Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ανατομία του έρωτα και του δειλού άνδρα

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ 
  • Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού) 
  • εκδ. Καστανιώτη

«Η Αντιγόνη ήξερε να διαβάζει τον φόβο μου»... «Τώρα φοβάσαι»...

«Αυτό αποφάσισα πως ήταν ένας σημαντικός λόγος για να την ερωτευτώ. (Δεν φαντάστηκα τότε ότι και τούτο το νόμισμα είχε τις δυο όψεις του)...

«Επειδή ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους μου την ερωτεύτηκα, αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε»... Αυτές οι φρασούλες σε ένα από τα πρώτα μικρά κεφάλαια του βιβλίου θα μπορούσαν και να αποτελούν το «κλειδί». Της απίθανης ιστορίας που εντός ολίγου (λίγες σελίδες μόλις παρακάτω θα ξεσπούσε) ακόμα και αυτού του παράδοξου τέλους που δεν θα μπορούσε να υποθέσει ανθρώπου νους.
  • Εξομολόγηση
Μόλις 143 σελίδες η καινούργια νουβέλα του Ανδρέα Μήτσου, με τίτλο κάθε άλλο παρά φαντασμαγορικό «Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)» και ιστορία μια φαινομενικά μικρή ιστορία, κάποιος αγάπησε μία, αλλά όπως πολύ σωστά έχει γραφτεί με αυτή τη... συγγραφική συνταγή ένας Τολστόι κάποτε έγραψε μια «Αννα Καρένινα» και ο Ανδρέας Μήτσου ένα μικρό αριστούργημα αφηγηματικού ύφους και δομής.

Η ιστορία, απλή, απλούστατη από γεννήσεως κόσμου. Ο κύριος Επισκοπάκης, καθηγητής πανεπιστημίου κάποτε, με τρία κοσμηματοπωλεία τώρα, που ζει συμβατικά, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με δύο παιδιά, ερωτεύεται την οδοντίατρό του, που γνωρίζει μυθιστορηματικά σε ένα από τα μαγαζιά του. Ο άντρας της, μπαίνει για να της αγοράσει ένα ασήμαντο κόσμημα, κι αυτός της το αλλάζει με τρόπο θεαματικό. Οι ερωτικές συναντήσεις τους ξεκινούν από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, κάθε Πέμπτη τρεις ώρες το μεσημέρι, στο Hotel Marie, δωμάτιο 28. 

Αλλά και τον κίνδυνο της περίπτωσης, κι αυτόν θα τον επισημάνει ο συγγραφέας δια στόματος Αντιγόνης, επίσης, από την αρχή: «Να μην το μάθει ο άντρας μου». Ο κύριος Επισκοπάκης, όμως, δεν θα την πιστέψει.

Το βότσαλο που θα ταράξει τα ήδη παλιρροϊκά νερά θα είναι ένας εκβιαστής, ο Βούλγαρος Θιονδόρ Χελιδονόπουλος, όπως τον φώναζε αυτή με το αισθησιακό ψεύδισμά της, αυτό που πρωτίστως ερωτεύτηκε ο ήρωας, σε σημείο που δεν θα διστάσει καθόλου να παραδεχθεί: «Αρκεί που την άκουγα να μιλάει για να αναπλάσω και να συγκροτήσω μέσα μου ό,τι θεωρούσα ως Αντιγόνη». Πολλά παίχτηκαν εξάλλου επάνω σ’ αυτή τη φωνή.
Τα μεγάλα συγγραφικά ατού, οι χαρακτήρες των ηρώων: «Ετσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο»... Και ο Ανδρέας Μήτσου κάνει ένα απίστευτο ψυχογράφημα της ανδρικής τελικά δειλίας, εφόσον όσο κι αν φαίνεται ότι είναι η Αντιγόνη εκείνη που υποκύπτει και φοβάται τον εκβιαστή, την ώρα της απόφασης άλλος θα αποδειχθεί ο δειλός.

Αλλά ο άσος στο συγγραφικό μανίκι είναι το ύφος, αυτή καθαυτή η αφήγηση. Ο τρόπος που ο ήρωάς του, ο κύριος Επισκοπάκης, επιτελεί ρόλο διπλό. Βιώνει το προσωπικό δράμα και ταυτοχρόνως το αναπλάθει, γνωρίζοντας ταυτοχρόνως και τις παγίδες του ωσεί θεός. Με έναν τρόπο δεξιοτέχνη ζογκλέρ και με ύφος ανδρός που έχει χάσει τα πάντα, το παιχνίδι έχει ήδη συντελεστεί, ούτε καν η παράτασή του μένει. Και θα σταθεί ακόμα και σ’ αυτό αφάνταστα τίμιος, προειδοποιώντας μας και γι’ αυτό ακόμα, απ’ την αρχή: «Με τον ίδιο τρόπο τώρα μιλάω, εξομολογούμαι ετούτη την ιστορία, τρέμοντας μην τελειώσει νωρίτερα, μη δεν αντέξω να πω άλλα και δεν φτάσω ποτέ στο τέλος. Το κακό». Παρά τη συγγραφική τιμιότητα, όμως, το ξάφνιασμα παραμένει μεγάλο. Ουδείς μπορεί να διανοηθεί «αυτό» το κακό. Το τι μπορεί να επιτύχει, τελικά, ένας δειλός άντρας και ποια τιμωρία θα χρειαστεί, στο φινάλε, να υποστεί.

«Γιατί νομίζω, παρ’ όλα αυτά, πως αν τα διηγηθώ τα πράγματα ξανά, άλλη ιστορία θα αφηγηθώ και νέα εκδοχή θα βγει στην επιφάνεια. Κι άλλη ίσως θα ‘χει κατάληξη. 

«Μια εξομολόγηση είναι και τούτη, η δική μου. Μια έκκληση για βοήθεια, που ποντάρω μόνο στον ρυθμό της αφήγησης, στη συνέργια των λέξεων, για να πάρει σώμα και υπόσταση και να με πιστέψετε», θα επιμείνει.

Αποκαλύπτοντας αυτή καθαυτή τη σημασία της αφηγηματικής λειτουργίας, εφόσον στον τρόπο παίζεται το κατά πόσο μια ιστορία είναι ή δεν είναι ζωντανή. Και ο Ανδρέας Μήτσου έκανε με υλικά σπουδαία μια σπαρταριστά ζωντανή ιστορία. Καλοζυγισμένη και καλομετρημένη, με ανάσες και παύσεις σχεδόν τελετουργικές, με ήρωες που διαθέτουν τόσα επίπεδα αντίφασης και κατανόησης όσα διαθέτει και ο καθένας από μας, με γοητεία που αποδεικνύει την αναπλαστική δύναμη της γλώσσας και δομή που δεν σου επιτρέπει να διακρίνεις καν τους αρμούς. Μια μεγάλη-μικρή ιστορία που αποτελεί άσκηση ύφους, μεγίστη. Και η ανατομία ενός έρωτα και ενός δειλού άντρα.
  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Ο Ανδρέας Μήτσου κατάγεται από την Αμφιλοχία. Εχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Εχει εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, ενώ η συλλογή διηγημάτων του «Σφήκες» απέσπασε το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002. Εργα του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εργάζεται ως καθηγητής, φιλόλογος, στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» έχουν κυκλοφορήσει: «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» (μυθιστόρημα, 1995). «Γέλια» (διηγήματα, 1998). «Σφήκες» (διηγήματα, 2001). «Ο σκύλος της Μαρί» (μυθιστόρημα, 2004). «Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού» (2005). «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί» (διηγήματα, 2006). «Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)» (νουβέλα, 2007).
  • ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 16/06/2007

Ανδρέας Μήτσου: «Ποτέ δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη και την αγορά»

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
«Αυτή η ιστορία απαιτεί μια κάθαρση, μια απεμπλοκή του εαυτού σου ώστε να την αναδημιουργήσεις μέσα σου. Ηταν πολύ βασανιστική αυτή η ενδοσκόπηση κατά τη συγγραφή του βιβλίου», εξομολογείται ο Ανδρέας Μήτσου μιλώντας για το πρόσφατα κυκλοφορημένο μυθιστόρημά του «Ο σκύλος της Μαρί» (εκδόσεις «Καστανιώτη»).

