Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Στο δόκανο της ζήλειας

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
  • Ο αγαπημένος των μελισσών, μυθιστόρημα
  • Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.168
Το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μια περίπλοκη οικογενειακή ιστορία, μέσα από την οποία θίγεται πρωτίστως το ζήτημα του χρόνου και δευτερευόντως αυτό της ζήλειας. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, δηλαδή, αναζητά τρόπους να νικήσει τον χρόνο, να μην μεγαλώσει άλλο, να παραμείνει αναλλοίωτος. Στην ιστορία αυτή, ο Μήτσου δεν ενδιαφέρεται να αποτυπώσει πάθη και συγκινήσεις, αλλά να υποστηρίξει διανοητικά την κεντρική του ιδέα.

Η ιστορία έχει περίπου ως εξής: Ο Μπρούνο σκοτώνει τον Αριστείδη που ήταν ο εραστής της κόρης του και παντρεύεται τη γυναίκα του εραστή, την Ευτέρπη. Από αυτές τις σχέσεις προκύπτουν δύο παιδιά, η Μπριγκίτε, που είναι η εγγονή του Μπρούνο και νόθα κόρη του εραστή, και ο Αντρέας, που είναι ο νόμιμος γιος του εραστή. Τα δυο παιδιά, η Μπριγκίτε, κυρίως, που έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον παππού της, με την βοήθεια του Αντρέα θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια για τον θάνατο του πατέρα της και θα απομυθοποιήσει τον παππού της.

Υπάρχουν πλείστες αναφορές στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Μία από αυτές είναι ο μύθος του Οιδίποδα, με τη διαφορά ότι, εδώ, τον πατέρα δεν τον σκοτώνει ο γιος, αλλά ο παππούς, με κίνητρο όχι τον ερωτικό πόθο αλλά το να κερδίσει χρόνο. Ο Μπρούνο θεωρεί ότι ο Αριστείδης είναι ο εαυτός του όπως ήταν στα νιάτα του. Έτσι, τον σκοτώνει με την ελπίδα να κερδίσει τα είκοσι χρόνια που έχουν διαφορά και καπηλεύεται τη ζωή του: παίρνει τη θέση του στην οικογένειά του. Κι αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος που ο Μπρούνο χρησιμοποιεί για να κερδίσει χρόνο: επίσης ζητά να μοιραστεί τον τάφο του, όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Αριστείδης τυχαία ταριχεύθηκε μέσα στην κερήθρα των μελισσών, και συνδέει το όνομά του με έναν λαϊκό θρύλο, που θα του προσφέρει υστεροφημία. Τον θρύλο αυτό, τον επικαλείται ο Μπρούνο, ώστε να δικαιολογήσει την αρπαχτική του διάθεση, αφού υποστηρίζει ότι αν δεν σκοτώσεις τον σωσία σου, θα σε σκοτώσει εκείνος πρώτος.

Εδώ ανοίγει το δεύτερο βασικό θέμα της ιστορίας, που είναι η ζήλεια. Ο Μήτσου αξιοποιεί την ψυχαναλυτική ερμηνεία της ζήλειας, που εξηγεί ότι το συναίσθημα αυτό προκύπτει όταν κάποιος θεωρήσει ότι είναι ίδιος με τον άλλον. Με βάση αυτή την ψευδαίσθηση, αυτός που την έχει, ποθεί να αρπάξει όσα έχει ο «όμοιος» και εκείνος δεν τα έχει. Ο Μήτσου υπογραμμίζει τις ποιότητες, «όμοιος» κι όμως «διαφορετικός», όταν φτιάχνει τους δύο ανταγωνιστές: ο Μπρούνο είναι ένας ξένος ελληνολάτρης και ο Αριστείδης ένας έλληνας καθηγητής αγγλικών. Επίσης, η ιστορία αφήνει να φανεί ότι η αρπαχτική ζήλεια δεν σταματά ποτέ, ούτε και για τον τιμωρό, μια και η Μπριγκίτε, αφού αποκαλύψει την αλήθεια για το θάνατο του πατέρα της, αποφασίζει να μείνει στην Ελλάδα γιατί «ανήκει» εδώ. Το τι λοιπόν μπορεί να θεωρήσει ένα μυαλό ότι του ανήκει, είναι μια περίεργη υπόθεση. Οι αγώνες κατά της ζήλειας και κατά του χρόνου πιθανώς να είναι εξίσου εξοντωτικοί.

Η αφήγηση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε φιλοσοφικά κείμενα, ελληνικά και ξένα, την αρχαιοελληνική γραμματεία ή άλλες πληροφορίες για τον αρχαίο κόσμο, έτσι που η πλοκή και οι διάλογοι συνεργάζονται συχνά, ώστε να δημιουργούν τις κατάλληλες ευκαιρίες για να διατυπωθούν αυτές οι απόψεις. Στο μυθιστόρημα αυτό δεν θα βρει ο αναγνώστης μια πληθωρική αφήγηση και ακραία συναισθήματα. Ο λόγος είναι λιτός και στρωτός και δεν ενδιαφέρεται για τα πάθη των ηρώων, αν και δεν λείπουν υποψίες συναισθηματισμού, όπως όταν η ερωμένη, που πριν πεθάνει ψελλίζει το ρεμπέτικο τραγούδι που άκουγε, όταν έκανε τη μοναδική και μοιραία ερωτική πράξη. Επίσης, δεν υπάρχουν εξπρεσιονιστικά στοιχεία, ώστε να αποδοθεί η αχόρταγη ψυχοσύνθεση του Μπρούνο, ή για να φτιαχτούν εντυπωσιακές, «σκοτεινές» εικόνες. Τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει το διανοητικό κομμάτι του θέματός του και για αυτό η γραφή του απλά αναφέρει γεγονότα. Παράλληλα, η αφήγηση αποστασιοποιείται. Διέρχεται, μέσω διαφορετικών φορέων, τον τριτοπρόσωπο αφηγητή, τον Μπρούνο, την Μπριγκίτε, το συγγραφικό «εγώ» και εγκιβωτίζεται μέσα σε ένα χαλαρό πλαίσιο που ανοίγει και κλείνει το μυθιστόρημα και αφορά ένα ασήμαντο περιστατικό, κάποιο γέρο που επιτέθηκε σε έναν νέο, ο οποίος τον ακινητοποίησε, τον παρέδωσε στην αστυνομία, αλλά αφέθηκε ελεύθερος, και φεύγοντας, ο γέρος αυτός, χαιρετά έναν φρουρό που έχει ακριβώς τα χρόνια που ήθελε ο Μπρούνο να κερδίσει.

Ο Μήτσου λειτουργεί αφαιρετικά στην αφήγηση της ιστορίας του παραμένοντας στοχαστικός, ίσως, όμως, στο τέλος της ανάγνωσης αφήνει στον αναγνώστη ένα συναίσθημα ότι αυτό που διάβασε ήταν «λίγο». Ο τίτλος όμως του μυθιστορήματός του αποτελεί ένα ελπιδοφόρο σύμβολο. Ο αγαπημένος των μελισσών είναι το θύμα της ζήλειας και ο αγαπημένος της τύχης. Όσο κι αν ο θρύλος θεωρεί ότι η ζήλεια είναι αναπόφευκτη και πως κερδίζει όποιος ζηλέψει πρώτος, τελικά υπάρχει πάντα η ελπίδα μιας σοφής φύσης που μεριμνά για τα δίκαια.

