθου, καθώς ο μεσήλικας Μπρούνο δίνει τα πάντα για να κρατήσει άφθαρτη τη ζωή. Αλλά μήπως και ο φαουστικός μύθος δεν έχει άμεση σχέση με τον ανθρώπινο χρόνο, τον γειωμένο στην καθημερινότητα, αλλά και τον υπερβατικό;
  • ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, Book Press, Δευτερα, 28 Ιουνιου 2010

Στο δόκανο της ζήλειας

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
  • Ο αγαπημένος των μελισσών, μυθιστόρημα
  • Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.168
Το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια περίπλοκη οικογενειακή ιστορία, μέσα από την οποία θίγεται πρωτίστως το ζήτημα του χρόνου και δευτερευόντως αυτό της ζήλειας. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, δηλαδή, αναζητά τρόπους να νικήσει τον χρόνο, να μην μεγαλώσει άλλο, να παραμείνει αναλλοίωτος. Στην ιστορία αυτή, ο Μήτσου δεν ενδιαφέρεται να αποτυπώσει πάθη και συγκινήσεις, αλλά να υποστηρίξει διανοητικά την κεντρική του ιδέα.

Η ιστορία έχει περίπου ως εξής: Ο Μπρούνο σκοτώνει τον Αριστείδη που ήταν ο εραστής της κόρης του και παντρεύεται τη γυναίκα του εραστή, την Ευτέρπη. Από αυτές τις σχέσεις προκύπτουν δύο παιδιά, η Μπριγκίτε, που είναι η εγγονή του Μπρούνο και νόθα κόρη του εραστή, και ο Αντρέας, που είναι ο νόμιμος γιος του εραστή. Τα δυο παιδιά, η Μπριγκίτε, κυρίως, που έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον παππού της, με την βοήθεια του Αντρέα θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια για τον θάνατο του πατέρα της και θα απομυθοποιήσει τον παππού της.

Υπάρχουν πλείστες αναφορές στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Μία από αυτές είναι ο μύθος του Οιδίποδα, με τη διαφορά ότι, εδώ, τον πατέρα δεν τον σκοτώνει ο γιος, αλλά ο παππούς, με κίνητρο όχι τον ερωτικό πόθο αλλά το να κερδίσει χρόνο. Ο Μπρούνο θεωρεί ότι ο Αριστείδης είναι ο εαυτός του όπως ήταν στα νιάτα του. Έτσι, τον σκοτώνει με την ελπίδα να κερδίσει τα είκοσι χρόνια που έχουν διαφορά και καπηλεύεται τη ζωή του: παίρνει τη θέση του στην οικογένειά του. Κι αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος που ο Μπρούνο χρησιμοποιεί για να κερδίσει χρόνο: επίσης ζητά να μοιραστεί τον τάφο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Αριστείδης τυχαία ταριχεύθηκε μέσα στην κερήθρα των μελισσών, και συνδέει το όνομά του με έναν λαϊκό θρύλο, που θα του προσφέρει υστεροφημία. Τον θρύλο αυτό, τον επικαλείται ο Μπρούνο, ώστε να δικαιολογήσει την αρπαχτική του διάθεση, αφού υποστηρίζει ότι αν δεν σκοτώσεις τον σωσία σου, θα σε σκοτώσει εκείνος πρώτος.

Εδώ ανοίγει το δεύτερο βασικό θέμα της ιστορίας, που είναι η ζήλεια. Ο Μήτσου αξιοποιεί την ψυχαναλυτική ερμηνεία της ζήλειας, που εξηγεί ότι το συναίσθημα αυτό προκύπτει όταν κάποιος θεωρήσει ότι είναι ίδιος με τον άλλον. Με βάση αυτή την ψευδαίσθηση, αυτός που την έχει, ποθεί να αρπάξει όσα έχει ο «όμοιος» και εκείνος δεν τα έχει. Ο Μήτσου υπογραμμίζει τις ποιότητες, «όμοιος» κι όμως «διαφορετικός», όταν φτιάχνει τους δύο ανταγωνιστές: ο Μπρούνο είναι ένας ξένος ελληνολάτρης και ο Αριστείδης ένας έλληνας καθηγητής αγγλικών. Επίσης, η ιστορία αφήνει να φανεί ότι η αρπαχτική ζήλεια δεν σταματά ποτέ, ούτε και για τον τιμωρό, μια και η Μπριγκίτε, αφού αποκαλύψει την αλήθεια για το θάνατο του πατέρα της, αποφασίζει να μείνει στην Ελλάδα γιατί «ανήκει» εδώ. Το τι λοιπόν μπορεί να θεωρήσει ένα μυαλό ότι του ανήκει, είναι μια περίεργη υπόθεση. Οι αγώνες κατά της ζήλειας και κατά του χρόνου πιθανώς να είναι εξίσου εξοντωτικοί.

Η αφήγηση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε φιλοσοφικά κείμενα, ελληνικά και ξένα, την αρχαιοελληνική γραμματεία ή άλλες πληροφορίες για τον αρχαίο κόσμο, έτσι που η πλοκή και οι διάλογοι συνεργάζονται συχνά, ώστε να δημιουργούν τις κατάλληλες ευκαιρίες για να διατυπωθούν αυτές οι απόψεις. Στο μυθιστόρημα αυτό δεν θα βρει ο αναγνώστης μια πληθωρική αφήγηση και ακραία συναισθήματα. Ο λόγος είναι λιτός και στρωτός και δεν ενδιαφέρεται για τα πάθη των ηρώων, αν και δεν λείπουν υποψίες συναισθηματισμού, όπως όταν η ερωμένη, που πριν πεθάνει ψελλίζει το ρεμπέτικο τραγούδι που άκουγε, όταν έκανε τη μοναδική και μοιραία ερωτική πράξη. Επίσης, δεν υπάρχουν εξπρεσιονιστικά στοιχεία, ώστε να αποδοθεί η αχόρταγη ψυχοσύνθεση του Μπρούνο, ή για να φτιαχτούν εντυπωσιακές, «σκοτεινές» εικόνες. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει το διανοητικό κομμάτι του θέματός του και για αυτό η γραφή του απλά αναφέρει γεγονότα. Παράλληλα, η αφήγηση αποστασιοποιείται. Διέρχεται, μέσω διαφορετικών φορέων, τον τριτοπρόσωπο αφηγητή, τον Μπρούνο, την Μπριγκίτε, το συγγραφικό «εγώ» και εγκιβωτίζεται μέσα σε ένα χαλαρό πλαίσιο που ανοίγει και κλείνει το μυθιστόρημα και αφορά ένα ασήμαντο περιστατικό, κάποιο γέρο που επιτέθηκε σε έναν νέο, ο οποίος τον ακινητοποίησε, τον παρέδωσε στην αστυνομία, αλλά αφέθηκε ελεύθερος, και φεύγοντας, ο γέρος αυτός, χαιρετά έναν φρουρό που έχει ακριβώς τα χρόνια που ήθελε ο Μπρούνο να κερδίσει.

Ο Μήτσου λειτουργεί αφαιρετικά στην αφήγηση της ιστορίας του παραμένοντας στοχαστικός, ίσως, όμως, στο τέλος της ανάγνωσης αφήνει στον αναγνώστη ένα συναίσθημα ότι αυτό που διάβασε ήταν «λίγο». Ο τίτλος όμως του μυθιστορήματός του αποτελεί ένα ελπιδοφόρο σύμβολο. Ο αγαπημένος των μελισσών είναι το θύμα της ζήλειας και ο αγαπημένος της τύχης. Όσο κι αν ο θρύλος θεωρεί ότι η ζήλεια είναι αναπόφευκτη και πως κερδίζει όποιος ζηλέψει πρώτος, τελικά υπάρχει πάντα η ελπίδα μιας σοφής φύσης που μεριμνά για τα δίκαια.

ΤΗΣ ΒΙΒΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΠΟΝΣΕ*Η ΑΥΓΗ [ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ]: 01/08/2010

*Η Βιβή Ζωγράφου-Πόνσε είναι δημοσιογράφος

H προσκόλληση του ανθρώπου στη νεότητα

  • Η αγωνία για τον χρόνο που περνά και μαζί του παίρνει και την ομορφιά
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο αγαπημένος των μελισσών
    εκδ. Καστανιώτη
Τίτλος που, ως οφείλει, κεντρίζει, θυμίζει Αγγελόπουλο και Μαστρογιάννι, τις μέλισσες στην ποίηση και στα αρχαιοελληνικά κοσμήματα, τις ιέρειες-μέλισσες στην Ελευσίνα και την Εφεσο των μυστηρίων. Το ποίημα της προμετωπίδας προεξαγγέλλει σαφώς το θέμα: η αγωνία του χρόνου που περνά. Η εναρκτήρια σελίδα, λιτή και περιεκτική, δηλώνει -υποτίθεται- τον σκοπό: το βιβλίο γράφτηκε για να ερμηνευτεί η φαινομενικά αναίτια επίθεση στη θάλασσα ενός ηλικιωμένου άντρα σε έναν νεότερο. Η «μυθοπλασία» απαντά εξηγητικά σε μια άλλη ιστορία, που παρουσιάζεται ως «αληθινή» και κλείνει στις τελευταίες σελίδες. Το θέμα της κεντρικής ιστορίας, η εμμονική, φαουστική προσκόλληση στη νιότη και την ομορφιά, αλλά και ο άλλος εαυτός και η μυθική αχλύ που τον περιβάλλει. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που το μυθιστόρημα δημιουργεί εξαρχής ζεύγη ομοίων, είδωλα: η αληθινή ιστορία περικλείει, κυριολεκτικά, τη μυθοπλασία που την ερμηνεύει. Ο συγγραφέας που εμφανίζεται στη μέση περίπου της αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, άλλο ένα είδωλο στη σειρά Μπρούνο-Αριστείδης-τριτοπρόσωπος αφηγητής, επιβεβαιώνει την αναγεννητική δύναμη της γραφής, ως κατοπτρισμού.

Ο Μπρούνο είναι ένας εξηντάρης Σουηδός καθηγητής ανθρωπολογίας που μένει στην Ολλανδία και έρχεται στην αγαπημένη του Ελλάδα για να γιατρευτεί από τον πόνο και τον φόβο για τη φθορά του σώματος, αναβαπτιζόμενος στη ροή του ιστορικού χρόνου και στα νερά της Ναυπάκτου. Για μια στιγμή τα καταφέρνει, νιώθει έτοιμος να ξαναρχίσει από την αρχή, αναγεννημένος. Την αμέσως επόμενη, βρίσκεται στα Τάρταρα: έχει αντικρίσει τον άλλο του εαυτό, τον σωσία του, είκοσι χρόνια νεότερο και είκοσι πόντους κοντύτερο (το αντίθετο από ό, τι στην «αληθινή» ιστορία). Ο κλονισμός του Μπρούνο είναι τεράστιος και το σχέδιο που αμέσως συλλαμβάνει πολύ αποτελεσματικό: εξοντώνει τον σωσία του, Αριστείδη, και οικειοποιείται τη ζωή του.

