Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: "Εκατό χρόνια μοναξιά"

Εκατό χρόνια μοναξιά

Γρηγοριάδης Κώστας
(...)
Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία πέρασε τους ατέλειωτους μήνες των βροχών κλεισμένος σ' ένα δωματιάκι που 'χε χτίσει στο βάθος του σπιτιού για να μην τον ενοχλεί κανείς στα πειράματά του. Εχοντας εγκαταλείψει εντελώς τις σπιτικές του υποχρεώσεις, περνούσε νύ­χτες ολόκληρες στη μεσαυλή παρακολουθώντας την τροχιά των άστρων και κόντεψε να πάθει ηλίαση προσπαθώντας να βρει μια μέθοδο που να προσδιορίζει με ακρίβεια το μεσημέρι. Οταν ειδικεύτηκε στη χρησιμοποίηση των οργάνων του, απέκτησε μιαν αντίληψη του χώρου που του επέτρεψε να αρμενίσει σε άγνωστες θάλασσες, να επισκεφτεί ακατοίκητες περιοχές και να δημιουργήσει σχέσεις με θαυμαστά όντα δίχως να εγκαταλείψει το γραφείο του, εκείνη την εποχή απέκτησε τη συνήθεια να μιλάει μόνος του, περιδιαβάζοντας μες στο σπίτι δίχως να προσέχει κανέναν, ενώ η Ούρσουλα και τα παιδιά κοψομεσιάζονταν στο λαχανόκηπο καλλιεργώντας μπανάνες και μαλάγκα, γιούκα και ίγναμο, κολοκύθες και μελιτζάνες. Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, η πυρετώδης δραστηριότητά του διακόπηκε κι άρχισε να μοιάζει σαν να 'ταν μαγεμένος. Πέρασε έτσι πολλές μέρες, επαναλαμβάνοντας στον εαυτό με χαμηλή φωνή μια σειρά από τρομακτικές εικασίες, δίχως και ο ίδιος να πιστεύει στα ίδια του τα λόγια. Τελικά, μια Τρίτη του Δεκέμβρη, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, έβγαλε μονοκοπανιά όλο το βάρος της αγωνίας του. Τα παιδιά θα θυμόνταν σ' όλη την υπόλοιπη ζωή τους τη μεγαλοπρεπή σοβαρότητα του πατέρα τους, που κάθισε στο κεφάλι του τραπεζίου, τρέμοντας από τον πυρετό, ταλαιπωρημένος από το παρατεταμένο ξενύχτι και το ξάναμμα της φαντασίας του, και τους αποκάλυψε την ανακάλυψή του:
«Η γη είναι ολοστρόγγυλη σαν πορτοκάλι».
Η Ούρσουλα έχασε την υπομονή της. «Αν πρέπει να τρελαθείς οπωσδήποτε, τότε να τρελαθείς μόνος σου», του φώναξε.
Αλλά μην προσπαθείς να βάλεις στο μυαλό των παιδιών τσιγγάνικες ιδέες. Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν πτοήθηκε από την απελπισία της γυναίκας του, που, σε μια κρίση θυμού, τσάκισε τον αστρολάβο στο πάτωμα. Κατασκεύασε άλλον, μάζεψε στο γραφειάκι τους άντρες του χωριού και τους απέδειξε, με θεωρίες ακατανόητες για όλους τους, τη δυνατότητα να ξαναγυρίσει κανείς στο σημείο της αναχώρησης του πλέοντας πάντα ανατολικά. Ολοι στο χωριό ήταν βέβαιοι πως ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία είχε χάσει τα λογικά του, όταν ξαναγύρισε ο Μελκίαδες για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Παίνεψε δημόσια την εξυπνάδα του, που με αστρονομικούς υπολογισμούς αποκλειστικά είχε δημιουργήσει μια θεωρία η οποία είχε ήδη αποδειχτεί στην πράξη, παρ' όλο που ήταν ακόμα άγνωστη στο Μακόντο, και σαν απόδειξη του θαυμασμού του του έκανε ένα δώρο που θα επηρέαζε αποφασιστικά το μέλλον του χωριού: ένα εργαστήρι αλχημείας.
(...)
«Διάολε!» φώναξε. «Το Μακόντο είναι τριγυρισμένο από νερό απ' όλες τις πλευρές».
Η ιδέα πως το Μακόντο βρισκόταν σε χερσόνησο επικράτησε για πολύ καιρό, εμπνευσμένη από τον αυθαίρετο χάρτη που σχεδίασε ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία όταν επέστρεψε από την εκστρατεία του. Τον ζωγράφισε θυμωμένος, υπερτονίζοντας από κακία τις δυσκολίες της επικοινωνίας, σαν να 'θελε να τιμωρήσει τον εαυτό του για την ελαφρομυαλιά του όταν διάλεγε το μέρος. «Δε θα φτάσουμε ποτέ πουθενά», κλαιγόταν στην Ούρσουλα. «Εδώ θα σαπίσουμε όλη μας τη ζωή χωρίς να επωφεληθούμε απ' την ε­πιστήμη». Αυτή η βεβαιότητα, μόνιμο αντικείμενο συλλογισμών για πολλούς μήνες στο δωματιάκι του εργαστηρίου, τον έκανε να συλλάβει το σχέδιο να μεταφέρουν το Μακόντο σ' ένα καλύτερο. Αλλά αυτή τη φορά η Ούρσουλα πρόλαβε τα πυρετώδη σχέδιά του. Δουλεύοντας σαν μυρμηγκάκι, μυστικά κι ακούραστα, είχε καταφέρει τις γυναίκες του χωριού να αντισταθούν στην επιπολαιότητα των αντρών τους, που ήδη είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για τη μετακόμιση. Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν κατά­λαβε ποτέ, ούτε χάρη σε ποιες αντίθετες δυνάμεις, τα σχέδια του είχαν μπερδευτεί σ' ένα δίχτυ από προφάσεις, αναβολές κι υ­πεκφυγές, μέχρι να μετατραπούν σε σκέτη και απλή ψευδαίσθηση. Η Ούρσουλα τον παρακολουθούσε με αθώα προσοχή και μέχρι που ένιωσε λύπηση γι' αυτόν, το πρωί που τον συνάντησε στο δωματιάκι, στο βάθος, να μουρμουρίζει μέσα απ' τα δόντια του τα σχέδια της μετακόμισης, όσο τοποθετούσε τα εξαρτήματα του εργαστηρίου στα κουτιά τους. Τον άφησε να τελειώσει. Τον άφησε να καρφώσει τα κασόνια και να βάλει τ' αρχικά του από πάνω μ' ένα πινέλο βουτηγμένο στο μελάνι, δίχως να παραπονεθεί καθόλου, αλλά γνωρίζοντας πως εκείνος ήξερε (γιατί τον είχε ακούσει να το λέει στους χαμηλόφωνους μονολόγους του) ότι οι άντρες του χωριού δε θα τον υποστήριζαν στο τόλμημά του. Μόνο όταν είχε αρχίσει να βγάζει την πόρτα του μικρού δωματίου, η Ούρσου­λα τόλμησε να τον ρωτήσει γιατί το έκανε κι εκείνος της απάντησε με κάποια πικρία: «Μια και κανείς δε θέλει να φύγει, θα φύγουμε μόνοι μας». Η Ούρσουλα δεν ταράχτηκε.
«Δε θα φύγουμε», είπε. «Θα μείνουμε εδώ, γιατί εδώ γεννήθηκε ο γιος μας».
«Δεν έχουμε θάψει ακόμα κανέναν», είπε εκείνος. «Οσο δεν έχει πεθαμένο κάτω απ' το χώμα, κανείς δεν ανήκει πουθενά».
Η Ούρσουλα απάντησε σταθερά και ήρεμα:
«Αν πρέπει να πεθάνω για να μείνετε εδώ, θα πεθάνω».
(...)