ΤΗΣ ΒΙΒΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΠΟΝΣΕ*Η ΑΥΓΗ [ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ]: 01/08/2010

*Η Βιβή Ζωγράφου-Πόνσε είναι δημοσιογράφος

H προσκόλληση του ανθρώπου στη νεότητα

  • Η αγωνία για τον χρόνο που περνά και μαζί του παίρνει και την ομορφιά
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο αγαπημένος των μελισσών
    εκδ. Καστανιώτη
Τίτλος που, ως οφείλει, κεντρίζει, θυμίζει Αγγελόπουλο και Μαστρογιάννι, τις μέλισσες στην ποίηση και στα αρχαιοελληνικά κοσμήματα, τις ιέρειες-μέλισσες στην Ελευσίνα και την Εφεσο των μυστηρίων. Το ποίημα της προμετωπίδας προεξαγγέλλει σαφώς το θέμα: η αγωνία του χρόνου που περνά. Η εναρκτήρια σελίδα, λιτή και περιεκτική, δηλώνει -υποτίθεται- τον σκοπό: το βιβλίο γράφτηκε για να ερμηνευτεί η φαινομενικά αναίτια επίθεση στη θάλασσα ενός ηλικιωμένου άντρα σε έναν νεότερο. Η «μυθοπλασία» απαντά εξηγητικά σε μια άλλη ιστορία, που παρουσιάζεται ως «αληθινή» και κλείνει στις τελευταίες σελίδες. Το θέμα της κεντρικής ιστορίας, η εμμονική, φαουστική προσκόλληση στη νιότη και την ομορφιά, αλλά και ο άλλος εαυτός και η μυθική αχλύ που τον περιβάλλει. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που το μυθιστόρημα δημιουργεί εξαρχής ζεύγη ομοίων, είδωλα: η αληθινή ιστορία περικλείει, κυριολεκτικά, τη μυθοπλασία που την ερμηνεύει. Ο συγγραφέας που εμφανίζεται στη μέση περίπου της αφήγησης σε πρώτο πρόσωπο, άλλο ένα είδωλο στη σειρά Μπρούνο-Αριστείδης-τριτοπρόσωπος αφηγητής, επιβεβαιώνει την αναγεννητική δύναμη της γραφής, ως κατοπτρισμού.

Ο Μπρούνο είναι ένας εξηντάρης Σουηδός καθηγητής ανθρωπολογίας που μένει στην Ολλανδία και έρχεται στην αγαπημένη του Ελλάδα για να γιατρευτεί από τον πόνο και τον φόβο για τη φθορά του σώματος, αναβαπτιζόμενος στη ροή του ιστορικού χρόνου και στα νερά της Ναυπάκτου. Για μια στιγμή τα καταφέρνει, νιώθει έτοιμος να ξαναρχίσει από την αρχή, αναγεννημένος. Την αμέσως επόμενη, βρίσκεται στα Τάρταρα: έχει αντικρίσει τον άλλο του εαυτό, τον σωσία του, είκοσι χρόνια νεότερο και είκοσι πόντους κοντύτερο (το αντίθετο από ό, τι στην «αληθινή» ιστορία). Ο κλονισμός του Μπρούνο είναι τεράστιος και το σχέδιο που αμέσως συλλαμβάνει πολύ αποτελεσματικό: εξοντώνει τον σωσία του, Αριστείδη, και οικειοποιείται τη ζωή του.

Το σασπένς της ιστορίας βρίσκεται στο δυσεξήγητο των κινήτρων του, τα οποία μαθαίνουμε στην πορεία και σχετίζονται με τους μύθους για τον άλλον εαυτό. Το άνοιγμα του ακραία πραγματικού -της προσκόλλησης δηλαδή ενός ανθρώπου στη νιότη και το σφρίγος σε βαθμό ακόμα και εγκληματικό– στο φανταστικό, πραγματοποιείται με τη μετατόπιση των ιδιοτήτων του νεκρού σωσία στον δολοφόνο: ο Μπρούνο, δολοφονώντας τον σωσία του, σφετερίζεται εκτός από τη γυναίκα του, την Ευτέρπη, και τη νιότη του, κερδίζει είκοσι χρόνια. Ερχεται όμως η στιγμή που ο Αριστείδης, αγαπημένος των μελισσών, συμβόλων της ζωής και αιωνιότητας που με κάποιο τρόπο του χαρίζουν σε μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου, τον εκδικείται μέσα από την απρόσμενη συνέχειά του, την κόρη του και εγγονή του Μπρούνο.

Η αφήγηση της ιστορίας, σε ανισομήκεις αλλά πάντα σύντομες ενότητες, με εναλλασσόμενες αφηγηματικές τεχνικές, διανθίζεται από μια σειρά δοκιμιακού τύπου παρεμβάσεις που αρχικά τις θεώρησα υπερβολικές. Στη συνέχεια, όμως, είχα μια αίσθηση ότι υπηρετούν τη στόχευση του συγγραφέα.

Επενδύοντας το θέμα του με αναφορές στην ελληνική παράδοση, από τον Οιδίποδα που επανέφερε τους δύο εαυτούς, αυτόν που ήταν και αυτόν που νόμιζε πως ήταν, ώς τις θρησκευτικές και λαϊκές δοξασίες για τις μέλισσες, και ποντάροντας στην άκρα λιτότητα και οικονομία σε όλα τα επίπεδα, ο Μήτσου καταφέρνει να φτιάξει ένα πρωτότυπο, πολυσύνθετο και μαζί ευανάγνωστο μυθιστόρημα. Αν τελικά οι δοκιμιακές παρεμβάσεις ή η αυτοαναφορικότητα χρειάζονται μια λίγο διαφορετική διαχείριση, αν οι διάλογοι παππού και εγγονής είναι κάπως υπερβολικοί, είναι ζητήματα δευτερεύοντα. Το σημαντικό είναι ο ρυθμός, σχεδόν κινηματογραφικός, οι εικόνες που γράφονται στο βλέμμα και στον νου, οι λέξεις που δεν περισσεύουν. Ο «Αγαπημένος των μελισσών» είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μια ανάσα και σηματοδοτεί μια νέα φάση στη δημιουργική πορεία του Ανδρέα Μήτσου.
  • ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/08/2010

Οπου οι μέλισσες γίνονται Ερινύες

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο αγαπημένος των μελισσών
    εκδ. Καστανιώτη
Η ζήλια για τα νιάτα και ο πόθος της αναστροφής του ρολογιού της ζωής σπρώχνουν έναν άνθρωπο που γερνάει στην υφαρπαγή της ζωής ενός πολύ νεότερού του. Αλλά, ενώ όλα φαίνεται να πηγαίνουν γι΄ αυτόν κατ΄ ευχήν, η μοίρα δεν έχει πει την τελευταία λέξη της

Ο τρόμος του γήρατος και το όνειρο της αιώνιας νεότητας είναι ένα θέμα παλιό όσο και η ανθρωπότητα. Ο μυθικός Γκιλγκαμές, που ταξίδεψε ώς την άκρη του κόσμου για να μάθει το μυστικό της αθανασίας, κατάφερε να του δοθεί κάτι λιγότερο, αλλά κι αυτό πολύ: ένα βοτάνι που εξασφάλιζε ισόβια νιότη. Του το έκλεψε όμως, καθώς κοιμόταν, ένα φίδι. Στην εποχή μας, τον ρόλο του μαγικού βότανου έχουν αναλάβει οι τεχνικές (περισσότερο υποθετικές παρά πραγματικές, τουλάχιστον για την ώρα) της κρυονικής και της γενετικής μηχανικής. Ενδιάμεσα, ο Ντόριαν Γκρέι του ΄Οσκαρ Ουάιλντ είχε τη φαεινή ιδέα να μεταθέτει όλα τα σημάδια της φθοράς του στο πορτρέτο του, ώστε ο ίδιος να μένει νέος και ωραίος. Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πιστέψουν και να κάνουν οτιδήποτε υπόσχεται να τους εξαιρέσει, τον καθένα τους ατομικά, από αυτό που είναι η κοινή μοίρα όλων των ζωντανών πλασμάτων.