Το σασπένς της ιστορίας βρίσκεται στο δυσεξήγητο των κινήτρων του, τα οποία μαθαίνουμε στην πορεία και σχετίζονται με τους μύθους για τον άλλον εαυτό. Το άνοιγμα του ακραία πραγματικού -της προσκόλλησης δηλαδή ενός ανθρώπου στη νιότη και το σφρίγος σε βαθμό ακόμα και εγκληματικό– στο φανταστικό, πραγματοποιείται με τη μετατόπιση των ιδιοτήτων του νεκρού σωσία στον δολοφόνο: ο Μπρούνο, δολοφονώντας τον σωσία του, σφετερίζεται εκτός από τη γυναίκα του, την Ευτέρπη, και τη νιότη του, κερδίζει είκοσι χρόνια. Ερχεται όμως η στιγμή που ο Αριστείδης, αγαπημένος των μελισσών, συμβόλων της ζωής και αιωνιότητας που με κάποιο τρόπο του χαρίζουν σε μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου, τον εκδικείται μέσα από την απρόσμενη συνέχειά του, την κόρη του και εγγονή του Μπρούνο.

Η αφήγηση της ιστορίας, σε ανισομήκεις αλλά πάντα σύντομες ενότητες, με εναλλασσόμενες αφηγηματικές τεχνικές, διανθίζεται από μια σειρά δοκιμιακού τύπου παρεμβάσεις που αρχικά τις θεώρησα υπερβολικές. Στη συνέχεια, όμως, είχα μια αίσθηση ότι υπηρετούν τη στόχευση του συγγραφέα.

Επενδύοντας το θέμα του με αναφορές στην ελληνική παράδοση, από τον Οιδίποδα που επανέφερε τους δύο εαυτούς, αυτόν που ήταν και αυτόν που νόμιζε πως ήταν, ώς τις θρησκευτικές και λαϊκές δοξασίες για τις μέλισσες, και ποντάροντας στην άκρα λιτότητα και οικονομία σε όλα τα επίπεδα, ο Μήτσου καταφέρνει να φτιάξει ένα πρωτότυπο, πολυσύνθετο και μαζί ευανάγνωστο μυθιστόρημα. Αν τελικά οι δοκιμιακές παρεμβάσεις ή η αυτοαναφορικότητα χρειάζονται μια λίγο διαφορετική διαχείριση, αν οι διάλογοι παππού και εγγονής είναι κάπως υπερβολικοί, είναι ζητήματα δευτερεύοντα. Το σημαντικό είναι ο ρυθμός, σχεδόν κινηματογραφικός, οι εικόνες που γράφονται στο βλέμμα και στον νου, οι λέξεις που δεν περισσεύουν. Ο «Αγαπημένος των μελισσών» είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μια ανάσα και σηματοδοτεί μια νέα φάση στη δημιουργική πορεία του Ανδρέα Μήτσου.
  • ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/08/2010

Οπου οι μέλισσες γίνονται Ερινύες

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο αγαπημένος των μελισσών
    εκδ. Καστανιώτη
Η ζήλια για τα νιάτα και ο πόθος της αναστροφής του ρολογιού της ζωής σπρώχνουν έναν άνθρωπο που γερνάει στην υφαρπαγή της ζωής ενός πολύ νεότερού του. Αλλά, ενώ όλα φαίνεται να πηγαίνουν γι΄ αυτόν κατ΄ ευχήν, η μοίρα δεν έχει πει την τελευταία λέξη της

Ο τρόμος του γήρατος και το όνειρο της αιώνιας νεότητας είναι ένα θέμα παλιό όσο και η ανθρωπότητα. Ο μυθικός Γκιλγκαμές, που ταξίδεψε ώς την άκρη του κόσμου για να μάθει το μυστικό της αθανασίας, κατάφερε να του δοθεί κάτι λιγότερο, αλλά κι αυτό πολύ: ένα βοτάνι που εξασφάλιζε ισόβια νιότη. Του το έκλεψε όμως, καθώς κοιμόταν, ένα φίδι. Στην εποχή μας, τον ρόλο του μαγικού βότανου έχουν αναλάβει οι τεχνικές (περισσότερο υποθετικές παρά πραγματικές, τουλάχιστον για την ώρα) της κρυονικής και της γενετικής μηχανικής. Ενδιάμεσα, ο Ντόριαν Γκρέι του ΄Οσκαρ Ουάιλντ είχε τη φαεινή ιδέα να μεταθέτει όλα τα σημάδια της φθοράς του στο πορτρέτο του, ώστε ο ίδιος να μένει νέος και ωραίος. Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πιστέψουν και να κάνουν οτιδήποτε υπόσχεται να τους εξαιρέσει, τον καθένα τους ατομικά, από αυτό που είναι η κοινή μοίρα όλων των ζωντανών πλασμάτων.

Ο Μπρούνο Γκούσταφσον, ο 59χρονος Σουηδός ανθρωπολόγος και ελληνιστής που πρωταγωνιστεί στο τελευταίο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου, συλλαμβάνει ένα σχέδιο ακόμα πιο τολμηρό από τα παραπάνω. ΄Εχοντας γνωρίσει στην παραλία της Ναυπάκτου έναν ΄Ελληνα που του μοιάζει σε όλα (εκτός από το ύψος, πολύ μικρότερο από το δικό του), αλλά είναι είκοσι χρόνια νεότερός του, αποφασίζει, αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ, να τον σκοτώσει, ν΄ αποκτήσει τη νέα και όμορφη γυναίκα του και να συνεχίσει τη ζωή του από την ηλικία στην οποία σταμάτησε η ζωή του σωσία του: στα τριάντα εννιά. Το σχέδιο εφαρμόζεται και, όπως φαίνεται, με πλήρη επιτυχία. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Μπρούνο Γκούσταφσον- μια φαουστική μορφή δαιμονικότερη από τον κλασικό ήρωα και με πολύ λιγότερες υπαρξιακές ανησυχίες (για την ακρίβεια καμία)- δεν δείχνει ούτε εξήντα χρονών, είναι ακόμα παντρεμένος με τη γυναίκα του θύματός του και ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση, που διεισδύει βαθιά στο έδαφος της αλαζονείας. Νιώθει παντοδύναμος σαν θεός. Αλλά η μοίρα, που νόμιζε πως την είχε ξεγελάσει, έχει ήδη στήσει την παγίδα της. Ο σωσίας είχε προλάβει να σμίξει με την ανήλικη κόρη του καθηγητή και να της φυτέψει ένα παιδί. Σαν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, το παιδί αυτό, η Μπριγκίτα, θα υποπτευτεί τη φριχτή πράξη του παππού της, θα βεβαιωθεί και θ΄ αναλάβει να εκδικηθεί για τον πατέρα της.

Η πεζογραφία του Ανδρέα Μήτσου βρίθει ηρώων με έμμονες ιδέες, οι οποίες παίρνουν διαστάσεις παράνοιας και τους οδηγούν στο να καταστρώνουν και να πραγματοποιούν σενάρια που διαμορφώνουν παράλογες καταστάσεις. Αυτή είναι η καίρια διαφορά του Μήτσου από τους συγγραφείς «καφκαϊκού» κλίματος, όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται θύμα μιας εξωπραγματικής, εφιαλτικής καταδίωξης. Εδώ, αντίθετα, τα κεντρικά πρόσωπα, σαν τους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, υφαίνουν από μόνα τους και απολύτως συνειδητά τον ιστό μέσα στον οποίο θα αιχμαλωτιστούν (χωρίς, εννοείται, να είναι αυτή η επιδίωξή τους). Η ιδιαιτερότητα αυτή, σε συνθήκες σύγχρονες όπου το αίσθημα του τραγικού έχει χαθεί εδώ και καιρό, προσδίνει στις ιστορίες του Μήτσου κάτι από τον χαρακτήρα μιας σουρεαλιστικής μαύρης κωμωδίας. Πολλές φορές οι καταστάσεις που περιγράφονται εκεί θυμίζουν ταινίες του Μπουνιουέλ.

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μια πολύ κοινή ανθρώπινη αγωνία προκαλεί μια αδιανόητα ακραία συμπεριφορά. Ο Μπρούνο Γκούσταφσον εξωθείται στην πράξη του από μια σκανδιναβική δοξασία, σύμφωνα με την οποία ο ψυχοπομπός άγγελος εμφανίζεται στους ανθρώπους με τη μορφή σωσία τους. Σκοτώνοντας αυτόν που βλέπει σαν δικό του ψυχοπομπό, ο Μπρούνο πιστεύει πως μπορεί ν΄ αναβάλει τον θάνατό του και μάλιστα να γυρίσει τον βιολογικό χρόνο του είκοσι χρόνια πίσω. Δεν στέκει και τόσο καλά ως μυθοπλαστική ιδέα, αλλά σε τέτοιες ιστορίες η πειστικότητα εξαρτάται πιο πολύ από τη συνεπή ανάπτυξη της, οσοδήποτε απίθανης, αρχικής σύμβασης. Και από αυτή την άποψη ο Μήτσου τα καταφέρνει καλά. Ο ήρωάς του, όπως τον εξεικονίζει στην πορεία της αφήγησης, είναι τρομακτικός όσο και γελοίος, εγκληματίας όσο και αξιολύπητα αφελής.

Φυσικά, αυτό που επιζητεί ο Γκούσταφσον αποτελεί ύβριν. ΄Οσο περισσότερο ο άνθρωπος προσπαθεί ν΄ αποφύγει το πεπρωμένο του, τόσο επιταχύνει τη συνάντησή του με αυτό. Ο Δημόκριτος το είπε πολύ ωραία: «΄Ανθρωποι τον θάνατον φεύγοντες διώκουσι». Το ίδιο δείχνει και ο μύθος του Οιδίποδα. Ο οποίος μύθος παίζει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα του Μήτσου, καθώς ο αρχαιολάτρης Σουηδός καθηγητής εμπνέεται από αυτόν μια κρίσιμη, όπως θ΄ αποδειχτεί, λεπτομέρεια του σχεδίου του. Εξάλλου, είναι αρκετά εμφανής η αναλογία ανάμεσα στις δύο ιστορίες: ο Οιδίπους σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα του, ο Μπρούνο σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα της εγγονής του (αν και θα τον είχε σκοτώσει με διπλή ευχαρίστηση, αν το ήξερε).

Το επιμύθιο είναι ότι κανένας δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή ενός άλλου ούτε να παρατείνει με αφύσικες μεθόδους τη νεότητά του χωρίς να πληρώσει κάποια στιγμή βαρύτατο τίμημα. Ο Μπρούνο Γκούσταφσον μπορεί να θριαμβεύει προσωρινά, αλλά στο τέλος δεν θα έχει καλύτερη τύχη από τον Γκιλγκαμές ή τον Ντόριαν Γκρέι. Ο θάνατός του θα είναι τόσο αφύσικα σκληρός όσο ο τρόπος που διάλεξε για να τον αναβάλει. Το φυσικό μέτρο σ΄ αυτή την ιστορία αντιπροσωπεύεται από το θύμα του Μπρούνο, έναν καθ΄ όλα απλό και μάλλον αγαθό άνθρωπο, που ίσως γι΄ αυτό ήταν «ο αγαπημένος των μελισσών», αφού οι μέλισσες μαζεύονταν σμάρι γύρω του χωρίς να τον τσιμπούν. Και είναι οι μέλισσες που, σε μια πραγματικά πολύ όμορφη σκηνή μαγικού ρεαλισμού, θα υποδείξουν το μυστικό μέρος της ταφής του.