Ο συγγραφέας έχει ήδη εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα («Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» -βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο, 1996, ενώ η συλλογή διηγημάτων «Σφήκες» τιμήθηκε με το Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 2002). Στο νέο του βιβλίο πραγματεύεται μια ιστορία έρωτα, με σκηνικό την Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1970. Δύο άντρες του Καζίνου Πάρνηθας αφηγούνται σήμερα την ιστορία μέσα από το δικό τους πρίσμα: η αυτοκτονία ενός αστυνομικού για μια κρουπιέρισσα αποκαλύπτει τη σκοτεινή πραγματικότητα που ορίζει το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του «Μον Παρνές». Παράλληλα, καταδεικνύεται «η απατηλή λάμψη του χρόνου και το ανώφελο μιας φρόνιμης ζωής» και η αναγκαία ενδοσκόπηση στα εσώτερα τοπία της ύπαρξης όταν έρχεται η στιγμή της ανακεφαλαίωσης...
- Ο απώτερος στόχος αυτού του βιβλίου;...
«Υπάρχει μια βιωματική σχέση με τους ήρωές μου, αφού εργάστηκα στο καζίνο της Πάρνηθας εκείνα τα χρόνια, οπότε γνωρίζω κάθε λεπτομέρεια από τον χώρο και τον τρόπο που λειτουργούσε. Αυτό με βοηθάει πολύ, γιατί η ουσία της καθαρής γραφής, όπως πιστεύω, είναι η επιμονή στη λεπτομέρεια. Αλλο τόσο, βίωμα μπορεί να είναι και μια σκέψη αναλόγως του επιπέδου αναστοχασμού και αναψηλάφησης της βασικής αιτίας της γραφής. Η κεντρική ιδέα μου είχε να κάνει με τη μελαγχολία που ένας μεσήλικας βιώνει διαπιστώνοντας ότι έχουν περάσει οι καλές στιγμές της ζωής του κι ότι ο απολογισμός δεν φαίνεται επαρκής».
  • Η αστυνομική πλοκή
- Θα μπορούσε το μυθιστόρημά σας να χαρακτηριστεί αστυνομικό;
«Η αστυνομική πλοκή και δομή λειτουργεί ως πρόφαση για να διευκολυνθεί το τυπικό μέρος της συγκρότησης του κόσμου μου. Εννοώ ότι με απασχολεί περισσότερο ν' αναδείξω την αλήθεια μέσα από το ύφος και τη γλωσσική διεκπεραίωση. Ολα αυτά επεκτείνονται και επεξεργάζονται ούτως ώστε να "εξαπατηθεί" ο αναγνώστης και να συμπορευτεί μαζί μου. Αλλωστε, η αστυνομική πλοκή περιέχει τα στοιχεία της ειρωνείας και της λιτότητας. Αυτό με βολεύει πάρα πολύ για να μην πέσω σε δραματικότητα και ταυτόχρονα να φτιάχνω καλύτερα τη σύμβαση που απαιτείται».
- Αναρωτιέμαι σε τι βαθμό επηρεάζει έναν συγγραφέα η ρέουσα παραγωγή βιβλίου (αστυνομικό και ιστορικό μυθιστόρημα), ο συγκεκριμένος θεματικός προσανατολισμός βάσει της αγοράς;
«Ακούγεται πομπώδες, μα ποτέ δεν σκέφτομαι ούτε τον αναγνώστη ούτε την αγορά. Αυτό δεν το θεωρώ μεταξύ των έξυπνων στοιχείων μου. Προσπαθώ να διαχειριστώ την έννοια της χρονικότητας και ως εσωτερική διεργασία και ως αφηγηματική τεχνική. Ολος ο φιλοσοφικός στοχασμός και η προσπάθεια απεμπλοκής από τον μύθο αποσκοπούν στη διαχείριση του χρόνου. Απ' την άλλη, κάθε συγγραφέας γράφει με εμφανείς σκοπιμότητες, όπως εν προκειμένω στο ιστορικό μυθιστόρημα, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις που δεν φαίνονται πάντοτε. Παρ' ότι ο ιστορικός χρόνος είναι παρηγορητικός, ανόθευτος, συντηρημένος για να παραμένει νοσταλγικός, ο κόσμος αναζητάει τον άλλο χρόνο. Είναι μια κατεργαριά το ιστορικό μυθιστόρημα απ' αυτή την άποψη. Το βιβλίο μου δεν είναι ακριβώς αστυνομικό, αφού προφανώς σαρκάζει και την αστυνομική δομή του και καταλήγει σε ιλαροτραγωδία. Οι ήρωές μου αυτοσαρκάζονται, είναι πρόσωπα γελοία, δοξάζεται η ελαφρότητα, η πρωτογενής αφέλειά τους».
- Πώς παρεμβάλλεται όμως στη δράση ο ιδανικός αυτόχειρας;
«Υπάρχει ένας αφελής νεαρός ήρωας, παρθένος στο σώμα και στην ψυχή, που αυτοκτονεί για να συντηρήσει την ανακάλυψη της υπέρτατης χαράς. Καταργεί, δηλαδή, τον χρόνο, δοξάζοντας το παρόν».
- Δεν συμβαίνει, όμως, στη ζωή να ρομαντικοποιούμε κάθε φορά τούτο το εξιδανικευμένο παρόν;
«Βεβαίως, γι' αυτό και πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τους λογαριασμούς μας με τον χρόνο. Στην αρχή του βιβλίου χρησιμοποιώ το εξής μότο: "Είμαι χαρούμενος παρ' όλο που δεν υπάρχει λόγος". Είναι μια δόξα της έλλειψης νοήματος στα πράγματα. Στο τέλος ο πρωταγωνιστής σπεύδει να προστατευτεί στην ελαφρότητα. Η πραγματικότητα είναι πολύ βαριά για να τη σηκώνουμε... Ο συγγραφέας είναι ένας ακόμη ερμηνευτής της».
  • Καζίνο και δικτατορία
- Επιστρατεύετε δύο αφηγητές. Οι ήρωές σας είναι οριακά ιδιόρρυθμοι, οι ιστορίες τους περιπλέκονται ανατρεπτικά. Πώς διευθετήσατε όλο αυτό το υλικό;
«Εάν είναι εύπιστος ο αναγνώστης, θα θεωρήσει ότι η ιστορία που περιγράφω είναι αληθινή. Χρησιμοποιώ πραγματολογικά στοιχεία μέσα από έρευνα σε αρχεία και προσωπικές μαρτυρίες. Με ενδιέφερε να καταφύγω σε τεχνικές αφήγησης που θα καταξιώσουν το υλικό μου. Εκείνο που ελέγχεται είναι η αυθεντικότητα και ο πόνος, η μελαγχολία και ο στοχασμός του ήρωα, που αθωώνει τον ίδιο και δίνει την παρηγορία της τέχνης».
- Η περίοδος της δικτατορίας είναι ελκυστική όσο και εύλογα παρεξηγήσιμη. Είναι μακριά αλλά και κοντά στη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας..
«Το καζίνο της Πάρνηθας ιδρύθηκε το 1969. Για μένα το ενδιαφέρον έγκειται στην αίσθηση του φαντασμαγορικού κόσμου που κρύβει ένα καζίνο. Φανταστείτε εκείνη την εποχή, μάλιστα. Ηταν ένα κοσμοπολίτικο κλίμα έξω από τα ελληνικά δεδομένα. Επίσης, κάθε καζίνο είναι σύμφυτο με το μαύρο χρήμα, τις δολοφονίες, την αρχαιοκαπηλία, τους έρωτες που περιγράφω και λίγο-πολύ συνέβησαν. Ο χρόνος παραμένει, οι άνθρωποι είναι πάντα ίδιοι, οι στοιχειώδεις ανάγκες παραμένουν, η σοβαρότητα και η γελοιότητα εναλλάσσονται. Αρα, θεωρώ επίκαιρο το βιβλίο».
- Σε όλα τα βιβλία σας κάνετε κάτι ανάλογο...
«Ναι, η ματαιότητα κυριαρχεί μαζί με τον αδικαίωτο χρόνο. Με τρομάζει αυτή η εκδοχή, ομολογώ».
- Με αυτό το δεύτερο μυθιστόρημα κρίνετε ότι κάνετε στροφή αφήνοντας στην άκρη τη διηγηματογραφία;
«Είναι σχηματικές αυτές οι εκτιμήσεις. Ως προς το μέγεθος, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τις προηγούμενες νουβέλες μου μυθιστορήματα. Ομως, με το μυθιστόρημα νομίζω ότι βρίσκω έναν καλό τρόπο να πυκνώσω τον μικρόκοσμό μου. Η δομή της ιστορίας καθορίζει τη φόρμα. Εξάλλου, δεν θεωρώ τον εαυτό μου επαγγελματία συγγραφέα».
- Να μια καλή ερώτηση: Πιστεύετε στην επαγγελματική αντιμετώπιση των συγγραφέων από την εκδοτική αγορά αλλά και από το κοινό;
«Κάποιος γίνεται συγγραφέας τη στιγμή που γράφει. Αμέσως μετά καταργείται αυτή η ιδιότητα. Επομένως, η στατική αντίληψη των συγγραφέων που βγάζουν βιβλία σε τακτά διαστήματα ενέχει απρέπεια και οίηση. Εξάλλου, ο συγγραφέας δικαιώνεται εκ των υστέρων».
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2004

Ο ωραίος υπενωμοτάρχης

  • Ενα σχεδόν νουάρ μυθιστόρημα για τα αστικά πάθη την εποχή της δικτατορίας
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
Υστερα από 82 διηγήματα και ένα μυθιστόρημα, το δεύτερο μυθιστόρημα του A. Μήτσου εμφανίζεται αφηγηματικά περισσότερο δόλιο. Δράση αναλαμβάνει εκείνος ο εικοσάχρονος υπενωμοτάρχης, άρτι αποφοιτήσας από τη Σχολή Υπαξιωματικών Χωροφυλακής, ενός από τα πρώτα διηγήματα του Μήτσου «Βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 30.11.1970», που επανέρχεται σε μερικές από τις κατοπινές ιστορίες του, προβιβασμένος πλέον σε ενωμοτάρχη. Στο πρόσφατο όμως μυθιστόρημα βρισκόμαστε ακόμη στο σωτήριο έτος 1970, όταν ο υπενωμοτάρχης διορίζεται επόπτης ασφαλείας στο απαστράπτον καζίνο πρωτευούσης, το περιβόητο «Μον Παρνές», με τρεις χωροφύλακες στις διαταγές του, ηλικιακά μεγαλύτερούς του αλλά μόλις αποφοίτους γυμνασίου. Κάποτε και του δημοτικού, παλιές όμως καραβάνες, όπως ο μεσήλικας Κρητικός που του παραστέκεται. 