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Κώστας Βάρναλης: "Η αληθινή απολογία του Σωκράτη"

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη

ΤΟ ΠΩΣ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ


Γρηγοριάδης Κώστας
1. Οσο μιλούσαν οι κατήγοροι (ο Μέλητος με την ψιλή φωνή και τα γυναικίστικα κουνήματα, νεβρικός σαν αηδόνι, ο Ανυτος με τα μεγάλ' αφτιά και τα ρουθούνια γιομάτα τρίχες, ο Αύκων με τα στενά κροτάφια και τη θολή ματιά), οι δικαστάδες καθισμένοι κατάχαμα, σταβροπόδι κι ανακούρκουδα, μασουλούσανε πασατέμπο και φτιούσανε τα τσόφλια στο σβέρκο του μπροστινού. Οι πιο πολλοί ξαπλωμένοι δίπλα και κάνοντας μα ξιλάρι τα παπούτσια τους ρουχαλίζανε ρυθμικά. Κι ο Σωκράτης κοίταζε ψηλά τον ανοιξιάτικο ουρανό και κάπου κάπου σιγότριβε το ζερβί του γόνα, που τόνε σουγλούσε. Μ' όλο το σούσουρο, που γινότανε, μ' όλη τη βόχα, που βγάζανε τόσα ξαναμένα κορμιά και χαλασμένα στομάχια, τα κατάφερνε ν' ακούει τα χαρούμενα πουλιά, που τιτιβίζανε στα τριγυρινά πέφκα και να οσμίζεται τη μυρωδιά της ρετσίνας, του σκίνου και του θυμαριού, που ανάδινεν η χέρσα γης.
2. Αμα τέλειωσαν οι κατήγοροι, γίνηκε μεμιάς βαθύτα τη σιωπή, λες και βούλιαξε ο τόπος με τα κοτρώνια, τα δέντρα και τους ανθρώπους μέσα σε μιαν ατέλειωτη πηγάδα και τους σκέπασε όλους το νερό, δυο μπόγια. Κρατώντας όλοι την ανάσα τους καρφώσανε τα μάτια πάνου στο Σωκράτη περίεργοι να ιδούνε με τι τσαλίμια θα προσπαθούσε να τουμπάρει το Νόμο.
3. Αμα σταματήσει ο μύλος τα μεσάνυχτα, ξυπνάει ο μυλωνάς. Ο Σωκράτης, μ' όλη τη σιωπή, που τον έσφιξε μονοκόματη κι από παντού, μήτε ξύπνησε, μήτε κουνήθηκε. Κάποιος μαθητής τόνε τράβηξε από το μανίκι: «Δάσκαλε! η σειρά σου». Μονάχα τότε ο Δάσκαλος γύρισε κ' είδε σαστισμένος όλο κείνο τ' ανθρωπομάνι. Δυσκολέφτηκε να θυμηθεί, πώς πεντακό σια θεριά τον είχανε ζώσει αγριεμένα. Χαμογέλασε πειραχτικά μέσα ατά πηχτά του τα γένια, μισοσηκώθηκε μια στιγμή και κοιτάζοντας απάνου στο τραπέζι τα δυο τσουκάλια (το ένα χαλκωματένιο και τ' άλλο ξύλινο) σοβαρά και τα δυο και κατσουφιασμένα, λες κ' είχανε ψυχή και τόνε μισούσανε κι αφτά, μουρ μούρισε: «Κ' εγώ περίμενα σεις, ω άντρες Αθηναίοι, ν' απολο γηθείτε!» Ξανακάθισε κι άρχισε πάλε να τρίβει το ζερβί του γόνα.
4. Οι δικαστάδες θυμώσανε με τ' άπρεπο φέρσιμο και κοιταχτήκανε γρήγορα γρήγορα συναμεταξύ τους. Τους ζεμά τισε τόσες ώρες ο κατάκορφος ήλιος με την ελπίδα, πως θα γουστάρανε στο τέλος μ' αφτόνε το γερογρουσούζη. Θα τόνε βλέπαν άσοφο και ταπεινωμένο μπροστά στο Νόμο τον αψηλομέτωπο και παντογνώστη. Και να τώρα που τους χαλούσε το κέφι. Μα πιο πολύ πειραχτήκανε, που καταφρόνεσε τέτοιαν ώρα το μεγαλύτερο αγαθό της δημοκρατίας: Πρώτα ν' απολογιέσαι κ' ύστερα να σε κόβουνε. Κι όπως, άμα δέρνεις ένα παιδί κι αφτό δεν κλαίει, πεισματώνεσαι και το δέρνεις περισσότερο, έτσι κι αφτοί πεισματωθήκανε και για να τον κάνουνε να νιώσει τη δύναμή τους, τόνε βγάλανε με την πρώτη τους ψηφοφορία φταίχτη και στα τρία κακουργήματα, που τον κατηγόρησαν οι τρεις πολέμαρχοι της Αρετής.
5. Ο Σωκράτης, σαν άκουσε την απόφασή τους, έκανε: χμ! Κι άμα τόνε ρωτήξανε κατόπι (σύμφωνα με το Νόμο), ποιαν τιμωρία διαλέγει, θάνατο για εξορία, κούνησε τη φαράκλα του δώθε κείθε και δεν απάντησε τίποτα.
6. Τότες ο κλητήρας ζύγωσε και του το ξαναφώναξε δυ νατά μέσα στ' αφτιά του. Ο Σωκράτης, θέλοντας και μη, σηκώ θηκε πάλε βαριεστισμένα και τους είπε: «Δε λέω, κ' οι δυο σας τιμωρίες είναι και δίκαιες και συφερτικές για μένα και για σας. Ομως εγώ θα προτιμούσα μιαν τρίτη.» «Ποιάνε; ποιάνε;» φώ ναξαν ούλοι χαρούμενα. «Είτε σας εβεργέτησα είτε σας ζημίωσα να με βάλετε τώρα, που γέρασα, στο Τεμπελχανιό. Ετσι και σεις θ' ασφαλιστείτε από μένα κ' εγώ θα ξεκουραστώ από σας. Και ν' αφήνετε κάθε πρωί στην πόρτα μου (χωρίς να με βλέπετε και χωρίς να σας βλέπω) ζεστές κι αφράτες εκείνες τις ωραίες μελόπιτες, που δίνετε τόσους αιώνες εβλαβικά στο άγιο φίδι του Ερεχθείου, το γιο της Παρθένας. Γιατί θαρρώ, πως εγώ σας έκανα και περισσότερο καλό και λιγότερο κακό παρά κάθε λο γής θεϊκό ζωντόβολο».
7. Οι δικαστάδες, απελέκητοι χωριάτες, που με το παραμικρό βλαστημούσανε τα θεία, γελάσανε μ' όλη την καρδιά τους, σαν ακούσανε τα αναπάντεχο τούτο χωρατό του Σωκράτη. Και περιμένανε να τους πει κι άλλα. Και κείνος σε λίγο: «Κι αφού κάνω τη σωστότερη, καθώς φαίνεται, κρίση, εγώ ταιριάζει να πάρω και τους μιστούς ολωνώνε σας».
8. Πωπώ! τι γένηκε τότες! Οι δικαστάδες λυσσάξανε. Αλλοι σηκώσανε τα μπαστούνια, άλλοι αρπάξανε πέτρα κι άλ λοι χυμήξανε πάνου στα κάγκελα με τα δέκα νύχια μπροστά για να τον ξεσκίσουνε κι όλοι φωνάζανε μαζί, που δεν ξεχώρι ζες λέξη. Ακούς εκεί ναν τους ζητάει τους τρεις οβολούς, τον τί μιο κόπο τους! Γι' αφτό λοιπόν αφήσανε τις δουλειές τους νοικοκυρέοι άνθρωποι και χασομέρησαν όλη μέρα για να διαφεντέψουνε την πατρίδα; Και δεν είτανε δα για τα λεφτά... μα τους ζητούσε να παρανομήσουν. Και να θέλανε, δεν είχανε μήτε αφτοί το δικαίωμα να χαρίσουνε το μιστό τους, μήτε κ' η πολιτεία να τους τόνε στερήσει... Μωρέ τούτος είναι μπιτ ξετσίπωτος κι άθεος και προδότης! Καλά και θα ιδεί! Για τούτο, μια κι ο ίδιος ο Σωκράτης δε διάλεγε το είδος της τιμωρίας του, τόνε καταδίκα σαν αφτοί, με τη δεύτερη ψηφοφορία τους (πάλε σύμφωνα με το Νόμο) να πιει το φαρμάκι.
9. Τότες ίσα ίσα λαμποκόπησε ολάκερος από κέφι και δύναμη. Απλός και σβέλτος, καθώς τόνε ξέραν οι περισσότεροι στα μεθύσια του, στους καβγάδες και στον πόλεμο, στάθηκε στέρεα στο βήμα και μισοκλείνοντας τα πονηρά του μάτια τους είπε σιγά σιγά τούτα, που μέλλει να διαβάσετε παρακάτου. [...]
Του
Κώστα ΒΑΡΝΑΛΗ

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Νίκος Καββαδίας: "Βάρδια"




