Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Θεόδωρος ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Συνοδός εδάφους

  • Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΑΛΛΟΤΕ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΕ ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ, ΑΛΛΟΤΕ ΣΕ ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΕΣΤΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΚΡΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΥΚΟΛΕΣ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΉΣΤΑ ΓΝΩΣΤΑ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ.
  • ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΚΥΤΑΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΟΛΛΑ, ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟ, ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΣΤΕΡΙΟΥ, ΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΜΑΡΚΑΡΗ, ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗ, ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ (ΧΡΗΜΑΤΑ, ΠΛΑΣΤΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ, ΡΙΣΚΟ, ΨΕΜΑΤΑ) ΚΑΙ ΣΚΑΛΙΖΕΙ ΤΟ ΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΜΙΑ ΜΕΡΙΔΑ ΝΕΩΝ ΣΥΜΠΟΛΙΤΩΝ ΜΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΒΡΩΜΙΚΑ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ, ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ Σ΄ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΩΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ
Συνοδός εδάφους

Το Χ95 φρενάρισε απότομα κι εκείνη αρπάχτηκε απ΄ τη χειρολαβή. Δρασκέλισε το απότομο σκαλοπάτι και κοντοστάθηκε στην είσοδο των αναχωρήσεων. Εκείνος, ένα μέτρο παραπίσωτης·
Άντε προχώρα, ήθελε να γυρίσει να του πει, αλλά μετάνιωσε. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου και του είπε, Μπαίνω μέσα, έλα. Τα ελληνικά του ήταν σε κακό χάλι. Άλλες φορές, χρησιμοποιούσε στοιχειώδη αγγλικά. Είδε στον πίνακα ανακοινώσεων την πτήση, εντόπισε το γκισέ. Του ξανατηλεφώνησε. Εκείνος απάντησε τραυλίζοντας, κουβαλούσε ένα κακοδεμένο σακβουαγιάζ στην πλάτη. Μια φιγούρα διερχόμενη, ούτε που έβλεπε το πρόσωπό του. Το μόνο που ήθελε, ήταν να περάσει. Βάδισε παράλληλα μαζί του μέχρι το check-in και τον άφησε να προχωρήσει. Όσες φορές κι αν βίωσε αυτή τη στιγμή ένιωθε πάντα την ίδια αγωνία. Περίμενε κι εκείνος στην ουρά, άφησε το σακίδιο κάτω, ύστερα τον είδε να βγάζει το e-ticket και να το δίνει μαζί με το διαβατήριο. Είχε ξεχάσει με τι υπηκοότητα ταξίδευε. Μπορεί και βουλγαρική, τελευταία είχαν περάσει αρκετοί με βουλγαρικά διαβατήρια. Η υπάλληλος κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό (το γαμημένο) το διαβατήριο και μετά του είπε κάτι, με αυστηρό τρόπο. Από τα χείλη της μάντεψε: Σήκω φύγε, μη φωνάξω την Αστυνομία. Εκείνος υποχώρησε, έκανε δυο- τρία βήματα κι έτρεξε γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο. Άναψε κι αυτή ένα τσιγάρο- στην επιτρεπόμενη ζώνη. Σχημάτισε το νούμερο του Ντ. «Δεν πέρασε», του είπε. Γαμώτο,κρίμα το ξενύχτι,πάνε και τα τριακόσια ευρώ. Στον γυρισμό, μπήκε σ΄ ένα ταξί παρ΄ όλο που το σιχαινόταν, και αυτό και τους οδηγούς. Όταν ο ταξιτζής την περιεργάστηκε σαν ταρίφα, του είπε: Πάμε κατευθείαν Δάφνη. Άτυχος κι αυτός, θα μπορούσε να του πέσει κάτι καλύτερο, άσε που στον δρόμο του ζήτησε θυμωμένη να χαμηλώσει το ραδιόφωνο.