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και μ΄ ενδιαφέρον, χάρη στις συχνές τροπές της πλοκής, τον επαμφοτερισμό μεταξύ δράματος και κωμωδίας (μαύρης, είπαμε) και την ευελιξία της αφήγησης, όπου στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται διαρκώς ο Μπρούνο, η τιμωρός εγγονή και ο ίδιος ο συγγραφέας, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο συγγραφέας έχει πάντως τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σ΄ αυτή την υπόθεση. Σταθερά μοντερνιστής στην τεχνική του, ο Ανδρέας Μήτσου φροντίζει να υπογραμμίσει τον κατασκευασμένο χαρακτήρα της ιστορίας του: ο συγγραφέας του μάς ανακοινώνει εξαρχής ότι την έγραψε για να δικαιολογήσει την αναίτια επίθεση, στην παραλία της Ναυπάκτου, ενός κοντού άνδρα που πλησίαζε τα εξήντα (όπως ο Μήτσου, όταν έγραφε το βιβλίο) εναντίον ενός κατά είκοσι χρόνια νεότερου, ψηλού λουόμενου. Και στο τέλος του βιβλίου μάς αποκαλύπτει ότι ο δράστης της επίθεσης ήταν ο ίδιος!

Είναι βέβαια πολύ απίθανο να διέπραξε ο Μήτσου πράγματι κάτι σαν αυτό. Απεναντίας, πρέπει να θεωρήσουμε πιθανό ότι αισθάνθηκε κάποια στιγμή μια τέτοια επιθυμία. 
  • ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Ο φόβος κρατάει το κλειδί


«ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ
ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΙΣΧΥΡΟ ΠΑΘΟΣ. Ο ΦΟΒΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΣΧΥΡΟ
ΠΑΘΟΣ. ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΑΝ
ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΖΩΗΣ». ΤΟ ΜΟΤΟ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΓΕΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ ΓΙΑ
ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ.
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)
    εκδ. Καστανιώτη
Ο Ανδρέας Μήτσου έχει μια μακρά πορεία, 25 χρόνια φέτος (1982-2007), στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Παρά την επιτυχία των δύο του μυθιστορημάτων (Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, 1996), νομίζω ότι παραμένει ένας σημαντικός διηγηματογράφος (έξι συλλογές διηγημάτων) με επίμονο, νεανικό ενθουσιασμό για τη γραφή. Το τελευταίο βιβλίο του είναι μια νουβέλα. Ο κύριος Επισκοπάκης ο τίτλος, Η εξομολόγηση ενός δειλού ο υπότιτλος. Στην εποχή του μυθιστορήματος που διανύουμε, «η αγαπημένη φόρμα της νουβέλας» κατά τον Χένρι Τζέιμς, έχει υποστεί μια εκδοτική απαξίωση, αν και έχει επιδείξει λαμπρά επιτεύγματα και παλαιότερα και πρόσφατα. Το εξαίρετο Κουαρτέτο του Κουμανταρέα, στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του, νουβέλα είναι. Και πόσα σύγχρονα μυθιστορήματα δεν είναι σκιάχτρα παραγεμισμένα με άχυρο, γύρω από τον σκελετό μιας απλής νουβέλας; Το μότο του βιβλίου, απόσπασμα από τη Λέσχη της αυτοκτονίας του Ρ. Λ. Στίβενσον, υπονομεύει την αγάπη και μας εισάγει στον φόβο. Η νουβέλα του Μήτσου εξιστορεί μια διπλή μοιχεία και την εμπλοκή που προκαλεί στην τακτοποιημένη ζωή του αφηγητή. Ο χώρος απόλυτα αναγνωρίσιμος, η σύγχρονη αστική Αθήνα, πολιτεία φοβική. Η αφήγηση σφικτή, ασφυκτική, νευρώδης, τονισμένη στον ρυθμό των μικρών προτάσεων, των ολιγόλεκτων κεφαλαίων. Πρωταγωνιστούν τέσσερα πρόσωπα, μια γυναίκα και τρεις άνδρες. Η Αντιγόνη οδοντίατρος, παντρεμένη. Ο Σωτήρης, ο σύζυγός της, πλοίαρχος του Λιμενικού που κάθε Πέμπτη αναλαμβάνει αξιωματικός υπηρεσίας. Η Αντιγόνη τις Πέμπτες, κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής διακοπής, συναντά σε ξενοδοχείο των Εξαρχείων, τον αφηγητή- τον κύριο Επισκοπάκη.
  • Ερωτεύθηκε
Ο αφηγητής, σχεδόν μεσόκοπος, πρώην καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας, τώρα πλούσιος κοσμηματοπώλης, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο, με μικρό παιδί. Τη στιγμή που όλα στη ζωή του πάνε κατά ευχήν, ερωτεύεται την Αντιγόνη. Για το ιδιαίτερο ψεύδισμα της φωνής της και γιατί μόνο αυτή ανιχνεύει τους φόβους του, μόνο αυτή αγάπησε τη σιωπή του. Το καλά κουρντισμένο σκηνικό της αστικής ευτυχίας σχίζεται με την εισβολή του τέταρτου προσώπου, του Τοντόρ Χελιδονόπουλου. Του Βούλγαρου, του μετανάστη, του άσχημου, του φαφούτη, του μονόφθαλμου, του εκβιαστή. Το ξένο λαίμαργο αγρίμι στήνει το ακατέργαστο δίχτυ του φόβου. Με αυτόν η Αντιγόνη θα αντικαταστήσει στο κρεβάτι του ξενοδοχείο τον αφηγητή. Με τον Χελιδονόπουλο που είναι άνδρας και αξίζει να ζει.

Η κατάληξη δραματική: ο αξιωματικός του Λιμενικού, οδηγημένος από τηλεφώνημα του αφηγητή, θα σκοτώσει την Αντιγόνη και τον Βούλγαρο εραστή της, στο αγροτόσπιτο όπου θα τους ανακαλύψει και θα τους κάψει. Ο δολοφόνος συλλαμβάνεται και κλείνεται στη φυλακή. Στα χέρια του αφηγητή, ύστερα από χρόνια, θα πέσουν τα φύλλα του ημερολογίου της Αντιγόνης που θα τα φωτίσουν όλα. Η Αντιγόνη τον αφηγητή αγαπούσε και αυτή κατέστρωσε το καταχθόνιο σχέδιο. Θα οδηγούσε τον ζηλιάρη σύζυγό της να σκοτώσει τον Βούλγαρο εκβιαστή και απαλλαγμένη και από τους δύο, ελεύθερη, θα ζούσε τον έρωτά της με τον αφηγητή. Ο φόβος για τη ζωή του αφηγητή, η ολέθρια, ζηλόφθονη παρέμβασή του έφεραν την κατάρρευση και την τιμωρία όλων.

Ο αφηγητής παρουσιάζει την Αντιγόνη να λατρεύει τον Τζέιμς, να δανείζεται σκέψεις του και να έχει «μια ιερή μανία... με ό,τι έπλαθε μες στο κεφάλι της. Και πίστευε πως μόνο έτσι ήταν τα πράγματα και η αλήθεια... και με τον ίδιο τρόπο ήθελε να πραγματώνονται».

Ο Ανδρέας Μήτσου παρωθεί τη μυθοπλασία, την εμπιστοσύνη στη νεωτερική αφήγηση και προσβάλλοντας τη νομιμοποίηση κάθε «αληθινής» αναπαράστασης μιας ψευδούς (;) πραγματικότητας φτάνει στα σύνορα μιας μεταμοντέρνας συνθήκης: «Όσοι έχουμε επιλεγεί και μετέχουμε σε κάθε ιστορία, απλώς κουβαλάμε τα πράγματα έως εδώ. Τα ξετυλίγουμε, κι αυτά ερήμην μας μετά κυλάνε. Είμαστε μόνο οι φορείς κάποιου κρυμμένου, συχνά ακατάληπτου νοήματος...».
  • Αυτοτιμωρήθηκε
Ο αφηγητής οδηγώντας την Αντιγόνη στον θάνατο, τιμωρεί τον εαυτό του και αφηγηματικά και πραγματικά. Το αντικείμενο του έρωτά του καταπίπτει μέσα από τα χέρια του. Ο Άγγελος που έχει καθήκον να σώσει τον κόσμο γίνεται μαντατοφόρος του θανάτου. Η τραγική ειρωνεία υποδηλώνεται και με την έλλειψη πένθους για τον διπλό θάνατο και με την ανάγνωση των σελίδων του ημερολογίου της Αντιγόνης. Τελικά δεν θριαμβεύει ο θάνατος αλλά η αγάπη της γυναίκας. Της Αντιγόνης που έξω από καθεστώτες νόμους προσφέρει στην εγωκεντρική, κενή ύπαρξη του αφηγητή τη γεύση της ζωής. Και ο αφηγητής, στερημένος από κάθε πόθο, αρνείται την αφύπνιση και απαγγέλλει την καταδίκη του. Όταν η ζωή του μπαίνει στους παλιούς ρυθμούς και αφού καταχώνιασε το ημερολόγιο της Αντιγόνης σε σκοτεινό συρτάρι, απροσδόκητα άρχισε να μιλά όπως εκείνη. «Ίδιες αποχρώσεις της φωνής, ίδιες διακυμάνσεις της έντασης». O αφηγητής χάνει τον λόγο της μυθοπλασίας και αποκτά τη φωνή της παρωδίας. Ένας υποψιασμένος πεζογράφος μάς ψυχαγωγεί με μια αφήγηση αξιώσεων, πέραν της δρομολογημένης πορείας των πραγμάτων και της τετριμμένης σοβαροφάνειας. 
  • ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗΣ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Μικρά καθημερινά εγκλήματα

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)
    εκδ. Καστανιώτη
Είναι εραστές. Παντρεμένοι, αλλά όχι μεταξύ τους. Ένα παράνομο ζευγάρι, λοιπόν. Η σχέση τους υπακούει σε αυστηρούς κανόνες: συναντήσεις μόνο κάθε Πέμπτη μεσημέρι σ΄ ένα μικρό ξενοδοχείο στα Εξάρχεια, η περίπτωση να διαλύσουν τους γάμους τους και να νομιμοποιήσουν τον δεσμό τους έχει αποκλειστεί εξαρχής.

Εκείνη, η Αντιγόνη, είναι οδοντίατρος, καλλιεργημένη, με πολύ από το πάθος της μυθολογικής συνονόματής της, αποφασισμένη όμως να μη διακινδυνεύσει τη νηνεμία που της εξασφαλίζει η οικογένειά της και την αυτοσυγκράτηση που της επιβάλλει η ευθύνη γι΄ αυτήν, έστω και αν ο σύζυγός της είναι ένας μονοκόμματος αξιωματικός του Λιμενικού.