Βάρδια έκτη
Portrait of a man
A la Comtesse Ariane de Jacquelin Dulphe
Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το 'χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι1 έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει ! Γιομίζει τα ρουθούνια μου, μα δεν μπορώ να σου πω ...Ιουδήθ2 ! Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από το Gomel3 και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του «Cyrenia»4, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι5. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμά σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο6, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
-- Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε, φόρεσέ το.
-- Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
-- Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
-- Θέλω τη θήκη μου.
Ιουδήθ!... Ολα τα πράματα έχουνε δική τους μυρωδιά.
Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα7, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο8 ... Streets are not safe at night. Avoidall saloons. Chagall: Ο Αρχιραβίνος.
-- Ατζαμή ! Φίλησέ με.
-- Μιαν άλλη φορά. Οταν ξαναβρώ τη γεύση μου.
-- Την έχασες; Πού;
-- Στο Barbados9... Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
-- Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
-- Δεν έχω δόντια. Τ' άφησα σ' ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin10.
-- Χάιδεψε.
-- Ιουδήθ... Με τι χέρια... έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ' ένα σπίτι στο Ικίκι11... Εκεί ανάμεσα... Μαζί κι ένα ζαφείρι... ένα μεγάλο ζαφείρι.
-- Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξε με, λοιπόν.
-- Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος, στο Βόλο. Τ' αλλάξαμε.
-- Κοίταξέ με με τα δικά του.
-- Ηταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
-- Ασε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
-- Ναι.
-- Πάμε. Κρυώνω.
-- Στάσου, να σου πω ένα παραμύθι.
-- Δε θέλω... Πάμε.
-- Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ενας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι...
-- Το σκορπιό;
-- Εσένα.
-- Πάμε σου λέω.
-- Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
-- Λοιπόν... Μόνον ο γερο - Γιεχού12 δεν κοιμόταν. Διάβαζε δί­πλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βι­βλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ημουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ητανε δώ­δεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε... Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με τα μάτια κλεισμένα.
-- Κι οι δώδεκα;
-- Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Ομως απόψε... Οχι γιατί μ' αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
-- Αύριο, στο Colombo13.
-- Τώρα.
-- Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Εχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως... Ξέρεις... Είμαι άρρωστος.
-- Δε με νοιάζει. Ακου... Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
-- Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
-- Κάνε όπως θέλεις. Ο,τι βρεις, κλέψε. Δείξε μού το μονάχα... Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin14 μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε.
Δε βλέπεις ούτε μια πιθαμή μπρος από την πλώρη ...παραπονιέται ο γραμματικός15. Δεν το ξανοίγει. Το πήζει ολοένα. Γκρινιάζει και φτύνει. Το τσιγάρο μουσκεύει και δεν τραβάει. Κάθε τόσο σέρνει το σύρμα της σφυρίχτρας κι η καμινάδα ξερνάει μουγκρητό. Πέντε δεύτερα. Κατόπι πενήντα πέντε. Βουβαμάρα.
Στήνει τα αυτιά του δεξιά, αριστερά, μπροστά. Τα χουφτώνει με το χέρι. Είναι και μιαν άλλη καμινάδα που κλαίει, που μόλις ακούγεται. Ο Πολύχρονης, ο σκάπουλος16, στέκεται στην πλώρη, στο κοράκι17, κι όταν σταματάει το σφύριγμα του «Πυθέα», φω­νάζει με την τρομπαμαρίνα18. Ολο και ζυγώνει... Τ' ακούω λίγο δεξιά τώρα.
Πάλι σφύριγμα. Νέκρα κατόπι. Κι η βοή του άλλου που κα­τεβαίνει.
-- Να 'σαι αλάρμ19, φωνάζει του τιμονιέρη. Οταν σου πω όλο δεξιά ή όλο αριστερά, θα πάρεις και συ βόρτα20 με δαύτο. Κατά­λαβες ;
-- Ναι.
Συλλογιέται... Για την τύχη μας αρρώστησε ο Διαμαντής. Εχει πυρετό. Ποιος του 'πε να πάει να ψωνίσει μαλαφράτζα21... Πάλι τυχερός τώρα με τα καινούργια φάρμακα... Σέρνει το σύρμα. Το αφήνει... Καινούργια. Κι εμείς να μην έχουμε τίποτα καινούργιο δω μέσα. Ούλα σάπια. Ετσι σφύριζε κι ο παππούς μου στο πούσι. Radar, βυθόμετρο... Πού τέτοια τύχη... Σε βγάνουνε παλικάρι... Ο Διαμαντής προλαβαίνει να τη γλιτώσει, εμείς σαπίσαμε. Υδράργυρος22...
Ξανασφυρίζει.
1. Πούσι: Ομίχλη, καταχνιά
2. Ιουδήθ: Μια Εβραία απ' το Gomel
3. Gomel: Πόλη της Λευκορωσίας
4. Cyrenia: Πλοίο των ελληνικών μεσογειακών γραμμών, εκτελούσε το δρομολόγιο Ιταλία - Ελλάδα - Αυστραλία. Ο Καββαδίας ταξίδεψε μ' αυτό την περίοδο 1949 - 1954
5. Μινικόι: Ενα απ' τα νησάκια της ΝΔ Βομβάης στον Ινδικό Ωκεανό
6. Κρουζέτο: Το λούκι γύρω γύρω στο κατάστρωμα για να τρέχουν τα νερά
7. Πίντα: Ενα απ' τα τρία πλοία του Χριστόφορου Κολόμβου
8. Γκέττο: Περιοχή πόλης (περιτειχισμένη) όπου κατοικούσαν αποκλειστικά Εβραίοι
9. Barbados: Νησί στην Καραϊβική
10. Cochin: Λιμάνι της ΝΔ Ινδίας
11. Ικίκι: Λιμάνι της Β. Χιλής
12. γέρο - Γιεχού: Συγγενής (πατέρας; παππούς;) της Ιουδήθ
13. Colombo: Η πρωτεύουσα της Σρι - Λάνκα
14. Pascin Jules: 1885 - 1930, ζωγράφος βουλγαρικής καταγωγής
15. Γραμματικός: Ο υποπλοίαρχος
16. Σκάπουλος: (βεν. scapolo) Ο ένας απ' τους δυο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν' αντικαταστήσει τον άλλο
17. Κοράκι: Η μύτη του πλοίου
18. Τρομπαμαρίνα: Τηλεβόας για τη μετάδοση ηχητικών σημάτων μεταξύ ιστιοφόρων σε καιρό ομίχλης
19. Αλάρμ: Σε επιφυλακή
20. Βόρτα: Φόρα, στροφή ή ανάπρωρη αλλαγή πορείας του ιστιοφόρου
21. Μαλαφράτζα: ιταλ. mal di Francia= η γαλλική αρρώστια: η σύφιλη
22. Υδράργυρος: Ο κυανιούχος υδράργυρος που χρησιμοποιήθηκε κατά της σύφιλης

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Πάνος Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ: "Τα 'χει το εμπόριο"