Ωραίος και φαντασμένος ο υπενωμοτάρχης, αν και βλάχος, καθώς τον αποκαλεί ο ομοφυλόφιλος μόδιστρος που κάνει τον πωλητή στο «Art Shop» του καζίνου. Ο μόδιστρος, ο Κρητικός και ο επωνοματάρχης, αυτοί οι τρεις ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες που εμπλέκονται σε μια μυστηριώδη ιστορία με κινητήριο μοχλό μια «δίμετρη» γαλλίδα κρουπιέρισσα, τη Μαρί, θα μπορούσαν να είναι οι πρωταγωνιστές ενός καθαρόαιμου αστυνομικού μυθιστορήματος. Και ίσως, αν τελικά Ο σκύλος της Μαρί γίνει τηλεοπτικό σίριαλ, όπως το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου, Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, να καταλήξει σε ένα «νουάρ» στο «Μον Παρνές», επί απριλιανής δικτατορίας, όταν διευθυντής του καζίνου ήταν εκείνος ο κύπριος μεγαλοεπιχειρηματίας που είχε κακή φήμη και άσχημο τέλος. Ακριβώς όπως και στο μυθιστόρημα που συνυφαίνει στην υπόθεση πραγματικά συμβάντα. Προ παντός ζωντανεύει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, με τον φοβερό Σκανδάμη στο πιάνο να παίζει Χατζιδάκι και ξαφνικά να απογειώνεται με Ρόλινγκ Στόουνς. Καινοφανή ακούσματα, που θα πρέπει να αιφνιδίαζαν τους ισχυρούς του χρήματος, αν είχαν το μυαλό τους στη μουσική όταν πόνταραν περιουσίες. Το πιθανότερο να τα χαίρονταν μόνο οι ζάπλουτες χήρες, που ανέβαιναν στην Πάρνηθα αποζητώντας αντρική συντροφιά, όπως η σαραντάρα που «χαλβαδιάζει» τον υπενωμοτάρχη.
Μεγαλέμποροι, μαφιόζοι και γόνοι καλών οικογενειών, όλοι τους υποχρεωτικώς γραβατωμένοι, αν και συχνά ένα παπιγιόν συμπληρώνει το λευκό κοστούμι. Αυτό το πολυτελές σκηνικό είναι ένα πρώτο γοητευτικό στοιχείο στο μυθιστόρημα του Μήτσου. Λες και σε μια προηγούμενη ζωή του υπήρξε και αυτός παθιασμένος με την «πουτανίτσα», την μπίλια. Πάντως την καρδιά του υπενωμοτάρχη δεν την κλέβει η μπίλια αλλά μια γυναίκα, αναμφιβόλως πολύ πιο «πουτανίτσα», η αινιγματική Γαλλίδα Μαρί. Και έτσι ξεκινά ένας τρελός έρωτας που μόνο ένας ορεσίβιος και άξεστος μπορεί να νιώσει. Παρθένος ο υπενωμοτάρχης και το ερωτικό πάθος τού προκαλεί έντονα αλλεργικά συμπτώματα, που η περιγραφή τους συναγωνίζεται τον Καζαντζάκη στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Και αυτός, όπως ο Μανολιός, ένας οριακός χαρακτήρας, και η αρρώστια του αντανακλά την κατάσταση της ψυχής του. Οπως άλλωστε και τα βίαια συμβάντα με τις κοπέλες και τους νταβατζήδες, που προκαλεί στον οίκο ανοχής της οδού Αγησιλάου, όπου τον πηγαίνει ο κρητικός υφιστάμενός του μήπως και ανανήψει του πάθους. 

Ενώ όμως ο υπενωμοτάρχης βυθίζεται στις επιθυμίες της σάρκας, μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας βρίσκεται σε εξέλιξη, στην οποία ανακατεύονται οι υψηλά ιστάμενοι της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Προαστίων Πρωτευούσης, όπου υπάγεται και το Τμήμα Ηθών και Λεσχών. Στον ρόλο του κακού ο ταξίαρχος Μπάκας, γνωστή φιγούρα από παλαιότερα διηγήματα του Μήτσου. Οι θησαυροί της χώρας ξεπουλιούνται και τα μουσεία γεμίζουν αντίγραφα, ενώ τα γνήσια αγάλματα εξάγονται λαθραία. Πολυτιμότερο όλων το άγαλμα της Υπολυμπίδιας Αφροδίτης. 

Αλλά ο υπενωμοτάρχης, που έχει αναλάβει τον ρόλο του διώκτη, δεν θα μάθει ποτέ τι απέγινε η Υπολυμπίδια Αφροδίτη. Μόλις καταφέρνει τη θεόρατη κρουπιέρισσα, συνεπαρμένος από τη ρώμη του φύλου του, ερωτικά υπερπλήρης, αυτοκτονεί. Ωστόσο σε ένα μυθιστόρημα τα αίτια και οι αφορμές για τα δρώμενα κρέμονται από τον αφηγητή. Οπως και στο πρώτο μυθιστόρημά του, ο Μήτσου τοποθετεί την αφήγηση χρόνια μετά τα συμβάντα, επιστρατεύοντας και πάλι ένα δίδυμο αφηγητών, άκρως υποκειμενικών, μια και τρέφουν έντονο ενδιαφέρον για τον υπενωμοτάρχη· πατρικό ο κρητικός χωροφύλακας, σφοδρώς ερωτικό ο μόδιστρος. Οι αφηγήσεις τους, καθώς συμβαδίζουν, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋπονομεύονται, διατηρώντας ένα κάποιο σασπένς για την έκβαση της ιστορίας, τριάντα χρόνια αργότερα, όταν έρχεται η ώρα της εκδίκησης. Ωστόσο στο ρεαλιστικό σκηνικό μιας αστυνομικής ιστορίας θα ασφυκτιούσε ο Μήτσου, του οποίου ο προσφιλής αφηγηματικός τρόπος είναι η υπερβολή. Στο μυθιστόρημα, από μιας αρχής, δραματοποιεί τις καταστάσεις, ανεβάζοντας τους τόνους, και μεγεθύνει τις ιδιότητες των ηρώων πολύ πέραν των συνηθισμένων μέτρων. Ο υπενωμοτάρχης είναι καθ' υπερβολήν ωραίος και αφελής, αποκλίνοντας προς το γελοίο, ενώ η αστυνομική ιστορία, με τα σύντομα κεφάλαια, τους επιγραμματικούς και εμφαντικούς τίτλους, προπαντός τη διττή εκδοχή, τείνει προς το γκροτέσκο. 

Ενας άλλος συγγραφέας θα εκμεταλλευόταν το εξαιρετικό του ήρωά του για να σαρκάσει τον αστικό χώρο στον οποίον αυτός εισβάλλει. Ο Μήτσου όμως δεν παίζει με τους τρόπους της ειρωνείας, που παραμένουν ξένοι προς το συγγραφικό του ταμπεραμέντο. Γι' αυτό και ο ήρωας, που τελικά καθορίζει τη μυθιστορηματική υφή, είναι ο μοναχικός και ματαιωμένος ομοφυλόφιλος, ο οποίος ανεμίζει στην κουβέντα του τη μελαγχολία του ανθρώπου, που απέμεινε εφ' όρου ζωής παρατηρητής. Μόδιστρος μεν, αλλά και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών στο Παρίσι, με σπουδές στη φιλοσοφία, αντιλαμβάνεται τον θεαματικό αυτοχειριασμό του ωραίου υπενωμοτάρχη ως μια κορυφαία πράξη, που έδωσε τη διάσταση της αιωνιότητας στη στιγμιαία ευτυχία. H αφήγησή του επιδιώκει να δοξάσει το συναίσθημα ως ίδιον του αυθεντικού ανθρώπου. Φαινομενικά, ένας στοχαστικός λόγος που καταπιάνεται με απαξάπασες τις αφηρημένες έννοιες της φιλοσοφίας. Ωστόσο τον προδίδουν τα τσιτάτα και οι εντυπωσιοθηρικές αποφάνσεις. Οπως λ.χ. σε ένα σημείο όπου ο αφηγητής θαυμάζει «την τέλεια διαχείριση του χρόνου που κάνουν μερικές γυναίκες» και καταλήγει πως τα λόγια τους αποκτούν «ένα βάρος που προκύπτει μόνο από τη χρονική συνέπεια και εντροπία». Τις συγγραφικές εμμονές υπηρετεί η ποιητική της γλώσσας, γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία του Μήτσου, αλλά ενισχυμένη έτι περαιτέρω, με την ευρεία χρήση των επιθέτων, συχνά ζευγαρωμένων, και τη ρυθμική εκφορά.
  • MAPH ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/08/2004

