Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ο ωραίος υπενωμοτάρχης

  • Ενα σχεδόν νουάρ μυθιστόρημα για τα αστικά πάθη την εποχή της δικτατορίας
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
Υστερα από 82 διηγήματα και ένα μυθιστόρημα, το δεύτερο μυθιστόρημα του A. Μήτσου εμφανίζεται αφηγηματικά περισσότερο δόλιο. Δράση αναλαμβάνει εκείνος ο εικοσάχρονος υπενωμοτάρχης, άρτι αποφοιτήσας από τη Σχολή Υπαξιωματικών Χωροφυλακής, ενός από τα πρώτα διηγήματα του Μήτσου «Βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 30.11.1970», που επανέρχεται σε μερικές από τις κατοπινές ιστορίες του, προβιβασμένος πλέον σε ενωμοτάρχη. Στο πρόσφατο όμως μυθιστόρημα βρισκόμαστε ακόμη στο σωτήριο έτος 1970, όταν ο υπενωμοτάρχης διορίζεται επόπτης ασφαλείας στο απαστράπτον καζίνο πρωτευούσης, το περιβόητο «Μον Παρνές», με τρεις χωροφύλακες στις διαταγές του, ηλικιακά μεγαλύτερούς του αλλά μόλις αποφοίτους γυμνασίου. Κάποτε και του δημοτικού, παλιές όμως καραβάνες, όπως ο μεσήλικας Κρητικός που του παραστέκεται. 

Ωραίος και φαντασμένος ο υπενωμοτάρχης, αν και βλάχος, καθώς τον αποκαλεί ο ομοφυλόφιλος μόδιστρος που κάνει τον πωλητή στο «Art Shop» του καζίνου. Ο μόδιστρος, ο Κρητικός και ο επωνοματάρχης, αυτοί οι τρεις ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες που εμπλέκονται σε μια μυστηριώδη ιστορία με κινητήριο μοχλό μια «δίμετρη» γαλλίδα κρουπιέρισσα, τη Μαρί, θα μπορούσαν να είναι οι πρωταγωνιστές ενός καθαρόαιμου αστυνομικού μυθιστορήματος. Και ίσως, αν τελικά Ο σκύλος της Μαρί γίνει τηλεοπτικό σίριαλ, όπως το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου, Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, να καταλήξει σε ένα «νουάρ» στο «Μον Παρνές», επί απριλιανής δικτατορίας, όταν διευθυντής του καζίνου ήταν εκείνος ο κύπριος μεγαλοεπιχειρηματίας που είχε κακή φήμη και άσχημο τέλος. Ακριβώς όπως και στο μυθιστόρημα που συνυφαίνει στην υπόθεση πραγματικά συμβάντα. Προ παντός ζωντανεύει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, με τον φοβερό Σκανδάμη στο πιάνο να παίζει Χατζιδάκι και ξαφνικά να απογειώνεται με Ρόλινγκ Στόουνς. Καινοφανή ακούσματα, που θα πρέπει να αιφνιδίαζαν τους ισχυρούς του χρήματος, αν είχαν το μυαλό τους στη μουσική όταν πόνταραν περιουσίες. Το πιθανότερο να τα χαίρονταν μόνο οι ζάπλουτες χήρες, που ανέβαιναν στην Πάρνηθα αποζητώντας αντρική συντροφιά, όπως η σαραντάρα που «χαλβαδιάζει» τον υπενωμοτάρχη.
Μεγαλέμποροι, μαφιόζοι και γόνοι καλών οικογενειών, όλοι τους υποχρεωτικώς γραβατωμένοι, αν και συχνά ένα παπιγιόν συμπληρώνει το λευκό κοστούμι. Αυτό το πολυτελές σκηνικό είναι ένα πρώτο γοητευτικό στοιχείο στο μυθιστόρημα του Μήτσου. Λες και σε μια προηγούμενη ζωή του υπήρξε και αυτός παθιασμένος με την «πουτανίτσα», την μπίλια. Πάντως την καρδιά του υπενωμοτάρχη δεν την κλέβει η μπίλια αλλά μια γυναίκα, αναμφιβόλως πολύ πιο «πουτανίτσα», η αινιγματική Γαλλίδα Μαρί. Και έτσι ξεκινά ένας τρελός έρωτας που μόνο ένας ορεσίβιος και άξεστος μπορεί να νιώσει. Παρθένος ο υπενωμοτάρχης και το ερωτικό πάθος τού προκαλεί έντονα αλλεργικά συμπτώματα, που η περιγραφή τους συναγωνίζεται τον Καζαντζάκη στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Και αυτός, όπως ο Μανολιός, ένας οριακός χαρακτήρας, και η αρρώστια του αντανακλά την κατάσταση της ψυχής του. Οπως άλλωστε και τα βίαια συμβάντα με τις κοπέλες και τους νταβατζήδες, που προκαλεί στον οίκο ανοχής της οδού Αγησιλάου, όπου τον πηγαίνει ο κρητικός υφιστάμενός του μήπως και ανανήψει του πάθους. 

Ενώ όμως ο υπενωμοτάρχης βυθίζεται στις επιθυμίες της σάρκας, μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας βρίσκεται σε εξέλιξη, στην οποία ανακατεύονται οι υψηλά ιστάμενοι της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Προαστίων Πρωτευούσης, όπου υπάγεται και το Τμήμα Ηθών και Λεσχών. Στον ρόλο του κακού ο ταξίαρχος Μπάκας, γνωστή φιγούρα από παλαιότερα διηγήματα του Μήτσου. Οι θησαυροί της χώρας ξεπουλιούνται και τα μουσεία γεμίζουν αντίγραφα, ενώ τα γνήσια αγάλματα εξάγονται λαθραία. Πολυτιμότερο όλων το άγαλμα της Υπολυμπίδιας Αφροδίτης. 

Αλλά ο υπενωμοτάρχης, που έχει αναλάβει τον ρόλο του διώκτη, δεν θα μάθει ποτέ τι απέγινε η Υπολυμπίδια Αφροδίτη. Μόλις καταφέρνει τη θεόρατη κρουπιέρισσα, συνεπαρμένος από τη ρώμη του φύλου του, ερωτικά υπερπλήρης, αυτοκτονεί. Ωστόσο σε ένα μυθιστόρημα τα αίτια και οι αφορμές για τα δρώμενα κρέμονται από τον αφηγητή. Οπως και στο πρώτο μυθιστόρημά του, ο Μήτσου τοποθετεί την αφήγηση χρόνια μετά τα συμβάντα, επιστρατεύοντας και πάλι ένα δίδυμο αφηγητών, άκρως υποκειμενικών, μια και τρέφουν έντονο ενδιαφέρον για τον υπενωμοτάρχη· πατρικό ο κρητικός χωροφύλακας, σφοδρώς ερωτικό ο μόδιστρος. Οι αφηγήσεις τους, καθώς συμβαδίζουν, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋπονομεύονται, διατηρώντας ένα κάποιο σασπένς για την έκβαση της ιστορίας, τριάντα χρόνια αργότερα, όταν έρχεται η ώρα της εκδίκησης. Ωστόσο στο ρεαλιστικό σκηνικό μιας αστυνομικής ιστορίας θα ασφυκτιούσε ο Μήτσου, του οποίου ο προσφιλής αφηγηματικός τρόπος είναι η υπερβολή. Στο μυθιστόρημα, από μιας αρχής, δραματοποιεί τις καταστάσεις, ανεβάζοντας τους τόνους, και μεγεθύνει τις ιδιότητες των ηρώων πολύ πέραν των συνηθισμένων μέτρων. Ο υπενωμοτάρχης είναι καθ' υπερβολήν ωραίος και αφελής, αποκλίνοντας προς το γελοίο, ενώ η αστυνομική ιστορία, με τα σύντομα κεφάλαια, τους επιγραμματικούς και εμφαντικούς τίτλους, προπαντός τη διττή εκδοχή, τείνει προς το γκροτέσκο. 

Ενας άλλος συγγραφέας θα εκμεταλλευόταν το εξαιρετικό του ήρωά του για να σαρκάσει τον αστικό χώρο στον οποίον αυτός εισβάλλει. Ο Μήτσου όμως δεν παίζει με τους τρόπους της ειρωνείας, που παραμένουν ξένοι προς το συγγραφικό του ταμπεραμέντο. Γι' αυτό και ο ήρωας, που τελικά καθορίζει τη μυθιστορηματική υφή, είναι ο μοναχικός και ματαιωμένος ομοφυλόφιλος, ο οποίος ανεμίζει στην κουβέντα του τη μελαγχολία του ανθρώπου, που απέμεινε εφ' όρου ζωής παρατηρητής. Μόδιστρος μεν, αλλά και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών στο Παρίσι, με σπουδές στη φιλοσοφία, αντιλαμβάνεται τον θεαματικό αυτοχειριασμό του ωραίου υπενωμοτάρχη ως μια κορυφαία πράξη, που έδωσε τη διάσταση της αιωνιότητας στη στιγμιαία ευτυχία. H αφήγησή του επιδιώκει να δοξάσει το συναίσθημα ως ίδιον του αυθεντικού ανθρώπου. Φαινομενικά, ένας στοχαστικός λόγος που καταπιάνεται με απαξάπασες τις αφηρημένες έννοιες της φιλοσοφίας. Ωστόσο τον προδίδουν τα τσιτάτα και οι εντυπωσιοθηρικές αποφάνσεις. Οπως λ.χ. σε ένα σημείο όπου ο αφηγητής θαυμάζει «την τέλεια διαχείριση του χρόνου που κάνουν μερικές γυναίκες» και καταλήγει πως τα λόγια τους αποκτούν «ένα βάρος που προκύπτει μόνο από τη χρονική συνέπεια και εντροπία». Τις συγγραφικές εμμονές υπηρετεί η ποιητική της γλώσσας, γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία του Μήτσου, αλλά ενισχυμένη έτι περαιτέρω, με την ευρεία χρήση των επιθέτων, συχνά ζευγαρωμένων, και τη ρυθμική εκφορά.
  • MAPH ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/08/2004