Ο Μπρούνο Γκούσταφσον, ο 59χρονος Σουηδός ανθρωπολόγος και ελληνιστής που πρωταγωνιστεί στο τελευταίο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου, συλλαμβάνει ένα σχέδιο ακόμα πιο τολμηρό από τα παραπάνω. ΄Εχοντας γνωρίσει στην παραλία της Ναυπάκτου έναν ΄Ελληνα που του μοιάζει σε όλα (εκτός από το ύψος, πολύ μικρότερο από το δικό του), αλλά είναι είκοσι χρόνια νεότερός του, αποφασίζει, αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ, να τον σκοτώσει, ν΄ αποκτήσει τη νέα και όμορφη γυναίκα του και να συνεχίσει τη ζωή του από την ηλικία στην οποία σταμάτησε η ζωή του σωσία του: στα τριάντα εννιά. Το σχέδιο εφαρμόζεται και, όπως φαίνεται, με πλήρη επιτυχία. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Μπρούνο Γκούσταφσον- μια φαουστική μορφή δαιμονικότερη από τον κλασικό ήρωα και με πολύ λιγότερες υπαρξιακές ανησυχίες (για την ακρίβεια καμία)- δεν δείχνει ούτε εξήντα χρονών, είναι ακόμα παντρεμένος με τη γυναίκα του θύματός του και ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση, που διεισδύει βαθιά στο έδαφος της αλαζονείας. Νιώθει παντοδύναμος σαν θεός. Αλλά η μοίρα, που νόμιζε πως την είχε ξεγελάσει, έχει ήδη στήσει την παγίδα της. Ο σωσίας είχε προλάβει να σμίξει με την ανήλικη κόρη του καθηγητή και να της φυτέψει ένα παιδί. Σαν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, το παιδί αυτό, η Μπριγκίτα, θα υποπτευτεί τη φριχτή πράξη του παππού της, θα βεβαιωθεί και θ΄ αναλάβει να εκδικηθεί για τον πατέρα της.

Η πεζογραφία του Ανδρέα Μήτσου βρίθει ηρώων με έμμονες ιδέες, οι οποίες παίρνουν διαστάσεις παράνοιας και τους οδηγούν στο να καταστρώνουν και να πραγματοποιούν σενάρια που διαμορφώνουν παράλογες καταστάσεις. Αυτή είναι η καίρια διαφορά του Μήτσου από τους συγγραφείς «καφκαϊκού» κλίματος, όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται θύμα μιας εξωπραγματικής, εφιαλτικής καταδίωξης. Εδώ, αντίθετα, τα κεντρικά πρόσωπα, σαν τους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, υφαίνουν από μόνα τους και απολύτως συνειδητά τον ιστό μέσα στον οποίο θα αιχμαλωτιστούν (χωρίς, εννοείται, να είναι αυτή η επιδίωξή τους). Η ιδιαιτερότητα αυτή, σε συνθήκες σύγχρονες όπου το αίσθημα του τραγικού έχει χαθεί εδώ και καιρό, προσδίνει στις ιστορίες του Μήτσου κάτι από τον χαρακτήρα μιας σουρεαλιστικής μαύρης κωμωδίας. Πολλές φορές οι καταστάσεις που περιγράφονται εκεί θυμίζουν ταινίες του Μπουνιουέλ.

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μια πολύ κοινή ανθρώπινη αγωνία προκαλεί μια αδιανόητα ακραία συμπεριφορά. Ο Μπρούνο Γκούσταφσον εξωθείται στην πράξη του από μια σκανδιναβική δοξασία, σύμφωνα με την οποία ο ψυχοπομπός άγγελος εμφανίζεται στους ανθρώπους με τη μορφή σωσία τους. Σκοτώνοντας αυτόν που βλέπει σαν δικό του ψυχοπομπό, ο Μπρούνο πιστεύει πως μπορεί ν΄ αναβάλει τον θάνατό του και μάλιστα να γυρίσει τον βιολογικό χρόνο του είκοσι χρόνια πίσω. Δεν στέκει και τόσο καλά ως μυθοπλαστική ιδέα, αλλά σε τέτοιες ιστορίες η πειστικότητα εξαρτάται πιο πολύ από τη συνεπή ανάπτυξη της, οσοδήποτε απίθανης, αρχικής σύμβασης. Και από αυτή την άποψη ο Μήτσου τα καταφέρνει καλά. Ο ήρωάς του, όπως τον εξεικονίζει στην πορεία της αφήγησης, είναι τρομακτικός όσο και γελοίος, εγκληματίας όσο και αξιολύπητα αφελής.

Φυσικά, αυτό που επιζητεί ο Γκούσταφσον αποτελεί ύβριν. ΄Οσο περισσότερο ο άνθρωπος προσπαθεί ν΄ αποφύγει το πεπρωμένο του, τόσο επιταχύνει τη συνάντησή του με αυτό. Ο Δημόκριτος το είπε πολύ ωραία: «΄Ανθρωποι τον θάνατον φεύγοντες διώκουσι». Το ίδιο δείχνει και ο μύθος του Οιδίποδα. Ο οποίος μύθος παίζει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα του Μήτσου, καθώς ο αρχαιολάτρης Σουηδός καθηγητής εμπνέεται από αυτόν μια κρίσιμη, όπως θ΄ αποδειχτεί, λεπτομέρεια του σχεδίου του. Εξάλλου, είναι αρκετά εμφανής η αναλογία ανάμεσα στις δύο ιστορίες: ο Οιδίπους σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα του, ο Μπρούνο σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα της εγγονής του (αν και θα τον είχε σκοτώσει με διπλή ευχαρίστηση, αν το ήξερε).

Το επιμύθιο είναι ότι κανένας δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή ενός άλλου ούτε να παρατείνει με αφύσικες μεθόδους τη νεότητά του χωρίς να πληρώσει κάποια στιγμή βαρύτατο τίμημα. Ο Μπρούνο Γκούσταφσον μπορεί να θριαμβεύει προσωρινά, αλλά στο τέλος δεν θα έχει καλύτερη τύχη από τον Γκιλγκαμές ή τον Ντόριαν Γκρέι. Ο θάνατός του θα είναι τόσο αφύσικα σκληρός όσο ο τρόπος που διάλεξε για να τον αναβάλει. Το φυσικό μέτρο σ΄ αυτή την ιστορία αντιπροσωπεύεται από το θύμα του Μπρούνο, έναν καθ΄ όλα απλό και μάλλον αγαθό άνθρωπο, που ίσως γι΄ αυτό ήταν «ο αγαπημένος των μελισσών», αφού οι μέλισσες μαζεύονταν σμάρι γύρω του χωρίς να τον τσιμπούν. Και είναι οι μέλισσες που, σε μια πραγματικά πολύ όμορφη σκηνή μαγικού ρεαλισμού, θα υποδείξουν το μυστικό μέρος της ταφής του.