Ο έρωτας του θανάτου

  • Πάθη που αιφνιδιάζουν και ανακατανομές που πρωτοτυπούν 
Ο κύριος Επισκοπάκης
Η εξομολόγηση ενός δειλού

 Έχω και άλλοτε διατυπώσει την άποψη ότι ο συγγραφέας αυτός, ο οποίος συγκαταλέγεται στους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της νεωτερικής γραφής στον χώρο της δημιουργικής μας πεζογραφίας, τιμημένος άλλωστε, μεταξύ άλλων, και με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, γράφει «χωρίς ζαβολιές», όπως, ως γνωστόν, απαιτούσε συστηματικά από τον εαυτό του πρωτίστως, αλλά και από τους άλλους, ο πληθωρικός, αλλά ευθύβολος νομπελίστας Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Με το έβδομο αυτό βιβλίο του, ο Ανδρέας Μήτσου, για μία ακόμη φορά, επικαλείται τη στοιχειώδη κειμενική σύμβαση, η οποία, ως εκ των πραγμάτων, είναι ικανή και αναγκαία όχι μόνο να εγκαταστήσει μιαν άκρως λειτουργική σχέση του αφηγητή με τους αναγνώστες του, αλλά και να μεταδώσει στους τελευταίους τον σπινθήρα μιας ζωοποιού, αισθητηριακής φώτισης. Πρόκειται εν ολίγοις για το κυρίαρχο αίτημα που διατυπώθηκε ξεκάθαρα στο μυθιστόρημά του «Τα ανίσχυρα ψεύδη» του Ορέστη Χαλκιόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1999, επίσης από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Παραθέτω: «Είναι ανάγκη, σε οριακές τουλάχιστον στιγμές της διήγησης, να εμπιστευόμαστε τον συγγραφέα. Να μπορούμε να διακινδυνεύσουμε ακόμα και την εξαπάτηση και τον εμπαιγμό. Τούτο πιστοποιεί, μου φαίνεται, τη διακαή επιθυμία μας να ακούσουμε το ότι έχουμε αυτή την ικανότητα. Οτι είμαστε ζωντανοί. Οι πεθαμένοι τα χουν όλα ίδια».

Εξού και οι αλλεπάλληλες ανατροπές, οι απροσδόκητες συναιρέσεις του Καλού και του Κακού, οι αδιέξοδοι, ενίοτε υστερικοί μονόλογοι, οι καινοτόμοι χαρακτήρες, οι καταλυτικές υπονομεύσεις της δοτής ή μη ηθικής στο όνομα της απόλυτης οργασμικής έξαρσης. Τα τέσσερα πρόσωπα του οικογενειακού δράματος συνιστούν χαρακτηριστικές περσόνες του δυναμικού διηγητικού μικρόκοσμου του Ανδρέα Μήτσου, όπου ταυτοχρόνως τελείται η αποθέωση, αλλά και το εκφυλιστικό πέρας της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολό της. Πρόκειται για έναν πανούργο πλάνητα, πρώην μυξοβάρβαρο, φερτό εκ Βουλγαρίας, έναν εκβιαστή που εξελληνίζεται σφόδρα, ονόματι Τοντόρ ή Θιονδόρ Χελιδονόπουλο, έναν πλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος, τον απαραίτητο δηλαδή σύζυγο - θύμα - θύτη, τον περιδεή, εμφανώς αναστοχαστικό Επισκοπάκη και την πολυσχιδή ερωμένη του, την οδοντίατρο Αντιγόνη, την οποία μοιράζονται οι ανωτέρω τρεις διαδοχικά. Η πληθωρική εσωτερικά, εμφανέστατων μαζοχιστικών ροπών και τάσεων μοιραία οδοντίατρος-μετανεωτερική Μαντάμ Μποβαρί γνωρίζει σε βάθος το έργο του Χένρι Τζέιμς και όχι μόνον, ενώ «η κάθε της λέξη έπεφτε ξεχωριστά, σε αυτόνομη, θαρρείς, λειτουργία μέσα στην πρόταση. Ολη η ομιλία της όμως, ένας επίμονος ψίθυρος, σαν ατελείωτο μυστικό. Δεν την ένοιαζε καθόλου την Αντιγόνη να αιτιολογήσει και να πείσει. Σε επίπεδο ήχων και ρυθμού επέμενε αυτή να παίζει».

Ο Επισκοπάκης υιοθετεί εκών άκων τον τρόπο του ομιλήματος της Αντιγόνης: το εγώ τρόπον τινά αφομοιώνεται επιτέλους από το εσύ μεταθανατίως. Η ταύτιση είναι δυνητικά παραγωγική όσο και γκροτέσκα. Η θυσιαστική επιλογική πράξη είναι βέβαια αναπόφευκτη. Η νουβέλα - οπερέτα αίματος θέλει άλλωστε συνειδητά να συμμορφωθεί περίτεχνα με την πάγια αρχή του Οσκαρ Ουάιλντ «Όλοι οι άνθρωποι σκοτώνουν αυτό που αγαπούν». Ο λόγος αντιλαμβάνεται πολύ καλά πώς να προοικονομεί αυτά ακριβώς που τον αφορούν. Η αποστροφή είναι ενδεικτική των συγγραφικών προθέσεων: «Ξέρω ωστόσο πως το αίμα είναι αδύνατο να αποφευχθεί. Γιατί στο τέλος κάθε ιστορίας γίνεται μια σφαγή. Και αυτή τη σφαγή τρέμει πάντα ο συγγραφέας» (βλ. εν προκειμένω την προτελευταία σελίδα ενός προηγηθέντος βιβλίου του Ανδρέα Μήτσου, με τίτλο «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», ομοίως από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», 2006). Η σπατάλη του αίματος είναι εδώ το κατ εξοχήν στρατηγικό παραπλήρωμα.

Η πικρή γεύση της αποτυχίας του ανθρώπου να ξεπεράσει την καρναβαλική έκφανση και να ουσιώσει το Αγαθό είναι κι εδώ διάχυτη. Η τυφλή παρόρμηση, η παντοδύναμη δύναμη, η οποία οδηγεί τα τέσσερα αυτά άτομα από το ένα υπαρξιακό βάραθρο στο άλλο, κατά τρόπο παραπλανητικό και ανελέητο, προτού τα ρίξει μέσα στην τρύπα του ολοκληρωτικού, ανέκκλητου βεβαίως αφανισμού, προλαβαίνει να πει το όνομά της: είναι ο έρωτας του θανάτου. Και πάλι ο λόγος του Ανδρέα Μήτσου δεν ηχεί περιοριστικά ή αυταρχικά. Οι διακειμενικές συγκυρίες ποικίλλουν, οι κατηγοριοποιήσεις των παθών αιφνιδιάζουν, οι ανακατανομές των γνωσιολογικών δεδομένων πρωτοτυπούν, ο δε ενδιάθετος σολιψισμός αυτοελέγχεται. Ο εκλεκτικός συγκερασμός εν ολίγοις διαπρέπει.

Σε πολλές περιπτώσεις το εμβληματικό αναγνωστικό παρελθόν του κόσμου διαλάμπει. Τα παραδείγματα αφθονούν. Επιλέγω εξ όνυχος το εξής: ο καταληκτικός αφορισμός της σελ. 126 «Αλήθεια όμως είναι πως οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, της κάθε ιστορίας, δεν είμαστε ποτέ εμείς. Ούτε οι σημαντικοί ήρωές της. Παρά κελύφη είναι τα κορμιά μας, καρικατούρες άψυχες και μαριονέτες, κι αλλιώς ορίζονται τα πράγματα. Απ αλλού. Μοίρα ή Θεό, δεν μ ενδιαφέρει να το βρω», παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στην καταστατική δυσφορία του περιώνυμου Δανού πρίγκιπα: «Και η διάθεσή μου είναι, πράγματι, τόσο άσχημη, που ως κι αυτό το όμορφο δημιούργημα, η γη, μού φαίνεται σαν χέρσο ακρωτήρι [...] Τι έργο τέχνης ο άνθρωπος! Στη λογική ευγενής, στις ικανότητές του ανεξάντλητος. Στη μορφή και στην κίνηση εκφραστικός, αξιοθαύμαστος. Στις πράξεις του σαν άγγελος, στη διάνοια σαν θεός: το κόσμημα της οικουμένης, το εντελέστερο πλάσμα του κόσμου. Κι όμως, τι είναι για μένα αυτή η πεμπτουσία της σκόνης;» (βλ. «Αμλετ», μετάφραση Ερρίκος Μπελιές, εκδόσεις «Ύψιλον», 1999, πράξη 2η, σκηνή 2η).

Αν όντως «ο συγγραφέας είναι ένα είδος μάρτυρα, που βιώνει στο πραγματικό τους μέγεθος και στην απόλυτη εντελέχειά τους τα πράγματα και που με περισσεύματα δικά του πυροδοτεί τη ζωή των άλλων και μ αυτό τον τρόπο μετέχει ο ίδιος στη ζωή», όπως προκύπτει με υποδειγματική ευκρίνεια στο προαναφερόμενο έργο «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», τότε αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι ο Επισκοπάκης συνιστά άλλη μια εκδοχή του alter ego του ίδιου του δημιουργού του. Κι αυτό είναι κάτι που έχει ήδη εντοπιστεί από τον οξυδερκή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου σε ένα από τα τελευταία τεύχη του περιοδικού «Αντί». Συμπερασματικά θα έλεγα ότι οι Επισκοπάκης - Μήτσου συναποτελούν το κρίσιμο δίπολο όχι μόνον των άριστα συγκερασμένων εκφάνσεων, αλλά και των εμπεδώσεων του οριακού πάθους, της μόνης ίσως ανοιχτής οδού για τη Γνώση.
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, [Ελευθεροτυπία] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 09/11/2007

Ο Ανδρέας Μήτσου...