Βρέθηκε μ΄ ένα πηδηχτό βήμα έξω απ΄ το λεωφορείο, ενώ οι άλλοι δύο την παρακολουθούσαν με αγωνία μην και τους ξεφύγει. Φορούσαν κάτι γελοία καπέλα και έδειχναν να μη γνωρίζουν ούτε λέξη από τις γλώσσες επικοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είχε σε αποθηκευμένα μηνύματα τις οδηγίες. «Ακολούθα», «Στάσου», «Περίμενε», που, ανάλογα με την εθνικότητα, τα έστελνε ο Ντ. Τους παρέσυρε στο γκισέ, είχε μια σχετική ουρά, και τους έστειλε το πρώτο μήνυμα να προχωρήσουν παρέα. Όταν ήρθε η σειρά τους, η υπάλληλος πήρε τα διαβατήρια και τα έλεγξε, ενώ ταυτόχρονα μιλούσε με τη διπλανή της· έβγαλε την κάρτα επιβίβασης. Όλα καλά μέχρις εδώ. Ο ένας (τι βλάκας!) πήγε να τη χαιρετήσει κι εκείνη έστριψε δίνοντας πια την επόμενη οδηγία, να προχωρήσουν. Μόλις που τους έβλεπε λοξά καθώς έμπαιναν στην περιοχή «Α». Ο αστυνομικός στον έλεγχο έριξε μια αδιάφορη ματιά στις κάρτες επιβίβασης. Παραμέσα, στον έλεγχο διαβατηρίων, κάτι παρόμοιο θα συνέβη, έτσι υπέθεσε γιατί δεν έφτανε η ματιά της μέχρις εκεί. Προφανώς, είχε γίνει καλύτερη δουλειά στα διαβατήρια ή είχαν αγοραστεί από κάποιους που ζούσαν χρόνια στην Ελλάδα. Πέρασαν. Πολλές φορές τους έπιαναν στον έλεγχο επιβίβασης, ένα βήμα πριν από το σκάφος. Τις προάλλες κάποιος που ταξίδευε με ισπανικό διαβατήριο βρέθηκε αντιμέτωπος με ισπανόφωνη συνοδό. Κι εκείνη πήγε ν΄ αξιοποιήσει τη γλώσσα της με τον κρυμμένο ανατολίτη. Χτύπησε το κινητό της. Είχαν μπει στο σκάφος. Ανάσα. Έγραψε ένα μήνυμα για τον Ντ. «Οk». Βγήκε πάνω στις αφίξεις, στην υπαίθρια καντίνα, και ζήτησε έναν καπουτσίνο. Βολεύτηκε στην εξέδρα με τα τραπεζάκια και παρατηρούσε την άφιξη των λεωφορείων που κατέβαζε τους πιο ταπεινούς τουρίστες. Διέκρινε κάποιους που θα ταξίδευαν παρομοίως. Ο Ντ. σε ανύποπτο χρόνο της είχε πει ότι κάθε μέρα προωθούνται (όχι φυσικά από τον ίδιο μόνο) μέχρι τριακόσια άτομα, αλλά ούτε το ένα τρίτο δεν κατορθώνει να περάσει. Σηκώθηκε να φύγει. Το Μετρό, μήνες τώρα, δεν έφτανε μέχρι εδώ, δημόσια έργα και μπλεγμένοι δήμαρχοι. Πάντως, δεν θα έμπαινε σε ταξί. Είχαν την αίσθηση της απλυσιάς, βρωμούσαν τσιγαρίλα. Μπήκε στο λεωφο ρείο και έβγαλε αμέσως το ipod. Στη στάση ΙΚΕΑ ανέβηκε μια κυρία με μια τεράστια τσάντα και τη στρίμωξε. Είδε για λίγο τα πράσινα χωράφια που ξέφευγαν σαν παραφωνία, στο βάθος την Παλλήνη, μια τσιμεντένια ασπρίλα. Για φαντάσου. Εδώ τους έφερνε ο πατέρας της για ν΄ αγοράσουν χυλοπίτες και ζυμωτό ψωμί, στις αρχές του ενενήντα, και συνέχιζαν για καμιά κυριακάτικη βόλτα στη Βραυρώνα. Ο λυκειάρχης συνδύαζε την κυριακάτικη εξόρμηση με αρχαιολογικές ξεναγήσεις στα «βήματα του Παυσανία», όπως τις είχε ονομάσει. Όταν εκείνη πέρασε στη Γυμναστική Ακαδημία, απογοητεύτηκε.