Εκείνος, ο Άγγελος, μοιάζει να λοιδορεί το όνομά του- ή να λοιδορείται από αυτό. Εκτός αν οι άγγελοι αυτοεξευτελίζονται και παρασύρονται από το πάθος τους σε μικρόψυχες πράξεις εκδίκησης. Όπως και αν έχει το πράγμα, ο Άγγελος Επισκοπάκης, με το πλήρες όνομά του, είναι ιστορικός και φιλόλογος, πρώην καθηγητής πανεπιστημίου, που χάρη σ΄ έναν πλούσιο δεύτερο γάμο απέκτησε κοσμηματοπωλείο και αφοσιώθηκε σ΄ αυτό (ομολογουμένως παράξενη αλλαγή καριέρας). Εγκεφαλικός, για την ακρίβεια δειλός απέναντι στα συναισθήματά του, φροντίζει να τα ποδηγετεί, να τα στομώνει, και πιστεύει πως έχει πλήρη έλεγχο της διπλής ζωής του.

Ώσπου εμφανίζεται ο εκβιαστής, στο πρόσωπο ενός αγροίκου Βούλγαρου μετανάστη. Σε πρώτη φάση ο Τοντόρ, όπως λέγεται, δεν ζητάει χρήματα, αλλά τις σεξουαλικές υπηρεσίες της Αντιγόνης. Η οποία ενδίδει και, τουλάχιστον από ένα σημείο κι έπειτα, φαίνεται πως δεν το κάνει μόνον από εξαναγκασμό. Ο Άγγελος ταπεινώνεται μαζοχιστικά, παρακολουθώντας ανήμπορος τις συναντήσεις της ερωμένης του με τον Βούλγαρο στο ίδιο εκείνο ξενοδοχείο των δικών τους ερώτων.

Κάποια στιγμή ωστόσο η Αντιγόνη επιστρέφει σ΄ αυτόν, δηλώνει ότι θέλει να ξεμπλέξει με τον Βούλγαρο και, αιφνιδιάζοντας τον Άγγελο, του ζητάει να ζήσουν μαζί. Αυτός, αναστατωμένος, αλλά και μην παίρνοντας πολύ στα σοβαρά την πρότασή της, αρνείται. Με τη σειρά της τότε η Αντιγόνη τον απορρίπτει και συνεχίζει τη σχέση της με τον Τοντόρ, τον οποίο τώρα εκθειάζει, με συγκρίσεις καταδικαστικές για τον Άγγελο. Τυφλωμένος από την απελπισία του για την απώλεια της ερωμένης του, ο τελευταίος μεθοδεύει μια εκδίκηση άγρια όσο και ποταπή. Για να πληροφορηθεί, όταν θα είναι πια πολύ αργά, ότι είχε εκτιμήσει εντελώς λανθασμένα την κατάσταση.

Ο Ανδρέας Μήτσου κινείται για άλλη μια φορά σ΄ ένα πεδίο που φαίνεται πως του είναι προσφιλές: το θέμα της ψυχικής αποδιάρθρωσης και σύγχυσης του σύγχρονου ανθρώπου, που παραδέρνει ανάμεσα σε αντιφατικές ανάγκες, παρορμήσεις και αξίες, χωρίς να έχει τη δύναμη, αλλά ούτε τα κριτήρια για ξεκάθαρες και συνεπείς επιλογές. Οι χαρακτήρες αυτού του συγγραφέα είναι λίγο-πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι που δεν μπορούν να κατευθύνουν τη ζωή τους, ενεργούν σπασμωδικά, οι πράξεις τους φέρνουν αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, οι ίδιοι έχουν είτε θολή είτε παραπλανητική εικόνα για τα κίνητρά τους και τις επιθυμίες τους.

Το επίθετο του πρωταγωνιστή στη συγκεκριμένη νουβέλα είναι ακόμη πιο ειρωνικό από το βαφτιστικό του: ο κύριος Επισκοπάκης δεν είναι καθόλου σε θέση να επισκοπήσει αυτό που τον αφορά πιο άμεσα, την ίδια δηλαδή την κατάστασή του. Η συμπεριφορά του υπαγορεύεται προπαντός από τον φόβο: τον φόβο της αποσταθεροποίησης μιας έστω συμβατικής οικογενειακής ζωής (αυτόν που η Αντιγόνη, περισσότερο αυθόρμητη και ανήσυχη, θα ξεπεράσει), τον φόβο της αντιμετώπισης των βαθύτερων συναισθημάτων του, τον φόβο της απώλειας της ερωμένης του και της επιβεβαίωσής του ως άνδρα, στο τέλος ακόμη και τον φόβο της ανάλυσης και εξήγησης αυτού που του συνέβη.

Η αφηγηματική τεχνική του Ανδρέα Μήτσου είναι σύστοιχη με τη σύγχυση του ήρωά του και καθρέφτης της. Καθώς ο Άγγελος Επισκοπάκης δεν μπορεί ούτε εκ των υστέρων να εποπτεύσει την ιστορία του, να την αναπλάσει με συνεκτικό και νοηματοδοτικό τρόπο, τη διηγείται αποσπασματικά, χασματικά, παρεμβάλλοντας κάθε τόσο σκέψεις που επιστρέφουν στον εαυτό τους και συνειρμικές εικόνες από την παιδική ηλικία του χωρίς εμφανή σχέση αναφοράς με τις περιστάσεις μέσα στις οποίες γεννήθηκαν. Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, με άλλα λόγια, δεν έχει βγει από αυτή σοφότερος. Ο αναγνώστης όμως έχει καταλάβει αρκετά.

Λιγότερο συνεπής με την αφηγηματική τεχνική είναι η μυθοπλαστική υπερβολή της κατάληξης. Ο συγγραφέας έχει επιλέξει να εγκαταστήσει την ιστορία του μέσα στον χώρο του συνηθισμένου και κοινότοπου, γιατί, όπως λέει μέσω του ήρωά του, εκεί «λουφάζει η αλήθεια του καθενός» και «όσο βαθαίνει κανείς, το πολύπλοκο γίνεται απλό, καθημερινό». Με την επινόηση όμως ενός εξεζητημένου, ακραία δραματικού τέλους φαίνεται να παρεκκλίνει από αυτή τη γραμμή και να ωθεί τον αναγνώστη του να θεωρήσει αναδρομικά την ιστορία υπό το πρίσμα του έκτακτου, πράγμα που δεν της ταιριάζει καθόλου, γιατί παραγνωρίζει την ίδια την ουσία της και αδικεί έτσι την όλη προσπάθεια του συγγραφέα.

Ωστόσο, αν εξαιρέσουμε αυτή την αστοχία, ο Ανδρέας Μήτσου διεξέρχεται το θέμα του λιτά, πειστικά και υποβάλλοντας με τη γραφή του, σε καίρια σημεία, περισσότερα από αυτά που λέει ο ήρωάς του. Προσωπικά, πιστεύω ότι η εκ των ένδον περιγραφή της ατομικής σύγχυσης είναι μια τεχνική που έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της μέσα στα όρια της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι ο Μήτσου, τόσο σ΄ αυτό όσο και σε άλλα βιβλία του, υπερασπίζεται τις επιλογές του με ειλικρίνεια, αισθαντικότητα και μαστοριά. Όπως είναι σήμερα η κατάσταση στην πεζογραφία μας, τέτοιες αρετές δεν είναι και τόσο αυτονόητες για έναν συγγραφέα και πρέπει να τις εκτιμούμε στα πραγματικά τους πλαίσια. 
  • ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Ανατομία του έρωτα και του δειλού άνδρα

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ 
  • Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού) 
  • εκδ. Καστανιώτη

«Η Αντιγόνη ήξερε να διαβάζει τον φόβο μου»... «Τώρα φοβάσαι»...

«Αυτό αποφάσισα πως ήταν ένας σημαντικός λόγος για να την ερωτευτώ. (Δεν φαντάστηκα τότε ότι και τούτο το νόμισμα είχε τις δυο όψεις του)...

«Επειδή ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους μου την ερωτεύτηκα, αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε»... Αυτές οι φρασούλες σε ένα από τα πρώτα μικρά κεφάλαια του βιβλίου θα μπορούσαν και να αποτελούν το «κλειδί». Της απίθανης ιστορίας που εντός ολίγου (λίγες σελίδες μόλις παρακάτω θα ξεσπούσε) ακόμα και αυτού του παράδοξου τέλους που δεν θα μπορούσε να υποθέσει ανθρώπου νους.
  • Εξομολόγηση
Μόλις 143 σελίδες η καινούργια νουβέλα του Ανδρέα Μήτσου, με τίτλο κάθε άλλο παρά φαντασμαγορικό «Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)» και ιστορία μια φαινομενικά μικρή ιστορία, κάποιος αγάπησε μία, αλλά όπως πολύ σωστά έχει γραφτεί με αυτή τη... συγγραφική συνταγή ένας Τολστόι κάποτε έγραψε μια «Αννα Καρένινα» και ο Ανδρέας Μήτσου ένα μικρό αριστούργημα αφηγηματικού ύφους και δομής.

Η ιστορία, απλή, απλούστατη από γεννήσεως κόσμου. Ο κύριος Επισκοπάκης, καθηγητής πανεπιστημίου κάποτε, με τρία κοσμηματοπωλεία τώρα, που ζει συμβατικά, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με δύο παιδιά, ερωτεύεται την οδοντίατρό του, που γνωρίζει μυθιστορηματικά σε ένα από τα μαγαζιά του. Ο άντρας της, μπαίνει για να της αγοράσει ένα ασήμαντο κόσμημα, κι αυτός της το αλλάζει με τρόπο θεαματικό. Οι ερωτικές συναντήσεις τους ξεκινούν από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, κάθε Πέμπτη τρεις ώρες το μεσημέρι, στο Hotel Marie, δωμάτιο 28. 

Αλλά και τον κίνδυνο της περίπτωσης, κι αυτόν θα τον επισημάνει ο συγγραφέας δια στόματος Αντιγόνης, επίσης, από την αρχή: «Να μην το μάθει ο άντρας μου». Ο κύριος Επισκοπάκης, όμως, δεν θα την πιστέψει.

Το βότσαλο που θα ταράξει τα ήδη παλιρροϊκά νερά θα είναι ένας εκβιαστής, ο Βούλγαρος Θιονδόρ Χελιδονόπουλος, όπως τον φώναζε αυτή με το αισθησιακό ψεύδισμά της, αυτό που πρωτίστως ερωτεύτηκε ο ήρωας, σε σημείο που δεν θα διστάσει καθόλου να παραδεχθεί: «Αρκεί που την άκουγα να μιλάει για να αναπλάσω και να συγκροτήσω μέσα μου ό,τι θεωρούσα ως Αντιγόνη». Πολλά παίχτηκαν εξάλλου επάνω σ’ αυτή τη φωνή.
Τα μεγάλα συγγραφικά ατού, οι χαρακτήρες των ηρώων: «Ετσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο»... Και ο Ανδρέας Μήτσου κάνει ένα απίστευτο ψυχογράφημα της ανδρικής τελικά δειλίας, εφόσον όσο κι αν φαίνεται ότι είναι η Αντιγόνη εκείνη που υποκύπτει και φοβάται τον εκβιαστή, την ώρα της απόφασης άλλος θα αποδειχθεί ο δειλός.