Τα 'χει το εμπόριο
Στον κ. ΧΡΙΣΤΟ ΠΕΡΣΑΚΗ

Στους πέντε ανέμους η σπορά. Η γη λες και δεν ήθελε να τη δεχτεί φέτος. Ενα δάκρυ βροχούλας, μια δροσοσταλίδα δεν κυλούσε απ' τα βουρκωμένα σύννεφα τ' ουρανού και τα σπαρτά προτού καλά - καλά μεστώσουνε είχανε ξεραθεί. Μερικά που πρασινίζανε εδώ κ' εκεί είχανε στην καρδιά τους σκουλήκι. Και μονάχα οι κυκλαμιές θρασομανούσανε στα βράχια.
Οι Πευκοβουνιώτες, που όλο το έχει τους το είχανε στη διάθεση του Θεού, χτυπούσανε τόνα χέρι τους στ' άλλο μ' απελπισιά. Τα χείλια τους σα να τρεμουλιάζανε κάτου από μια βαριά κατάρα. Και τα βλέμματά τους, πότε αγριεμένα και πότε ικετευτικά, θωρούσανε πέρα τα γκρίζα συννεφάκια που αρμενίζανε κατά τη δύση, χωρίς να φέρνουνε ως τόσο τη βροχή.
Ετσι σχεδόν είχε φανεί το χινόπωρο κ' έτσι περνούσε βαρύθυμα ο χειμώνας. Το μελισσοχώρι κ' η αγράμπελη, ο κισσός κ' η καλοκαιριάτικη περιπλοκάδα, γέρνανε, σκεβρωμένα χέρια με γανιασμένα δάχτυλα, στα δυσμικά μέρη των σπιτιών. Κάπου, σ' ένα παράθυρο δειλά, μια γλάστρα βασιλικού ή δυόσμου. Στη γη όμως ούτε χορταράκι. Και τα ζωντανά του κάκου ψάχνανε στα χέρσα, του κάκου ψάχνανε στις ρεματιές. Ρέβανε σαν τον καρπό που τον έτρωγε το σκουλήκι.
Το νιώθανε πια για καλά οι Πευκοβουνιώτες πως φέτος η σπορά είχε πάει κατά διαβόλου. Μήτε για χερόβολο δε θα πιάνανε. Και ζητάγανε αλλιώς να βολέψουνε την περίσταση.
Οι περισσότεροι τραβούσανε πουρνό κατά το δάσος να κάνουνε πενήντα - εκατό ζύγια ξύλα, κρυφά, μην τους κόψει κανένα πρωτόκολλο ο δασικός. Και το δείλι, πάλε κρυφά, να τα περάσουνε στην πολιτεία. Ενας - δύο που είχανε ζωντανά στο γέννο, προσπαθούσανε να τα θρέψουνε με σπασμένα ελιοκούλουρα που αγοράζανε από το λιοτρίβι. Οσοι όμως είχανε άπλερα σπουργίτια να ταΐσουνε, νιώθανε πιο έντονη την ανάγκη να εργαστούνε με κάθε τρόπο, έστω και αν ξεριζώνανε σύριζα τα δέντρα του γειτονικού χωραφιού.
Ενας απ' τους τελευταίους κι ο Κώτσος ο Κοκκινιάς. Αυτός δεν είχε μόνο τη σπορά κατά διαβόλου, δεν είχε τα γιδοπρόβατα στου λύκου το στόμα. Πέντε άπλερα σπουργίτια, πέντε στόματα πεινασμένα περιμένανε απ' αυτόνε την τροφή. Κι ο άμοιρος ο Κοκκινιάς, σαν το ζαλισμένο απ' τον ήλιο αγρίμι, έτρεχε πότε στο δάσο και πότε στην πολιτεία, όλα να τα βολέψει.
Ενα δείλι φάνηκε χαρούμενος ν' ανηφορίζει το φιδωτό μονοπάτι. Απ' το πρωί το ξέρανε όλοι πως ο Kοκκινιάς είχε πάει στον Πειραιά, και τώρα κάτι καλό προσπαθούσανε να ξεχωρίσουνε στη χαρούμενη όψη του.
- Ε! πατριώτη Κώτσο, τι μαντάτα φέρνεις; τον ρωτήσανε.
Στην αρχή, λέξη. Πού ξέρεις, αν δεν του παίρνανε τη δουλειά. Μα ύστερα, σιγά - σιγά, ξεθάρρεψε και με σκεπασμένα λόγια τούς διηγήθηκε το και το, πως κάποιος κουμπάρος του που δούλευε στα βαπόρια του είπε να μαζέψει χλωρά κουκουνάρια από τα πεύκα και ναν του τα πάει. Τιμή, λέει, δεν του όρισε ακόμα. Μια πεντάρα την οκά θαν τούδινε. Οχι περισσότερα, γιατί μαθές τι αξίζανε τα παλιοκουκουνάρια σ' αυτόν. Ο κουμπάρος όμως τάθελε να τα ματαπουλήσει στα βαποράκια που κάνανε τ' ακτοπλοϊκά ταξίδια, μια που με τον πόλεμο τον Ευρωπαϊκό δεν ερχόντουσαν κάρβουνα και κοκ.
- Ατμός θα γίνουνε τα κουκουνάρια σου, δε θα γίνουνε χρυσάφι. Αν θέλεις φέρε μου... Λέω να καταπιαστώ τη δουλειά. Τι λέτε κ' εσείς; ρώτησε ο Κοκκινιάς τους δυο συχωριανούς του που τον ακούγανε.
- Μην τ' αφήνεις το εμπόριο. Δύσκολοι καιροί τώρα. Η πεντάρα - λίρα. Βάλ' εμπρός. Οι πεύκοι στενάζουνε απ' το φόρτο.
Την άλλη μέρα - Σάββατο είτανε - μαθεύτηκε στο Πευκοβούνι πως ο Κώτσος αγοράζει κουκουνάρια τρία λεφτά την οκά. Ολοι γελάσανε.
- Χαρά στην επιχείρηση, είπανε μερικοί.
- Σπίτι δίπατο θα χτίσει και θαν το δείτε, απαντήσανε άλλοι ειρωνικά.
Η Κυριακή όμως που βασίλεψε βρήκε στο κατώγι του Κοκκινιά μαζεμένο σε λοφίσκο πεντακόσιες οκάδες κουκουνάρι, χλωρό, ανοιχτοπράσινο, πετρωμένο μα και γιομάτο χυμούς.
Τα χωριατόπαιδα που δεν είχανε σκολειό ξεχυθήκανε απ' τη Χαραυγή στο δάσο. Ανεβασμένοι ψηλά στα πράσινα φουντωμένα πεύκα μαζεύανε αδιάκοπα κουκουνάρια για τον Κοκκινιά. Αυτά δεν την πήρανε αστεία την επιχείρηση. Δεκάρες βλέπαν στα χέρια τους, ο Κώτσος επλήρωνε όσα του πηγαίνανε, δέκα, είκοσι και πενήντα οκάδες ακόμα. Ναι, δεκάρες με το βασιλιά το Γεώργιο απάνου. Κι η μαρίδα του χωριού ανέβαινε στα δέντρα, τσάκιζε τα πευκόκλαρα, τσακιζότανε κι αυτή, μα στο τέλος με γιομάτα τσουβάλια έτρεχε στο χωριό φωνάζοντας:
- Καλά κουκουνάρια... Πάρτε κουκουνάρια για επερωκεάνεια...
Ο Κώτσος χαρούμενος ζύγιαζε όλη την Κυριακή και πλήρωνε αδιάκοπα με τη σκέψη πως πάντα διακόσες έως τρακόσες δραχμές θα βγάλει απ' αυτό το εμπόριο μια και ο Θεός είτανε τόσο άσπλαχνος κ' η γης ξεραμένη.
Με το ηλιοβασίλεμα του φέρανε τα χωριατόπαιδα το τελευταίο φόρτωμα. Ζύγιασε, πλήρωσε και τους είπε:
- Βρε παιδιά, ίσαμε την άλλη Κυριακή, τ' αργότερα, θέλω να μούχετε μαζωμένα ίσαμε 5.000 οκάδες. Αν μπορείτε γρηγορότερα τόσο το καλύτερο, γιατί το κουκουνάρι έχει φύρα, μωρέ παιδιά, όσο ξεραίνεται, τόσο το χειρότερο για μένα. Γρήγορα μαζεύτε γιατί χάθηκε.
Σε λίγες μέρες η σοδειά είχε συγκεντρωθεί. Το κουκουνάρι από βραδύς είχε φορτωθεί στο πέραμα. Τ' αμπάρια του γιομάτα. Περίμενε την αυγή να πάρει αγέρας, να φουσκώσει το κόκκινο πανί, να κόψει το πέραμα την πρώτη βόλτα.
Νύχτα ακόμα, με το φανάρι αναμμένο, κατέβηκε ο Κοκκινιάς με τον περαματζή στο λιμάνι.
Η θάλασσα δεν είτανε απάνεμη. Την όργωνε ο αγέρας και τα κύματα μ' αφρούς και βόγγους σπούσανε στο μώλο, λες και θέλανε να ρίξουνε τις πέτρες για να πάρουνε στ' ανοιχτά το πέραμα. Ο Κοκκινιάς φλωροκιτρίνισε κοιτώντας την αγριεμένη θάλασσα.
- Ελα να ξεμπουκάρουμε, του φώναξε ο περαματζής που πάσχιζε να γλυτώσει το πανί απ' τις αντένες του ξαρτιού.
- Φοβάμαι τον καιρό, καπετάν - Αργύρη.
- Τι φοβάσαι! Πρίμα θα πάμε. Σάλτα μέσα!
Ο Κοκκινιάς μ' όλο το φόβο που είχε πήδησε στο πέραμα. Δεν ήθελε να ταξιδέψει, μα πάλε συλλογιότανε πως ο κουμπάρος θα τον περίμενε σήμερα, Δευτέρα πρωί, στον Πειραιά. Ως τόσο έκανε το σταυρό του, όταν φούσκωσε ο αγέρας το πανί και πήρανε τις πρώτες βόλτες στο λιμάνι.
Το πέραμα έστριβε δώθε - κείθε, σαν παιχνιδιάρικο γλαροπούλι, στεφανωμένο απ' τον αφρό και το κύμα. Μόλις όμως στρίψανε τη μύτη και βγήκανε στ' ανοιχτά, μια σοροκάδα δυνατή, άγρια, μανιασμένη, που έκανε τη θάλασσα ν' αφρίζει, άλογο που δεν ακούει στο χαλινάρι, τίναζε το πέραμα μ' όλο το βάρος των κουκουναριών σαν καρυδότσουφλο.
Ο Κοκκινιάς τα χρειάστηκε, το ίδιο κι ο καπετάν - Αργύρης.
- Βράζει!... Τρώει τα βράχια η άτιμη!
- Τράβα να δέσουμε κάβο στεριανά. Θα βουλιάξουμε και θα χάσω το πράμα, φώναζε τρομαγμένα ο Κοκκινιάς.
- Σε καλό σου! Δάγκωσε τη γλώσσα σου. Μην κακομελετάς στο πέλαγο, τ' απάντησε ο καπετάν - Αργύρης. Κουράγιο! Θα πάμε πρίμα.
Η θάλασσα όμως, τ' αφρισμένο κύμα, περνώντας μ' ορμή, πηδώντας πάνω απ' το πέραμα, έπαιρνε πάντα κάτι απ' το λόφο των κουκουναριών. Ο Κοκκινιάς περίλυπος κοιτούσε τα κουκουνάρια που σα φελλοί διχτυών πλέανε στην απανωσιά της θάλασσας.
- Πάνε τα κουκουνάρια, πάνε τα λεφτά μου, μονολογούσε λυπημένα. Και τ' αχόρταγο κύμα έκλεβε, κι όλο έπαιρνε μακριά τη γλυκειά του ελπίδα. Κι έκλεινε τα μάτια του να μη βλέπει. Μα ο λογισμός δούλευε. Τα μάτια της αγωνίας ορθάνοιχτα. Κι έβλεπε τη γη ξεραμένη, τα σπαρτά να γέρνουνε στο χώμα προτού πάρουνε μια σπιθαμή, τα γιδοπρόβατα να μουγκρίζουνε σαν τα κύματα, κυνηγημένα κι αυτά ποιος ξέρει από ποια κακή σοροκάδα.
Ετσι με χίλια βάσανα και χίλια χτυποκάρδια τρέμανε τα γόνατά του. Και τα χέρια του πιότερο τρέμανε στην πλάστιγγα. Ζυγιάσανε τα κουκουνάρια και βρήκανε μόνο δυο χιλιάδες οκάδες. Τρεις μετρημένες χιλιάδες είχε πάρει η θάλασσα για να γαληνέψει.
Από εφτά λεφτά την οκά, εκατό σαράντα δραχμές τούδωσε ο κουμπάρος του για τις δύο χιλιάδες οκάδες. Από τρία λεφτά πούχε πληρώσει τις πέντε χιλιάδες, έχανε και κάτι από την τσέπη του.
- Με φάγανε οι χωριανοί μου με τις γλωσσοφαγιές τους, καπετάν - Αργύρη, είπε κουνώντας περίλυπα το κεφάλι του. Σπίτι δίπατο θα χτίσω!... Χμ! Να, τώρα στις τόσες μου δυστυχίες κι άλλη. Χάνω κ' είκοσι δραχμές από δικά μου!...
- Μη σικλετίζεσαι, Κώτσο μου. Τάχει το εμπόριο αυτά, τ' απάντησε φιλοσοφικά ο καπετάν - Αργύρης, παίρνοντάς του με τρόπο το δεκάρικο για το ταξίδι!
Πάνος Δ.ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Κώστας ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ: "Η οργή του Αμερικάνου"