Μια ζωή θα την έβγαζε στο προαύλιο η μονάκριβη, γυμνάζοντας νωθρά Ελληνόπουλα.

Αν ποτέ διοριζόταν.

Απλώθηκε στο ντιβάνι παίρνοντας τον φορητό υπολογιστή αγκαλιά. Μπήκε στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας και είδε τη δημοσιευμένη λίστα του ΑΣΕΠ. Εκατόν ογδόντα άτομα για μόνο μία θέση της ειδικότητάς της.

Άναψε τσιγάρο. Τριακόσια ευρώ για μια συναρπαστική βόλτα μέχρι το αεροδρόμιο, χίλια διακόσια ευρώ το μηνιάτικο για ένα βαρετό καθηγητιλίκι σε απομακρυσμένα γυμνάσια. Λάθος σπουδές- ή μήπως επιλογές; Βαριόταν στην ιδέα ότι θα δούλευε σ΄ ένα σχολείο με διευθυντή κάποιον, πιθανώς, σαν τον πατέρα της. Στο μεταξύ, έπρεπε να περάσει απ΄ το καφενείο στο Μεταξουργείο για να πάρει την ανταμοιβή της. Θα καθόταν στην καρέκλα της, ο μεσήλικος υπάλληλος θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό, ίσως και έναν γλυκό καφέ, και από δίπλα τα λεφτά, σαν ρέστα. Τόσο ανοιχτά, τόσο απλά. Προτιμούσε το πίσω τραπεζάκι, αντίκρυ στον ακάλυπτο χώρο μιας παλιάς βιοτεχνίας που είχε μετατραπεί σε μπαρ. Ο Ντ. σπάνια πατούσε στο μαγαζί, καθώς μεγάλωσαν οι δουλειές του. Μιλούσαν αρκετά τον πρώτο καιρό, αλλά καθώς παντρεύτηκε άλλαξε. Κουρεύτηκε, έκανε κοιλιά και συνόδευε τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Μια φορά τους πέτυχε στην Κωνσταντινουπόλεως, την τελευταία εβδομάδα που δούλευε στο «Αντίπολις-bar». Η γυναίκα τού Ντ. φορούσε μαντίλα και, όπως πρόλαβε να τη δει, πρέπει να ήταν πολύ μικρότερή του. Ήξερε, άραγε, ότι ο σύζυγός της διακινούσε καθημερινά ίσαμε δυο ντουζίνες συμπατριώτες του και όχι μόνο; Ίσως να μην της φαινόταν παράνομο, αφού εκείνοι πλήρωναν, κάτι που σήμαινε ότι το λαχταρούσαν. Σιγά την παρανομία, συμφώνησε και η Κατερίνα μπαίνοντας στη σκέψη της άλλης. Ολόκληρη η ιστορία του κόσμου στηρίζεται πάνω σε μετακινήσεις, μετοικήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς να δίνεται λογαριασμός ποιος πάει πού.