Αλλά ο άσος στο συγγραφικό μανίκι είναι το ύφος, αυτή καθαυτή η αφήγηση. Ο τρόπος που ο ήρωάς του, ο κύριος Επισκοπάκης, επιτελεί ρόλο διπλό. Βιώνει το προσωπικό δράμα και ταυτοχρόνως το αναπλάθει, γνωρίζοντας ταυτοχρόνως και τις παγίδες του ωσεί θεός. Με έναν τρόπο δεξιοτέχνη ζογκλέρ και με ύφος ανδρός που έχει χάσει τα πάντα, το παιχνίδι έχει ήδη συντελεστεί, ούτε καν η παράτασή του μένει. Και θα σταθεί ακόμα και σ’ αυτό αφάνταστα τίμιος, προειδοποιώντας μας και γι’ αυτό ακόμα, απ’ την αρχή: «Με τον ίδιο τρόπο τώρα μιλάω, εξομολογούμαι ετούτη την ιστορία, τρέμοντας μην τελειώσει νωρίτερα, μη δεν αντέξω να πω άλλα και δεν φτάσω ποτέ στο τέλος. Το κακό». Παρά τη συγγραφική τιμιότητα, όμως, το ξάφνιασμα παραμένει μεγάλο. Ουδείς μπορεί να διανοηθεί «αυτό» το κακό. Το τι μπορεί να επιτύχει, τελικά, ένας δειλός άντρας και ποια τιμωρία θα χρειαστεί, στο φινάλε, να υποστεί.

«Γιατί νομίζω, παρ’ όλα αυτά, πως αν τα διηγηθώ τα πράγματα ξανά, άλλη ιστορία θα αφηγηθώ και νέα εκδοχή θα βγει στην επιφάνεια. Κι άλλη ίσως θα ‘χει κατάληξη. 

«Μια εξομολόγηση είναι και τούτη, η δική μου. Μια έκκληση για βοήθεια, που ποντάρω μόνο στον ρυθμό της αφήγησης, στη συνέργια των λέξεων, για να πάρει σώμα και υπόσταση και να με πιστέψετε», θα επιμείνει.

Αποκαλύπτοντας αυτή καθαυτή τη σημασία της αφηγηματικής λειτουργίας, εφόσον στον τρόπο παίζεται το κατά πόσο μια ιστορία είναι ή δεν είναι ζωντανή. Και ο Ανδρέας Μήτσου έκανε με υλικά σπουδαία μια σπαρταριστά ζωντανή ιστορία. Καλοζυγισμένη και καλομετρημένη, με ανάσες και παύσεις σχεδόν τελετουργικές, με ήρωες που διαθέτουν τόσα επίπεδα αντίφασης και κατανόησης όσα διαθέτει και ο καθένας από μας, με γοητεία που αποδεικνύει την αναπλαστική δύναμη της γλώσσας και δομή που δεν σου επιτρέπει να διακρίνεις καν τους αρμούς. Μια μεγάλη-μικρή ιστορία που αποτελεί άσκηση ύφους, μεγίστη. Και η ανατομία ενός έρωτα και ενός δειλού άντρα.
  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Ο Ανδρέας Μήτσου κατάγεται από την Αμφιλοχία. Εχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Εχει εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, ενώ η συλλογή διηγημάτων του «Σφήκες» απέσπασε το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002. Εργα του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εργάζεται ως καθηγητής, φιλόλογος, στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» έχουν κυκλοφορήσει: «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» (μυθιστόρημα, 1995). «Γέλια» (διηγήματα, 1998). «Σφήκες» (διηγήματα, 2001). «Ο σκύλος της Μαρί» (μυθιστόρημα, 2004). «Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού» (2005). «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί» (διηγήματα, 2006). «Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)» (νουβέλα, 2007).
  • ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 16/06/2007

Ανδρέας Μήτσου: «Ποτέ δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη και την αγορά»

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
«Αυτή η ιστορία απαιτεί μια κάθαρση, μια απεμπλοκή του εαυτού σου ώστε να την αναδημιουργήσεις μέσα σου. Ηταν πολύ βασανιστική αυτή η ενδοσκόπηση κατά τη συγγραφή του βιβλίου», εξομολογείται ο Ανδρέας Μήτσου μιλώντας για το πρόσφατα κυκλοφορημένο μυθιστόρημά του «Ο σκύλος της Μαρί» (εκδόσεις «Καστανιώτη»).

Ο συγγραφέας έχει ήδη εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα («Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» -βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο, 1996, ενώ η συλλογή διηγημάτων «Σφήκες» τιμήθηκε με το Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 2002). Στο νέο του βιβλίο πραγματεύεται μια ιστορία έρωτα, με σκηνικό την Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1970. Δύο άντρες του Καζίνου Πάρνηθας αφηγούνται σήμερα την ιστορία μέσα από το δικό τους πρίσμα: η αυτοκτονία ενός αστυνομικού για μια κρουπιέρισσα αποκαλύπτει τη σκοτεινή πραγματικότητα που ορίζει το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του «Μον Παρνές». Παράλληλα, καταδεικνύεται «η απατηλή λάμψη του χρόνου και το ανώφελο μιας φρόνιμης ζωής» και η αναγκαία ενδοσκόπηση στα εσώτερα τοπία της ύπαρξης όταν έρχεται η στιγμή της ανακεφαλαίωσης...
- Ο απώτερος στόχος αυτού του βιβλίου;...
«Υπάρχει μια βιωματική σχέση με τους ήρωές μου, αφού εργάστηκα στο καζίνο της Πάρνηθας εκείνα τα χρόνια, οπότε γνωρίζω κάθε λεπτομέρεια από τον χώρο και τον τρόπο που λειτουργούσε. Αυτό με βοηθάει πολύ, γιατί η ουσία της καθαρής γραφής, όπως πιστεύω, είναι η επιμονή στη λεπτομέρεια. Αλλο τόσο, βίωμα μπορεί να είναι και μια σκέψη αναλόγως του επιπέδου αναστοχασμού και αναψηλάφησης της βασικής αιτίας της γραφής. Η κεντρική ιδέα μου είχε να κάνει με τη μελαγχολία που ένας μεσήλικας βιώνει διαπιστώνοντας ότι έχουν περάσει οι καλές στιγμές της ζωής του κι ότι ο απολογισμός δεν φαίνεται επαρκής».
  • Η αστυνομική πλοκή
- Θα μπορούσε το μυθιστόρημά σας να χαρακτηριστεί αστυνομικό;
«Η αστυνομική πλοκή και δομή λειτουργεί ως πρόφαση για να διευκολυνθεί το τυπικό μέρος της συγκρότησης του κόσμου μου. Εννοώ ότι με απασχολεί περισσότερο ν' αναδείξω την αλήθεια μέσα από το ύφος και τη γλωσσική διεκπεραίωση. Ολα αυτά επεκτείνονται και επεξεργάζονται ούτως ώστε να "εξαπατηθεί" ο αναγνώστης και να συμπορευτεί μαζί μου. Αλλωστε, η αστυνομική πλοκή περιέχει τα στοιχεία της ειρωνείας και της λιτότητας. Αυτό με βολεύει πάρα πολύ για να μην πέσω σε δραματικότητα και ταυτόχρονα να φτιάχνω καλύτερα τη σύμβαση που απαιτείται».
- Αναρωτιέμαι σε τι βαθμό επηρεάζει έναν συγγραφέα η ρέουσα παραγωγή βιβλίου (αστυνομικό και ιστορικό μυθιστόρημα), ο συγκεκριμένος θεματικός προσανατολισμός βάσει της αγοράς;
«Ακούγεται πομπώδες, μα ποτέ δεν σκέφτομαι ούτε τον αναγνώστη ούτε την αγορά. Αυτό δεν το θεωρώ μεταξύ των έξυπνων στοιχείων μου. Προσπαθώ να διαχειριστώ την έννοια της χρονικότητας και ως εσωτερική διεργασία και ως αφηγηματική τεχνική. Ολος ο φιλοσοφικός στοχασμός και η προσπάθεια απεμπλοκής από τον μύθο αποσκοπούν στη διαχείριση του χρόνου. Απ' την άλλη, κάθε συγγραφέας γράφει με εμφανείς σκοπιμότητες, όπως εν προκειμένω στο ιστορικό μυθιστόρημα, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις που δεν φαίνονται πάντοτε. Παρ' ότι ο ιστορικός χρόνος είναι παρηγορητικός, ανόθευτος, συντηρημένος για να παραμένει νοσταλγικός, ο κόσμος αναζητάει τον άλλο χρόνο. Είναι μια κατεργαριά το ιστορικό μυθιστόρημα απ' αυτή την άποψη. Το βιβλίο μου δεν είναι ακριβώς αστυνομικό, αφού προφανώς σαρκάζει και την αστυνομική δομή του και καταλήγει σε ιλαροτραγωδία. Οι ήρωές μου αυτοσαρκάζονται, είναι πρόσωπα γελοία, δοξάζεται η ελαφρότητα, η πρωτογενής αφέλειά τους».
- Πώς παρεμβάλλεται όμως στη δράση ο ιδανικός αυτόχειρας;
«Υπάρχει ένας αφελής νεαρός ήρωας, παρθένος στο σώμα και στην ψυχή, που αυτοκτονεί για να συντηρήσει την ανακάλυψη της υπέρτατης χαράς. Καταργεί, δηλαδή, τον χρόνο, δοξάζοντας το παρόν».
- Δεν συμβαίνει, όμως, στη ζωή να ρομαντικοποιούμε κάθε φορά τούτο το εξιδανικευμένο παρόν;
«Βεβαίως, γι' αυτό και πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τους λογαριασμούς μας με τον χρόνο. Στην αρχή του βιβλίου χρησιμοποιώ το εξής μότο: "Είμαι χαρούμενος παρ' όλο που δεν υπάρχει λόγος". Είναι μια δόξα της έλλειψης νοήματος στα πράγματα. Στο τέλος ο πρωταγωνιστής σπεύδει να προστατευτεί στην ελαφρότητα. Η πραγματικότητα είναι πολύ βαριά για να τη σηκώνουμε... Ο συγγραφέας είναι ένας ακόμη ερμηνευτής της».
  • Καζίνο και δικτατορία
- Επιστρατεύετε δύο αφηγητές. Οι ήρωές σας είναι οριακά ιδιόρρυθμοι, οι ιστορίες τους περιπλέκονται ανατρεπτικά. Πώς διευθετήσατε όλο αυτό το υλικό;
«Εάν είναι εύπιστος ο αναγνώστης, θα θεωρήσει ότι η ιστορία που περιγράφω είναι αληθινή. Χρησιμοποιώ πραγματολογικά στοιχεία μέσα από έρευνα σε αρχεία και προσωπικές μαρτυρίες. Με ενδιέφερε να καταφύγω σε τεχνικές αφήγησης που θα καταξιώσουν το υλικό μου. Εκείνο που ελέγχεται είναι η αυθεντικότητα και ο πόνος, η μελαγχολία και ο στοχασμός του ήρωα, που αθωώνει τον ίδιο και δίνει την παρηγορία της τέχνης».
- Η περίοδος της δικτατορίας είναι ελκυστική όσο και εύλογα παρεξηγήσιμη. Είναι μακριά αλλά και κοντά στη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας..
«Το καζίνο της Πάρνηθας ιδρύθηκε το 1969. Για μένα το ενδιαφέρον έγκειται στην αίσθηση του φαντασμαγορικού κόσμου που κρύβει ένα καζίνο. Φανταστείτε εκείνη την εποχή, μάλιστα. Ηταν ένα κοσμοπολίτικο κλίμα έξω από τα ελληνικά δεδομένα. Επίσης, κάθε καζίνο είναι σύμφυτο με το μαύρο χρήμα, τις δολοφονίες, την αρχαιοκαπηλία, τους έρωτες που περιγράφω και λίγο-πολύ συνέβησαν. Ο χρόνος παραμένει, οι άνθρωποι είναι πάντα ίδιοι, οι στοιχειώδεις ανάγκες παραμένουν, η σοβαρότητα και η γελοιότητα εναλλάσσονται. Αρα, θεωρώ επίκαιρο το βιβλίο».
- Σε όλα τα βιβλία σας κάνετε κάτι ανάλογο...
«Ναι, η ματαιότητα κυριαρχεί μαζί με τον αδικαίωτο χρόνο. Με τρομάζει αυτή η εκδοχή, ομολογώ».
- Με αυτό το δεύτερο μυθιστόρημα κρίνετε ότι κάνετε στροφή αφήνοντας στην άκρη τη διηγηματογραφία;
«Είναι σχηματικές αυτές οι εκτιμήσεις. Ως προς το μέγεθος, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τις προηγούμενες νουβέλες μου μυθιστορήματα. Ομως, με το μυθιστόρημα νομίζω ότι βρίσκω έναν καλό τρόπο να πυκνώσω τον μικρόκοσμό μου. Η δομή της ιστορίας καθορίζει τη φόρμα. Εξάλλου, δεν θεωρώ τον εαυτό μου επαγγελματία συγγραφέα».
- Να μια καλή ερώτηση: Πιστεύετε στην επαγγελματική αντιμετώπιση των συγγραφέων από την εκδοτική αγορά αλλά και από το κοινό;
«Κάποιος γίνεται συγγραφέας τη στιγμή που γράφει. Αμέσως μετά καταργείται αυτή η ιδιότητα. Επομένως, η στατική αντίληψη των συγγραφέων που βγάζουν βιβλία σε τακτά διαστήματα ενέχει απρέπεια και οίηση. Εξάλλου, ο συγγραφέας δικαιώνεται εκ των υστέρων».
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2004