Η οργή του Αμερικάνου

Χιλιόχρονος, περήφανος υψώνεται στην άκρη του δρόμου, μπροστά στο μεγάλο ξενοδοχείο, που χτίστηκε για τους ξένους, ο γέρο πλάτανος. Πότε γεννήθηκε; Πώς ξέπεσε στο μεγάλο δρόμο με ταψηλά σπίτια; Σα να τον πνίγη ο βρώμικος αγέρας του δρόμου υψώνει τα κλαδιά του ολόϊσα, πάνω από τις αψηλές στέγες, διψώντας ναγναντέψει την κορφή του βουνού, που του κρυφογελάει από μακριά, κάτι να κρυφοψιθυρίση στα σύννεφα. Βουίζει ο δρόμος, σέρνεται στα πόδια του η αγορά λερωμένη, κι αυτός σα να μη θέλη τίποτες να δη, τίποτες νακούση, ξένος, αδιάφορος, σαν από άλλον κόσμο φερμένος, αργοκουνάει την κορφή του πάνω από τα κόκκινα κεραμίδια του ξενοδοχείου σα να θέλη να ξεφύγη, να τρέξη πέρα στα πλατειά, στα βαθυπράσινα ρουμάνια που του γνέφουνε από μακρυά, λαχταρώντας να σμήξουνε με τον ξενητεμένο αδερφό τους. Να τους θυμάται τάχα μέσα στην πολιτεία;
Δίπλα του, στην αράδα, καμπόσες ακακίες, φυτεμένες για ομορφιά, φαντάζουνε σα μικρά παιδάκια μπρος στο γίγαντα. Με τα μάτια πάντα γυρισμένα στο βαθυπράσινο ρουμάνι, ούτε το συλλογιέται να σκύψη να ρίξη μια ματιά στις ταπεινές του γειτονοπούλες. Τα σπίτια που χτίζονται γύρο τονέ ζώσανε σιγά - σιγά κι άξαφνα βρέθηκε φυλακισμένος σε μιαν ασφυχτικιά φυλακή. Στα πόδια του σύρριζα αργοκυλάει ένα μικρό ρυάκι που βγαίνει θολό από την αυλή κάποιου σπιτιού.
Μα ο σπιτονοικοκύρης με τα χρυσά δόντια, που γύρισε φορτωμένος χρυσάφι από την Αμερική, δεν το θέλει με κανένα τρόπο το μεγάλο δέντρο μπρος στο ξενοδοχείο του. Κ' έχει δίκιο. Του κόβει τον ήλιο, του χαλάει τη φάτσα κι ο καθένας έτσι δυσκολεύεται να ζητήση κάμαρα. Αυτός ξόδεψε χιλιάδες. Τα λεφτά έχουνε τόκο. Πού θα τις βγάλη τόσες χιλιάδες; Επειτα πού ακούστηκε τέτοια θεόρατα δέντρα μέσα στην πόλη; Στην Αμερική φυτεύουνε δεντράκια και τα κλείνουνε σε κάγκελα σιδερένια.
Ετρεξε, φώναξε. Ο Δήμαρχος που τούχε κιόλας βαφτίσει το πρώτο παιδί, σύμφωνος κι αυτός να κοπή το δέντρο. Σύφωνη κι όλη η Πόλη. Τα μεγάλα δέντρα ασκημίζουνε. Κανείς δε βρέθηκε να διαφεντέψη το δέντρο. Κανείς δεν τόνοιωσε. Τι γύρευε μέσα στην πόλη; Η θέσις του αυτουνού είτανε στο δάσος, να φωλιάζουνε στα κλαδιά του τα όρνια. Να. Ο αντικρυνός ο καφετζής τούμπηκε ένα καρφί και κρέμασε ένα στενό, τοσοδά κλουβάκι μ' ένα φλώρο μέσα που κλαίει μερόνυχτα τη μοίρα του.
- Μου κόβει τη φάτσα του σπιτιού μου, μου χαλάει τα κεραμίδια. Εγώ ξόδεψα λίρες με τη χούφτα, γι' αυτό το σπίτι και σπίτι δεν έχω, φώναζε ο Αμερικάνος όπου στεκότανε, με τα πλατειά παπούτσια και τη χρυσή αλυσσίδα.
Ενα πρωί τέσσεροι ξυλοκόποι ακουμπήσανε τα τσεκούρια και τα πριόνια τους στη ρίζα του δέντρου μαζί με τις κάπες τους. Τι μελαγχολικιά μέρα! Ο ουρανός συννεφιασμένος, βαρύς!
- Αϊ, αϊ, θα το κόψουνε, αλαλάξανε δυό-τρία μαθηταρούδια με τα βιβλία στις αμασκάλες, που πηγαίνανε κείνη την ώρα στο σκολειό να μάθουνε γράμματα.
Μόνο ο πλάτανος δεν ένοιωσε τίποτες. Σαν από άλλον κόσμο φερμένος, απόμεινε πάντα ξένος μέσα στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Περήφανος, απλοϊκός σαν αληθινά μεγάλος, δεν ένοιωσε την οργή του Αμερικάνου. Σαν είδε τους ξυλοκόπους νόμισε πώς γύρανε να ξαποστάσουνε. Από το βουνό έρχουνται βέβαια, στο βουνό ξαναγυρίζουνε. Αν τους παράγγελνε να πούνε χαιρετίσματα σταδέλφια του που τον καρτερούνε! Καλοί ανθρώποι μοιάζουνε!
Σαν είδε να σηκόνουνε τα τσικούρια τους καταπάνω του, ξεμανικωμένοι, ξεστήθιαστοι, ξιπάστηκε. Βρε, μην ονειρεύεται; Η κρύα λεπίδα έλαμψε για μια στιγμή στα μάτια του κόκκινη σα βουτηγμένη στο αίμα του.
Η πρώτη τσικουριά έπεσε αλύπητα και το κρύο σίδερο χώθηκε βαθειά στο κρέας του που ο Μακεδόνας τρόμαξε να το ξεκολλήση.
- Τρελλάθηκε τούτος ο άνθρωπος; ψιθύρισε και τίναξε με τρόμο τα κλαδιά του.
Καμπόσα πουλιά, φωλιασμένα βαθειά, φτερουγίσανε τρομαγμένα. Το πλήθος τώρα είχε μαζωχτή γύρο περίεργο. Τα μαθημαρούδια ξεχάσανε το σκολειό και τη βίτσα του δάσκαλου που τα καρτερούσε. Από τα παραθύρια τους γυναίκες παρακολουθούσανε το θέαμα κ' οι μαγαζάτορες αφήσανε τη δουλειά τους και βγήκανε στις πόρτες να ιδούνε. Ο αστυνόμος που μελετούσε τη φημερίδα μ' ένα φλυτζάνι βαρυγλυκό μπροστά του, πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι του αντικρυνού καφενέ, κατέβασε πολλές φορές τη φημερίδα στα γόνατά του, περίεργος, αφήνοντας στη μέση το κύριο άρθρο.
Γκουπ, γκουπ.
Ο ίδρωτας άρχιζε να κατεβαίνη στα πρόσωπα των Μακεδόνωνε, ξεροψημμένα από τον ήλιο.
- Μα τι πάθανε τούτοι οι άνθρωποι; Τι έχουνε μαζί μου; Τι τους έφταιξα τάχα; ρωτιέται ο πλάτανος και δαγκώνεται από τον πόνο που τονέ σφάζει.
Οι ξυλοκόποι δουλεύουνε ακούραστοι. Μια στιγμή ένας σταμάτησε για νακονίση το τσικούρι κι ο πλάτανος ακούσε με φρίκη τον κρύο αχό της λεπίδας. Φοβισμένος, ανήσυχος έγερνε χαμηλά το κεφάλι του σα νάθελε να βεβαιωθή καλύτερα. Δεν έκανε λάθος. Μα γιατί δε βρίσκεται ως τόσο ένας ναρπάξη από τα χέρια αυτών των σκληρώνε ανθρώπων τα τσικούρια και ναν τα πετάξη μακρυά; Πώς μπορούνε να κάνουνε όλοι χάζι στο σκληρό θέαμα; Γιατί δε γελιέται. Ολοι χάζι κάνουνε, γελούνε, χαζεύουνε. Τους βλέπει μα η περηφάνεια του δεν τον αφήνει να παρακαλέση. Αυτός που δεν καταδέχτηκε μια φορά να χαμηλώσει την κορφή του να δη τι γίνεται κάτω στο δρόμο, ποιος περνάει, ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει στα μαγαζειά, πώς να γύρη τώρα το κεφάλι σε παρακάλια;