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και μ΄ ενδιαφέρον, χάρη στις συχνές τροπές της πλοκής, τον επαμφοτερισμό μεταξύ δράματος και κωμωδίας (μαύρης, είπαμε) και την ευελιξία της αφήγησης, όπου στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται διαρκώς ο Μπρούνο, η τιμωρός εγγονή και ο ίδιος ο συγγραφέας, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο συγγραφέας έχει πάντως τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σ΄ αυτή την υπόθεση. Σταθερά μοντερνιστής στην τεχνική του, ο Ανδρέας Μήτσου φροντίζει να υπογραμμίσει τον κατασκευασμένο χαρακτήρα της ιστορίας του: ο συγγραφέας του μάς ανακοινώνει εξαρχής ότι την έγραψε για να δικαιολογήσει την αναίτια επίθεση, στην παραλία της Ναυπάκτου, ενός κοντού άνδρα που πλησίαζε τα εξήντα (όπως ο Μήτσου, όταν έγραφε το βιβλίο) εναντίον ενός κατά είκοσι χρόνια νεότερου, ψηλού λουόμενου. Και στο τέλος του βιβλίου μάς αποκαλύπτει ότι ο δράστης της επίθεσης ήταν ο ίδιος!

Είναι βέβαια πολύ απίθανο να διέπραξε ο Μήτσου πράγματι κάτι σαν αυτό. Απεναντίας, πρέπει να θεωρήσουμε πιθανό ότι αισθάνθηκε κάποια στιγμή μια τέτοια επιθυμία. 
  • ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Ο φόβος κρατάει το κλειδί


«ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ
ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΙΣΧΥΡΟ ΠΑΘΟΣ. Ο ΦΟΒΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΣΧΥΡΟ
ΠΑΘΟΣ. ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΑΝ
ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΙΣ ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΖΩΗΣ». ΤΟ ΜΟΤΟ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΓΕΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ ΓΙΑ
ΤΗ ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ.
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)
    εκδ. Καστανιώτη
Ο Ανδρέας Μήτσου έχει μια μακρά πορεία, 25 χρόνια φέτος (1982-2007), στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Παρά την επιτυχία των δύο του μυθιστορημάτων (Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος, 1996), νομίζω ότι παραμένει ένας σημαντικός διηγηματογράφος (έξι συλλογές διηγημάτων) με επίμονο, νεανικό ενθουσιασμό για τη γραφή. Το τελευταίο βιβλίο του είναι μια νουβέλα. Ο κύριος Επισκοπάκης ο τίτλος, Η εξομολόγηση ενός δειλού ο υπότιτλος. Στην εποχή του μυθιστορήματος που διανύουμε, «η αγαπημένη φόρμα της νουβέλας» κατά τον Χένρι Τζέιμς, έχει υποστεί μια εκδοτική απαξίωση, αν και έχει επιδείξει λαμπρά επιτεύγματα και παλαιότερα και πρόσφατα. Το εξαίρετο Κουαρτέτο του Κουμανταρέα, στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του, νουβέλα είναι. Και πόσα σύγχρονα μυθιστορήματα δεν είναι σκιάχτρα παραγεμισμένα με άχυρο, γύρω από τον σκελετό μιας απλής νουβέλας; Το μότο του βιβλίου, απόσπασμα από τη Λέσχη της αυτοκτονίας του Ρ. Λ. Στίβενσον, υπονομεύει την αγάπη και μας εισάγει στον φόβο. Η νουβέλα του Μήτσου εξιστορεί μια διπλή μοιχεία και την εμπλοκή που προκαλεί στην τακτοποιημένη ζωή του αφηγητή. Ο χώρος απόλυτα αναγνωρίσιμος, η σύγχρονη αστική Αθήνα, πολιτεία φοβική. Η αφήγηση σφικτή, ασφυκτική, νευρώδης, τονισμένη στον ρυθμό των μικρών προτάσεων, των ολιγόλεκτων κεφαλαίων. Πρωταγωνιστούν τέσσερα πρόσωπα, μια γυναίκα και τρεις άνδρες. Η Αντιγόνη οδοντίατρος, παντρεμένη. Ο Σωτήρης, ο σύζυγός της, πλοίαρχος του Λιμενικού που κάθε Πέμπτη αναλαμβάνει αξιωματικός υπηρεσίας. Η Αντιγόνη τις Πέμπτες, κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής διακοπής, συναντά σε ξενοδοχείο των Εξαρχείων, τον αφηγητή- τον κύριο Επισκοπάκη.
  • Ερωτεύθηκε
Ο αφηγητής, σχεδόν μεσόκοπος, πρώην καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας, τώρα πλούσιος κοσμηματοπώλης, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο, με μικρό παιδί. Τη στιγμή που όλα στη ζωή του πάνε κατά ευχήν, ερωτεύεται την Αντιγόνη. Για το ιδιαίτερο ψεύδισμα της φωνής της και γιατί μόνο αυτή ανιχνεύει τους φόβους του, μόνο αυτή αγάπησε τη σιωπή του. Το καλά κουρντισμένο σκηνικό της αστικής ευτυχίας σχίζεται με την εισβολή του τέταρτου προσώπου, του Τοντόρ Χελιδονόπουλου. Του Βούλγαρου, του μετανάστη, του άσχημου, του φαφούτη, του μονόφθαλμου, του εκβιαστή. Το ξένο λαίμαργο αγρίμι στήνει το ακατέργαστο δίχτυ του φόβου. Με αυτόν η Αντιγόνη θα αντικαταστήσει στο κρεβάτι του ξενοδοχείο τον αφηγητή. Με τον Χελιδονόπουλο που είναι άνδρας και αξίζει να ζει.

Η κατάληξη δραματική: ο αξιωματικός του Λιμενικού, οδηγημένος από τηλεφώνημα του αφηγητή, θα σκοτώσει την Αντιγόνη και τον Βούλγαρο εραστή της, στο αγροτόσπιτο όπου θα τους ανακαλύψει και θα τους κάψει. Ο δολοφόνος συλλαμβάνεται και κλείνεται στη φυλακή. Στα χέρια του αφηγητή, ύστερα από χρόνια, θα πέσουν τα φύλλα του ημερολογίου της Αντιγόνης που θα τα φωτίσουν όλα. Η Αντιγόνη τον αφηγητή αγαπούσε και αυτή κατέστρωσε το καταχθόνιο σχέδιο. Θα οδηγούσε τον ζηλιάρη σύζυγό της να σκοτώσει τον Βούλγαρο εκβιαστή και απαλλαγμένη και από τους δύο, ελεύθερη, θα ζούσε τον έρωτά της με τον αφηγητή. Ο φόβος για τη ζωή του αφηγητή, η ολέθρια, ζηλόφθονη παρέμβασή του έφεραν την κατάρρευση και την τιμωρία όλων.