Ο ωραίος υπενωμοτάρχης

  • Ενα σχεδόν νουάρ μυθιστόρημα για τα αστικά πάθη την εποχή της δικτατορίας
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
Υστερα από 82 διηγήματα και ένα μυθιστόρημα, το δεύτερο μυθιστόρημα του A. Μήτσου εμφανίζεται αφηγηματικά περισσότερο δόλιο. Δράση αναλαμβάνει εκείνος ο εικοσάχρονος υπενωμοτάρχης, άρτι αποφοιτήσας από τη Σχολή Υπαξιωματικών Χωροφυλακής, ενός από τα πρώτα διηγήματα του Μήτσου «Βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 30.11.1970», που επανέρχεται σε μερικές από τις κατοπινές ιστορίες του, προβιβασμένος πλέον σε ενωμοτάρχη. Στο πρόσφατο όμως μυθιστόρημα βρισκόμαστε ακόμη στο σωτήριο έτος 1970, όταν ο υπενωμοτάρχης διορίζεται επόπτης ασφαλείας στο απαστράπτον καζίνο πρωτευούσης, το περιβόητο «Μον Παρνές», με τρεις χωροφύλακες στις διαταγές του, ηλικιακά μεγαλύτερούς του αλλά μόλις αποφοίτους γυμνασίου. Κάποτε και του δημοτικού, παλιές όμως καραβάνες, όπως ο μεσήλικας Κρητικός που του παραστέκεται. 

Ωραίος και φαντασμένος ο υπενωμοτάρχης, αν και βλάχος, καθώς τον αποκαλεί ο ομοφυλόφιλος μόδιστρος που κάνει τον πωλητή στο «Art Shop» του καζίνου. Ο μόδιστρος, ο Κρητικός και ο επωνοματάρχης, αυτοί οι τρεις ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες που εμπλέκονται σε μια μυστηριώδη ιστορία με κινητήριο μοχλό μια «δίμετρη» γαλλίδα κρουπιέρισσα, τη Μαρί, θα μπορούσαν να είναι οι πρωταγωνιστές ενός καθαρόαιμου αστυνομικού μυθιστορήματος. Και ίσως, αν τελικά Ο σκύλος της Μαρί γίνει τηλεοπτικό σίριαλ, όπως το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου, Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, να καταλήξει σε ένα «νουάρ» στο «Μον Παρνές», επί απριλιανής δικτατορίας, όταν διευθυντής του καζίνου ήταν εκείνος ο κύπριος μεγαλοεπιχειρηματίας που είχε κακή φήμη και άσχημο τέλος. Ακριβώς όπως και στο μυθιστόρημα που συνυφαίνει στην υπόθεση πραγματικά συμβάντα. Προ παντός ζωντανεύει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, με τον φοβερό Σκανδάμη στο πιάνο να παίζει Χατζιδάκι και ξαφνικά να απογειώνεται με Ρόλινγκ Στόουνς. Καινοφανή ακούσματα, που θα πρέπει να αιφνιδίαζαν τους ισχυρούς του χρήματος, αν είχαν το μυαλό τους στη μουσική όταν πόνταραν περιουσίες. Το πιθανότερο να τα χαίρονταν μόνο οι ζάπλουτες χήρες, που ανέβαιναν στην Πάρνηθα αποζητώντας αντρική συντροφιά, όπως η σαραντάρα που «χαλβαδιάζει» τον υπενωμοτάρχη.
Μεγαλέμποροι, μαφιόζοι και γόνοι καλών οικογενειών, όλοι τους υποχρεωτικώς γραβατωμένοι, αν και συχνά ένα παπιγιόν συμπληρώνει το λευκό κοστούμι. Αυτό το πολυτελές σκηνικό είναι ένα πρώτο γοητευτικό στοιχείο στο μυθιστόρημα του Μήτσου. Λες και σε μια προηγούμενη ζωή του υπήρξε και αυτός παθιασμένος με την «πουτανίτσα», την μπίλια. Πάντως την καρδιά του υπενωμοτάρχη δεν την κλέβει η μπίλια αλλά μια γυναίκα, αναμφιβόλως πολύ πιο «πουτανίτσα», η αινιγματική Γαλλίδα Μαρί. Και έτσι ξεκινά ένας τρελός έρωτας που μόνο ένας ορεσίβιος και άξεστος μπορεί να νιώσει. Παρθένος ο υπενωμοτάρχης και το ερωτικό πάθος τού προκαλεί έντονα αλλεργικά συμπτώματα, που η περιγραφή τους συναγωνίζεται τον Καζαντζάκη στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Και αυτός, όπως ο Μανολιός, ένας οριακός χαρακτήρας, και η αρρώστια του αντανακλά την κατάσταση της ψυχής του. Οπως άλλωστε και τα βίαια συμβάντα με τις κοπέλες και τους νταβατζήδες, που προκαλεί στον οίκο ανοχής της οδού Αγησιλάου, όπου τον πηγαίνει ο κρητικός υφιστάμενός του μήπως και ανανήψει του πάθους. 

Ενώ όμως ο υπενωμοτάρχης βυθίζεται στις επιθυμίες της σάρκας, μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας βρίσκεται σε εξέλιξη, στην οποία ανακατεύονται οι υψηλά ιστάμενοι της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Προαστίων Πρωτευούσης, όπου υπάγεται και το Τμήμα Ηθών και Λεσχών. Στον ρόλο του κακού ο ταξίαρχος Μπάκας, γνωστή φιγούρα από παλαιότερα διηγήματα του Μήτσου. Οι θησαυροί της χώρας ξεπουλιούνται και τα μουσεία γεμίζουν αντίγραφα, ενώ τα γνήσια αγάλματα εξάγονται λαθραία. Πολυτιμότερο όλων το άγαλμα της Υπολυμπίδιας Αφροδίτης. 

Αλλά ο υπενωμοτάρχης, που έχει αναλάβει τον ρόλο του διώκτη, δεν θα μάθει ποτέ τι απέγινε η Υπολυμπίδια Αφροδίτη. Μόλις καταφέρνει τη θεόρατη κρουπιέρισσα, συνεπαρμένος από τη ρώμη του φύλου του, ερωτικά υπερπλήρης, αυτοκτονεί. Ωστόσο σε ένα μυθιστόρημα τα αίτια και οι αφορμές για τα δρώμενα κρέμονται από τον αφηγητή. Οπως και στο πρώτο μυθιστόρημά του, ο Μήτσου τοποθετεί την αφήγηση χρόνια μετά τα συμβάντα, επιστρατεύοντας και πάλι ένα δίδυμο αφηγητών, άκρως υποκειμενικών, μια και τρέφουν έντονο ενδιαφέρον για τον υπενωμοτάρχη· πατρικό ο κρητικός χωροφύλακας, σφοδρώς ερωτικό ο μόδιστρος. Οι αφηγήσεις τους, καθώς συμβαδίζουν, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋπονομεύονται, διατηρώντας ένα κάποιο σασπένς για την έκβαση της ιστορίας, τριάντα χρόνια αργότερα, όταν έρχεται η ώρα της εκδίκησης. Ωστόσο στο ρεαλιστικό σκηνικό μιας αστυνομικής ιστορίας θα ασφυκτιούσε ο Μήτσου, του οποίου ο προσφιλής αφηγηματικός τρόπος είναι η υπερβολή. Στο μυθιστόρημα, από μιας αρχής, δραματοποιεί τις καταστάσεις, ανεβάζοντας τους τόνους, και μεγεθύνει τις ιδιότητες των ηρώων πολύ πέραν των συνηθισμένων μέτρων. Ο υπενωμοτάρχης είναι καθ' υπερβολήν ωραίος και αφελής, αποκλίνοντας προς το γελοίο, ενώ η αστυνομική ιστορία, με τα σύντομα κεφάλαια, τους επιγραμματικούς και εμφαντικούς τίτλους, προπαντός τη διττή εκδοχή, τείνει προς το γκροτέσκο. 