Ο έρωτας του θανάτου

  • Πάθη που αιφνιδιάζουν και ανακατανομές που πρωτοτυπούν 
Ο κύριος Επισκοπάκης
Η εξομολόγηση ενός δειλού

 Έχω και άλλοτε διατυπώσει την άποψη ότι ο συγγραφέας αυτός, ο οποίος συγκαταλέγεται στους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της νεωτερικής γραφής στον χώρο της δημιουργικής μας πεζογραφίας, τιμημένος άλλωστε, μεταξύ άλλων, και με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, γράφει «χωρίς ζαβολιές», όπως, ως γνωστόν, απαιτούσε συστηματικά από τον εαυτό του πρωτίστως, αλλά και από τους άλλους, ο πληθωρικός, αλλά ευθύβολος νομπελίστας Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Με το έβδομο αυτό βιβλίο του, ο Ανδρέας Μήτσου, για μία ακόμη φορά, επικαλείται τη στοιχειώδη κειμενική σύμβαση, η οποία, ως εκ των πραγμάτων, είναι ικανή και αναγκαία όχι μόνο να εγκαταστήσει μιαν άκρως λειτουργική σχέση του αφηγητή με τους αναγνώστες του, αλλά και να μεταδώσει στους τελευταίους τον σπινθήρα μιας ζωοποιού, αισθητηριακής φώτισης. Πρόκειται εν ολίγοις για το κυρίαρχο αίτημα που διατυπώθηκε ξεκάθαρα στο μυθιστόρημά του «Τα ανίσχυρα ψεύδη» του Ορέστη Χαλκιόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1999, επίσης από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Παραθέτω: «Είναι ανάγκη, σε οριακές τουλάχιστον στιγμές της διήγησης, να εμπιστευόμαστε τον συγγραφέα. Να μπορούμε να διακινδυνεύσουμε ακόμα και την εξαπάτηση και τον εμπαιγμό. Τούτο πιστοποιεί, μου φαίνεται, τη διακαή επιθυμία μας να ακούσουμε το ότι έχουμε αυτή την ικανότητα. Οτι είμαστε ζωντανοί. Οι πεθαμένοι τα χουν όλα ίδια».

Εξού και οι αλλεπάλληλες ανατροπές, οι απροσδόκητες συναιρέσεις του Καλού και του Κακού, οι αδιέξοδοι, ενίοτε υστερικοί μονόλογοι, οι καινοτόμοι χαρακτήρες, οι καταλυτικές υπονομεύσεις της δοτής ή μη ηθικής στο όνομα της απόλυτης οργασμικής έξαρσης. Τα τέσσερα πρόσωπα του οικογενειακού δράματος συνιστούν χαρακτηριστικές περσόνες του δυναμικού διηγητικού μικρόκοσμου του Ανδρέα Μήτσου, όπου ταυτοχρόνως τελείται η αποθέωση, αλλά και το εκφυλιστικό πέρας της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολό της. Πρόκειται για έναν πανούργο πλάνητα, πρώην μυξοβάρβαρο, φερτό εκ Βουλγαρίας, έναν εκβιαστή που εξελληνίζεται σφόδρα, ονόματι Τοντόρ ή Θιονδόρ Χελιδονόπουλο, έναν πλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος, τον απαραίτητο δηλαδή σύζυγο - θύμα - θύτη, τον περιδεή, εμφανώς αναστοχαστικό Επισκοπάκη και την πολυσχιδή ερωμένη του, την οδοντίατρο Αντιγόνη, την οποία μοιράζονται οι ανωτέρω τρεις διαδοχικά. Η πληθωρική εσωτερικά, εμφανέστατων μαζοχιστικών ροπών και τάσεων μοιραία οδοντίατρος-μετανεωτερική Μαντάμ Μποβαρί γνωρίζει σε βάθος το έργο του Χένρι Τζέιμς και όχι μόνον, ενώ «η κάθε της λέξη έπεφτε ξεχωριστά, σε αυτόνομη, θαρρείς, λειτουργία μέσα στην πρόταση. Ολη η ομιλία της όμως, ένας επίμονος ψίθυρος, σαν ατελείωτο μυστικό. Δεν την ένοιαζε καθόλου την Αντιγόνη να αιτιολογήσει και να πείσει. Σε επίπεδο ήχων και ρυθμού επέμενε αυτή να παίζει».

Ο Επισκοπάκης υιοθετεί εκών άκων τον τρόπο του ομιλήματος της Αντιγόνης: το εγώ τρόπον τινά αφομοιώνεται επιτέλους από το εσύ μεταθανατίως. Η ταύτιση είναι δυνητικά παραγωγική όσο και γκροτέσκα. Η θυσιαστική επιλογική πράξη είναι βέβαια αναπόφευκτη. Η νουβέλα - οπερέτα αίματος θέλει άλλωστε συνειδητά να συμμορφωθεί περίτεχνα με την πάγια αρχή του Οσκαρ Ουάιλντ «Όλοι οι άνθρωποι σκοτώνουν αυτό που αγαπούν». Ο λόγος αντιλαμβάνεται πολύ καλά πώς να προοικονομεί αυτά ακριβώς που τον αφορούν. Η αποστροφή είναι ενδεικτική των συγγραφικών προθέσεων: «Ξέρω ωστόσο πως το αίμα είναι αδύνατο να αποφευχθεί. Γιατί στο τέλος κάθε ιστορίας γίνεται μια σφαγή. Και αυτή τη σφαγή τρέμει πάντα ο συγγραφέας» (βλ. εν προκειμένω την προτελευταία σελίδα ενός προηγηθέντος βιβλίου του Ανδρέα Μήτσου, με τίτλο «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», ομοίως από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», 2006). Η σπατάλη του αίματος είναι εδώ το κατ εξοχήν στρατηγικό παραπλήρωμα.

Η πικρή γεύση της αποτυχίας του ανθρώπου να ξεπεράσει την καρναβαλική έκφανση και να ουσιώσει το Αγαθό είναι κι εδώ διάχυτη. Η τυφλή παρόρμηση, η παντοδύναμη δύναμη, η οποία οδηγεί τα τέσσερα αυτά άτομα από το ένα υπαρξιακό βάραθρο στο άλλο, κατά τρόπο παραπλανητικό και ανελέητο, προτού τα ρίξει μέσα στην τρύπα του ολοκληρωτικού, ανέκκλητου βεβαίως αφανισμού, προλαβαίνει να πει το όνομά της: είναι ο έρωτας του θανάτου. Και πάλι ο λόγος του Ανδρέα Μήτσου δεν ηχεί περιοριστικά ή αυταρχικά. Οι διακειμενικές συγκυρίες ποικίλλουν, οι κατηγοριοποιήσεις των παθών αιφνιδιάζουν, οι ανακατανομές των γνωσιολογικών δεδομένων πρωτοτυπούν, ο δε ενδιάθετος σολιψισμός αυτοελέγχεται. Ο εκλεκτικός συγκερασμός εν ολίγοις διαπρέπει.

Σε πολλές περιπτώσεις το εμβληματικό αναγνωστικό παρελθόν του κόσμου διαλάμπει. Τα παραδείγματα αφθονούν. Επιλέγω εξ όνυχος το εξής: ο καταληκτικός αφορισμός της σελ. 126 «Αλήθεια όμως είναι πως οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, της κάθε ιστορίας, δεν είμαστε ποτέ εμείς. Ούτε οι σημαντικοί ήρωές της. Παρά κελύφη είναι τα κορμιά μας, καρικατούρες άψυχες και μαριονέτες, κι αλλιώς ορίζονται τα πράγματα. Απ αλλού. Μοίρα ή Θεό, δεν μ ενδιαφέρει να το βρω», παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στην καταστατική δυσφορία του περιώνυμου Δανού πρίγκιπα: «Και η διάθεσή μου είναι, πράγματι, τόσο άσχημη, που ως κι αυτό το όμορφο δημιούργημα, η γη, μού φαίνεται σαν χέρσο ακρωτήρι [...] Τι έργο τέχνης ο άνθρωπος! Στη λογική ευγενής, στις ικανότητές του ανεξάντλητος. Στη μορφή και στην κίνηση εκφραστικός, αξιοθαύμαστος. Στις πράξεις του σαν άγγελος, στη διάνοια σαν θεός: το κόσμημα της οικουμένης, το εντελέστερο πλάσμα του κόσμου. Κι όμως, τι είναι για μένα αυτή η πεμπτουσία της σκόνης;» (βλ. «Αμλετ», μετάφραση Ερρίκος Μπελιές, εκδόσεις «Ύψιλον», 1999, πράξη 2η, σκηνή 2η).

Αν όντως «ο συγγραφέας είναι ένα είδος μάρτυρα, που βιώνει στο πραγματικό τους μέγεθος και στην απόλυτη εντελέχειά τους τα πράγματα και που με περισσεύματα δικά του πυροδοτεί τη ζωή των άλλων και μ αυτό τον τρόπο μετέχει ο ίδιος στη ζωή», όπως προκύπτει με υποδειγματική ευκρίνεια στο προαναφερόμενο έργο «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», τότε αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι ο Επισκοπάκης συνιστά άλλη μια εκδοχή του alter ego του ίδιου του δημιουργού του. Κι αυτό είναι κάτι που έχει ήδη εντοπιστεί από τον οξυδερκή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου σε ένα από τα τελευταία τεύχη του περιοδικού «Αντί». Συμπερασματικά θα έλεγα ότι οι Επισκοπάκης - Μήτσου συναποτελούν το κρίσιμο δίπολο όχι μόνον των άριστα συγκερασμένων εκφάνσεων, αλλά και των εμπεδώσεων του οριακού πάθους, της μόνης ίσως ανοιχτής οδού για τη Γνώση.
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, [Ελευθεροτυπία] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 09/11/2007

Ο Ανδρέας Μήτσου...