Ωρες δουλεύουνε κ' η δουλειά είναι ακόμα στη μέση. Ως τόσο τα μαθηταρούδια ξεχάσανε ολότελα σήμερα το δάσκαλο και τη βέργα του. Κανένα δεν κουνιέται να φύγη. O κύκλος μεγαλώνει κι οι μάγκες της αγοράς βρήκανε γλέντι.
Τώρα σκάψανε ένα λάκκο γύρο στη ρίζα, που χάσκει σαν τάφος. Ο πλάτανος έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπη το πλήθος που κάνει χάζι. Μόνο το χτύπο των τσικουριών ακούει κι ο φρικτός αχός αντηχάει πένθιμα μέσα στην καρδιά του. Δεν τονέ μέλλει που θα πεθάνει, αυτός που είδε με καταφρόνια τους αιώνες να περνούνε από πάνω του ανέγγιχτα. Ας ήξερε μόνο για ποιόνε λόγο του φέρνουνται έτσι αλύπητα... Μα να πεθάνη έτσι στα καλά καθούμενα, αυτός που δεν έφταιξε σε κανένανε! Μην τους αρνήθηκε ποτέ τον ήσκιο του, μη δε βρή­κανε πάντα, τα πουλιά στέγη φιλόξενη στα κλαδιά του! Τι άλλο ζητάνε; Πώς αυτός δεν παραπονέθηκε, που τονέ πνίξανε με τα σπίτια που χτίσανε γύρο του;... Ολα τάνοιωσε ο πλάτανος, μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε!
Ενας άνθρωπος σκαρφάλωσε αψηλά, πολύ αψηλά για να δέση κάποιο χοντρό σκοινί σ' ένα κλαδί. Τρεις ανθρώποι πιάσανε το σκοινί που σούρθηκε χάμω, ανοιχτήκανε μακρυά κι' αρχίσανε να τραβάνε με όλα τα μπορετά τους. Μα το δέντρο ριζωμένο βαθειά κρατούσε...
- Εχει ψυχή ακόμα, μουρμούρισε ο ένας Μακεδόνας και κατέβασε το τσικούρι του μ' ένα δυνατό αγκομαχητό, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του.
- Εφτάψυχος, είπε άλλος κοιτάζοντας με θαυμασμό τόμορφο δέντρο.
Αλήθεια, ο πλάτανος δεν είχε καμμιάν όρεξη να πεθάνη.
Ενοιωθε ακόμα τον εαυτό του τόσο γερό, τόσο διψούσε ακόμα για τη ζωή, που δεν μπορούσε ναν το πιστέψη πως ήρθε η ώρα του να πεθάνη. Γιατί να πεθάνη αυτός που νοιώθει τη δύναμη να ζήση άλλη μιά τόση ζωή! To μεγάλο το ρώτημα του πλακόνει την ψυχή σα σύννεφο. Περήφανος, απλοϊκός ρωτάει τον εαυτό του αν έφταιξε, και μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε.
Ξαναπιάνουνε το σκοινί, ανοίγουνται, στηλώνουνε χάμω τα πόδια τους, τραβάνε άγρια, μα ο πλάτανος δε θέλει ναφήση τα ύψη του. Βλέπει τη ρίζα του σακατεμένη, νοιώθει πως δε στέκει στέρια στα πόδια του, κλονίζεται... Μα να πεθάνη... Γιατί;...
- Εδώ δεξιά χρειάζεται μερικές τσικουριές, λέει ο ένας. Για μια στιγμή τινάχτηκε κ' έρριξε τα μάτια του θολά σα νάθελε ναποχαιρετήση για τελευταία φορά το βουνό που τον αντίκρυζε, το βαθυπράσινο ρουμάνι εκεί κάτω μακρυά... Δε νοιώθει καλά τον εαυτό του... Λιγοθυμάει... Μετρημένες οι στιγμές του...
Ολοι κρατούνε την ανάσα τους. Τα γέλια πάψανε. Κανείς δε μιλάει. Κάτι μεγάλο, κάτι επίσημο κρύβει η στιγμή αυτή, η μοναδική... Ενα μυστήριο απλόνεται στον ήσυχον αγέρα. Ενας ήρωας ψυχομαχάει, χαροπαλεύει, πάνω στα ψηλά Αλώνια.
- Τραβάτε, ακούγεται μια φωνή.
Κάτι τρίζει. Τι κρύο τρίξιμο! Ποιος ξερριζόνει την καρδιά του ήρωα;.. Τα φύλλα αναφρικιάζουνε... Τραβάνε το σκοινί... Οχι. Δε θέλω να πεθάνω, λέει το δέντρο, κ' ενώ παλεύει να κρατηθή στα πόδια του όρθιο, εκείνοι καρφωμένοι στη γις τραβάνε το σκοινί αλύπητα...
- Το νου σας τις ακακίες, φωνάζει κάποιος.
Τρίζει το δέντρο στη ρίζα, ένας κρύος ήχος σκίζει τον αγέρα, κάτι σαν υστερνό παράπονο ακούγεται και το δέντρο γέρνει, γέρνει, ξαπλόνεται χάμω, ξανασηκόνεται, ξαναπέφτει μ' ένα βαρύ αγκομαχητό, αναίστητο. Ξεψύχησε.....
- Να πάρη ο διάλος! Πάνε οι ακακίες! Κι είτανε μια ομορφιά, φωνάζει ο Αμερικάνος βλέποντας τα φτωχά δεντράκια που τάλυωσε στην τραγικιά πτώση του ο πλάτανος.
Αλαλάζουνε τα παιδιά, ορμούνε να κυλιστούνε χαρούμενα, μέσα στα πυκνά κλαδιά που μέσα από τις τρυπίτσες των φύλλων λες κείνη τη στιγμή πως βγαίνει αγάλια - αγάλια η υστερνή ανάσα του δέντρου... Ανασαίνει ο Αμερικάνος σα να τούφυγε ένα μολύβι από το στήθος.
- Φάνηκε το σπίτι μου, βρε αδελφέ! λέει ικανοποιημένος.
- Θεόρατο δέντρο, ψιθυρίζει άλλος, ενώ τα παιδιά κυλιούνται ανάσκελα στα κλαδιά, κόβουνε κλάρες και κυνηγιούνται με γέλια.
Τώρα αρχίζει το λιάνισμα, ενώ ένας χωροφύλακας δοκιμάζει να διώξη τα παιδιά που ζουρλαθήκανε.
Να κι ο τρελλός! Με τα μακρυά, ξανθιά μαλλιά του, αχτένιστος, κοιτάζει, γελάει ηλίθια. Τα πανταλόνια του φαγωμένα, λασπωμένα σούρνουνται στις λάσπες, και το λιγδιάρικο πουκάμισό του ανοιχτό αφήνει να φαίνεται όλη η κοιλιά του. Βλέπει τα παιδιά, αναγαλλιάζει, σκάζει τα γέλια και τρέχοντας ξαπλόνεται κι αυτός μέσα στα κλαδιά.
- Α ααα! φωνάζουνε όλοι.
Σηκόνεται ο τρελλός τρομαγμένος, κοιτάζει τριγύρο του φοβισμένα κι άξαφνα το βάζει στα πόδια. Τα παιδιά απολυούνται πίσω του σαν τα σκυλιά...
- Βαράτε του μωρέ., φωνάξει ο Αμερικάνος κατουρημένος στα γέλια.
Επειτα ήρθε ένα κάρρο να πάρη τα κούτσουρα, ενώ οι φτωχογυναικούλες σκυμμένες μαζεύουνε λαίμαργα τα πελεκούδια για τη φωτιά...
Τώρα δεν απομένει τίποτες που να θυμίζει το δέντρο. Η βροχή έπλυνε το δρόμο και μόνο ο λάκκος χάσκει πάντα γιομάτος από ένα υγρό κόκκινο σα νάναι το αίμα πούτρεξε από το δέντρο. Το δέντρο που κανείς δεν τόνοιωσε, πούζησε πάντα ξένο, με τα ματιά γυρισμένα στον ουρανό, κοντεύει να ξεχαστή... Ο δρόμος ανάσανε, αλήθεια... Οι ακακίες καλόβολες, καταδεχτικές τρέμουνε στις αδύναμες ριζούλες τους, σαν τις φοβερίζει από αψηλά ο βορηάς...
(1912)
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Στρατής ΤΣΙΡΚΑΣ: «Τα κάλαντα» ενός μικρού παιδιού...