Άκουσε την τραχιά φωνή του Ντ. που- ομολογουμένως- την αναστάτωνε. Οι οδηγίες του ήταν για δυο εισιτήρια μέχρι τη Ρώμη. Αυτή τη φορά θα συνόδευε τον «πελάτη» στην πτήση. Και φυσικά, με διπλή αμοιβή. Έκλεισε τα εισιτήρια από το Ίντερνετ με την κάρτα της. Ο Ντ. ακουγόταν αγχωμένος. Απέφευγε να μιλάει πολύ μαζί της, αλλά κάθε φορά τα ίδια λόγια ακούγονταν όλο και πιο εκδηλωτικά. Δεν υπήρχε περίπτωση· ούτε στ΄ όνειρό του αυτός κι εκείνη. Άσε που ήταν και ζήτημα ιδεολογίας: απ΄ τη μια να σκεπάζει τη μουσουλμάνα κι απ΄ την άλλη να ξεντύνει τη χριστιανή. Δεν προλάβαινε να ξεκουραστεί, είχε πέσει πολλή δουλειά τελευταία. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ντ. έσπρωξε δεκαπέντε άτομα ομαδικά, ντύνοντάς τους με ομοιόμορφες αθλητικές φόρμες, σωστή ποδοσφαιρική ομάδα. Και πέρασαν- απίστευτο- όλοι μαζί ως τυνησιακό τιμ. Ποιος, άλλωστε, παρακολουθεί βορειοαφρικάνικο ποδόσφαιρο για ν΄ αναγνωρίζει ομάδες και παίκτες; Τηλεφώνησε στις φίλες της, τις χρειαζόταν για λόγια και παρέα. Εκείνη γλεντούσε την «επιτυχία», εκείνες παρακολουθούσαν τους κοσμικούς στα trendy εστιατόρια που τις έστελναν τα free press. Βέβαια, κάθε εβδομάδα δεν ήταν δυνατόν ν΄ ανακαλύπτουν ένα «αξέχαστο» μαγαζί, αλλά σκασίλα τους. Στο τηλέφωνο, ο πατέρας: «Σιγά μη διοριστείς· ούτε σε δέκα χρόνια» Συνέχισε: «Να τηλεφωνήσουμε στον Καρατζολέα... Τόσα χρόνια τι έκανε για μας; Τι τον ψηφίζουμε;». Τον ηρέμησε ότι όλα θα πάνε καλά και τους φαντάστηκε στο εξοχικό τους, στη Χιλιαδού, αραγμένους στην αυλή, έντρομους μην πιάσει φωτιά το δασάκι- ο καινούργιος πανικός της μάνας της που κοιμόταν με το λάστιχο του νερού τυλιγμένο, δίπλα στο κρεβάτι, σαν ανορεκτικό βόα.

Ο ταξιδιώτης ήταν κοντά στην ηλικία της, πάνω- κάτω στα είκοσι οκτώ. Την περίμενε στο Σύνταγμα, δίπλα στα λεωφορεία του αεροδρομίου. Αυτή τη φορά θα μιλούσαν, μιας και θα ταξίδευαν σαν ζευγάρι. Ήταν αρκετά καλοντυμένος, ψηλός, κάτι σε Λατίνο έφερνε, παρά μαρτυρούσε τη μεσανατολική καταγωγή του. Έπιασε τον εαυτό της να τον παρατηρεί· συνήθως δεν τους κοίταζε καν στο πρόσωπο. Ήταν μέρος της δουλειάς, της αποστολής της. Αναγνωρίστηκαν με παράλληλη τηλεφωνική κλήση. Εκείνος έσερνε μια Delsey με ροδάκια- ασήκωτη φαινόταν· και αυθεντική. Τον χαιρέτησε, «Όλα καλά;». Μιλούσε σπαστά ελληνικά.

Αγωνιούσε. Κρατούσε το εισιτήριό του στα χέρια της.

Ταυτόχρονα, κρατούσε και την τύχη του που δεν ήταν τίποτ΄ άλλο παρά η έξοδός του από τη χώρα της. Αφιλόξενη χώρα θα τη χαρακτήριζε και ακριβώς αυτό της εξασφάλιζε μια δουλειά. Ρίγησε κάπως: λογικά, ανήκε σε μιαν αλυσίδα διακίνησης λαθρομεταναστών.