Αφού διάβασα το "ανάγνωσμα" ["Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου"] στο "ΒΗΜΑ", σκέφτηκα να παραθέσω, για να είναι εύκαιρα στην πρώτη ζήτηση, κείμενα για τον Ανδρέα και συνεντεύξεις του σε άλλα έντυπα. Ουσιαστικά είναι ένας εύσχημος τρόπος για να μάθω περισσότερα για τον ίδιον, πώς σκέφτεται αλλά και κάποια παραπάνω στοιχεία για το έργο του. Τελικά είναι ένας συγγραφέας που  μάλλον έχει πιάσει τη θέση του στη νεοελληνική λογοτεχνία - και θα την κρατήσει! Εβαλα, τυχαία, μια συνέντευξή του στο περιοδικό "Lifo", που είχε γίνει με αφορμή το βιβλίο του «Ελεημοσύνη των γυναικών». Και τώρα μια συνέντευξή του στη φίλη μου, την Κωστούλα Τωμαδάκη.

Αντρέας Μήτσου: Ο τρόμος της ισόβιας νιότης


Το όνειρο της αιώνιας νεότητας αναζητά ο ήρωας του Αντρέα Μήτσου και δε θα διστάσει να σκοτώσει για να αρπάξει τη ζωή του πολύ νεότερου σωσία του. Ο 59χρονος Μπρούνο Γκούσταφσον ,Σουηδός ανθρωπολόγος και ελληνιστής, γνωρίζει στην παραλία της Ναυπάκτου ένα νεαρό που του μοιάζει εκπληκτικά και αποφασίζει να τον σκοτώσει. Είκοσι χρόνια αργότερα, έχοντας πάρει τη ζωή του θύματος θα έρθει αντιμέτωπος με τις μέλισσες ή μήπως τις ερινύες...

''Ο Αγαπημένος των μελισσών'', εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ένα μυθιστόρημα για τους ακραίους τρόπους που μπορεί κάποιος να μηχανευτεί όταν πέσει στον πανικό της ηλικίας και του χρόνου. Ο Αντρέας Μήτσου μοιάζει με τα βιβλία του, συνδυάζει απλότητα και σοφία και έχει μια σπάνια ικανότητα να μιλά ..για τα μικρά και τα μεγάλα της ζωής. 

''Να θυμηθώ να πετάξω το ψαθάκι στη θάλασσα'', σκέφτηκα καθώς ανέβαινα στο δωμάτιο. ''Να απαλλαγώ''.
Και πήγα κατευθείαν για ύπνο.
Ένας πανύψηλος ιερέας βουτούσε όλη τη νύχτα τσίτσιδο τον Πέτρο τον  Ριβό μέσα σε μια κολυμπήθρα χρυσή.

Εκείνος γελούσε τρισευτυχισμένος και έβγαινε από μέσα κάθε φορά και νεότερος.
Το πρωί, αναλύοντας το όνειρο καθώς περπατούσα στο μόλο, κατέληξα πως η κολυμπήθρα ήταν ο χρόνος και πως αν μια στιγμή ''δοξαστείς'', απέναντι στον εαυτό σου, αν κερδίσεις την απόλυτη αυτοεκτίμηση , τότε ''βγαίνεις'' από το χρόνο δραπετεύεις και σώζεσαι''
Ο Αγαπημένος των μελισσών
Το αύριο δεν υπάρχει ερήμην του σήμερα και είμαστε ακόμα ζωντανοί
  • Τί μπορεί να κάνει η τέχνη, μπορεί να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στη καθημερινότητα μας;
Η τέχνη σε βοηθάει να συναντήσεις τον αυθεντικό εαυτό σου και να αναδείξεις την βαθύτερη αλήθεια σου. Επομένως, η τέχνη μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα, της δίνει άλλη μορφή, την ανατρέπει..
  • Τι είναι ο χρόνος;
Ο χρόνος είναι μια πληγή που ανοίγει όταν δεν ζω ουσιαστικά. Όλοι μας φέρουμε πάνω μας ,με τις ρυτίδες, τα σημάδια, την πληγή, την ανικανότητα μας να ζήσουμε τη στιγμή. Πιστεύω ότι όποιος ουσιαστικά βιώνει τη στιγμή δε μεγαλώνει. Δηλαδή μεγαλώνουμε μόνοι μας επειδή έχουμε ηττηθεί ,αλλιώς θα είμαστε πάνω από το χρόνο.. Ο χρόνος δεν είναι αντικειμενικό μέγεθος, είναι μέγεθος που το φέρουμε μέσα μας και είναι η αποτύπωση της ήττας μας.
  • Άρα, πώς μπορούμε να νικήσουμε το χρόνο;
Μπορούμε να νικήσουμε το χρόνο όταν κρατάμε την αθωότητα και την παιδικότητά μας και όταν δεν διστάζουμε –πέρα από όποια Πλατωνική προκατάληψη –να εμποτιστούμε στη χαρά. Μας τιμωρεί η πραγματικότητα ,άμα θες πες ο Θεός, επειδή στεκόμαστε ανίκανοι να εισπράξουμε από τη χαρά που υπάρχει πανταχού παρούσα. Και εμείς απλώς, από μια αρχέγονη δειλία , δεν μπορούμε να την εισπράξουμε.
  • Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
Γεννήθηκα στην Αμφιλοχία. Θυμάμαι ένα αγοράκι που έμεινε κολλημένο στα επτά , το οποίο φοράει πάρα πολλά ρούχα γιατί η μάνα του φοβόταν μη κρυώσει και η οποία ακόμη φοβάται. ..Νομίζω ότι έχω εισπράξει αγάπη και αυτό είναι ότι καλύτερο για ένα παιδί. Είμαστε αγαπημένη οικογένεια. Φτωχοί αλλά περήφανοι. Ο πατέρας μου ήταν ανάπηρος πολέμου. Έδωσε το χέρι του και το πόδι του πολεμώντας τους Γερμανούς. Ήταν ένας άντρας υψιπετής, όμορφος, ταπεινός. Η μάνα μου ήταν προσγειωμένη και ουσιαστική Εγώ ήμουνα ένα παιδί που διάβαζα με πάθος λογοτεχνία σε μια μικρή πόλη. Ήμουν το παρτσακλό, το βλαμμένο της περιοχής..επειδή διάβαζα..
  • Πότε αποδέχτηκες οριστικά ότι είσαι συγγραφέας;
Δεν το έχω αποδεχτεί ακόμα. Παρόλο που έχω γράψει έντεκα βιβλία. Πιστεύω ότι η συγγραφική ιδιότητα δεν είναι μόνιμη. Και αυτό εξαρτάται από το πόσο κάθε φορά μπορείς να βυθιστείς στο όραμά σου και να αποδώσεις με αλήθεια και ταπεινότητα το βαθύτερα κρυμμένο μυστικό σου.
  • Τι είναι ταλέντο; Υπάρχει πιθανότητα να χαθεί κάποιο ταλέντο;
Α, αυτό με έχει απασχολήσει και στη δημιουργική γραφή που διδάσκω στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Και παρόλο που δεν διδάσκεται τίποτα και όλα διδάσκονται ,εξαρτάται από αυτόν που τα λέει και πως τα λέει, πιστεύω ότι δεν υπάρχει ταλέντο. Γιατί δεν υπάρχει κάποιος που να έχει τη χάρη και την ευλογία. Αν κάποιος επικεντρωθεί σε κάτι συγκεκριμένο τότε εκεί θα κάνει θαύματα. Επομένως είναι μια διαδικασία προσκόλλησης στο σημείο. Μ'αρέσει αυτός ο στίχος του Ουίλιαμ Μπλέικ: i can see the world in a grain of sand and the heaven in a wild flower'' Mπορώ να δω τον κόσμο ολόκληρο σε ένα κόκκο άμμου και τον παράδεισο σε ένα αγριολούλουδο.
  • Όποιος τυχαία ζει είναι δειλός. Ποιοι είναι οι δειλοί, Αντρέα;
Αυτοί που αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Και βλέπω τον εαυτό μου συχνά να το κάνει. Και αυτό με τρομάζει. Θεωρώ, γενικά δειλό, για να σου δώσω μια στρογγυλή απάντηση, όποιον δεν μπαίνει στη χαρά της ζωής. Έχω την αίσθηση ότι αφορμή για το βιβλίο σου '' Ο αγαπημένος των μελισσών'' στάθηκε ο πανικός σου. Είναι αλήθεια και λυπάμαι που το έπιασες αυτό. Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν πρέπει να μεγαλώσεις άλλο. Και υπάρχουν δυο δρόμοι: ή να πεθάνεις ή να γυρίσεις πίσω το χρόνο. Πράγμα απίθανο. Στο μυθιστόρημα υπάρχει ο σωσίας του ήρωα, είκοσι χρόνια νεότερος. Οπότε σκοτώνει τον σωσία του και αναδιοργανώνει το χρόνο, τον εσώτερο και τον εξωτερικό.. Πρόκειται για μια διανοητική διεργασία που θέλει να δικαιολογήσει τον τρόμο ενός πανικόβλητου ανθρώπου μπροστά στο χρόνο.
  • Τι αποζητάς με τη συγγραφή, Αντρέα;
Να ηρεμήσω .Να βάλω μια τάξη στα μέσα μου. Να βρω μια αρμονία με τον εαυτό μου...Μια γλύκα που εντοπίζω καθώς 'σκάβω' μέσα μου, και θέλω να τη μοιραστώ με τον άλλον. Γιατί πιστεύω ότι όταν συναντάς τον εαυτό σου χωρίς αντιπαλότητα ...και μπορείς να τον παρηγορήσεις.. τότε μπορείς να το κάνεις και για τον άλλον.
  • Υπάρχει ταλαντούχος αναγνώστης;
Ο αναγνώστης είναι εξίσου σημαντικός με τον συγγραφέα. Ένας επαρκής αναγνώστης είναι αυτός που αξιώνεται ένα βιβλίο. Ο καθένας είναι το βιβλίο που διαβάζει. Και επιμένω σ'αυτό. Ο καθένας είναι και η ερμηνεία του. Δηλαδή αξιώνεσαι ένα βιβλίο, μια ταινία. Ταλαντούχος είναι ο αναγνώστης που μπορεί και ερμηνεύει με αισθητικούς όρους ανώτερους την πραγματικότητα. Υπάρχουν μύστες και μυημένοι στην τέχνη.
  • Η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά;
Έτσι λέει ο Σεφέρης, ότι ''η ψυχή μας κάνει πανιά. Το αύριο δεν υπάρχει ερήμην του σήμερα και είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Newstrap, Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010 17:11   

Ανδρέας Μήτσου: Με αφορμή την «Ελεημοσύνη των γυναικών»

  • SMALL TALK: Στην «Ελεημοσύνη των γυναικών » ο Ανδρέας Μήτσου αλιεύει το ονειρικό και το παράδοξο από την ίδια την πραγματικότητα. Εδώ αλιεύουμε σκέψεις και εμμονές του από το συγγραφικό του πηγάδι.

    • Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης; 
    Εκείνος που προσέρχεται ενώπιον του κειμένου αθώος, χωρίς προκαταλήψεις, απόψεις και ιδέες. Στο κείμενο είναι που θα αναδειχθεί η αυθεντικότητά του και εκεί θα παρηγορηθεί. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει, όποιος διαβάζει ένα βιβλίο, να είναι ικανός να ενδώσει στις ηδονές στην αισθητική του. Πρέπει να είναι σε θέση να την αναγνωρίσει. Και ασφαλώς, για να παραφράσω τον Χάιντεμπερκ, «είμαστε ό, τι μπορούνε να εννοήσουμε», για να διακρίνεις δηλαδή το θαυμαστό και να θαυμάσεις πρέπει να ενέχεις ο ίδιος το θαύμα. Γιατί αναδεικνύεται κάποιος ως αναγνώστης ενός συγκεκριμένου βιβλίου, εάν κατορθώσει να το εγκολπωθεί, εάν το καταπατήσει και το κάνει δικό του. Εάν παραδοθεί, υποταχθεί εν τέλει σ' αυτό. Η ανάγνωση προσομοιάζει επομένως στην ερωτική διαδικασία. Είναι μια περιπέτεια προσωπική για τον καθένα. Μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Μοναδική. Και αυτή είναι η εντελέχεια του βιβλίου. Να παράγει αναγνώστες.
    • Τι κάνετε τα βιβλία που δεν σας αρέσουν;
    Τα εναποθέτω, για να τα δω ξανά σ' άλλους χρόνους. Γιατί δεν είμαστε πάντα οι ίδιοι. Αλλάζουμε. Μεταβάλλονται οι προσληπτικές δυνατότητές μας. Οι αντοχές μας μαδούν. Μεταμορφώνεται μέσα μας και γύρω ο κόσμος. «Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή...».
    • Έχετε μια συγκεκριμένη ρουτίνα στη συγγραφή κειμένων;
    Θα 'λεγα πως ό,τι επιδιώκει η συγγραφή είναι να σε βγάλει από τη ρουτίνα, να δραπετεύσεις.
    • Έχετε μια ιεροτελεστία όταν γράφετε;
    Τηρώ πάντα τις ίδιες μικρές συνήθειες. Αυτό βέβαια το διαπιστώνω μόλις τελειώνω ένα κείμενο...
    • Πίνετε ή τρώτε καθώς γράφετε;
    Πίνω συνέχεια νερό. Μια άγρια δίψα με κατατρύχει όταν γράφω.
    • Ποια είναι η αγαπημένη σας λέξη;
    Συγγνώμη.
    • Υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε στο τελευταίο σας βιβλίο;
    Όχι. Σε κανένα βιβλίο μου δεν θα άλλαζα κάτι. Το βιβλίο, όταν θεωρήσω ότι είναι άρτιο αισθητικά, το παραδίδω. Η φόρμα του σηματοδοτεί ένα συντελεσμένο αποτέλεσμα. Εάν τυχόν αλλαχθεί κάτι, τότε αναδεικνύεται μια νέα μορφή, μια άλλη πραγματικότητα.
    • Πώς προκύπτουν τα ονόματα των ηρώων σας;
    Μυστικές και άδηλες είναι οι διεργασίες ανάδυσης των ονομάτων. Μας βασανίζουν εμμονές και ονόματα. Με σύμβολα σκιαμαχούμε και με φόβους. Πίνουμε τα ονόματα για να τα ξορκίσουμε...
    • Αν δεν είσασταν συγγραφέας τι θα ήσασταν;
    Καφετζής, πενήντα χρόνια πριν. Με το μολύβι στο αυτί, να τρέχω ανάμεσα στα τραπέζια, φωνάζοντας μακρόσυρτα... «έφτασε». Να μην προλάβει να κρυώσει ο καφές. «Αν θέλεις ν' αρχίσεις ιστορίες, γίνε δάσκαλος, αν θέλεις να τις τελειώσεις, γίνε μπάτσος», για να καταφύγω στο απόφθεγμα του Μαρσέλ Προυστ. Εγώ, πάντως, ακολούθησα την ακριβώς αντίθετη διαδρομή, αν αυτό σας λέει κάτι.
    • Τι θα αλλάζατε στον τρόπο γραφή σας;
    Σε κάθε βιβλίο αυτό προσπαθώ. Να βρω μια καινούργια μορφή. Ν' αλλάζω τον εαυτό μου και τον κόσμο. Το κάθε βιβλίο είναι η απόδειξη, η αποτύπωση της νέας μου πραγματικότητας.
    • Τι θα αλλάζατε στον εαυτό σας;
    Το ρυθμό μου. Θα 'θελα να γίνει πιο αργός, να προλάβω να δω περισσότερα. Φοβάμαι όμως πως, αν το επιδιώξω αυτό επίμονα, μπορεί και να σταματήσω. Έτσι λοιπόν τρέχω, ποθώντας διαρκώς το σταμάτημα, και μιλάω - γράφω, νοσταλγώντας τη σιωπή.
    • Πώς χαλαρώνετε;
    Χαλαρώνω όταν σκέφτομαι και παρατηρώ. Τότε, για ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα, συναντώ τον εαυτό μου. Έτσι ορίζω την ευτυχία.
    • Με ποιον θα θέλατε να παγιδευτείτε σε ένα ασανσέρ;
    Με τον εαυτό μου σε παιδική ηλικία, να του πω να μη φοβάται. Και να τον πείσω.
    • Ποιο βιβλίο θα θέλατε να διαβάσετε;
    Τους Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν ή την Κληρονόμο της πλατείας Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς, δύο αγαπημένους συγγραφείς.
    • Πώς προέκυψε η ιδέα του τελευταίου σας βιβλίου;
    Θυμήθηκα κάποιον άντρα που τον λυπήθηκε μια γυναίκα και τον έσωσε!

    • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ, Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, Διηγήματα. Εκδόσεις Καστανιώτη, Σελ.: 168, τιμή: €12.
    • Lifo, 18/06/2009

    Ανδρέας Μήτσου: "Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου"

    Ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου γράφει ειδικά για το «Βήμα» ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα
    Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου

    Βγήκα έξω στις τριάντα τρεις μέρες. Πήρα επίσημη άδεια και βγήκα.

    Κανείς δικός μας δεν δικαιούνταν έξοδο πριν συμπληρώσει εξήντα μέρες εσώκλειστος. Ετσι ήμουν ο πρώτος. Εκανα υπεύθυνη δήλωση πως είχε πεθάνει ο αδερφός μου και βγήκα. Αδερφό δεν είχα, ήξερα, κανείς δεν θα το επιβεβαίωνε.

    Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα μια χοντρή κόκκινη ψαλίδα μπετού. Από αυτές που κόβουν τα σίδερα, κι ένα μικρό πριόνι. Φορούσα μια δανεικιά στολή χωροφύλακα και ήμουν πανέμορφος μέσα στα πράσινα. Κούκλος. Δεκαοχτώ χρονών.

    Στο Μοναστηράκι με κοίταζαν όλοι περίεργα. Ο κόσμος κι η μαστοράντζα. Σαν να μην τους γέμιζα το μάτι με κανέναν τρόπο. Ή σαν να μην πίστευαν πως εγώ ήμουνα πραγματικά ένας χωροφύλακας.

    Γυρίζοντας την επομένη στη Σχολή, στο Γουδί, φορούσα στο μπράτσο μου μαύρο πένθος.

    Σε δύο μέρες από τότε, είχα νυχτερινή υπηρεσία «1-5». Διάλεξα την αριστερή πλευρά της Μεσογείων, προς τη «Σωτηρία», ενώ ο άλλος δόκιμος που περιπολούσε μαζί μου πήρε τη δεξιά, προς Αθήνα. Εβρεχε δυνατά. Η μακριά «ποδήρης» χλαίνη μου ήταν ασήκωτη. Το βαρύ Εnfield Ν1, όπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ξιφολόγχη επάνω, έτσι κάναμε τις περιπολίες, μου τσάκιζε τους ώμους. Το ξεφορτώθηκα και το ακούμπησα στον κορμό κάποιου πεύκου. Μαύρη κι ασέληνη ήταν η νύχτα.

    Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης έβγαλα την ψαλίδα. Για μια ολόκληρη ώρα έκοβα με υπομονή το σύρμα πίσω από τα κάγκελα της Σχολής Χωροφυλακής, κατόπιν με το σιδηροπρίονο λιμάρισα στη βάση τους δύο χοντρά κάθετα κάγκελα. Με μια απλή κίνηση μπορούσαν τώρα να αποκολληθούν. Επιασα μετά το τετράγωνο κομμάτι του διχτυωτού σύρματος, της πόχας, και το τοποθέτησα πάλι στη θέση του, το ΄δεσα με μικρά λεπτά συρματάκια, που είχα επί τούτου στις βαθιές τσέπες της χλαίνης, για να μη φαίνεται η τρύπα. Την επόμενη μέρα ήμουν υπαξιωματικός υπηρεσίας κτιρίου, καθώς ήταν η σειρά μου. Η επόμενη μέρα ήταν σπουδαία για τη Σχολή, και για τη Χωροφυλακή ίσως ολόκληρη. Γιατί θα την επισκεπτόταν ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

    Η επόμενη μέρα ήταν ανήμερα Χριστούγεννα.