«Τα κάλαντα» ενός μικρού παιδιού...
«Τα κάλαντα»  ενός μικρού παιδιού...

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο: Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ένα γρόσι. Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο.
- Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα, μου είπε.
- Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.
Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τα αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.
- Tο ταμπούρλο το έχουμε, του φώναξα. Bγαίνουμε απόψε;
O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά Tη Yπερμάχω ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο όπου εκείνος έψαλλε από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: Tα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνα θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.
Kι όμως, χωρίς κανένα δισταγμό, δέχτηκα. Tόση ήταν η αγάπη που του είχα κι ο θαυμασμός μου! Ξεκινήσαμε βραδάκι. O Mιχάλης φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό, που φούσκωνε κωμικά στην κοιλιά του, σκεπάζοντας το ταμπούρλο. Σ’ εμένα ξέπεσε το χάρτινο φαναράκι κι η φροντίδα να τα αναβοσβήνω κάθε τόσο. O Δημήτρης, σαν πρίγκιπας, με τα όμορφα μάτια του και τη γλυκιά φωνή του, είχε τα χέρια του στις τσέπες και πήγαινε στο δρόμο πότε πιο μπροστά, πότε πιο πίσω μας, σάμπως να μην μας ήξερε. O Mιχάλης τον πείραζε λέγοντάς του πως έκανε τον κόντε για χατίρι της Pηνούλας. Mα πέρασαν πολλά χρόνια από τότε για να καταλάβω τη σημασία αυτού του πειράγματος. H «πελατεία» του Mιχάλη και του Δημήτρη ήταν η περισσότερη από τις φτωχογειτονιές. Oι εισπράξεις μέτριες. Λέγαμε κι «ευχαριστώ» αν τύχαινε να μας δώσουν κανένα γροσάκι εκτός από τα φουντούκια και τα αμύγδαλα. Tότες εγώ τους τράβηξα στις αριστοκρατικές γειτονιές. Aυτό ήταν ένα μυστικό δικό μου. Mέρες τώρα το φύλαγα. Στο κουρείο του πατέρα μου έρχονταν όλο γιατροί και δικηγόροι. Aπό μέρες τώρα με ρωτούσαν:
- E, πιτσιρίκο, δε θα ‘ρθεις να μας τα πεις;
Eγώ απαντούσα αόριστα. Σημείωνα, όμως, το όνομα και φρόντιζα να μάθω τη διεύθυνση. Eτσι, στην πιο απελπιστική στιγμή της «επιχείρησης» ξεφούρνισα στους φίλους μου μια λίστα με έξι - εφτά ονόματα γενναία.
- Πάμε, τους είπα, παίρνοντας ύφος προστατευτικό.
- Tι λες, μωρέ! Φώναξαν κι οι δυο τους. Θα μας διώξουν με τις κλοτσιές.
- Έγνοια σας, είπα εγώ. Ξέρω τη δουλειά μου.
H δουλειά μου ήταν, μόλις άνοιγε η πόρτα, να ειδοποιώ πως ο Tάκης ο γιος του Kυρ Στέφανου, του μπαρμπέρη, ήρθε να πει τα κάλαντα. Έτσι τα πήγαμε θαυμάσια. Tα σελινάκια ήρθαν να σκεπάσουν τα γροσάκια των φτωχογειτονιών.
Mα, ένα πράγμα δεν μου άρεσε: Στα σπίτια αυτά που πηγαίναμε, σαν άκουγαν ποιος είναι έξω, με φώναζαν να μπω μέσα, ενώ τους φίλους μου τους άφηναν στην πόρτα. Mε φίλευαν ιδιαίτερα και μου έδιναν στο χέρι, κρυφά, κανένα σελίνι, λέγοντας μου πως αυτό είναι «δικό μου, μόνο δικό μου».
Θυμήθηκα το κόλπο του Mιχάλη που μου επέβαλε το Δημήτρη. Όμως, η καρδιά μου δεν βάσταξε και τους τα ομολόγησα όλα αμέσως. Kι έτσι τα ιδιαίτερά μου μπήκαν στον κοινό κουμπαρά. Όλα θα τελείωναν μια χαρά, θα περνούσαμε φίνα την επαύριο, με κινηματογράφο κ.λπ. κ.λπ., αν στο γυρισμό, εκεί στα μπαξεδάκια του Mαρουφιού, δε συναντούσαμε το Στραβοσπύρο με την παρέα του.
O Στραβοσπύρος ήταν ένας ίσαμε κει πάνω, μόρτης και βλάσφημος. Tις Kυριακές στον Άγιο Kωνσταντίνο πουλούσε κουλούρια της κανέλας. Mαζί του και δυο άλλο -Παναγιά μου φύλαγε!- που κουβαλούσαν μια λατέρνα κι ένα φανάρι τζάμινο, στολισμένο με λογής - λογής κορδέλες και χαρτιά. Tι ήθελε ο Δημήτρης σ’ εκείνη τη σκοτεινή γωνιά να πάει να τους παινευτεί για τις εισπράξεις μας; Ωσπου να το πάρουμε χαμπάρι, μας είχαν βάλει κάτω, μας πήραν τα λεφτά και μας σπάσαν και το ταμπούρλο. Tι μπορούσε να του κάνει κι ο Mιχάλης το παιδί μ’ αυτούς τους νταγλαράδες.
Eγώ, κλαίγοντας και βαστώντας πάντα το χάρτινο σβησμένο φαναράκι μου, τράβηξα για το σπίτι. O Mιχάλης κι ο Δημήτρης, όμως, πήραν στο κατόπι τους μόρτες, καλώντας, άδικα, τους τσαούσηδες να τους πιάσουν.
Δεν ξέρω πως τέλειωσαν οι φίλοι μου. Δε ρώτησα ή δε θυμάμαι πια. Eκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι πως πέρασα τις γιορτές γεμάτες πίκρα και θλίψη απαρηγόρητη. Tο παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε να παραδεχτεί τότε πως υπήρχαν κι άλλοι πιο δυστυχισμένοι από μένα και πως το περιστατικό με το Στραβοσπύρο ήταν ένα απειροελάχιστο παράδειγμα της αδικίας και της βίας που βασίλευε και βασιλεύει ακόμα στον κόσμο.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ: Πείνα