Αφού διάβασα το "ανάγνωσμα" ["Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου"] στο "ΒΗΜΑ", σκέφτηκα να παραθέσω, για να είναι εύκαιρα στην πρώτη ζήτηση, κείμενα για τον Ανδρέα και συνεντεύξεις του σε άλλα έντυπα. Ουσιαστικά είναι ένας εύσχημος τρόπος για να μάθω περισσότερα για τον ίδιον, πώς σκέφτεται αλλά και κάποια παραπάνω στοιχεία για το έργο του. Τελικά είναι ένας συγγραφέας που  μάλλον έχει πιάσει τη θέση του στη νεοελληνική λογοτεχνία - και θα την κρατήσει! Εβαλα, τυχαία, μια συνέντευξή του στο περιοδικό "Lifo", που είχε γίνει με αφορμή το βιβλίο του «Ελεημοσύνη των γυναικών». Και τώρα μια συνέντευξή του στη φίλη μου, την Κωστούλα Τωμαδάκη.

Αντρέας Μήτσου: Ο τρόμος της ισόβιας νιότης


Το όνειρο της αιώνιας νεότητας αναζητά ο ήρωας του Αντρέα Μήτσου και δε θα διστάσει να σκοτώσει για να αρπάξει τη ζωή του πολύ νεότερου σωσία του. Ο 59χρονος Μπρούνο Γκούσταφσον ,Σουηδός ανθρωπολόγος και ελληνιστής, γνωρίζει στην παραλία της Ναυπάκτου ένα νεαρό που του μοιάζει εκπληκτικά και αποφασίζει να τον σκοτώσει. Είκοσι χρόνια αργότερα, έχοντας πάρει τη ζωή του θύματος θα έρθει αντιμέτωπος με τις μέλισσες ή μήπως τις ερινύες...

''Ο Αγαπημένος των μελισσών'', εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ένα μυθιστόρημα για τους ακραίους τρόπους που μπορεί κάποιος να μηχανευτεί όταν πέσει στον πανικό της ηλικίας και του χρόνου. Ο Αντρέας Μήτσου μοιάζει με τα βιβλία του, συνδυάζει απλότητα και σοφία και έχει μια σπάνια ικανότητα να μιλά ..για τα μικρά και τα μεγάλα της ζωής. 

''Να θυμηθώ να πετάξω το ψαθάκι στη θάλασσα'', σκέφτηκα καθώς ανέβαινα στο δωμάτιο. ''Να απαλλαγώ''.
Και πήγα κατευθείαν για ύπνο.
Ένας πανύψηλος ιερέας βουτούσε όλη τη νύχτα τσίτσιδο τον Πέτρο τον  Ριβό μέσα σε μια κολυμπήθρα χρυσή.

Εκείνος γελούσε τρισευτυχισμένος και έβγαινε από μέσα κάθε φορά και νεότερος.
Το πρωί, αναλύοντας το όνειρο καθώς περπατούσα στο μόλο, κατέληξα πως η κολυμπήθρα ήταν ο χρόνος και πως αν μια στιγμή ''δοξαστείς'', απέναντι στον εαυτό σου, αν κερδίσεις την απόλυτη αυτοεκτίμηση , τότε ''βγαίνεις'' από το χρόνο δραπετεύεις και σώζεσαι''
Ο Αγαπημένος των μελισσών
Το αύριο δεν υπάρχει ερήμην του σήμερα και είμαστε ακόμα ζωντανοί
  • Τί μπορεί να κάνει η τέχνη, μπορεί να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στη καθημερινότητα μας;
Η τέχνη σε βοηθάει να συναντήσεις τον αυθεντικό εαυτό σου και να αναδείξεις την βαθύτερη αλήθεια σου. Επομένως, η τέχνη μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα, της δίνει άλλη μορφή, την ανατρέπει..
  • Τι είναι ο χρόνος;
Ο χρόνος είναι μια πληγή που ανοίγει όταν δεν ζω ουσιαστικά. Όλοι μας φέρουμε πάνω μας ,με τις ρυτίδες, τα σημάδια, την πληγή, την ανικανότητα μας να ζήσουμε τη στιγμή. Πιστεύω ότι όποιος ουσιαστικά βιώνει τη στιγμή δε μεγαλώνει. Δηλαδή μεγαλώνουμε μόνοι μας επειδή έχουμε ηττηθεί ,αλλιώς θα είμαστε πάνω από το χρόνο.. Ο χρόνος δεν είναι αντικειμενικό μέγεθος, είναι μέγεθος που το φέρουμε μέσα μας και είναι η αποτύπωση της ήττας μας.
  • Άρα, πώς μπορούμε να νικήσουμε το χρόνο;
Μπορούμε να νικήσουμε το χρόνο όταν κρατάμε την αθωότητα και την παιδικότητά μας και όταν δεν διστάζουμε –πέρα από όποια Πλατωνική προκατάληψη –να εμποτιστούμε στη χαρά. Μας τιμωρεί η πραγματικότητα ,άμα θες πες ο Θεός, επειδή στεκόμαστε ανίκανοι να εισπράξουμε από τη χαρά που υπάρχει πανταχού παρούσα. Και εμείς απλώς, από μια αρχέγονη δειλία , δεν μπορούμε να την εισπράξουμε.
  • Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
Γεννήθηκα στην Αμφιλοχία. Θυμάμαι ένα αγοράκι που έμεινε κολλημένο στα επτά , το οποίο φοράει πάρα πολλά ρούχα γιατί η μάνα του φοβόταν μη κρυώσει και η οποία ακόμη φοβάται. ..Νομίζω ότι έχω εισπράξει αγάπη και αυτό είναι ότι καλύτερο για ένα παιδί. Είμαστε αγαπημένη οικογένεια. Φτωχοί αλλά περήφανοι. Ο πατέρας μου ήταν ανάπηρος πολέμου. Έδωσε το χέρι του και το πόδι του πολεμώντας τους Γερμανούς. Ήταν ένας άντρας υψιπετής, όμορφος, ταπεινός. Η μάνα μου ήταν προσγειωμένη και ουσιαστική Εγώ ήμουνα ένα παιδί που διάβαζα με πάθος λογοτεχνία σε μια μικρή πόλη. Ήμουν το παρτσακλό, το βλαμμένο της περιοχής..επειδή διάβαζα..
  • Πότε αποδέχτηκες οριστικά ότι είσαι συγγραφέας;
Δεν το έχω αποδεχτεί ακόμα. Παρόλο που έχω γράψει έντεκα βιβλία. Πιστεύω ότι η συγγραφική ιδιότητα δεν είναι μόνιμη. Και αυτό εξαρτάται από το πόσο κάθε φορά μπορείς να βυθιστείς στο όραμά σου και να αποδώσεις με αλήθεια και ταπεινότητα το βαθύτερα κρυμμένο μυστικό σου.
  • Τι είναι ταλέντο; Υπάρχει πιθανότητα να χαθεί κάποιο ταλέντο;
Α, αυτό με έχει απασχολήσει και στη δημιουργική γραφή που διδάσκω στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Και παρόλο που δεν διδάσκεται τίποτα και όλα διδάσκονται ,εξαρτάται από αυτόν που τα λέει και πως τα λέει, πιστεύω ότι δεν υπάρχει ταλέντο. Γιατί δεν υπάρχει κάποιος που να έχει τη χάρη και την ευλογία. Αν κάποιος επικεντρωθεί σε κάτι συγκεκριμένο τότε εκεί θα κάνει θαύματα. Επομένως είναι μια διαδικασία προσκόλλησης στο σημείο. Μ'αρέσει αυτός ο στίχος του Ουίλιαμ Μπλέικ: i can see the world in a grain of sand and the heaven in a wild flower'' Mπορώ να δω τον κόσμο ολόκληρο σε ένα κόκκο άμμου και τον παράδεισο σε ένα αγριολούλουδο.
  • Όποιος τυχαία ζει είναι δειλός. Ποιοι είναι οι δειλοί, Αντρέα;
Αυτοί που αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Και βλέπω τον εαυτό μου συχνά να το κάνει. Και αυτό με τρομάζει. Θεωρώ, γενικά δειλό, για να σου δώσω μια στρογγυλή απάντηση, όποιον δεν μπαίνει στη χαρά της ζωής. Έχω την αίσθηση ότι αφορμή για το βιβλίο σου '' Ο αγαπημένος των μελισσών'' στάθηκε ο πανικός σου. Είναι αλήθεια και λυπάμαι που το έπιασες αυτό. Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν πρέπει να μεγαλώσεις άλλο. Και υπάρχουν δυο δρόμοι: ή να πεθάνεις ή να γυρίσεις πίσω το χρόνο. Πράγμα απίθανο. Στο μυθιστόρημα υπάρχει ο σωσίας του ήρωα, είκοσι χρόνια νεότερος. Οπότε σκοτώνει τον σωσία του και αναδιοργανώνει το χρόνο, τον εσώτερο και τον εξωτερικό.. Πρόκειται για μια διανοητική διεργασία που θέλει να δικαιολογήσει τον τρόμο ενός πανικόβλητου ανθρώπου μπροστά στο χρόνο.
  • Τι αποζητάς με τη συγγραφή, Αντρέα;
Να ηρεμήσω .Να βάλω μια τάξη στα μέσα μου. Να βρω μια αρμονία με τον εαυτό μου...Μια γλύκα που εντοπίζω καθώς 'σκάβω' μέσα μου, και θέλω να τη μοιραστώ με τον άλλον. Γιατί πιστεύω ότι όταν συναντάς τον εαυτό σου χωρίς αντιπαλότητα ...και μπορείς να τον παρηγορήσεις.. τότε μπορείς να το κάνεις και για τον άλλον.
  • Υπάρχει ταλαντούχος αναγνώστης;
Ο αναγνώστης είναι εξίσου σημαντικός με τον συγγραφέα. Ένας επαρκής αναγνώστης είναι αυτός που αξιώνεται ένα βιβλίο. Ο καθένας είναι το βιβλίο που διαβάζει. Και επιμένω σ'αυτό. Ο καθένας είναι και η ερμηνεία του. Δηλαδή αξιώνεσαι ένα βιβλίο, μια ταινία. Ταλαντούχος είναι ο αναγνώστης που μπορεί και ερμηνεύει με αισθητικούς όρους ανώτερους την πραγματικότητα. Υπάρχουν μύστες και μυημένοι στην τέχνη.
  • Η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά;
Έτσι λέει ο Σεφέρης, ότι ''η ψυχή μας κάνει πανιά. Το αύριο δεν υπάρχει ερήμην του σήμερα και είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Newstrap, Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010 17:11   