    Στην ανηρτημένη «Εβδομαδιαία Υπηρεσία», στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, είχα διαβάσει τα ονόματα των ανδρών και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του καθενός κατά την ημέρα της επίσκεψης. Από τα κρεμασμένα περίστροφά τους στο μεγάλο θάλαμο οπλιτών, αλλά και στο βεστιάριο των αξιωματικών, έκλεψα τις σφαίρες τους, άδειασα τα όπλα και τα γέμισα με δικές μου σφαίρες, από τις οποίες είχα προηγουμένως αφαιρέσει το εκρηκτικό μείγμα. Ολη σχεδόν την εβδομάδα μού πήρε αυτή η λεπτοδουλειά. Ξέκοβα από τους άλλους, απομονωνόμουνα και δούλευα κρυμμένος με τις ώρες.

    Πενήντα φορές ακριβώς ανέβηκα στα επτά πρώτα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου της Σχολής, σταματούσα στο μικρό πλατύσκαλο για τρία δευτερόλεπτα και μετά συνέχιζα στα υπόλοιπα πέντε. Κρατούσα τον χρόνο. Πότε βάδιζα με βήμα αργό. Πότε μιμούμουνα το πεταχτό, νευρώδες βάδισμα του δικτάτορα.

    Ηθελε είκοσι με είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να ανέβει τις σκάλες, όχι παραπάνω. Μου έφταναν.

    Εγώ θα είχα τη θήκη περασμένη κανονικά στη μέση μου, κλεισμένη. Με το τριανταοχτάρι μέσα. Ομως, το μικρό τριανταδυάρι περίστροφο, αυτό θα το είχα στη μασχάλη μου. Από κάτω.

    Θυμόμουν πολύ καλά τι είχε πάθει ο θείος μου, ο στρατηγός, όταν του στείλανε οι Βούλγαροι τον επιλοχία Σαμουήλ Καλογιαννό, ντυμένο βοσκό, για να τον ξεκάνει. Οπως του πρόσφερε ο θείος μου, διοικητής τότε του Αστυνομικού Τμήματος Δοϊράνης, παλιός βοσκός και ο ίδιος, στριφτό τσιγάρο, σκύβοντας προς το μέρος του για να το ανάψει, έβγαλε εκείνος το μαχαίρι και του ρίχτηκε. Εσπρωχνε με το πόδι του το ξύλινο γραφείο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον κατάσκοπο, για να τον εμποδίσει, και όσο πάσχιζε να βγάλει το πιστόλι από τη στενή θήκη, ο άλλος του κατάφερνε μαχαιριές. Από τότε δεν ξαναφόρεσε πιστόλι σε θήκη. Τελικά τον σκότωσε ο θείος μου τον Βούλγαρο αξιωματικό και ο ίδιος γλίτωσε.

    Οχι, το ελαφρύ τριανταδυάρι θα χρησιμοποιούσα εγώ. Οπως θα έφτανε λοιπόν στην κύρια είσοδο και ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο υπομοίραρχος Βασιλακόπουλος, δίπλα στον ταξίαρχο διοικητή της Σχολής, θα έδινε την επίσημη αναφορά του, εγώ στο πλάι του, καθώς δεν θα με πρόσεχε κανείς- οι φρουροί του δικτάτορα σταματάνε κάτω από τα σκαλοπάτια, σύμφωνα με το τελετουργικό- θα του έριχνα τρεις πιστολιές, από απόσταση ενός μέτρου, δύο στο στήθος και μία στο κεφάλι.

    Πιθανότητα αποτυχίας καμία. Πήγα προς το σκοπό αυτό μάλιστα εθελούσια με ομάδες σκοποβολής στο πεδίο βολής Χαϊδαρίου, πολλές φορές, μέσα σε γέλια και πειράγματα των δοκίμων που με είχανε για ιδιαίτερα ατζαμή και έγινα, παρ΄ ελπίδα, άριστος σκοπευτής. Από τους δικούς μου, δεν διέτρεχα κανένα κίνδυνο, αφού είχα αχρηστεύσει προηγουμένως τα όπλα τους.

    Κάτω, τώρα, ακριβώς, εγκάρσια στο μεγάλο πλατύσκαλο της εισόδου, ήταν το ημιυπόγειο γραφείο του Φρουραρχείου, όπου κατέλυε-διανυκτέρευε ο εκάστοτε υπαξιωματικός υπηρεσίας. Ο,τι χρειαζόταν, να πηδήσω, αμέσως μετά την πράξη μου, ένα μέτρο και δέκα εκατοστά. Θα ΄κλεινα την πόρτα, είχα ήδη βάλει το κλειδί από πίσω, και θα έτρεχα στο εσωτερικό του κτιρίου της Σχολής προς τη μεριά της Μεσογείων και τη συνοικία του Παπάγου. Μέχρι να σπεύσουν οι άλλοι εξωτερικά, γύρω-γύρω από το κτίριο και να με βρουν, εγώ θα είχα ήδη χωθεί στην τρύπα μέσα, θα έβγαζα τα κομμένα κάγκελα και αφού γλιστρούσα έξω, θα τα ξανάβαζα πάλι στη θέση τους, για να μην εντοπίσουν το μέρος της διαφυγής. Θα έβγαινα κατόπιν στη λεωφόρο Μεσογείων με το πιστόλι στο χέρι, θα ακινητοποιούσα κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τρύπωνα στην απέναντι μισοκτισμένη πολυκατοικία, θα έκρυβα τη στολή κάτω από ένα παλιό βαρέλι νερού, μέσα από τη στολή θα φορούσα ήδη ένα λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Ενα παιδί ήμουνα δεκαοχτώ χρονών. Θα απομακρυνόμουν ύστερα ανέμελα. Ποιος θα με πρόσεχε; Κανένας. Μέχρι αυτό το σημείο πάντως κατέστρωσα επιμελώς το σχέδιό μου. Από εκεί και πέρα, πού θα κρυβόμουν δηλαδή και πώς θα γλιτώσω εν τέλει, αυτό δεν το είχα καθόλου σκεφθεί.

    Μισούσα τη Χούντα. Ο πατέρας μου, βετεράνος αξιωματικός του Στρατού, ήρωας πολέμου και ανάπηρος από τους Γερμανούς με βαριά τραύματα, τους αντιπαθούσε επίσης. «Οι άκαπνοι», έτσι τους αποκαλούσε. Μαζί πιάναμε το βράδυ «Ντόιτσε Βέλλε» και ακούγαμε με απίστευτη έξαψη τις ειδήσεις κι οι δυο όρθιοι πάνω από το ράδιο, μάρκας Wega. Κρατάω ακόμα το παλιό ραδιόφωνο στιγματισμένο με χοντρή μολυβιά στη συχνότητα 101,7 στα FΜ. Σαράντα δύο χρόνια τώρα. Ο πατέρας μου όμως με όρκισε. «Κοίτα μην κάνεις καμιά παλαβομάρα. Αυτοί θα φύγουν. Οι ανώμαλες καταστάσεις δεν κρατάνε. Εσύ ψύχραιμος. Εσύ θα γίνεις αξιωματικός καριέρας».

    Μια σύγχυση είχα μέσα μου, έναν αλλοπρόσαλλο οίστρο. Κάτι ωσάν εκείνον του Σικελιανού, που ονειρευόταν μια λαϊκή επανάσταση με επικεφαλής τον βασιλιά, όπου θα παίρναμε, λέει, την «Πόλη» και άλλα παρόμοια. Διάβαζα πάντως λογοτεχνία σαν «βαρεμένος», όπως θα λέγανε σήμερα. Είχα γεμάτο το αναλόγιό μου με βιβλία. Μάλιστα, μια φορά κάποιος συνάδελφος, δόκιμος υπενωμοτάρχης, με κάρφωσε και ο επιλοχίας «ανέφερε» κάθιδρος στον φοβερό λοχαγό, ονόματι Δρακούλη Πυρραλέα, στην επίσημη πρωινή παράταξη, μέσα σε σιωπή νεκρική, ότι διάβαζα την «Αυγή». Πήρε το βιβλίο, κατακίτρινο το θυμάμαι, στα χέρια ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία, συνταγματάρχης τότε, καταδικάστηκε για συνωμοσία και δημιουργία ένοπλης παρακρατικής οργάνωσης και αποτάχτηκε από το Σώμα- ήταν ίσως κι ο μόνος αξιωματικός με παρόμοια στάση-, πήρε λοιπόν με σεβασμό το βιβλίο στα χέρια του, το ύψωσε πάνω από το κεφάλι του για να το δει καλύτερα. «Δεν είναι αυτή η “Αυγή”, επιλοχία. Ετούτο είναι άλλο, ένα καλό βιβλίο», του είπε με τη βροντερή φωνή του και μου το παρακράτησε.

    Λόγο, δηλαδή, για να οργανώσω μια τέτοια πράξη δεν είχα, σε καμιά πε ρίπτωση, και μάλιστα αυτή ειδικά τη μέρα της γέννησης του Σωτήρος, ανήμερα Χριστούγεννα. Τώρα, πού σε πετάει ο οίστρος, επιτρέψτε μου να το επικαλεσθώ, αφού το πειράθηκα έκτοτε πολλές φορές, πως δεν μπορεί θέλω να πω κανείς να το προβλέψει. Τι δόξες φαντασίωνα, τι ενοχές ήθελα να ξεπλύνω, ώστε να δικαιωθώ και να αυτοπραγματωθώ, δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ. Μετά, ένας σχεδόν έφηβος έχει το μυαλό του πάνω από τη σκούφια. Εστω και από το στρατιωτικό πηλήκιο.

    Τα λέω όλα αυτά γιατί όλοι ξέρετε, είστε απόλυτα βέβαιοι, ότι δολοφονία του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν έγινε από κανένα χωροφύλακα, ούτε και καμιά άλλη απόπειρα εναντίον του, θα το μαθαίνατε, πέρα βέβαια από εκείνη τη γνωστή του Αλέξανδρου Παναγούλη.

    Σκεφθείτε όμως πως αν πετύχαινε το σχέδιό μου αλλιώς θα ήταν ίσως η μοίρα της χώρας σήμερα και η πολιτική ιστορία του τόπου. Απολύτως διαφορετική. Και ότι εγώ παρά τρίχα που δεν έγινα ήρωας.