Ο αφηγητής παρουσιάζει την Αντιγόνη να λατρεύει τον Τζέιμς, να δανείζεται σκέψεις του και να έχει «μια ιερή μανία... με ό,τι έπλαθε μες στο κεφάλι της. Και πίστευε πως μόνο έτσι ήταν τα πράγματα και η αλήθεια... και με τον ίδιο τρόπο ήθελε να πραγματώνονται».

Ο Ανδρέας Μήτσου παρωθεί τη μυθοπλασία, την εμπιστοσύνη στη νεωτερική αφήγηση και προσβάλλοντας τη νομιμοποίηση κάθε «αληθινής» αναπαράστασης μιας ψευδούς (;) πραγματικότητας φτάνει στα σύνορα μιας μεταμοντέρνας συνθήκης: «Όσοι έχουμε επιλεγεί και μετέχουμε σε κάθε ιστορία, απλώς κουβαλάμε τα πράγματα έως εδώ. Τα ξετυλίγουμε, κι αυτά ερήμην μας μετά κυλάνε. Είμαστε μόνο οι φορείς κάποιου κρυμμένου, συχνά ακατάληπτου νοήματος...».
  • Αυτοτιμωρήθηκε
Ο αφηγητής οδηγώντας την Αντιγόνη στον θάνατο, τιμωρεί τον εαυτό του και αφηγηματικά και πραγματικά. Το αντικείμενο του έρωτά του καταπίπτει μέσα από τα χέρια του. Ο Άγγελος που έχει καθήκον να σώσει τον κόσμο γίνεται μαντατοφόρος του θανάτου. Η τραγική ειρωνεία υποδηλώνεται και με την έλλειψη πένθους για τον διπλό θάνατο και με την ανάγνωση των σελίδων του ημερολογίου της Αντιγόνης. Τελικά δεν θριαμβεύει ο θάνατος αλλά η αγάπη της γυναίκας. Της Αντιγόνης που έξω από καθεστώτες νόμους προσφέρει στην εγωκεντρική, κενή ύπαρξη του αφηγητή τη γεύση της ζωής. Και ο αφηγητής, στερημένος από κάθε πόθο, αρνείται την αφύπνιση και απαγγέλλει την καταδίκη του. Όταν η ζωή του μπαίνει στους παλιούς ρυθμούς και αφού καταχώνιασε το ημερολόγιο της Αντιγόνης σε σκοτεινό συρτάρι, απροσδόκητα άρχισε να μιλά όπως εκείνη. «Ίδιες αποχρώσεις της φωνής, ίδιες διακυμάνσεις της έντασης». O αφηγητής χάνει τον λόγο της μυθοπλασίας και αποκτά τη φωνή της παρωδίας. Ένας υποψιασμένος πεζογράφος μάς ψυχαγωγεί με μια αφήγηση αξιώσεων, πέραν της δρομολογημένης πορείας των πραγμάτων και της τετριμμένης σοβαροφάνειας. 
  • ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗΣ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 28 Ιουλίου 2007

Μικρά καθημερινά εγκλήματα

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)
    εκδ. Καστανιώτη
Είναι εραστές. Παντρεμένοι, αλλά όχι μεταξύ τους. Ένα παράνομο ζευγάρι, λοιπόν. Η σχέση τους υπακούει σε αυστηρούς κανόνες: συναντήσεις μόνο κάθε Πέμπτη μεσημέρι σ΄ ένα μικρό ξενοδοχείο στα Εξάρχεια, η περίπτωση να διαλύσουν τους γάμους τους και να νομιμοποιήσουν τον δεσμό τους έχει αποκλειστεί εξαρχής.

Εκείνη, η Αντιγόνη, είναι οδοντίατρος, καλλιεργημένη, με πολύ από το πάθος της μυθολογικής συνονόματής της, αποφασισμένη όμως να μη διακινδυνεύσει τη νηνεμία που της εξασφαλίζει η οικογένειά της και την αυτοσυγκράτηση που της επιβάλλει η ευθύνη γι΄ αυτήν, έστω και αν ο σύζυγός της είναι ένας μονοκόμματος αξιωματικός του Λιμενικού.

Εκείνος, ο Άγγελος, μοιάζει να λοιδορεί το όνομά του- ή να λοιδορείται από αυτό. Εκτός αν οι άγγελοι αυτοεξευτελίζονται και παρασύρονται από το πάθος τους σε μικρόψυχες πράξεις εκδίκησης. Όπως και αν έχει το πράγμα, ο Άγγελος Επισκοπάκης, με το πλήρες όνομά του, είναι ιστορικός και φιλόλογος, πρώην καθηγητής πανεπιστημίου, που χάρη σ΄ έναν πλούσιο δεύτερο γάμο απέκτησε κοσμηματοπωλείο και αφοσιώθηκε σ΄ αυτό (ομολογουμένως παράξενη αλλαγή καριέρας). Εγκεφαλικός, για την ακρίβεια δειλός απέναντι στα συναισθήματά του, φροντίζει να τα ποδηγετεί, να τα στομώνει, και πιστεύει πως έχει πλήρη έλεγχο της διπλής ζωής του.

Ώσπου εμφανίζεται ο εκβιαστής, στο πρόσωπο ενός αγροίκου Βούλγαρου μετανάστη. Σε πρώτη φάση ο Τοντόρ, όπως λέγεται, δεν ζητάει χρήματα, αλλά τις σεξουαλικές υπηρεσίες της Αντιγόνης. Η οποία ενδίδει και, τουλάχιστον από ένα σημείο κι έπειτα, φαίνεται πως δεν το κάνει μόνον από εξαναγκασμό. Ο Άγγελος ταπεινώνεται μαζοχιστικά, παρακολουθώντας ανήμπορος τις συναντήσεις της ερωμένης του με τον Βούλγαρο στο ίδιο εκείνο ξενοδοχείο των δικών τους ερώτων.

Κάποια στιγμή ωστόσο η Αντιγόνη επιστρέφει σ΄ αυτόν, δηλώνει ότι θέλει να ξεμπλέξει με τον Βούλγαρο και, αιφνιδιάζοντας τον Άγγελο, του ζητάει να ζήσουν μαζί. Αυτός, αναστατωμένος, αλλά και μην παίρνοντας πολύ στα σοβαρά την πρότασή της, αρνείται. Με τη σειρά της τότε η Αντιγόνη τον απορρίπτει και συνεχίζει τη σχέση της με τον Τοντόρ, τον οποίο τώρα εκθειάζει, με συγκρίσεις καταδικαστικές για τον Άγγελο. Τυφλωμένος από την απελπισία του για την απώλεια της ερωμένης του, ο τελευταίος μεθοδεύει μια εκδίκηση άγρια όσο και ποταπή. Για να πληροφορηθεί, όταν θα είναι πια πολύ αργά, ότι είχε εκτιμήσει εντελώς λανθασμένα την κατάσταση.

Ο Ανδρέας Μήτσου κινείται για άλλη μια φορά σ΄ ένα πεδίο που φαίνεται πως του είναι προσφιλές: το θέμα της ψυχικής αποδιάρθρωσης και σύγχυσης του σύγχρονου ανθρώπου, που παραδέρνει ανάμεσα σε αντιφατικές ανάγκες, παρορμήσεις και αξίες, χωρίς να έχει τη δύναμη, αλλά ούτε τα κριτήρια για ξεκάθαρες και συνεπείς επιλογές. Οι χαρακτήρες αυτού του συγγραφέα είναι λίγο-πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι που δεν μπορούν να κατευθύνουν τη ζωή τους, ενεργούν σπασμωδικά, οι πράξεις τους φέρνουν αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα, οι ίδιοι έχουν είτε θολή είτε παραπλανητική εικόνα για τα κίνητρά τους και τις επιθυμίες τους.