Πείνα

Παπαγεωργίου Βασίλης
Μπήκε ο χειμώνας του '41 φουριόζος και δυνατός. Νεκρώσανε οι δρόμοι. Νέκρωσε η αγορά. Η Θεία Λειτουργία δεν ακούγεται στις παγωμένες εκκλησίες και τα καντήλια είναι σβηστά. Στην ξώπορτα πεσμένοι πληθαίνουν οι ζητιάνοι.
Το κρύο και ο τρόμος. Η πείνα... η πείνα, η απλυσιά και η κάθε λογής δυστυχία, σ' ένα μεγαλείο εφιαλτικό, σε μια ενότητα ασίγαστη, σε μια άμιλλα συμφοράς και καταστροφής. Ποια να κουρελιάσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ποια να χτυπήσει πιο πολύ, ποια να βαθυταπεινώσει...! Εξαθλίωση σπέρνεται και φυτρώνει, θεριεύει και σκορπά θάνατο. Φαΐ δεν υπάρχει. Σαπούνι δεν υπάρχει. Ζεστασιάς χαμόγελο κι ελπίδας δεν υπάρχει.
Τα σχολεία κλειδωμαντάλωσαν. Τα βιβλία κλείσανε και γίνανε προσάναμμα σε φευγαλέα φωτιά...! Το παιχνίδι πέθανε.
Τώρα κυκλοφορούμε με το τενεκάκι στο χέρι και το κουτάλι στη βρακοζώνα...! Τώρα κυκλοφορούμε με την ξεχειλωμένη κάλτσα στο κουρεμένο - για να αποφύγουμε τις ψείρες - κεφάλι και τη λινάτσα στα σκεβρωμένα μας ποδάρια. Δεν τρέχουμε, δεν κυνηγάμε τα τραμ. Δεν καβγαδίζουμε. Γέρνουμε με τις ώρες στην ουρά για το συσσίτιο. Εκεί κι έτσι, περνάμε τον καιρό μας. Δε μιλάμε, δεν αντιδικούμε. Περιμένουμε... μόνο περιμένουμε. Με μια ευχή, να φτάσει λίγο ζουμί κι ως εμάς. Λίγος χυλός από μπομπότα. Πέντε φασόλια σε μια κουταλιά νερόβραστου ζουμιού. Λίγο πλιγούρι.
Μόλις τα καταφέρουμε. Σα γεμίσει το τενεκάκι, καθόμαστε απόμερα, προφυλαγμένοι από το βοριά, προφυλαγμένοι από θεούς και δαιμόνους, προφυλαγμένοι από κάθε λαίμαργο βλέμμα και το κουταλίζουμε αρπακτικά. Κρύο είναι; Ζεστό είναι; Δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Ενα πράγμα μόνο έχει σημασία. Να χορτάσεις...! Η πείνα όλο και θεριεύει. Σου λιανίζει τα σωθικά και σε γυμνώνει. Βαθουλώνει το μάτι και σβήνει τη λάμψη του. Είναι ένα αίσθημα τρομακτικό, σπαρακτικό, αβυσσαλέο, απερίγραπτο...! Σου θολώνει το μυαλό και σου καταδυναστεύει τη σκέψη. Σε αιχμαλωτίζει συνειδησιακά και υπαρξιακά σε μια μόνο αποπροσανατολιστική, μα πανανθρώπινη κατεύθυνση. Να ζήσεις. Να αυτοαμυνθείς. Να κρατηθείς. Να επιβιώσεις.
Αρπάζεσαι από το ξεραμένο χορτάρι. Την τσουκνίδα, την μολόχα, τ' αγριόχορτα... Ξεθάβεις ρίζες με τα νύχια, με τα δόντια, με ό,τι βρεις. Για ένα κοτσάνι, για μια παραπούλα, για ένα φύλλο από ρεπάνι, από παντζάρι, ρόκα, κάρδαμο κι αντράκλα. Χώνεσαι στα σκουπίδια και σκαλίζεις. Μια φλούδα από πατάτα, μια λεμονόκουπα.
Τα κατοικίδια ζώα έχουν εξαφανιστεί. Παίρνουνε τα έντερα από ψόφια άλογα και φοράδες και τα κάνουνε «ματσίτες» σα λουκάνικα, σα σαλάμια από σκοτωμένο αίμα.
Η πείνα όλο και αυγατίζει. Η πείνα γεννοβολά την πείνα. Σου λιανίζει τα πόδια και σου πρήζει την κοιλιά, σου βαθαίνει τη σάρκα στα σχηματισμένα κόκαλα. Βγάζει ένα παχύ χνούδι στο κιτρινισμένο δέρμα, το γιομίζει με ρυτίδες και σκισίματα και κάνει γέρο εκατό χρονών ένα αγόρι στα οχτώ του.
***
Η γη δεν πρασίνισε εκείνο το χειμώνα.
Λίγες σταφίδες ακριβοπληρωμένες και χαρούπια για όλες τις δουλειές. Αλεύρι από κοπανισμένο χαρούπι. Αλεύρι από το κοπανισμένο κουκούτσι του. Το περίφημο κουκουτσάλευρο. Σούπα και μαλακτικό. Καταπραϋντικό και χορταστικό. Εχει ένα χρώμα καφεκάστανο και μοιάζει με κόλα. Εχει μια γεύση ξεραμένου ξύλου και κολλά στα δόντια, στα ούλα, στο λαρύγγι. Σε πιάνει όμως. Σου λαδώνει το έντερο... Σου γλυκαίνει την αναγούλα και σε στηρίζει... Καβουρντίζουμε τα κουκούτσια στο τηγάνι και το κοπανάμε στο γουδί με το γουδόχερο να γίνουνε καφές. Τα κάνουμε γλυκό με χαρουπόμελο και δυο σπυριά σουσάμι.
Η πείνα όμως είναι αρπακτικό πουλί. Η πείνα είναι θεόρατη και δεν πολεμιέται. Αντανακλά παντού. Στα λόγια και τα έργα, στη σκέψη, στο λογισμό και το συναίσθημα. Σου τρογανίζει τα μηνίγγια. Είναι τρόπος ζωής. Υπάρχει σαν κατάσταση και πλανιέται σαν ήχος στον αγέρα.
-- Πεινάω... πεινάω, πεινάω, καλές κυρίες μου!
Ανθρωποι κάθε ηλικίας γυρίζουν στους δρόμους και τα σοκάκια. Γυρίζουν σε κάθε γειτονιά. Δεν ξέρουν λέξεις πολλές. Δεν μιλάνε για θεούς και συγχωρεμένες ψυχούλες. Δεν δίνουνε ευχές. Μια μόνο λέξη που ο αντίλαλός της τρυπάει το μεδούλι... Πεινάω...!
Δεν περπατάνε πια. Τρικλίζουν. Σκυφτοί, με το βλέμμα χαμηλωμένο και το τενεκάκι συντροφιά σε ό,τι προκύψει.
Οι εργαζόμενοι πάνε στις λίγες φάμπρικες που δουλεύουν. Για ένα πιάτο χυλό. Μόνο για ένα πιάτο χυλό... Τα λεφτά που παίρνουν, πρέπει να τα ξοδέψουν εκείνη την ώρα, αν βρουν ν' αγοράσουν κάτι. Την άλλη μέρα δεν έχουν καμιά αξία. Τα καταπίνει ο πληθωρισμός.
Δισεκατομμυριούχοι όλοι. Με λεφτά που γράφουν νούμερα και μηδενικά, χαρτιά χωρίς αξία.
***
Η πείνα... το κρύο... η βρωμιά...
Ο ήλιος πού να γελαστεί να ξεμυτίσει. Βγαίνουν σαν τα σαλιγγάρια. Πιάνουν τις μάντρες και τις εξωτοπιές. Πάνω σε ρίζες, πάνω στο ξεραμένο χορτάρι, δίπλα σε γκωνάρια. Βγάζουν τους σκούφους να δει ο ήλιος το κεφάλι, να λιαστεί. Πετάνε τις λινάτσες από τα ποδάρια, τα λιγδιασμένα πανωφόρια, τα ψειριασμένα τρύπια εσώρουχα. Αρχίζει το ψείρισμα, σπονδή στον ήλιο, σε μια προσπάθεια ατέλειωτη κι ηδονική. Ξύνουν το κεφάλι με μανία να ματώσει, τη ράχη, τα πλευρά, τις αμασκάλες, τα σκελετωμένα πόδια και μεριά...
Εκείνο που θα συλλάβουν, το φέρνουν ανάμεσα στα νύχια κι απολαμβάνουν με ευχαρίστηση το χαρακτηριστικό «τσακ» της σκοτωμένης ψείρας. Την πιάνουν ύστερα με τα δυο τους δάχτυλα και την πετούν «αφ' υψηλού» στο χώμα μ' ένα αίσθημα ικανοποίησης.
Αναδιπλώνονται και σηκώνουν το βλέμμα στον ήλιο... Γεύονται τη ζεστασιά του, τη μεγαλοσύνη, το αρχοντιλίκι του. Τεράστιος αυτός, πριν προλάβει να βασιλέψει, ν' αγκαλιάσει τον κόσμο όλο, να του δώσει ζωή, να του δώσει ελπίδα.
***
Δάσος γύρω από την Αθήνα δεν έχει μείνει. Δέντρα χρόνων, πνεύμονες ζωής, στολίδια της φύσης, χαρά του τόπου, πέφτουν ανελέητα χτυπημένα από τον μπαλτά και το τσεκούρι. Κομμένα από το πριόνι. Στοιβάζονται στα κάρα, στα καρότσια, στις ράχες. Ερήμωσε η Πάρνηθα, η Πεντέλη, το Αιγάλεω και ο Υμηττός... Μόλις σουρουπώνει κατεβαίνουν φορτωμένα από το βουνό, ενώ τους παραμονεύουν οι κατακτητές για να τ' αρπάξουν.
Παλιοσάνιδα, κόντρα πλακέ, ό,τι μπορεί να καεί, ό,τι μπορεί να ζεστάνει. Μαυρίσανε τα σπίτια από την καπνιά. Καρφί δεν καιγόταν σε κανέναν. Κανείς δεν ξεχώριζε, κανείς δεν είχε νόμο δικό του. Ο νόμος της επιβίωσης, ο νόμος της ζωής είναι ένας, δεν έχει σημασία, αν καμιά φορά κατακτιέται με μέσα όχι και τόσο τίμια. Ατσίδες ανέκαθεν έβγαζε ο τόπος. Τώρα η παραγωγή αυγάτισε... «Πενία τέχνας κατεργάζεται...» λέγανε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι...!!!
(Από το βιβλίο μου «Συνοικισμός Χαροκόπου»)
Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
3/7/2005
-- Τα ξερά βύσσινα