    Και όλα αυτά γιατί είχα πάρει λίγα κιλά. Σε δύο μήνες είχα πάρει δώδεκα κιλά, όσο και να φαίνεται απίθανο. Από εξήντα οχτώ έγινα ογδόντα. Με είδε ο αντισυνταγματάρχης μισή ώρα πριν φτάσει στη Σχολή ο δικτάτορας και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η αναχώρησή του από τη Σαρωνίδα όπου διέμενε. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ο υποδιοικητής της Σχολής. Αλλά πώς με πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, αφού όλη την ώρα δίπλα του περιτριγύριζα; Επειδή σηκώθηκε ένας ελαχιστότατος ανεμοστρόβιλος στο μέρος όπου εκείνος βρισκότανε, ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σχηματίστηκε μια υποτυπώδης χοάνη σκόνης, ανάμεικτη με γύρη από τα πεύκα. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ψηλός, ασθενικός, με φιμέ γυαλιά, οι δόκιμοι τον αποκαλούσαμε «ο Χάρος». Αρχισε τότε να τρίβει τα μάτια του με καθαρή μανία με την ανάστροφη της παλάμης του αριστερού χεριού του. Τα μάτια του έγιναν αμέσως κατακόκκινα- χάρος, όπως συχνά του συνέβαινε.

    Οι διμοιρίτες αξιωματικοί κοίταζαν αμήχανοι σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο, οι δόκιμοι υπομειδιούσαν απαξάπαντες, ο ταξίαρχος τον ατένισε από μακριά αποδοκιμαστικά, κι αυτός, μόλις εν τέλει στερέωσε τα γυαλιά του βγάζοντας κάποια τρίχα από το μάτι του την οποία επιδείκνυε κολλημένη στον δείκτη του σαν δικαιολογία προς πάσαν κατεύθυνσιν, σ΄ όλους ανεξαιρέτως τους ένστολους, για να το διαπιστώσει ο καθένας ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλη ήταν, αντίκρισε εμένα.

    «Υπαξιωματικός Υπηρεσίας;» πρόσταξε.

    «Διαταγάς», στάθηκα κλαρίνο μπροστά του. «Δόκιμος υπενωματάρχης...», άρχισα να «αναφέρομαι». Δεν μ΄ άκουγε καν.

    «Ιδρώνεις; Γιατί ιδρώνεις;» με ρώτησε επίμονα, εις επήκοον όλων. Και πλησίασε πολύ κοντά μου. Εγώ όμως ήμουνα απόλυτα ψύχραιμος.

    «Δεν ιδρώνω κύριε υποδιοικητά», τόλμησα.

    «Πώς δεν ιδρώνεις; Αφού είσαι χοντρός. Πώς έγινες έτσι χοντρός μέσα σε δύο μήνες;

    Ούτε δυο μήνες δεν έχεις στη Σχολή Υπενωμοταρχών. Σαν λύκος τρως, σαν λύκος», είπε και σταμάτησε να σκεφθεί. «Πώς θα εμφανιστείς έτσι δίπλα στον Πρόεδρο; Πώς θα σε δει, μου λες;» μίλησε μετά από ένα λεπτό, πιο δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι άντρες.

    «Λοχαγέ», διέταξε εν συνεχεία τον μοίραρχο κοντά του. «Να τον αντικαταστήσεις αμέσως. Πριν έρθει ο Πρόεδρος. Αυτός κοντεύει να βγει έξω από τη στολή του, να σκάσει. Κακομοίρη μου, ο θείος σου ήτανε στέκα», συμπλήρωσε και κοίταξε προς τον ουρανό, εντελώς ικανοποιημένος από εκείνη την ενθύμησή του. «Βγάλε αμέσως το περιβραχιόνιο υπηρεσίας, δώσε μου το», πρόσταξε χωρίς να με κοιτά. Το πήρε, το έπαιξε για λίγο αμήχανα στα χέρια του και το φόρεσε σε ένα ψηλόλιγνο ενωμοτάρχη που χτύπησε τα τακούνια του στην προσοχή και απομακρύνθηκε με βηματισμό παρέλασης.

    Εν τω μεταξύ, ούτε ίχνος ανέμου ή σκόνης δεν σηκωνόταν πια, λες κι εκείνο τον μικρό στρόβιλο τον φαντάστηκα ή τον είχα προκαλέσει ο ίδιος, με τη σκέψη μου, κι έγινε αμέσως γεγονός. Γιατί τέτοια απίθανα μικρά συμβάντα τα συνηθίζω εγώ να τα προξενώ και να ακυρώνω έτσι ό,τι έχω σχεδιάσει και συγκροτήσει με κόπο.

    Το επόμενο λεπτό ήχησαν οι σάλπιγγες, έφτανε ο δικτάτορας και ο διμοιρίτης με έχωσε βιαστικά τελευταίο στο άγημα απόδοσης τιμών. Δεν είχα όμως το όπλο μου, δεν προλάβαινα να το φέρω, και μου έκανε τότε πανικόβλητος νόημα να εξαφανιστώ.

    Οταν πήγα και κάθισα στον τεράστιο άδειο θάλαμο των δοκίμων, με τους οπλοβαστούς φορτωμένους τα σιδερένια τυφέκια, ολομόναχος, ανάμεσα στις αμέτρητες κουκέτες με τα κρεβάτια στρωμένα όλα αλφάδι και τα μαξιλάρια με τις διπλωμένες κουβέρτες ευθυγραμμισμένες στην εντέλεια, σκέφτηκα πως δεν θα τη διηγηθώ ποτέ και πουθενά αυτή την ιστορία, γιατί δεν πρόκειται κανείς να με πιστέψει. Τότε φωτίστηκε ξαφνικά το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο κι αμέτρητα φωτάκια αναβόσβηναν ασταμάτητα, λες και με κορόιδευαν.

    Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

    Γιάννης Στεφανίδης: "Το καπέλο"



    Το καπέλο

    Γρηγοριάδης Κώστας
    Κάπου στα Εξάρχεια είναι μια μικρή πανσιόν. Την εκμεταλλεύεται η βλοσυρή κυρία Πολυξένη Τρικούπη. Είναι η δεύτερη δισεγγονή του Χαρίλαου Τρικούπη, του παλαιού πολιτικού. Η κυρία αυτή μένει στο ισόγειο και νοικιάζει δυο δωμάτια στον απάνω όροφο. Ανεβαίνοντας, βλέπουμε εκεί έναν διάδρομο όπου υπάρχει έπιπλο με κρεμάστρες για να βάζουν οι ένοικοι τα επανωφόρια τους, τα μπαστούνια τους, τις ομπρέλες και τα καπέλα τους.
    Η ιστορία μας αρχίζει όταν έφτασε από τη μακρινή Ρωσία ένας εμιγκρές, ο Ιβάν Φεοντόροβιτς. Μόλις μπήκε, τον υποδέχτηκε η μαντάμ Πολυξένη.
    -- Ποιος είσθε, παρακαλώ, και τι θέλετε;
    Ο ξένος υποκλίθηκε βαθύτατα.
    -- Είμαι ο Πρίγκιψ Ιβάν Φεοντόροβιτς Γκουντόρσκι! Ντιώξανε εμένα οι μπολσεβίκοι, και θα ήθελα ένα ντωμάτιο, αν έχετε...
    -- Χαίρω πολύ, κύριε Ιβάν, έτσι θα σας λέω σκέτο Ιβάν, τ' άλλα δεν τα μπορώ, και δεν ξέρω τι σόι πρίγκιπας είσθε. Δωμάτιο έχω διαθέσιμο για σας, αλλά να ξέρετε ότι κι εγώ έχω προπάππον τον μεγάλο Ελληνα πολιτικό Χαρίλαον Τρικούπην!
    -- Ντεν έχω την τιμήν να γκνωρίζω αυτόν. Ο γκοσποντίν... Τρικούποβιτς κυβερνά ακόμα το Ελλάντα;
    -- Τρικούπης, κύριε! Και μάθετε ότι ο πάππος μου απεβίωσεν το έτος 1896, δοξασμένος και τιμημένος από το Εθνος και την Πολιτεία!
    Η μαντάμ Πολυξένη οδήγησε τον ξεπεσμένο Ρώσο πρίγκιπα εις τον άνω όροφο.
    -- Ιδού, κύριε Ιβάν, το δωμάτιό σας. Είναι πανέμορφο, με δύο μεγάλα παράθυρα με θέα στην πλατεία των Εξαρχείων, έχει ακόμα και λαβομάνο!
    -- Το λουτρό πού είναι;
    -- Αγαπητέ κύριε, υπάρχει ντους για όλο το κτίριο, που είναι και ό,τι πιο υγιεινό! Το ενοίκιο είναι 95 δραχμές. Και πρέπει να σας δηλώσω ότι εδώ βασιλεύει η Τάξις και η Ηθική, οπότε επισκέψεις γυναικών δεν επιτρέπονται!
    -- Χμ, χμ, περίμενα εγκώ κάτι καλύτερο...
    -- Γιατί; Μήπως είχατε ωραιότερα δωμάτια εις την Σοβιετία;
    -- Είχαμε! είπε εκείνος. Και κάτι ακόμα: Σ' αυτό το πορτ-μαντό θα κρεμάτε το επανωφόρι σας, το μπαστούνι σας και το καπέλο σας. Οφείλω να σας πω ότι στο απέναντι δωμάτιο μένει ένα αντρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Παπαευθυμίου. Είναι και αυτοί της Τάξεως και της Ηθικής! Προπληρώστε μου τον μήνα που τρέχει και καλή διαμονή κύριε, κύριε... «πρίγκιψ!»
    -- Σπασίμπα, μαντάμ Πολυξένια...
    Και ο γκοσποντίν Φεοντόροβιτς και τα λοιπά, βρέθηκε σ' ένα κρύο δωμάτιο και υγρό ταβάνι.
    Ο μουσιού Ιβάν όμως τώρα ένιωσε πείνα φοβερή και γουργουρητό άγριο στο στομάχι του. Είχε πληροφορηθεί ότι κάπου στη Δημαρχία υπήρχε συσσίτιο για τους πρόσφυγες, πρίγκιπες ή μη. Βγήκε φουριόζος αλλά έκανε ένα λάθος: Δεν πήρε το καπέλο του ένα πανάρχαιο «κλακ», αλλά πήρε το καπέλο του γείτονα. (Αυτά τα καπέλα ονομάστηκαν έτσι γιατί έχουν ένα ελατήριο, και ενώ είναι συμπιεσμένα, με τον κατάλληλο χειρισμό ακούγεται ένα «κλακ» και γίνονται ημίψηλα). Αφού έφαγε το μπουλουγούρι που το πρόσφερε ο Δήμος, ανέβηκε στο διάδρομο και πήγε να κρεμάσει το καπέλο του. Τότε όμως είδε ότι φορούσε ξένο καπέλο, αλλά και το δικό του έλειπε απ' την κρεμάστρα. Και χτύπησε διακριτικά την πόρτα.
    -- Μουσιού Παπαεφτυμίου, ζητώ από εσάς συγκνώμη. Είμαι ο νέος γκείτονας και πήρα κατά λάθος καπέλο σας. Σας το επιστρέφω και, παρακαλώ, ντώστε μου το ντικό μου!
    Ο Παπαευθυμίου τότε βγάζει δύο καπέλα.
    -- Κοιτάξτε, το δικό μου το έχετε εσείς, μου το δίνετε παρακαλώ; Σας επιστρέφω το δικό σας και ποιο είναι;
    -- Αυτό το κλακ.
    -- Ναι αλλά τώρα περισσεύει ένα καπέλο. Για έλα δω, ρε γυναίκα, αυτό το καπέλο τίνος είναι, μου λες; με πόσους με απατάς; Μ' αυτόν τον μπάρμπα δεν το πιστεύω, αποκλείεται!
    -- Συγκνώμην, μουσιού ντεν είμαι μπάρμπα, είμαι πρίγκιψ!
    Κι εσένα, μωρή, θα σε σκοτώσω μαζί με τον εραστή σου!
    Και η μαντάμ Πολυξένη που άκουσε τη φασαρία και ανέβηκε επάνω, άρχισε να φωνάζει:
    -- Ωστε έτσι, μωρή Παπαευθυμίου, κι εγώ που νόμιζα πως είσαι της Τάξεως και της Ηθικής!
    -- Το καπέλο μου, μουσιού, ντεν μου το ντώσατε, σκούζει ο γκοσποντίν Ιβάν.
    -- Το καπέλο σου θέλεις, πάρ'το!
    Και ο απατημένος ανοίγει το παράθυρο και το πετάει στην αλάνα.
    Ο «πρίγκιψ» ακόμα το ψάχνει...
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ

    Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

    Κώστας Παρορίτης: «Εν ονόματι του νόμου... »

    «Εν ονόματι του νόμου... »


    Παπαγεωργίου Βασίλης
    Ο κυρ Μανώλης, ο τοκιστής, έριξε μια υστερνή αχόρταγη ματιά στο μαλαματένιο μενταλιό που αναπαυότανε μαλακά μέσα στη μικρή κασετίνα με το θαλασσί ατλάζι - ένα αμανάτι για είκοσι δραχμές(...) Επειτα πήρε ένα μεγάλο φάκελο που είτανε πάνω στο γραφείο του κι άφησε τη ματιά του να πλανηθεί ηδονικά στην επιγραφή με τα μεγάλα γράμματα: «Αξιότιμον κύριον πρόεδρον του πατριωτικού συλλόγου η Εθνική Αναγέννησις».
    Εσκισε το φάκελλο και διάβασε:
    -- Συνεδρίαση στη Δημαρχία για τις οικογένειες των εφέδρων, μουρμούρισε.
    Η πρόσκληση, που ερχότανε από τον ίδιο το Δήμαρχο, του κολάκεψε τον εγωισμό. Καλός είναι κι ο παράς, μα να σε προσκαλάη κι ο Δήμαρχος της πρωτεύουσας για να σου ζητήση τη γνώμη σου δεν είναι μικρό πράμα.
    Τη στιγμή εκείνη μπήκε βιαστικός, αναμμένος ο Αγγελής, ο επιστάτης του, με το μαύρο τρομπέ παντελόνι του και τη μαύρη ρεμπούμπλικα επαναστατημένη πάνω στα κατσαρά μαλλιά του.
    -- Τάμαθες; Ο μηχανικός μας έπαψε τους εργάτες που δουλεύουνε στο γιαπί, γιατί, λέει, οι σκαλωσιές δεν είναι καλά βαλμένες και μπορεί να πέση κανένας να σκοτωθή, φώναξε.
    Ο κυρ Μανώλης με το ζαχαρένιο χαμόγελό του, πούξερε το αντίδοτο για κάθε λογής δηλητήριο, δεν έδειξε την παραμικρή στενοχώρια.
    -- Μην κάνης έτσι. Ολα θα διορθωθούνε, αποκρίθηκε ψυχρά.
    -- Τουλόγου του θα μας μάθη τώρα πώς γίνονται οι σκαλωσιές. `Η μπας και πρώτη βολά χτίζουμε σπίτι; Παρολίγο, ξέρεις, ναρπαχτούμε.
    Κολακεμένος ο κυρ Μανώλης για την αφοσίωση του επιστάτη του, χαμογέλασε.
    -- Μα λες ναν του περάση; ρώτησε πονηρά. Ας είνε. Πές μου τώρα, τι έκανες για το οικόπεδο;
    -- Βρήκα κάτι Μανιάτες, Θε μου και γλύτωνε, και τους έβαλα μέσα ναν το φυλάνε, αποκρίθηκε κείνος.
    -- Καλά. Πήγες και σε κείνη τη νοικάρισσά μας; Της είπε να βρη σπίτι να φύγη; ρώτησε (...).
    -- Πώς δεν πήγα. Μα ξέρεις τι μου απάντησε; Πού να πάω, λέει, χειμώνα καιρό. Κατάλαβες, κύριε;
    Κείνος κούνησε το κεφάλι του.
    -- Ετσι; Ζήσε μαύρε μου δηλαδή. Καλά. Πήγαινε να βρης το δικηγόρο μας να του πης καν κάνη μιαν έξωση, είπε (...)
    ***
    -- Ξέρεις να υπογράψης; ρώτησε ξερά ο άνθρωπος με το τριμμένο, ξεθωριασμένο παλτό και μ' ένα μάτσο χαρτιά στην αμασκάλη του.
    Η Κανελλιώ πούχε κερώσει τραβήχτηκε μέσα στην κάμαρα τρομαγμένη.
    -- Tις υπογραφές μου ζητάς; Δεν ξέρω εγώ από τέτοια, τραύλισε.
    Κείνος, βγήκε για μια στιγμή όξω και σε λίγο ξαναγύριζε με δυο ανθρώπους που τους πήρε από το δρόμο. Μπροστά τους ξε­χώρισε μια κόλλα χαρτί μέσα από το σωρό και τηνέ κόλλησε στον τοίχο της πόρτας. Επειτα τους έβαλε κ' υπογράψανε σ' ένα άλλο χαρτί.
    Ολα γινήκανε μηχανικά, ασυγκίνητα. Η Κανελλιώ παρακολουθούσε όλη τη σκηνή από το βάθος της κάμαρας, ζαρωμένη σε μια γωνιά, όσο που ο παράξενος άνθρωπος με το τριμμένο παλτό χάθηκε από μπροστά της. Τότε τόλμησε να βγη απ' τη γωνιά της, ζύγωσε σιγά - σιγά στην πόρτα, στάθηκε αντίκρυ στην κόλλα που δεν ήξερε να τηνέ διαβάση και κοίταξε τα γράμματα που στα μάτια της κείνη τη στιγμή μοιάζανε σα σκουληκάκια που περπατούσανε αργά, ανακατωμένα πάνω στο άσπρο χαρτί σα να βόσκανε. Ενιωσε μια σιχασιά στο άσκημο θέαμα, μα δεν τόλμησε ναπλώση απάνω το χέρι της. Ετσι της φαινότανε πως θάγγιζε κάτι λασπώδικο, γλιτσιάρικο, που θα της γιόμιζαν σάλια τα δάχτυλα.
    Εκλεισε την πόρτα και τραβήχτηκε μέσα στη σκέψη πως κάποιος αόριστος κίνδυνος την τριγύριζε. Το μωρό της μέσα στη σκάφη άρχισε να κλαίη. Εσκυψε πάνω του και τούχωσε τη ρώγα του βυζιού της στο στόμα (...).
    ***
    Δεν άργησε να βγη κι η απόφαση.
    -- Πήγαινε πες της να φύγη με το καλό, είπε ο κυρ Μανώλης.
    -- Εκανα κάτι καλύτερο, αποκρίθηκε ο Αγγελής (...).
    Πήγα και της έβγαλα τα παράθυρα, της πήρα και την πόρτα, τώρα αν μπορή ας καθήση (...).
    Βλέποντας τώρα η Κανελλιώ εκείνες τις δύο τρύπες που χάσκανε θαρρούσε πως πάνω στο κορμί της ανοίξανε άξαφνα δύο τρύπες κι η ζωή της ξέφευγε σιγά - σιγά από μέσα... Κρέμασε δυο σεντόνια για να εμποδίζη τα μάτια των γειτόνων που μαζευότανε απόξω να κάνουνε χάζι.
    -- Αι, αι, θέατρο! Καραγκιόζης! φωνάζανε τα παιδιά...
    Ηρθε το δειλινό. Μολυβένιος ο ουρανός. Το κρύο σφάζει κι ο αγέρας φουσκώνει το μπερντέ που κρέμεται στο παράθυρο σαν το πανί της βάρκας. Κολλάει τα μάτια της σε μια μικρή τρυπίτσα πάνω στον άσπρο μπερντέ και η ματιά της σαν του φυλακισμένου ξεχύνεται όξω λαίμαργα (...).
    Ο νους της πέταξε κείνη τη στιγμή στον άντρα της πούλειπε μακρυά, θυμήθηκε πως τόνε πήρε με έρωτα και - για πρώτη φορά - βλαστήμησε τη στιγμή που τόνε πρωτογνώρισε.
    -- Τι με πήρες, σα δεν μπορούσες να με ζήσης, μουρμούρισε, μα στη στιγμή, σα να μετάνοιωσε, πρόστεσε:
    -- Σχώρα με, αγαπημένε μου, δεν ξέρω τι λέω.
    Πέρασε ξύπνια όλη τη νύχτα. Καμίνι το κεφάλι της. Το πρωί είχε πάρει πια την απόφασή της.
    Πήρε το παιδί της στην αγκαλιά, το κουκούλωσε για να μην το χτυπάη ο αγέρας και βγήκε... Περπατούσε βιαστικά. Κάποτε έσκυβε κι ακουμπούσε τα χείλια της στα χείλια του παι­διού, σα νάθελε μέσα στην ευλογημένη εκείνη τρυπίτσα ναφήση να στραγγίση όλο το αίμα του κορμιού της... Εφτασε στο γραφείο του κυρ Μανώλη. Εκανε καμπόσες βόλτες στο έρημο πεζοδρόμιο αναποφάσιστη, έπειτα έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.