Ενας άλλος συγγραφέας θα εκμεταλλευόταν το εξαιρετικό του ήρωά του για να σαρκάσει τον αστικό χώρο στον οποίον αυτός εισβάλλει. Ο Μήτσου όμως δεν παίζει με τους τρόπους της ειρωνείας, που παραμένουν ξένοι προς το συγγραφικό του ταμπεραμέντο. Γι' αυτό και ο ήρωας, που τελικά καθορίζει τη μυθιστορηματική υφή, είναι ο μοναχικός και ματαιωμένος ομοφυλόφιλος, ο οποίος ανεμίζει στην κουβέντα του τη μελαγχολία του ανθρώπου, που απέμεινε εφ' όρου ζωής παρατηρητής. Μόδιστρος μεν, αλλά και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών στο Παρίσι, με σπουδές στη φιλοσοφία, αντιλαμβάνεται τον θεαματικό αυτοχειριασμό του ωραίου υπενωμοτάρχη ως μια κορυφαία πράξη, που έδωσε τη διάσταση της αιωνιότητας στη στιγμιαία ευτυχία. H αφήγησή του επιδιώκει να δοξάσει το συναίσθημα ως ίδιον του αυθεντικού ανθρώπου. Φαινομενικά, ένας στοχαστικός λόγος που καταπιάνεται με απαξάπασες τις αφηρημένες έννοιες της φιλοσοφίας. Ωστόσο τον προδίδουν τα τσιτάτα και οι εντυπωσιοθηρικές αποφάνσεις. Οπως λ.χ. σε ένα σημείο όπου ο αφηγητής θαυμάζει «την τέλεια διαχείριση του χρόνου που κάνουν μερικές γυναίκες» και καταλήγει πως τα λόγια τους αποκτούν «ένα βάρος που προκύπτει μόνο από τη χρονική συνέπεια και εντροπία». Τις συγγραφικές εμμονές υπηρετεί η ποιητική της γλώσσας, γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία του Μήτσου, αλλά ενισχυμένη έτι περαιτέρω, με την ευρεία χρήση των επιθέτων, συχνά ζευγαρωμένων, και τη ρυθμική εκφορά.
  • MAPH ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/08/2004

Ο έρωτας του θανάτου

  • Πάθη που αιφνιδιάζουν και ανακατανομές που πρωτοτυπούν 
Ο κύριος Επισκοπάκης
Η εξομολόγηση ενός δειλού

 Έχω και άλλοτε διατυπώσει την άποψη ότι ο συγγραφέας αυτός, ο οποίος συγκαταλέγεται στους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της νεωτερικής γραφής στον χώρο της δημιουργικής μας πεζογραφίας, τιμημένος άλλωστε, μεταξύ άλλων, και με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, γράφει «χωρίς ζαβολιές», όπως, ως γνωστόν, απαιτούσε συστηματικά από τον εαυτό του πρωτίστως, αλλά και από τους άλλους, ο πληθωρικός, αλλά ευθύβολος νομπελίστας Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Με το έβδομο αυτό βιβλίο του, ο Ανδρέας Μήτσου, για μία ακόμη φορά, επικαλείται τη στοιχειώδη κειμενική σύμβαση, η οποία, ως εκ των πραγμάτων, είναι ικανή και αναγκαία όχι μόνο να εγκαταστήσει μιαν άκρως λειτουργική σχέση του αφηγητή με τους αναγνώστες του, αλλά και να μεταδώσει στους τελευταίους τον σπινθήρα μιας ζωοποιού, αισθητηριακής φώτισης. Πρόκειται εν ολίγοις για το κυρίαρχο αίτημα που διατυπώθηκε ξεκάθαρα στο μυθιστόρημά του «Τα ανίσχυρα ψεύδη» του Ορέστη Χαλκιόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1999, επίσης από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Παραθέτω: «Είναι ανάγκη, σε οριακές τουλάχιστον στιγμές της διήγησης, να εμπιστευόμαστε τον συγγραφέα. Να μπορούμε να διακινδυνεύσουμε ακόμα και την εξαπάτηση και τον εμπαιγμό. Τούτο πιστοποιεί, μου φαίνεται, τη διακαή επιθυμία μας να ακούσουμε το ότι έχουμε αυτή την ικανότητα. Οτι είμαστε ζωντανοί. Οι πεθαμένοι τα χουν όλα ίδια».

Εξού και οι αλλεπάλληλες ανατροπές, οι απροσδόκητες συναιρέσεις του Καλού και του Κακού, οι αδιέξοδοι, ενίοτε υστερικοί μονόλογοι, οι καινοτόμοι χαρακτήρες, οι καταλυτικές υπονομεύσεις της δοτής ή μη ηθικής στο όνομα της απόλυτης οργασμικής έξαρσης. Τα τέσσερα πρόσωπα του οικογενειακού δράματος συνιστούν χαρακτηριστικές περσόνες του δυναμικού διηγητικού μικρόκοσμου του Ανδρέα Μήτσου, όπου ταυτοχρόνως τελείται η αποθέωση, αλλά και το εκφυλιστικό πέρας της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολό της. Πρόκειται για έναν πανούργο πλάνητα, πρώην μυξοβάρβαρο, φερτό εκ Βουλγαρίας, έναν εκβιαστή που εξελληνίζεται σφόδρα, ονόματι Τοντόρ ή Θιονδόρ Χελιδονόπουλο, έναν πλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος, τον απαραίτητο δηλαδή σύζυγο - θύμα - θύτη, τον περιδεή, εμφανώς αναστοχαστικό Επισκοπάκη και την πολυσχιδή ερωμένη του, την οδοντίατρο Αντιγόνη, την οποία μοιράζονται οι ανωτέρω τρεις διαδοχικά. Η πληθωρική εσωτερικά, εμφανέστατων μαζοχιστικών ροπών και τάσεων μοιραία οδοντίατρος-μετανεωτερική Μαντάμ Μποβαρί γνωρίζει σε βάθος το έργο του Χένρι Τζέιμς και όχι μόνον, ενώ «η κάθε της λέξη έπεφτε ξεχωριστά, σε αυτόνομη, θαρρείς, λειτουργία μέσα στην πρόταση. Ολη η ομιλία της όμως, ένας επίμονος ψίθυρος, σαν ατελείωτο μυστικό. Δεν την ένοιαζε καθόλου την Αντιγόνη να αιτιολογήσει και να πείσει. Σε επίπεδο ήχων και ρυθμού επέμενε αυτή να παίζει».

Ο Επισκοπάκης υιοθετεί εκών άκων τον τρόπο του ομιλήματος της Αντιγόνης: το εγώ τρόπον τινά αφομοιώνεται επιτέλους από το εσύ μεταθανατίως. Η ταύτιση είναι δυνητικά παραγωγική όσο και γκροτέσκα. Η θυσιαστική επιλογική πράξη είναι βέβαια αναπόφευκτη. Η νουβέλα - οπερέτα αίματος θέλει άλλωστε συνειδητά να συμμορφωθεί περίτεχνα με την πάγια αρχή του Οσκαρ Ουάιλντ «Όλοι οι άνθρωποι σκοτώνουν αυτό που αγαπούν». Ο λόγος αντιλαμβάνεται πολύ καλά πώς να προοικονομεί αυτά ακριβώς που τον αφορούν. Η αποστροφή είναι ενδεικτική των συγγραφικών προθέσεων: «Ξέρω ωστόσο πως το αίμα είναι αδύνατο να αποφευχθεί. Γιατί στο τέλος κάθε ιστορίας γίνεται μια σφαγή. Και αυτή τη σφαγή τρέμει πάντα ο συγγραφέας» (βλ. εν προκειμένω την προτελευταία σελίδα ενός προηγηθέντος βιβλίου του Ανδρέα Μήτσου, με τίτλο «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», ομοίως από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», 2006). Η σπατάλη του αίματος είναι εδώ το κατ εξοχήν στρατηγικό παραπλήρωμα.

Η πικρή γεύση της αποτυχίας του ανθρώπου να ξεπεράσει την καρναβαλική έκφανση και να ουσιώσει το Αγαθό είναι κι εδώ διάχυτη. Η τυφλή παρόρμηση, η παντοδύναμη δύναμη, η οποία οδηγεί τα τέσσερα αυτά άτομα από το ένα υπαρξιακό βάραθρο στο άλλο, κατά τρόπο παραπλανητικό και ανελέητο, προτού τα ρίξει μέσα στην τρύπα του ολοκληρωτικού, ανέκκλητου βεβαίως αφανισμού, προλαβαίνει να πει το όνομά της: είναι ο έρωτας του θανάτου. Και πάλι ο λόγος του Ανδρέα Μήτσου δεν ηχεί περιοριστικά ή αυταρχικά. Οι διακειμενικές συγκυρίες ποικίλλουν, οι κατηγοριοποιήσεις των παθών αιφνιδιάζουν, οι ανακατανομές των γνωσιολογικών δεδομένων πρωτοτυπούν, ο δε ενδιάθετος σολιψισμός αυτοελέγχεται. Ο εκλεκτικός συγκερασμός εν ολίγοις διαπρέπει.

Σε πολλές περιπτώσεις το εμβληματικό αναγνωστικό παρελθόν του κόσμου διαλάμπει. Τα παραδείγματα αφθονούν. Επιλέγω εξ όνυχος το εξής: ο καταληκτικός αφορισμός της σελ. 126 «Αλήθεια όμως είναι πως οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, της κάθε ιστορίας, δεν είμαστε ποτέ εμείς. Ούτε οι σημαντικοί ήρωές της. Παρά κελύφη είναι τα κορμιά μας, καρικατούρες άψυχες και μαριονέτες, κι αλλιώς ορίζονται τα πράγματα. Απ αλλού. Μοίρα ή Θεό, δεν μ ενδιαφέρει να το βρω», παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στην καταστατική δυσφορία του περιώνυμου Δανού πρίγκιπα: «Και η διάθεσή μου είναι, πράγματι, τόσο άσχημη, που ως κι αυτό το όμορφο δημιούργημα, η γη, μού φαίνεται σαν χέρσο ακρωτήρι [...] Τι έργο τέχνης ο άνθρωπος! Στη λογική ευγενής, στις ικανότητές του ανεξάντλητος. Στη μορφή και στην κίνηση εκφραστικός, αξιοθαύμαστος. Στις πράξεις του σαν άγγελος, στη διάνοια σαν θεός: το κόσμημα της οικουμένης, το εντελέστερο πλάσμα του κόσμου. Κι όμως, τι είναι για μένα αυτή η πεμπτουσία της σκόνης;» (βλ. «Αμλετ», μετάφραση Ερρίκος Μπελιές, εκδόσεις «Ύψιλον», 1999, πράξη 2η, σκηνή 2η).

Αν όντως «ο συγγραφέας είναι ένα είδος μάρτυρα, που βιώνει στο πραγματικό τους μέγεθος και στην απόλυτη εντελέχειά τους τα πράγματα και που με περισσεύματα δικά του πυροδοτεί τη ζωή των άλλων και μ αυτό τον τρόπο μετέχει ο ίδιος στη ζωή», όπως προκύπτει με υποδειγματική ευκρίνεια στο προαναφερόμενο έργο «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», τότε αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι ο Επισκοπάκης συνιστά άλλη μια εκδοχή του alter ego του ίδιου του δημιουργού του. Κι αυτό είναι κάτι που έχει ήδη εντοπιστεί από τον οξυδερκή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου σε ένα από τα τελευταία τεύχη του περιοδικού «Αντί». Συμπερασματικά θα έλεγα ότι οι Επισκοπάκης - Μήτσου συναποτελούν το κρίσιμο δίπολο όχι μόνον των άριστα συγκερασμένων εκφάνσεων, αλλά και των εμπεδώσεων του οριακού πάθους, της μόνης ίσως ανοιχτής οδού για τη Γνώση.
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, [Ελευθεροτυπία] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 09/11/2007

Ο Ανδρέας Μήτσου...