Ανδρέας Μήτσου: Με αφορμή την «Ελεημοσύνη των γυναικών»

  • SMALL TALK: Στην «Ελεημοσύνη των γυναικών » ο Ανδρέας Μήτσου αλιεύει το ονειρικό και το παράδοξο από την ίδια την πραγματικότητα. Εδώ αλιεύουμε σκέψεις και εμμονές του από το συγγραφικό του πηγάδι.

    • Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης; 
    Εκείνος που προσέρχεται ενώπιον του κειμένου αθώος, χωρίς προκαταλήψεις, απόψεις και ιδέες. Στο κείμενο είναι που θα αναδειχθεί η αυθεντικότητά του και εκεί θα παρηγορηθεί. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει, όποιος διαβάζει ένα βιβλίο, να είναι ικανός να ενδώσει στις ηδονές στην αισθητική του. Πρέπει να είναι σε θέση να την αναγνωρίσει. Και ασφαλώς, για να παραφράσω τον Χάιντεμπερκ, «είμαστε ό, τι μπορούνε να εννοήσουμε», για να διακρίνεις δηλαδή το θαυμαστό και να θαυμάσεις πρέπει να ενέχεις ο ίδιος το θαύμα. Γιατί αναδεικνύεται κάποιος ως αναγνώστης ενός συγκεκριμένου βιβλίου, εάν κατορθώσει να το εγκολπωθεί, εάν το καταπατήσει και το κάνει δικό του. Εάν παραδοθεί, υποταχθεί εν τέλει σ' αυτό. Η ανάγνωση προσομοιάζει επομένως στην ερωτική διαδικασία. Είναι μια περιπέτεια προσωπική για τον καθένα. Μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Μοναδική. Και αυτή είναι η εντελέχεια του βιβλίου. Να παράγει αναγνώστες.
    • Τι κάνετε τα βιβλία που δεν σας αρέσουν;
    Τα εναποθέτω, για να τα δω ξανά σ' άλλους χρόνους. Γιατί δεν είμαστε πάντα οι ίδιοι. Αλλάζουμε. Μεταβάλλονται οι προσληπτικές δυνατότητές μας. Οι αντοχές μας μαδούν. Μεταμορφώνεται μέσα μας και γύρω ο κόσμος. «Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή...».
    • Έχετε μια συγκεκριμένη ρουτίνα στη συγγραφή κειμένων;
    Θα 'λεγα πως ό,τι επιδιώκει η συγγραφή είναι να σε βγάλει από τη ρουτίνα, να δραπετεύσεις.
    • Έχετε μια ιεροτελεστία όταν γράφετε;
    Τηρώ πάντα τις ίδιες μικρές συνήθειες. Αυτό βέβαια το διαπιστώνω μόλις τελειώνω ένα κείμενο...
    • Πίνετε ή τρώτε καθώς γράφετε;
    Πίνω συνέχεια νερό. Μια άγρια δίψα με κατατρύχει όταν γράφω.
    • Ποια είναι η αγαπημένη σας λέξη;
    Συγγνώμη.
    • Υπάρχει κάτι που θα αλλάζατε στο τελευταίο σας βιβλίο;
    Όχι. Σε κανένα βιβλίο μου δεν θα άλλαζα κάτι. Το βιβλίο, όταν θεωρήσω ότι είναι άρτιο αισθητικά, το παραδίδω. Η φόρμα του σηματοδοτεί ένα συντελεσμένο αποτέλεσμα. Εάν τυχόν αλλαχθεί κάτι, τότε αναδεικνύεται μια νέα μορφή, μια άλλη πραγματικότητα.
    • Πώς προκύπτουν τα ονόματα των ηρώων σας;
    Μυστικές και άδηλες είναι οι διεργασίες ανάδυσης των ονομάτων. Μας βασανίζουν εμμονές και ονόματα. Με σύμβολα σκιαμαχούμε και με φόβους. Πίνουμε τα ονόματα για να τα ξορκίσουμε...
    • Αν δεν είσασταν συγγραφέας τι θα ήσασταν;
    Καφετζής, πενήντα χρόνια πριν. Με το μολύβι στο αυτί, να τρέχω ανάμεσα στα τραπέζια, φωνάζοντας μακρόσυρτα... «έφτασε». Να μην προλάβει να κρυώσει ο καφές. «Αν θέλεις ν' αρχίσεις ιστορίες, γίνε δάσκαλος, αν θέλεις να τις τελειώσεις, γίνε μπάτσος», για να καταφύγω στο απόφθεγμα του Μαρσέλ Προυστ. Εγώ, πάντως, ακολούθησα την ακριβώς αντίθετη διαδρομή, αν αυτό σας λέει κάτι.
    • Τι θα αλλάζατε στον τρόπο γραφή σας;
    Σε κάθε βιβλίο αυτό προσπαθώ. Να βρω μια καινούργια μορφή. Ν' αλλάζω τον εαυτό μου και τον κόσμο. Το κάθε βιβλίο είναι η απόδειξη, η αποτύπωση της νέας μου πραγματικότητας.
    • Τι θα αλλάζατε στον εαυτό σας;
    Το ρυθμό μου. Θα 'θελα να γίνει πιο αργός, να προλάβω να δω περισσότερα. Φοβάμαι όμως πως, αν το επιδιώξω αυτό επίμονα, μπορεί και να σταματήσω. Έτσι λοιπόν τρέχω, ποθώντας διαρκώς το σταμάτημα, και μιλάω - γράφω, νοσταλγώντας τη σιωπή.
    • Πώς χαλαρώνετε;
    Χαλαρώνω όταν σκέφτομαι και παρατηρώ. Τότε, για ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα, συναντώ τον εαυτό μου. Έτσι ορίζω την ευτυχία.
    • Με ποιον θα θέλατε να παγιδευτείτε σε ένα ασανσέρ;
    Με τον εαυτό μου σε παιδική ηλικία, να του πω να μη φοβάται. Και να τον πείσω.
    • Ποιο βιβλίο θα θέλατε να διαβάσετε;
    Τους Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν ή την Κληρονόμο της πλατείας Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς, δύο αγαπημένους συγγραφείς.
    • Πώς προέκυψε η ιδέα του τελευταίου σας βιβλίου;
    Θυμήθηκα κάποιον άντρα που τον λυπήθηκε μια γυναίκα και τον έσωσε!

    • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ, Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, Διηγήματα. Εκδόσεις Καστανιώτη, Σελ.: 168, τιμή: €12.
    • Lifo, 18/06/2009

    Ανδρέας Μήτσου: "Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου"

    Ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου γράφει ειδικά για το «Βήμα» ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα
    Τα Χριστούγεννα ενός άτυχου μπάτσου

    Βγήκα έξω στις τριάντα τρεις μέρες. Πήρα επίσημη άδεια και βγήκα.

    Κανείς δικός μας δεν δικαιούνταν έξοδο πριν συμπληρώσει εξήντα μέρες εσώκλειστος. Ετσι ήμουν ο πρώτος. Εκανα υπεύθυνη δήλωση πως είχε πεθάνει ο αδερφός μου και βγήκα. Αδερφό δεν είχα, ήξερα, κανείς δεν θα το επιβεβαίωνε.

    Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα μια χοντρή κόκκινη ψαλίδα μπετού. Από αυτές που κόβουν τα σίδερα, κι ένα μικρό πριόνι. Φορούσα μια δανεικιά στολή χωροφύλακα και ήμουν πανέμορφος μέσα στα πράσινα. Κούκλος. Δεκαοχτώ χρονών.