Όταν έπιαναν κάποιους, κάποια στιγμή, οι λιγότερο υπεύθυνοι όπως αυτή την πλήρωναν, ούτε καν ο μπάτσος που τους προμήθευε τις σφραγίδες. Φανταζόταν τον πατέρα της να βλέπει την κόρη του με χειροπέδες. Πώς να τον πείσει ότι ήταν μια τυχαία γνωριμία, ένα βόλεμα. Μήπως, ωστόσο, κάτι την έτρωγε πιο βαθιά μέσα της για να χώνεται σε ξένες- κυριολεκτικά- υποθέσεις; Ξημέρωνε. Άδειοι οι δρόμοι. Δεν μιλούσε με τον διπλανό της. Με ποιο όνομα, άλλωστε, να του απευθυνόταν; Άσε που έπρεπε να μάθει να το λέει απέξω. Στο διαβατήριο φαινόταν ως Αιγύπτιος που ζει χρόνια στην Ελλάδα. Μάλλον Κούρδος ή Ιρακινός της έκανε. Τι σημασία είχε; Πάντως ήταν νόστιμος. Απέστρεψε το βλέμμα της. Τον έφερνε σε αμηχανία. Κατέβηκαν στην είσοδο αναχωρήσεων και προχώρησαν στο check-in. Εκείνη, χωρίς μια στάλα αμηχανία, άρπαξε τα δυο διαβατήρια και είπε στην κοπέλα, «Είμαστε μαζί», κι ύστερα έγειρε κάπως ράθυμα πάνω του. Εκείνος την αγκάλιασε απ΄ τη μέση· θα τη θυμόταν μέρες μετά αυτή τη χειρονομία: είχε τόση θέρμη που ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά· τόσο που αγνόησε τον έλεγχο της κοπέλας στο γκισέ, που ήδη ζύγιζε τη βαλίτσα. Η τρυφερότητα της σκηνής δεν πέ ρασε απαρατήρητη και από την υπάλληλο, που θεώρησε δεδομένο να τους περάσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Την άλλη μέρα γύρισε απ΄ τη Ρώμη κουρασμένη και σκεπτική. Ο ταξιδιώτης βρήκε εισιτήριο για Σουηδία και κατάφερε να περάσει και από τον ιταλικό έλεγχο, χάρις στην παρουσία της δίπλα του που τον αποχαιρετούσε. Της έδωσε ένα ζεστό φιλί και τον είδε να φεύγει.

Ξενύχτησε ώς τις έξι το πρωί στο Φιουμουντσίνο· στην επιστροφή, κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα θα περνούσε από το καφενείο για την αμοιβή, υπερδιπλάσια. Ο Ντ. την είχε γνωρίσει στο καφέ όταν δούλευε. Μόλις άνοιγε, ερχόταν κι έπινε έναν καπουτσίνο, της μιλούσε, την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. Ώσπου μια μέρα, σαν αστείο, τη ρώτησε αν ήθελε να κερδίσει εύκολα χρήματα. Δεν της έδωσε άλλα στοιχεία, άφησε τον χρόνο να κυλήσει.

Τότε της αποκάλυψε ότι ετοίμαζε ένα καφενείο, γι΄ αυτό ερχόταν, επέβλεπε την κατασκευή του. Ναργιλέδες, φαλάφελ και τέτοια. Η περιοχή κατά μήκος της Κεραμεικού ήταν γεμάτη. Έβαλε μέσα και Ίντερνετ και μάζευε τους δικούς του. Η ιδέα ότι θα έκανε κάτι παράνομο τη γοήτευε όσο και το ποσόν που θα εισέπραττε κάθε φορά. Εν τούτοις, εδώ και ώρα, ύστερα από το βαρύ κεφάλι που έκανε, αντιλαμβανόταν ότι το μυαλό της τριγύριζε ακόμα σ΄ εκείνον. Πώς έφτασε στη Σουηδία; Πού θα παραδιδόταν; Θα έκαναν δεκτή την αίτηση πολιτικού ασύλου; Μόλις θα έφτανε εκείνος, θα πετούσε το διαβατήριο και θα ήταν ένας ικέτης, ένας πρόσφυγας. Επομένως, ταξίδευε μ΄ έναν άνθρωπο που γνώριζε μόνο μιαν ενδιάμεση, προσωρινή ταυτότητα. Η ιδέα να σχηματίσει τον αριθμό του ήταν ανώφελη. Αλίμονο, εκείνος φτάνοντας, θα εξαφάνιζε κάθε ίχνος της χώρας απ΄ την οποία είχε έρθει. Και δεν είχε άδικο. Το τηλέφωνό του όχι μόνο δεν χτύπησε, αλλά απαντούσε σε αλλόγλωσσες φωνές. Κι εκείνο το φιλί στο αεροδρόμιο δεν ήταν άσχημο, σκεφτόταν καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο καφενείο. Τον θυμόταν να δακρύζει μόλις είχε σηκωθεί το σκάφος. Να εξανθρωπίζεται, με δάκρυα που δεν είχαν ταυτότητα. Για μια στιγμή νοστάλγησε τα ψέματα, τα πλαστά διαβατήρια, τα ρίσκα και μίσησε βαθιά εκείνο τον κατάλογο των υποψηφίων για μια δημόσια θέση. Εκείνοι είχαν λιγότερες πιθανότητες να πετάξουν σε μια νέα ζωή κι ας είχαν ταυτότητα και διαβατήρια.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Λιλή ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ: To βλέμμα του λύκου