Αφού διάβασα το "ανάγνωσμα" ["Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου"] στο "ΒΗΜΑ", σκέφτηκα να παραθέσω, για να είναι εύκαιρα στην πρώτη ζήτηση, κείμενα για τον Ανδρέα και συνεντεύξεις του σε άλλα έντυπα. Ουσιαστικά είναι ένας εύσχημος τρόπος για να μάθω περισσότερα για τον ίδιον, πώς σκέφτεται αλλά και κάποια παραπάνω στοιχεία για το έργο του. Τελικά είναι ένας συγγραφέας που  μάλλον έχει πιάσει τη θέση του στη νεοελληνική λογοτεχνία - και θα την κρατήσει! Εβαλα, τυχαία, μια συνέντευξή του στο περιοδικό "Lifo", που είχε γίνει με αφορμή το βιβλίο του «Ελεημοσύνη των γυναικών». Και τώρα μια συνέντευξή του στη φίλη μου, την Κωστούλα Τωμαδάκη.

Αντρέας Μήτσου: Ο τρόμος της ισόβιας νιότης


Το όνειρο της αιώνιας νεότητας αναζητά ο ήρωας του Αντρέα Μήτσου και δε θα διστάσει να σκοτώσει για να αρπάξει τη ζωή του πολύ νεότερου σωσία του. Ο 59χρονος Μπρούνο Γκούσταφσον ,Σουηδός ανθρωπολόγος και ελληνιστής, γνωρίζει στην παραλία της Ναυπάκτου ένα νεαρό που του μοιάζει εκπληκτικά και αποφασίζει να τον σκοτώσει. Είκοσι χρόνια αργότερα, έχοντας πάρει τη ζωή του θύματος θα έρθει αντιμέτωπος με τις μέλισσες ή μήπως τις ερινύες...

''Ο Αγαπημένος των μελισσών'', εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ένα μυθιστόρημα για τους ακραίους τρόπους που μπορεί κάποιος να μηχανευτεί όταν πέσει στον πανικό της ηλικίας και του χρόνου. Ο Αντρέας Μήτσου μοιάζει με τα βιβλία του, συνδυάζει απλότητα και σοφία και έχει μια σπάνια ικανότητα να μιλά ..για τα μικρά και τα μεγάλα της ζωής. 

''Να θυμηθώ να πετάξω το ψαθάκι στη θάλασσα'', σκέφτηκα καθώς ανέβαινα στο δωμάτιο. ''Να απαλλαγώ''.
Και πήγα κατευθείαν για ύπνο.
Ένας πανύψηλος ιερέας βουτούσε όλη τη νύχτα τσίτσιδο τον Πέτρο τον  Ριβό μέσα σε μια κολυμπήθρα χρυσή.

Εκείνος γελούσε τρισευτυχισμένος και έβγαινε από μέσα κάθε φορά και νεότερος.
Το πρωί, αναλύοντας το όνειρο καθώς περπατούσα στο μόλο, κατέληξα πως η κολυμπήθρα ήταν ο χρόνος και πως αν μια στιγμή ''δοξαστείς'', απέναντι στον εαυτό σου, αν κερδίσεις την απόλυτη αυτοεκτίμηση , τότε ''βγαίνεις'' από το χρόνο δραπετεύεις και σώζεσαι''
Ο Αγαπημένος των μελισσών
Το αύριο δεν υπάρχει ερήμην του σήμερα και είμαστε ακόμα ζωντανοί
  • Τί μπορεί να κάνει η τέχνη, μπορεί να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στη καθημερινότητα μας;
Η τέχνη σε βοηθάει να συναντήσεις τον αυθεντικό εαυτό σου και να αναδείξεις την βαθύτερη αλήθεια σου. Επομένως, η τέχνη μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα, της δίνει άλλη μορφή, την ανατρέπει..
  • Τι είναι ο χρόνος;
Ο χρόνος είναι μια πληγή που ανοίγει όταν δεν ζω ουσιαστικά. Όλοι μας φέρουμε πάνω μας ,με τις ρυτίδες, τα σημάδια, την πληγή, την ανικανότητα μας να ζήσουμε τη στιγμή. Πιστεύω ότι όποιος ουσιαστικά βιώνει τη στιγμή δε μεγαλώνει. Δηλαδή μεγαλώνουμε μόνοι μας επειδή έχουμε ηττηθεί ,αλλιώς θα είμαστε πάνω από το χρόνο.. Ο χρόνος δεν είναι αντικειμενικό μέγεθος, είναι μέγεθος που το φέρουμε μέσα μας και είναι η αποτύπωση της ήττας μας.
  • Άρα, πώς μπορούμε να νικήσουμε το χρόνο;
Μπορούμε να νικήσουμε το χρόνο όταν κρατάμε την αθωότητα και την παιδικότητά μας και όταν δεν διστάζουμε –πέρα από όποια Πλατωνική προκατάληψη –να εμποτιστούμε στη χαρά. Μας τιμωρεί η πραγματικότητα ,άμα θες πες ο Θεός, επειδή στεκόμαστε ανίκανοι να εισπράξουμε από τη χαρά που υπάρχει πανταχού παρούσα. Και εμείς απλώς, από μια αρχέγονη δειλία , δεν μπορούμε να την εισπράξουμε.
  • Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
Γεννήθηκα στην Αμφιλοχία. Θυμάμαι ένα αγοράκι που έμεινε κολλημένο στα επτά , το οποίο φοράει πάρα πολλά ρούχα γιατί η μάνα του φοβόταν μη κρυώσει και η οποία ακόμη φοβάται. ..Νομίζω ότι έχω εισπράξει αγάπη και αυτό είναι ότι καλύτερο για ένα παιδί. Είμαστε αγαπημένη οικογένεια. Φτωχοί αλλά περήφανοι. Ο πατέρας μου ήταν ανάπηρος πολέμου. Έδωσε το χέρι του και το πόδι του πολεμώντας τους Γερμανούς. Ήταν ένας άντρας υψιπετής, όμορφος, ταπεινός. Η μάνα μου ήταν προσγειωμένη και ουσιαστική Εγώ ήμουνα ένα παιδί που διάβαζα με πάθος λογοτεχνία σε μια μικρή πόλη. Ήμουν το παρτσακλό, το βλαμμένο της περιοχής..επειδή διάβαζα..
  • Πότε αποδέχτηκες οριστικά ότι είσαι συγγραφέας;
Δεν το έχω αποδεχτεί ακόμα. Παρόλο που έχω γράψει έντεκα βιβλία. Πιστεύω ότι η συγγραφική ιδιότητα δεν είναι μόνιμη. Και αυτό εξαρτάται από το πόσο κάθε φορά μπορείς να βυθιστείς στο όραμά σου και να αποδώσεις με αλήθεια και ταπεινότητα το βαθύτερα κρυμμένο μυστικό σου.
  • Τι είναι ταλέντο; Υπάρχει πιθανότητα να χαθεί κάποιο ταλέντο;
Α, αυτό με έχει απασχολήσει και στη δημιουργική γραφή που διδάσκω στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Και παρόλο που δεν διδάσκεται τίποτα και όλα διδάσκονται ,εξαρτάται από αυτόν που τα λέει και πως τα λέει, πιστεύω ότι δεν υπάρχει ταλέντο. Γιατί δεν υπάρχει κάποιος που να έχει τη χάρη και την ευλογία. Αν κάποιος επικεντρωθεί σε κάτι συγκεκριμένο τότε εκεί θα κάνει θαύματα. Επομένως είναι μια διαδικασία προσκόλλησης στο σημείο. Μ'αρέσει αυτός ο στίχος του Ουίλιαμ Μπλέικ: i can see the world in a grain of sand and the heaven in a wild flower'' Mπορώ να δω τον κόσμο ολόκληρο σε ένα κόκκο άμμου και τον παράδεισο σε ένα αγριολούλουδο.
  • Όποιος τυχαία ζει είναι δειλός. Ποιοι είναι οι δειλοί, Αντρέα;
Αυτοί που αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Και βλέπω τον εαυτό μου συχνά να το κάνει. Και αυτό με τρομάζει. Θεωρώ, γενικά δειλό, για να σου δώσω μια στρογγυλή απάντηση, όποιον δεν μπαίνει στη χαρά της ζωής. Έχω την αίσθηση ότι αφορμή για το βιβλίο σου '' Ο αγαπημένος των μελισσών'' στάθηκε ο πανικός σου. Είναι αλήθεια και λυπάμαι που το έπιασες αυτό. Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν πρέπει να μεγαλώσεις άλλο. Και υπάρχουν δυο δρόμοι: ή να πεθάνεις ή να γυρίσεις πίσω το χρόνο. Πράγμα απίθανο. Στο μυθιστόρημα υπάρχει ο σωσίας του ήρωα, είκοσι χρόνια νεότερος. Οπότε σκοτώνει τον σωσία του και αναδιοργανώνει το χρόνο, τον εσώτερο και τον εξωτερικό.. Πρόκειται για μια διανοητική διεργασία που θέλει να δικαιολογήσει τον τρόμο ενός πανικόβλητου ανθρώπου μπροστά στο χρόνο.
  • Τι αποζητάς με τη συγγραφή, Αντρέα;
Να ηρεμήσω .Να βάλω μια τάξη στα μέσα μου. Να βρω μια αρμονία με τον εαυτό μου...Μια γλύκα που εντοπίζω καθώς 'σκάβω' μέσα μου, και θέλω να τη μοιραστώ με τον άλλον. Γιατί πιστεύω ότι όταν συναντάς τον εαυτό σου χωρίς αντιπαλότητα ...και μπορείς να τον παρηγορήσεις.. τότε μπορείς να το κάνεις και για τον άλλον.
  • Υπάρχει ταλαντούχος αναγνώστης;
Ο αναγνώστης είναι εξίσου σημαντικός με τον συγγραφέα. Ένας επαρκής αναγνώστης είναι αυτός που αξιώνεται ένα βιβλίο. Ο καθένας είναι το βιβλίο που διαβάζει. Και επιμένω σ'αυτό. Ο καθένας είναι και η ερμηνεία του. Δηλαδή αξιώνεσαι ένα βιβλίο, μια ταινία. Ταλαντούχος είναι ο αναγνώστης που μπορεί και ερμηνεύει με αισθητικούς όρους ανώτερους την πραγματικότητα. Υπάρχουν μύστες και μυημένοι στην τέχνη.
  • Η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά;
Έτσι λέει ο Σεφέρης, ότι ''η ψυχή μας κάνει πανιά. Το αύριο δεν υπάρχει ερήμην του σήμερα και είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Newstrap, Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010 17:11