Το επίθετο του πρωταγωνιστή στη συγκεκριμένη νουβέλα είναι ακόμη πιο ειρωνικό από το βαφτιστικό του: ο κύριος Επισκοπάκης δεν είναι καθόλου σε θέση να επισκοπήσει αυτό που τον αφορά πιο άμεσα, την ίδια δηλαδή την κατάστασή του. Η συμπεριφορά του υπαγορεύεται προπαντός από τον φόβο: τον φόβο της αποσταθεροποίησης μιας έστω συμβατικής οικογενειακής ζωής (αυτόν που η Αντιγόνη, περισσότερο αυθόρμητη και ανήσυχη, θα ξεπεράσει), τον φόβο της αντιμετώπισης των βαθύτερων συναισθημάτων του, τον φόβο της απώλειας της ερωμένης του και της επιβεβαίωσής του ως άνδρα, στο τέλος ακόμη και τον φόβο της ανάλυσης και εξήγησης αυτού που του συνέβη.

Η αφηγηματική τεχνική του Ανδρέα Μήτσου είναι σύστοιχη με τη σύγχυση του ήρωά του και καθρέφτης της. Καθώς ο Άγγελος Επισκοπάκης δεν μπορεί ούτε εκ των υστέρων να εποπτεύσει την ιστορία του, να την αναπλάσει με συνεκτικό και νοηματοδοτικό τρόπο, τη διηγείται αποσπασματικά, χασματικά, παρεμβάλλοντας κάθε τόσο σκέψεις που επιστρέφουν στον εαυτό τους και συνειρμικές εικόνες από την παιδική ηλικία του χωρίς εμφανή σχέση αναφοράς με τις περιστάσεις μέσα στις οποίες γεννήθηκαν. Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, με άλλα λόγια, δεν έχει βγει από αυτή σοφότερος. Ο αναγνώστης όμως έχει καταλάβει αρκετά.

Λιγότερο συνεπής με την αφηγηματική τεχνική είναι η μυθοπλαστική υπερβολή της κατάληξης. Ο συγγραφέας έχει επιλέξει να εγκαταστήσει την ιστορία του μέσα στον χώρο του συνηθισμένου και κοινότοπου, γιατί, όπως λέει μέσω του ήρωά του, εκεί «λουφάζει η αλήθεια του καθενός» και «όσο βαθαίνει κανείς, το πολύπλοκο γίνεται απλό, καθημερινό». Με την επινόηση όμως ενός εξεζητημένου, ακραία δραματικού τέλους φαίνεται να παρεκκλίνει από αυτή τη γραμμή και να ωθεί τον αναγνώστη του να θεωρήσει αναδρομικά την ιστορία υπό το πρίσμα του έκτακτου, πράγμα που δεν της ταιριάζει καθόλου, γιατί παραγνωρίζει την ίδια την ουσία της και αδικεί έτσι την όλη προσπάθεια του συγγραφέα.

Ωστόσο, αν εξαιρέσουμε αυτή την αστοχία, ο Ανδρέας Μήτσου διεξέρχεται το θέμα του λιτά, πειστικά και υποβάλλοντας με τη γραφή του, σε καίρια σημεία, περισσότερα από αυτά που λέει ο ήρωάς του. Προσωπικά, πιστεύω ότι η εκ των ένδον περιγραφή της ατομικής σύγχυσης είναι μια τεχνική που έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της μέσα στα όρια της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι ο Μήτσου, τόσο σ΄ αυτό όσο και σε άλλα βιβλία του, υπερασπίζεται τις επιλογές του με ειλικρίνεια, αισθαντικότητα και μαστοριά. Όπως είναι σήμερα η κατάσταση στην πεζογραφία μας, τέτοιες αρετές δεν είναι και τόσο αυτονόητες για έναν συγγραφέα και πρέπει να τις εκτιμούμε στα πραγματικά τους πλαίσια. 
  • ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Ανατομία του έρωτα και του δειλού άνδρα

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ 
  • Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού) 
  • εκδ. Καστανιώτη

«Η Αντιγόνη ήξερε να διαβάζει τον φόβο μου»... «Τώρα φοβάσαι»...

«Αυτό αποφάσισα πως ήταν ένας σημαντικός λόγος για να την ερωτευτώ. (Δεν φαντάστηκα τότε ότι και τούτο το νόμισμα είχε τις δυο όψεις του)...

«Επειδή ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους μου την ερωτεύτηκα, αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε»... Αυτές οι φρασούλες σε ένα από τα πρώτα μικρά κεφάλαια του βιβλίου θα μπορούσαν και να αποτελούν το «κλειδί». Της απίθανης ιστορίας που εντός ολίγου (λίγες σελίδες μόλις παρακάτω θα ξεσπούσε) ακόμα και αυτού του παράδοξου τέλους που δεν θα μπορούσε να υποθέσει ανθρώπου νους.
  • Εξομολόγηση
Μόλις 143 σελίδες η καινούργια νουβέλα του Ανδρέα Μήτσου, με τίτλο κάθε άλλο παρά φαντασμαγορικό «Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)» και ιστορία μια φαινομενικά μικρή ιστορία, κάποιος αγάπησε μία, αλλά όπως πολύ σωστά έχει γραφτεί με αυτή τη... συγγραφική συνταγή ένας Τολστόι κάποτε έγραψε μια «Αννα Καρένινα» και ο Ανδρέας Μήτσου ένα μικρό αριστούργημα αφηγηματικού ύφους και δομής.

Η ιστορία, απλή, απλούστατη από γεννήσεως κόσμου. Ο κύριος Επισκοπάκης, καθηγητής πανεπιστημίου κάποτε, με τρία κοσμηματοπωλεία τώρα, που ζει συμβατικά, παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με δύο παιδιά, ερωτεύεται την οδοντίατρό του, που γνωρίζει μυθιστορηματικά σε ένα από τα μαγαζιά του. Ο άντρας της, μπαίνει για να της αγοράσει ένα ασήμαντο κόσμημα, κι αυτός της το αλλάζει με τρόπο θεαματικό. Οι ερωτικές συναντήσεις τους ξεκινούν από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, κάθε Πέμπτη τρεις ώρες το μεσημέρι, στο Hotel Marie, δωμάτιο 28. 

Αλλά και τον κίνδυνο της περίπτωσης, κι αυτόν θα τον επισημάνει ο συγγραφέας δια στόματος Αντιγόνης, επίσης, από την αρχή: «Να μην το μάθει ο άντρας μου». Ο κύριος Επισκοπάκης, όμως, δεν θα την πιστέψει.