    Μοναχός του μέσα ο κυρ Μανώλης έσκυβε κείνη τη στιγμή πάνω σε κάποιο χοντρό κατάστιχο, γιομάτο νούμερα. Σαν είδε την Κανελλιώ να μπαίνη με το παιδί στην αγκαλιά, που πρώτη φορά την έβλεπε, νόμισε πως θάναι κάποια από τις συνηθισμέ­νες πελάτισσες που ερχόντανε καθεμέρα για να βάλουνε αμανάτι κάτι πολύτιμο, και πήρε τη συνηθισμένη ψυχρή έκφραση που έπαιρνε σε τέτοιες περίστασες.
    -- Είμαι η νοικάρισσα που μου κάνατε την έξωση, είπε η Κανελλιώ βιαστικά, λαχανιαστά από τη συγκίνηση που την έπνιγε.
    Ο κυρ Μανώλης ζάρωσε το κούτελό του σκεφτικός και σηκώθηκε όρθιος.
    -- Λοιπόν; ρώτησε κολλώντας τα μάτια του στο αδρό στήθος της που ανεβοκατέβαινε βιαστικά.
    -- Ο άντρας μου είναι στρατιώτης στον πόλεμο. Αμα ξαναγυρίση, θα δουλέψη να σας πληρώση. Λυπηθήτε με, τραύλισε.
    Ταφράτα μάγουλά της κοκκινίζανε σαν ώριμο ροδάκινο.
    -- Ο άντρας σου είναι στρατιώτης. Μια γυναίκα έρημη δηλαδή... Αυτό είναι πολύ κακό. Αν τόξερα από την αρχή... φώναξε κείνος με ψεύτικη συγκίνηση.
    -- Συγκινήθηκε, σκέφτηκε η Κανελλιώ που άρχισε να ελπίζη. Είμαι μια δυστυχισμένη. Ο,τι είχα, τα πούλησα. Αδειασα όλο το σπίτι. Αυτό μπορείτε να το ιδήτε και μοναχός σας.
    -- Στρατιώτης! Και φαμελίτης! Είναι αλήθεια τρομερό. Επρεπε να το ξέρω από την αρχή. Δεν είναι λίγο για λίγες ψωροδραχμές. Σε αυτή την περίσταση, που εκείνοι εκεί απάνω χύνουνε το αίμα τους, όλοι μας πρέπει να βοηθήσουμε... θα περάσω και μοναχός μου από την κάμαρά σου...
    Ο τόνος της φωνής του είτανε μαλακός. Εσκυψε πάνω στο μωρό που κρατούσε στην αγκαλιά της και δοκίμασε να χαϊδέψη το μάγουλό του. Το χέρι του ακούμπησε πάνω σε κάτι τι μαλακό. Ανατρίχιασε. Εκείνη χαιρέτισε κι έφυγε.
    -- Τι μαλακός! Τι καλά που το σκέφτηκα, μουρμούριζε στο δρόμο η Κανελλιώ καθώς γύριζε γιομάτη ελπίδες στο σπίτι της.
    Τον περίμενε το ίδιο βράδυ, μα δε φάνηκε.
    -- Κουβέντα είτανε. Πού καταδέχουνται αυτοί να μπούνε στις καλύβες μας; Ας μην επιμένη το ελάχιστο στην έξωση, συλλογιότανε.
    Αργότερα ήρθε ένας χαμάλης και ξανάφερε την πόρτα και το παράθυρο. Στάθηκε μάλιστα κι ο ίδιος και τα ξανάβαλε στη θέση τους.
    -- Εχω διαταγή από τον κυρ Μανώλη, είπε.
    Σαν έκλεισε την πόρτα της με το σούρτη, ένοιωσε τον εαυτό της σιγουραρισμένο που πρώτα νομίζω πως είτανε στο δρόμο. Τι γλυκό που είναι έτσι το σπιτάκι με το παράθυρο κλειστό κι όξω να σφυρίζη ο αγέρας... Πέρασε κι η άλλη μέρα.
    -- Ούτε σήμερα. Πάει, δε θα ρθη, μουρμούρισε.
    Το βράδυ άκουσε χτύπο στην πόρτα. Από τη μέρα που αντίκρυσε τον κλητήρα, ένοιωθε χτύπο στην καρδιά σαν άκουγε να τρίζη η πόρτα. Ετρεξε νανοίξη.
    -- Μπα; Η αφεντιά της τέτοιαν ώρα; φώναξε σαστισμένη.
    -- Δεν άδειασα νωρίτερα, δικιολογήθηκε ο κυρ Μανώλης και χώθηκε μέσα βιαστικός σα να τον κυνηγούσε κάποιος, σα να ντρεπότανε μην τον ιδή κανείς στην κάμαρα μιας φτωχής γυναίκας. Αναμμένο το μούτρο του από το κρύο κι από το δρόμο. Εριξε μια ματιά γύρω του. Είτανε αλήθεια μια κρυάδα μέσα στη γυμνή κάμαρα, που τηνέ φώτιζε ένα μικρό καντηλάκι... Επειτα ζύγωσε κοντά της.
    -- Λοιπόν ο άντρας σου είναι στρατιώτης. Μοναχή σου, έρημη, απροστάτευτη, μια τόσο όμορφη γυναικούλα. Ας λείψη όσο είναι ανάγκη εκείνος. Είμαι γω στο πόδι εκείνου. Κι άμα γυρίση ακόμα, πάλε γω...
    Ζύγωσε πιο κοντά. Η γλώσσα του κολλούσε στα χείλια του από τη γλύκα... Η Κανελλιώ δε χρειαζότανε νακούση τίποτες άλλο. Είχε γελαστή στις ελπίδες της. Σα να σήκωσε άξαφνα μια βαρειά πλάκα κι αποκάτω φανήκανε κολλημένα κόκκινα, ψιλούτσικα σκουληκάκια. Ετσι ξεσκεπάστηκε κ' η ψυχή του κείνη τη στιγμή σκουληκιάρικη, βρώμικη, σάπια...
    Τραβήχτηκε στο βάθος της κάμαρας τρομαγμένη. Την ακολού­θησε με ένα ηλίθιο γέλιο στα χείλια, με τις αγκάλες του ανοιχτές σαν τανάλια που ζητούσε να τηνέ σφίξη. Πυρωμένο σίδερο η μα­τιά του, βρώμικη η ανάσα του...
    -- Με σκοτώσανε, αντηχήσανε άξαφνα άγριες φωνές μέσα στη σιγαλιά του δρόμου, κι ένας άνθρωπος ξεπετάχτηκε μέσα από την κάμαρα της Κανελλιώς.
    Γειτόνοι, που πεταχτήκανε τρομαγμένοι από τα σπίτια τους, χωροφυλάκοι, περικύκλωσαν με ευλάβεια τον κυρ Μανώλη που τα αίματα τρέχανε από το κεφάλι του και κυλούσανε πάνω στο άσπρο κολλάρο του...
    -- Ηρθα να ζητήσω τον παρά μου και με σκότωσε η κακούργα! φώναζε ο κυρ Μανώλης, ενώ οι χωροφυλάκοι τραβούσανε την Κανελλιώ σούρνοντας στην αστυνομία και το πλήθος ακολουθούσε πυκνό πίσω της αλαλάζοντας...
    Δικαιολογήθηκε στη γυναίκα του που έκοψε το αίμα της σαν τον είδε να μπαίνη στο σπίτι με το κεφάλι μαντηλοδεμένο.
    -- Εχεις κι ένα γράμμα από το μεσημέρι, του είπε.
    Γράμμα πάλε από το Δήμαρχο. Η επιτροπή για τις άπορες φαμελιές των εφέδρων, που είτανε κι αυτός μέλος, τον προσκαλούσε απόψε σε συνεδρίαση (...).
    * * *
    Πρωί πρωί έφτασε ο δικαστικός κλητήρας στο σπίτι της Κανελλιώς. Φορούσε πάλε το ίδιο τριμμένο παλτό. Τονέ συνόδευε κι ο Αγγελής. Η Κανελλιώ που ξενύχτησε στο τμήμα καρτερούσε ακόμα τον αστυνόμο για να την ανακρίνη. Ο κλητήρας με πρόσωπο ξερό, σοβαρό, αμίλητος έδεσε μιαν ασπρογάλαζη κορδέλα στο μανίκι του παλτού του κι άρχισε να πετάη ένα ένα στο δρόμο όσα πράματα βρισκόντανε κείνη τη στιγμή μέσα στην κάμαρα «εν ονόματι του νόμου και του βασιλέως» καθώς εδήλωσε στην αρχή.
    -- Καλά να της κάνη! Ακούς να φερθή έτσι σ' έναν τέτοιον κοτζάμ νοικοκύρη! Επιτέλους ο άνθρωπος τον παρά του ήρθε να ζητήση, μουρμούρισε ο μπακάλης της γειτονιάς με την αλατζένια ποδιά και τανασηκωμένα μανίκια του πουκαμισού του στα χοντρά, μαλλιασμένα μπράτσα του...

    ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