    Στο Μοναστηράκι με κοίταζαν όλοι περίεργα. Ο κόσμος κι η μαστοράντζα. Σαν να μην τους γέμιζα το μάτι με κανέναν τρόπο. Ή σαν να μην πίστευαν πως εγώ ήμουνα πραγματικά ένας χωροφύλακας.

    Γυρίζοντας την επομένη στη Σχολή, στο Γουδί, φορούσα στο μπράτσο μου μαύρο πένθος.

    Σε δύο μέρες από τότε, είχα νυχτερινή υπηρεσία «1-5». Διάλεξα την αριστερή πλευρά της Μεσογείων, προς τη «Σωτηρία», ενώ ο άλλος δόκιμος που περιπολούσε μαζί μου πήρε τη δεξιά, προς Αθήνα. Εβρεχε δυνατά. Η μακριά «ποδήρης» χλαίνη μου ήταν ασήκωτη. Το βαρύ Εnfield Ν1, όπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ξιφολόγχη επάνω, έτσι κάναμε τις περιπολίες, μου τσάκιζε τους ώμους. Το ξεφορτώθηκα και το ακούμπησα στον κορμό κάποιου πεύκου. Μαύρη κι ασέληνη ήταν η νύχτα.

    Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης έβγαλα την ψαλίδα. Για μια ολόκληρη ώρα έκοβα με υπομονή το σύρμα πίσω από τα κάγκελα της Σχολής Χωροφυλακής, κατόπιν με το σιδηροπρίονο λιμάρισα στη βάση τους δύο χοντρά κάθετα κάγκελα. Με μια απλή κίνηση μπορούσαν τώρα να αποκολληθούν. Επιασα μετά το τετράγωνο κομμάτι του διχτυωτού σύρματος, της πόχας, και το τοποθέτησα πάλι στη θέση του, το ΄δεσα με μικρά λεπτά συρματάκια, που είχα επί τούτου στις βαθιές τσέπες της χλαίνης, για να μη φαίνεται η τρύπα. Την επόμενη μέρα ήμουν υπαξιωματικός υπηρεσίας κτιρίου, καθώς ήταν η σειρά μου. Η επόμενη μέρα ήταν σπουδαία για τη Σχολή, και για τη Χωροφυλακή ίσως ολόκληρη. Γιατί θα την επισκεπτόταν ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

    Η επόμενη μέρα ήταν ανήμερα Χριστούγεννα.

    Στην ανηρτημένη «Εβδομαδιαία Υπηρεσία», στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, είχα διαβάσει τα ονόματα των ανδρών και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του καθενός κατά την ημέρα της επίσκεψης. Από τα κρεμασμένα περίστροφά τους στο μεγάλο θάλαμο οπλιτών, αλλά και στο βεστιάριο των αξιωματικών, έκλεψα τις σφαίρες τους, άδειασα τα όπλα και τα γέμισα με δικές μου σφαίρες, από τις οποίες είχα προηγουμένως αφαιρέσει το εκρηκτικό μείγμα. Ολη σχεδόν την εβδομάδα μού πήρε αυτή η λεπτοδουλειά. Ξέκοβα από τους άλλους, απομονωνόμουνα και δούλευα κρυμμένος με τις ώρες.

    Πενήντα φορές ακριβώς ανέβηκα στα επτά πρώτα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου της Σχολής, σταματούσα στο μικρό πλατύσκαλο για τρία δευτερόλεπτα και μετά συνέχιζα στα υπόλοιπα πέντε. Κρατούσα τον χρόνο. Πότε βάδιζα με βήμα αργό. Πότε μιμούμουνα το πεταχτό, νευρώδες βάδισμα του δικτάτορα.

    Ηθελε είκοσι με είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να ανέβει τις σκάλες, όχι παραπάνω. Μου έφταναν.

    Εγώ θα είχα τη θήκη περασμένη κανονικά στη μέση μου, κλεισμένη. Με το τριανταοχτάρι μέσα. Ομως, το μικρό τριανταδυάρι περίστροφο, αυτό θα το είχα στη μασχάλη μου. Από κάτω.

    Θυμόμουν πολύ καλά τι είχε πάθει ο θείος μου, ο στρατηγός, όταν του στείλανε οι Βούλγαροι τον επιλοχία Σαμουήλ Καλογιαννό, ντυμένο βοσκό, για να τον ξεκάνει. Οπως του πρόσφερε ο θείος μου, διοικητής τότε του Αστυνομικού Τμήματος Δοϊράνης, παλιός βοσκός και ο ίδιος, στριφτό τσιγάρο, σκύβοντας προς το μέρος του για να το ανάψει, έβγαλε εκείνος το μαχαίρι και του ρίχτηκε. Εσπρωχνε με το πόδι του το ξύλινο γραφείο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον κατάσκοπο, για να τον εμποδίσει, και όσο πάσχιζε να βγάλει το πιστόλι από τη στενή θήκη, ο άλλος του κατάφερνε μαχαιριές. Από τότε δεν ξαναφόρεσε πιστόλι σε θήκη. Τελικά τον σκότωσε ο θείος μου τον Βούλγαρο αξιωματικό και ο ίδιος γλίτωσε.

    Οχι, το ελαφρύ τριανταδυάρι θα χρησιμοποιούσα εγώ. Οπως θα έφτανε λοιπόν στην κύρια είσοδο και ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο υπομοίραρχος Βασιλακόπουλος, δίπλα στον ταξίαρχο διοικητή της Σχολής, θα έδινε την επίσημη αναφορά του, εγώ στο πλάι του, καθώς δεν θα με πρόσεχε κανείς- οι φρουροί του δικτάτορα σταματάνε κάτω από τα σκαλοπάτια, σύμφωνα με το τελετουργικό- θα του έριχνα τρεις πιστολιές, από απόσταση ενός μέτρου, δύο στο στήθος και μία στο κεφάλι.

    Πιθανότητα αποτυχίας καμία. Πήγα προς το σκοπό αυτό μάλιστα εθελούσια με ομάδες σκοποβολής στο πεδίο βολής Χαϊδαρίου, πολλές φορές, μέσα σε γέλια και πειράγματα των δοκίμων που με είχανε για ιδιαίτερα ατζαμή και έγινα, παρ΄ ελπίδα, άριστος σκοπευτής. Από τους δικούς μου, δεν διέτρεχα κανένα κίνδυνο, αφού είχα αχρηστεύσει προηγουμένως τα όπλα τους.

    Κάτω, τώρα, ακριβώς, εγκάρσια στο μεγάλο πλατύσκαλο της εισόδου, ήταν το ημιυπόγειο γραφείο του Φρουραρχείου, όπου κατέλυε-διανυκτέρευε ο εκάστοτε υπαξιωματικός υπηρεσίας. Ο,τι χρειαζόταν, να πηδήσω, αμέσως μετά την πράξη μου, ένα μέτρο και δέκα εκατοστά. Θα ΄κλεινα την πόρτα, είχα ήδη βάλει το κλειδί από πίσω, και θα έτρεχα στο εσωτερικό του κτιρίου της Σχολής προς τη μεριά της Μεσογείων και τη συνοικία του Παπάγου. Μέχρι να σπεύσουν οι άλλοι εξωτερικά, γύρω-γύρω από το κτίριο και να με βρουν, εγώ θα είχα ήδη χωθεί στην τρύπα μέσα, θα έβγαζα τα κομμένα κάγκελα και αφού γλιστρούσα έξω, θα τα ξανάβαζα πάλι στη θέση τους, για να μην εντοπίσουν το μέρος της διαφυγής. Θα έβγαινα κατόπιν στη λεωφόρο Μεσογείων με το πιστόλι στο χέρι, θα ακινητοποιούσα κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τρύπωνα στην απέναντι μισοκτισμένη πολυκατοικία, θα έκρυβα τη στολή κάτω από ένα παλιό βαρέλι νερού, μέσα από τη στολή θα φορούσα ήδη ένα λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Ενα παιδί ήμουνα δεκαοχτώ χρονών. Θα απομακρυνόμουν ύστερα ανέμελα. Ποιος θα με πρόσεχε; Κανένας. Μέχρι αυτό το σημείο πάντως κατέστρωσα επιμελώς το σχέδιό μου. Από εκεί και πέρα, πού θα κρυβόμουν δηλαδή και πώς θα γλιτώσω εν τέλει, αυτό δεν το είχα καθόλου σκεφθεί.

    Μισούσα τη Χούντα. Ο πατέρας μου, βετεράνος αξιωματικός του Στρατού, ήρωας πολέμου και ανάπηρος από τους Γερμανούς με βαριά τραύματα, τους αντιπαθούσε επίσης. «Οι άκαπνοι», έτσι τους αποκαλούσε. Μαζί πιάναμε το βράδυ «Ντόιτσε Βέλλε» και ακούγαμε με απίστευτη έξαψη τις ειδήσεις κι οι δυο όρθιοι πάνω από το ράδιο, μάρκας Wega. Κρατάω ακόμα το παλιό ραδιόφωνο στιγματισμένο με χοντρή μολυβιά στη συχνότητα 101,7 στα FΜ. Σαράντα δύο χρόνια τώρα. Ο πατέρας μου όμως με όρκισε. «Κοίτα μην κάνεις καμιά παλαβομάρα. Αυτοί θα φύγουν. Οι ανώμαλες καταστάσεις δεν κρατάνε. Εσύ ψύχραιμος. Εσύ θα γίνεις αξιωματικός καριέρας».