Το βότσαλο που θα ταράξει τα ήδη παλιρροϊκά νερά θα είναι ένας εκβιαστής, ο Βούλγαρος Θιονδόρ Χελιδονόπουλος, όπως τον φώναζε αυτή με το αισθησιακό ψεύδισμά της, αυτό που πρωτίστως ερωτεύτηκε ο ήρωας, σε σημείο που δεν θα διστάσει καθόλου να παραδεχθεί: «Αρκεί που την άκουγα να μιλάει για να αναπλάσω και να συγκροτήσω μέσα μου ό,τι θεωρούσα ως Αντιγόνη». Πολλά παίχτηκαν εξάλλου επάνω σ’ αυτή τη φωνή.
Τα μεγάλα συγγραφικά ατού, οι χαρακτήρες των ηρώων: «Ετσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο»... Και ο Ανδρέας Μήτσου κάνει ένα απίστευτο ψυχογράφημα της ανδρικής τελικά δειλίας, εφόσον όσο κι αν φαίνεται ότι είναι η Αντιγόνη εκείνη που υποκύπτει και φοβάται τον εκβιαστή, την ώρα της απόφασης άλλος θα αποδειχθεί ο δειλός.

Αλλά ο άσος στο συγγραφικό μανίκι είναι το ύφος, αυτή καθαυτή η αφήγηση. Ο τρόπος που ο ήρωάς του, ο κύριος Επισκοπάκης, επιτελεί ρόλο διπλό. Βιώνει το προσωπικό δράμα και ταυτοχρόνως το αναπλάθει, γνωρίζοντας ταυτοχρόνως και τις παγίδες του ωσεί θεός. Με έναν τρόπο δεξιοτέχνη ζογκλέρ και με ύφος ανδρός που έχει χάσει τα πάντα, το παιχνίδι έχει ήδη συντελεστεί, ούτε καν η παράτασή του μένει. Και θα σταθεί ακόμα και σ’ αυτό αφάνταστα τίμιος, προειδοποιώντας μας και γι’ αυτό ακόμα, απ’ την αρχή: «Με τον ίδιο τρόπο τώρα μιλάω, εξομολογούμαι ετούτη την ιστορία, τρέμοντας μην τελειώσει νωρίτερα, μη δεν αντέξω να πω άλλα και δεν φτάσω ποτέ στο τέλος. Το κακό». Παρά τη συγγραφική τιμιότητα, όμως, το ξάφνιασμα παραμένει μεγάλο. Ουδείς μπορεί να διανοηθεί «αυτό» το κακό. Το τι μπορεί να επιτύχει, τελικά, ένας δειλός άντρας και ποια τιμωρία θα χρειαστεί, στο φινάλε, να υποστεί.

«Γιατί νομίζω, παρ’ όλα αυτά, πως αν τα διηγηθώ τα πράγματα ξανά, άλλη ιστορία θα αφηγηθώ και νέα εκδοχή θα βγει στην επιφάνεια. Κι άλλη ίσως θα ‘χει κατάληξη. 

«Μια εξομολόγηση είναι και τούτη, η δική μου. Μια έκκληση για βοήθεια, που ποντάρω μόνο στον ρυθμό της αφήγησης, στη συνέργια των λέξεων, για να πάρει σώμα και υπόσταση και να με πιστέψετε», θα επιμείνει.

Αποκαλύπτοντας αυτή καθαυτή τη σημασία της αφηγηματικής λειτουργίας, εφόσον στον τρόπο παίζεται το κατά πόσο μια ιστορία είναι ή δεν είναι ζωντανή. Και ο Ανδρέας Μήτσου έκανε με υλικά σπουδαία μια σπαρταριστά ζωντανή ιστορία. Καλοζυγισμένη και καλομετρημένη, με ανάσες και παύσεις σχεδόν τελετουργικές, με ήρωες που διαθέτουν τόσα επίπεδα αντίφασης και κατανόησης όσα διαθέτει και ο καθένας από μας, με γοητεία που αποδεικνύει την αναπλαστική δύναμη της γλώσσας και δομή που δεν σου επιτρέπει να διακρίνεις καν τους αρμούς. Μια μεγάλη-μικρή ιστορία που αποτελεί άσκηση ύφους, μεγίστη. Και η ανατομία ενός έρωτα και ενός δειλού άντρα.
  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Ο Ανδρέας Μήτσου κατάγεται από την Αμφιλοχία. Εχει σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, ελληνική φιλολογία και είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Εχει εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» τιμήθηκε το 1996 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, ενώ η συλλογή διηγημάτων του «Σφήκες» απέσπασε το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002. Εργα του έχουν ανθολογηθεί και μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εργάζεται ως καθηγητής, φιλόλογος, στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» έχουν κυκλοφορήσει: «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» (μυθιστόρημα, 1995). «Γέλια» (διηγήματα, 1998). «Σφήκες» (διηγήματα, 2001). «Ο σκύλος της Μαρί» (μυθιστόρημα, 2004). «Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού» (2005). «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί» (διηγήματα, 2006). «Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού)» (νουβέλα, 2007).
  • ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 16/06/2007

Ανδρέας Μήτσου: «Ποτέ δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη και την αγορά»

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
«Αυτή η ιστορία απαιτεί μια κάθαρση, μια απεμπλοκή του εαυτού σου ώστε να την αναδημιουργήσεις μέσα σου. Ηταν πολύ βασανιστική αυτή η ενδοσκόπηση κατά τη συγγραφή του βιβλίου», εξομολογείται ο Ανδρέας Μήτσου μιλώντας για το πρόσφατα κυκλοφορημένο μυθιστόρημά του «Ο σκύλος της Μαρί» (εκδόσεις «Καστανιώτη»).

Ο συγγραφέας έχει ήδη εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα («Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» -βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο, 1996, ενώ η συλλογή διηγημάτων «Σφήκες» τιμήθηκε με το Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 2002). Στο νέο του βιβλίο πραγματεύεται μια ιστορία έρωτα, με σκηνικό την Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1970. Δύο άντρες του Καζίνου Πάρνηθας αφηγούνται σήμερα την ιστορία μέσα από το δικό τους πρίσμα: η αυτοκτονία ενός αστυνομικού για μια κρουπιέρισσα αποκαλύπτει τη σκοτεινή πραγματικότητα που ορίζει το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του «Μον Παρνές». Παράλληλα, καταδεικνύεται «η απατηλή λάμψη του χρόνου και το ανώφελο μιας φρόνιμης ζωής» και η αναγκαία ενδοσκόπηση στα εσώτερα τοπία της ύπαρξης όταν έρχεται η στιγμή της ανακεφαλαίωσης...
- Ο απώτερος στόχος αυτού του βιβλίου;...
«Υπάρχει μια βιωματική σχέση με τους ήρωές μου, αφού εργάστηκα στο καζίνο της Πάρνηθας εκείνα τα χρόνια, οπότε γνωρίζω κάθε λεπτομέρεια από τον χώρο και τον τρόπο που λειτουργούσε. Αυτό με βοηθάει πολύ, γιατί η ουσία της καθαρής γραφής, όπως πιστεύω, είναι η επιμονή στη λεπτομέρεια. Αλλο τόσο, βίωμα μπορεί να είναι και μια σκέψη αναλόγως του επιπέδου αναστοχασμού και αναψηλάφησης της βασικής αιτίας της γραφής. Η κεντρική ιδέα μου είχε να κάνει με τη μελαγχολία που ένας μεσήλικας βιώνει διαπιστώνοντας ότι έχουν περάσει οι καλές στιγμές της ζωής του κι ότι ο απολογισμός δεν φαίνεται επαρκής».
  • Η αστυνομική πλοκή
- Θα μπορούσε το μυθιστόρημά σας να χαρακτηριστεί αστυνομικό;
«Η αστυνομική πλοκή και δομή λειτουργεί ως πρόφαση για να διευκολυνθεί το τυπικό μέρος της συγκρότησης του κόσμου μου. Εννοώ ότι με απασχολεί περισσότερο ν' αναδείξω την αλήθεια μέσα από το ύφος και τη γλωσσική διεκπεραίωση. Ολα αυτά επεκτείνονται και επεξεργάζονται ούτως ώστε να "εξαπατηθεί" ο αναγνώστης και να συμπορευτεί μαζί μου. Αλλωστε, η αστυνομική πλοκή περιέχει τα στοιχεία της ειρωνείας και της λιτότητας. Αυτό με βολεύει πάρα πολύ για να μην πέσω σε δραματικότητα και ταυτόχρονα να φτιάχνω καλύτερα τη σύμβαση που απαιτείται».
- Αναρωτιέμαι σε τι βαθμό επηρεάζει έναν συγγραφέα η ρέουσα παραγωγή βιβλίου (αστυνομικό και ιστορικό μυθιστόρημα), ο συγκεκριμένος θεματικός προσανατολισμός βάσει της αγοράς;
«Ακούγεται πομπώδες, μα ποτέ δεν σκέφτομαι ούτε τον αναγνώστη ούτε την αγορά. Αυτό δεν το θεωρώ μεταξύ των έξυπνων στοιχείων μου. Προσπαθώ να διαχειριστώ την έννοια της χρονικότητας και ως εσωτερική διεργασία και ως αφηγηματική τεχνική. Ολος ο φιλοσοφικός στοχασμός και η προσπάθεια απεμπλοκής από τον μύθο αποσκοπούν στη διαχείριση του χρόνου. Απ' την άλλη, κάθε συγγραφέας γράφει με εμφανείς σκοπιμότητες, όπως εν προκειμένω στο ιστορικό μυθιστόρημα, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις που δεν φαίνονται πάντοτε. Παρ' ότι ο ιστορικός χρόνος είναι παρηγορητικός, ανόθευτος, συντηρημένος για να παραμένει νοσταλγικός, ο κόσμος αναζητάει τον άλλο χρόνο. Είναι μια κατεργαριά το ιστορικό μυθιστόρημα απ' αυτή την άποψη. Το βιβλίο μου δεν είναι ακριβώς αστυνομικό, αφού προφανώς σαρκάζει και την αστυνομική δομή του και καταλήγει σε ιλαροτραγωδία. Οι ήρωές μου αυτοσαρκάζονται, είναι πρόσωπα γελοία, δοξάζεται η ελαφρότητα, η πρωτογενής αφέλειά τους».
- Πώς παρεμβάλλεται όμως στη δράση ο ιδανικός αυτόχειρας;
«Υπάρχει ένας αφελής νεαρός ήρωας, παρθένος στο σώμα και στην ψυχή, που αυτοκτονεί για να συντηρήσει την ανακάλυψη της υπέρτατης χαράς. Καταργεί, δηλαδή, τον χρόνο, δοξάζοντας το παρόν».
- Δεν συμβαίνει, όμως, στη ζωή να ρομαντικοποιούμε κάθε φορά τούτο το εξιδανικευμένο παρόν;
«Βεβαίως, γι' αυτό και πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τους λογαριασμούς μας με τον χρόνο. Στην αρχή του βιβλίου χρησιμοποιώ το εξής μότο: "Είμαι χαρούμενος παρ' όλο που δεν υπάρχει λόγος". Είναι μια δόξα της έλλειψης νοήματος στα πράγματα. Στο τέλος ο πρωταγωνιστής σπεύδει να προστατευτεί στην ελαφρότητα. Η πραγματικότητα είναι πολύ βαριά για να τη σηκώνουμε... Ο συγγραφέας είναι ένας ακόμη ερμηνευτής της».
  • Καζίνο και δικτατορία
- Επιστρατεύετε δύο αφηγητές. Οι ήρωές σας είναι οριακά ιδιόρρυθμοι, οι ιστορίες τους περιπλέκονται ανατρεπτικά. Πώς διευθετήσατε όλο αυτό το υλικό;
«Εάν είναι εύπιστος ο αναγνώστης, θα θεωρήσει ότι η ιστορία που περιγράφω είναι αληθινή. Χρησιμοποιώ πραγματολογικά στοιχεία μέσα από έρευνα σε αρχεία και προσωπικές μαρτυρίες. Με ενδιέφερε να καταφύγω σε τεχνικές αφήγησης που θα καταξιώσουν το υλικό μου. Εκείνο που ελέγχεται είναι η αυθεντικότητα και ο πόνος, η μελαγχολία και ο στοχασμός του ήρωα, που αθωώνει τον ίδιο και δίνει την παρηγορία της τέχνης».
- Η περίοδος της δικτατορίας είναι ελκυστική όσο και εύλογα παρεξηγήσιμη. Είναι μακριά αλλά και κοντά στη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας..
«Το καζίνο της Πάρνηθας ιδρύθηκε το 1969. Για μένα το ενδιαφέρον έγκειται στην αίσθηση του φαντασμαγορικού κόσμου που κρύβει ένα καζίνο. Φανταστείτε εκείνη την εποχή, μάλιστα. Ηταν ένα κοσμοπολίτικο κλίμα έξω από τα ελληνικά δεδομένα. Επίσης, κάθε καζίνο είναι σύμφυτο με το μαύρο χρήμα, τις δολοφονίες, την αρχαιοκαπηλία, τους έρωτες που περιγράφω και λίγο-πολύ συνέβησαν. Ο χρόνος παραμένει, οι άνθρωποι είναι πάντα ίδιοι, οι στοιχειώδεις ανάγκες παραμένουν, η σοβαρότητα και η γελοιότητα εναλλάσσονται. Αρα, θεωρώ επίκαιρο το βιβλίο».
- Σε όλα τα βιβλία σας κάνετε κάτι ανάλογο...
«Ναι, η ματαιότητα κυριαρχεί μαζί με τον αδικαίωτο χρόνο. Με τρομάζει αυτή η εκδοχή, ομολογώ».
- Με αυτό το δεύτερο μυθιστόρημα κρίνετε ότι κάνετε στροφή αφήνοντας στην άκρη τη διηγηματογραφία;
«Είναι σχηματικές αυτές οι εκτιμήσεις. Ως προς το μέγεθος, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τις προηγούμενες νουβέλες μου μυθιστορήματα. Ομως, με το μυθιστόρημα νομίζω ότι βρίσκω έναν καλό τρόπο να πυκνώσω τον μικρόκοσμό μου. Η δομή της ιστορίας καθορίζει τη φόρμα. Εξάλλου, δεν θεωρώ τον εαυτό μου επαγγελματία συγγραφέα».
- Να μια καλή ερώτηση: Πιστεύετε στην επαγγελματική αντιμετώπιση των συγγραφέων από την εκδοτική αγορά αλλά και από το κοινό;
«Κάποιος γίνεται συγγραφέας τη στιγμή που γράφει. Αμέσως μετά καταργείται αυτή η ιδιότητα. Επομένως, η στατική αντίληψη των συγγραφέων που βγάζουν βιβλία σε τακτά διαστήματα ενέχει απρέπεια και οίηση. Εξάλλου, ο συγγραφέας δικαιώνεται εκ των υστέρων».
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2004