    Μια σύγχυση είχα μέσα μου, έναν αλλοπρόσαλλο οίστρο. Κάτι ωσάν εκείνον του Σικελιανού, που ονειρευόταν μια λαϊκή επανάσταση με επικεφαλής τον βασιλιά, όπου θα παίρναμε, λέει, την «Πόλη» και άλλα παρόμοια. Διάβαζα πάντως λογοτεχνία σαν «βαρεμένος», όπως θα λέγανε σήμερα. Είχα γεμάτο το αναλόγιό μου με βιβλία. Μάλιστα, μια φορά κάποιος συνάδελφος, δόκιμος υπενωμοτάρχης, με κάρφωσε και ο επιλοχίας «ανέφερε» κάθιδρος στον φοβερό λοχαγό, ονόματι Δρακούλη Πυρραλέα, στην επίσημη πρωινή παράταξη, μέσα σε σιωπή νεκρική, ότι διάβαζα την «Αυγή». Πήρε το βιβλίο, κατακίτρινο το θυμάμαι, στα χέρια ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία, συνταγματάρχης τότε, καταδικάστηκε για συνωμοσία και δημιουργία ένοπλης παρακρατικής οργάνωσης και αποτάχτηκε από το Σώμα- ήταν ίσως κι ο μόνος αξιωματικός με παρόμοια στάση-, πήρε λοιπόν με σεβασμό το βιβλίο στα χέρια του, το ύψωσε πάνω από το κεφάλι του για να το δει καλύτερα. «Δεν είναι αυτή η “Αυγή”, επιλοχία. Ετούτο είναι άλλο, ένα καλό βιβλίο», του είπε με τη βροντερή φωνή του και μου το παρακράτησε.

    Λόγο, δηλαδή, για να οργανώσω μια τέτοια πράξη δεν είχα, σε καμιά πε ρίπτωση, και μάλιστα αυτή ειδικά τη μέρα της γέννησης του Σωτήρος, ανήμερα Χριστούγεννα. Τώρα, πού σε πετάει ο οίστρος, επιτρέψτε μου να το επικαλεσθώ, αφού το πειράθηκα έκτοτε πολλές φορές, πως δεν μπορεί θέλω να πω κανείς να το προβλέψει. Τι δόξες φαντασίωνα, τι ενοχές ήθελα να ξεπλύνω, ώστε να δικαιωθώ και να αυτοπραγματωθώ, δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ. Μετά, ένας σχεδόν έφηβος έχει το μυαλό του πάνω από τη σκούφια. Εστω και από το στρατιωτικό πηλήκιο.

    Τα λέω όλα αυτά γιατί όλοι ξέρετε, είστε απόλυτα βέβαιοι, ότι δολοφονία του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν έγινε από κανένα χωροφύλακα, ούτε και καμιά άλλη απόπειρα εναντίον του, θα το μαθαίνατε, πέρα βέβαια από εκείνη τη γνωστή του Αλέξανδρου Παναγούλη.

    Σκεφθείτε όμως πως αν πετύχαινε το σχέδιό μου αλλιώς θα ήταν ίσως η μοίρα της χώρας σήμερα και η πολιτική ιστορία του τόπου. Απολύτως διαφορετική. Και ότι εγώ παρά τρίχα που δεν έγινα ήρωας.

    Και όλα αυτά γιατί είχα πάρει λίγα κιλά. Σε δύο μήνες είχα πάρει δώδεκα κιλά, όσο και να φαίνεται απίθανο. Από εξήντα οχτώ έγινα ογδόντα. Με είδε ο αντισυνταγματάρχης μισή ώρα πριν φτάσει στη Σχολή ο δικτάτορας και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η αναχώρησή του από τη Σαρωνίδα όπου διέμενε. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ο υποδιοικητής της Σχολής. Αλλά πώς με πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, αφού όλη την ώρα δίπλα του περιτριγύριζα; Επειδή σηκώθηκε ένας ελαχιστότατος ανεμοστρόβιλος στο μέρος όπου εκείνος βρισκότανε, ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σχηματίστηκε μια υποτυπώδης χοάνη σκόνης, ανάμεικτη με γύρη από τα πεύκα. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ψηλός, ασθενικός, με φιμέ γυαλιά, οι δόκιμοι τον αποκαλούσαμε «ο Χάρος». Αρχισε τότε να τρίβει τα μάτια του με καθαρή μανία με την ανάστροφη της παλάμης του αριστερού χεριού του. Τα μάτια του έγιναν αμέσως κατακόκκινα- χάρος, όπως συχνά του συνέβαινε.

    Οι διμοιρίτες αξιωματικοί κοίταζαν αμήχανοι σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο, οι δόκιμοι υπομειδιούσαν απαξάπαντες, ο ταξίαρχος τον ατένισε από μακριά αποδοκιμαστικά, κι αυτός, μόλις εν τέλει στερέωσε τα γυαλιά του βγάζοντας κάποια τρίχα από το μάτι του την οποία επιδείκνυε κολλημένη στον δείκτη του σαν δικαιολογία προς πάσαν κατεύθυνσιν, σ΄ όλους ανεξαιρέτως τους ένστολους, για να το διαπιστώσει ο καθένας ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλη ήταν, αντίκρισε εμένα.

    «Υπαξιωματικός Υπηρεσίας;» πρόσταξε.

    «Διαταγάς», στάθηκα κλαρίνο μπροστά του. «Δόκιμος υπενωματάρχης...», άρχισα να «αναφέρομαι». Δεν μ΄ άκουγε καν.

    «Ιδρώνεις; Γιατί ιδρώνεις;» με ρώτησε επίμονα, εις επήκοον όλων. Και πλησίασε πολύ κοντά μου. Εγώ όμως ήμουνα απόλυτα ψύχραιμος.

    «Δεν ιδρώνω κύριε υποδιοικητά», τόλμησα.

    «Πώς δεν ιδρώνεις; Αφού είσαι χοντρός. Πώς έγινες έτσι χοντρός μέσα σε δύο μήνες;

    Ούτε δυο μήνες δεν έχεις στη Σχολή Υπενωμοταρχών. Σαν λύκος τρως, σαν λύκος», είπε και σταμάτησε να σκεφθεί. «Πώς θα εμφανιστείς έτσι δίπλα στον Πρόεδρο; Πώς θα σε δει, μου λες;» μίλησε μετά από ένα λεπτό, πιο δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι άντρες.

    «Λοχαγέ», διέταξε εν συνεχεία τον μοίραρχο κοντά του. «Να τον αντικαταστήσεις αμέσως. Πριν έρθει ο Πρόεδρος. Αυτός κοντεύει να βγει έξω από τη στολή του, να σκάσει. Κακομοίρη μου, ο θείος σου ήτανε στέκα», συμπλήρωσε και κοίταξε προς τον ουρανό, εντελώς ικανοποιημένος από εκείνη την ενθύμησή του. «Βγάλε αμέσως το περιβραχιόνιο υπηρεσίας, δώσε μου το», πρόσταξε χωρίς να με κοιτά. Το πήρε, το έπαιξε για λίγο αμήχανα στα χέρια του και το φόρεσε σε ένα ψηλόλιγνο ενωμοτάρχη που χτύπησε τα τακούνια του στην προσοχή και απομακρύνθηκε με βηματισμό παρέλασης.

    Εν τω μεταξύ, ούτε ίχνος ανέμου ή σκόνης δεν σηκωνόταν πια, λες κι εκείνο τον μικρό στρόβιλο τον φαντάστηκα ή τον είχα προκαλέσει ο ίδιος, με τη σκέψη μου, κι έγινε αμέσως γεγονός. Γιατί τέτοια απίθανα μικρά συμβάντα τα συνηθίζω εγώ να τα προξενώ και να ακυρώνω έτσι ό,τι έχω σχεδιάσει και συγκροτήσει με κόπο.

    Το επόμενο λεπτό ήχησαν οι σάλπιγγες, έφτανε ο δικτάτορας και ο διμοιρίτης με έχωσε βιαστικά τελευταίο στο άγημα απόδοσης τιμών. Δεν είχα όμως το όπλο μου, δεν προλάβαινα να το φέρω, και μου έκανε τότε πανικόβλητος νόημα να εξαφανιστώ.

    Οταν πήγα και κάθισα στον τεράστιο άδειο θάλαμο των δοκίμων, με τους οπλοβαστούς φορτωμένους τα σιδερένια τυφέκια, ολομόναχος, ανάμεσα στις αμέτρητες κουκέτες με τα κρεβάτια στρωμένα όλα αλφάδι και τα μαξιλάρια με τις διπλωμένες κουβέρτες ευθυγραμμισμένες στην εντέλεια, σκέφτηκα πως δεν θα τη διηγηθώ ποτέ και πουθενά αυτή την ιστορία, γιατί δεν πρόκειται κανείς να με πιστέψει. Τότε φωτίστηκε ξαφνικά το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο κι αμέτρητα φωτάκια αναβόσβηναν ασταμάτητα, λες και με κορόιδευαν.