To βλέμμα του λύκου

Παπαγεωργίου Βασίλης
Μπορεί ένα τυχαίο γεγονός, μια σπίθα στιγμής να σε συγκλονίσει τόσο, ώστε να σ' αλλάξει; Ο Θανάσης Φύσας, αν άκουγε κάτι τέτοιο μόλις την προηγούμενη μέρα, θα χαμογελούσε ειρωνικά - σκεπτικιστής απ' τα γεννοφάσκια του και απόφοιτος θετικών επιστημών - όμως αυτή ακριβώς η αιφνίδια μεταμόρφωση τού είχε συμβεί πριν μερικές ώρες! Αποκάλυψη. Φώτιση. Δεν ήταν θρησκευόμενος, αλλά δεν έβρισκε πιο κατάλληλες λέξεις να αποδώσει το βίωμά του.
Δεν είχε καλά καλά προσαρμοστεί στα καθήκοντά του ως δασάρχης στο δασαρχείο Λιδορικίου, κι είχε δεχτεί στο γραφείο του την αιφνιδιαστική επίσκεψη του Περικλή Χύτρα, του πιο πλούσιου κτηνοτρόφου της περιοχής. Χίλια αιγοπρόβατα δεν ήταν μικρή υπόθεση κι ήταν ο κύριος λόγος για το τσαμπουκαλίδικο κόρδωμα του Περικλή. Ο άλλος ήταν οι πολιτικές του διασυνδέσεις στο υπουργείο Γεωργίας. Το 'παιζε παράγοντας και το χόμπι του ήταν να κερνά τους συντοπίτες του, έστω και με το στανιό. Πάντως χάρη στην ανοιχτοχεριά του ήταν δημοφιλής, αν και σαφέστατα αντιπαθής. Ετσι πάντως φάνηκε στο δασάρχη με την πρώτη ματιά, μια εντύπωση που μάλλον ενισχύθηκε αργότερα.
Είχε έρθει να προτείνει, ή πιο σωστά να απαιτήσει, άδεια από το δασαρχείο για την εξόντωση των λύκων της περιοχής. Την επιχείρηση θα την εκτελούσε ο ίδιος μαζί μ' άλλους κυνηγούς. Κι αν ο κύριος δασάρχης ήξερε από καραμπίνες και τα ρέστα, τιμή τους να μπει κεφαλή.
Ηξερε από καραμπίνες - νέος κυνηγούσε στο χωριό του - κι ο Περικλής ενθουσιάστηκε. Ομως ο ενθουσιασμός του πάγωσε, όταν ο Θανάσης τον πληροφόρησε, σε ψυχρό υπηρεσιακό τόνο, πως, πρώτον, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της υπηρεσίας, η περιοχή δεν ήταν ενδιαίτημα λύκων και δεύτερον, οι λύκοι, σαν είδος υπό εξαφάνιση, προστατευότανε κατά το νόμο.
Ο Περικλής αναψοκοκκίνησε, αλλά κατέβαλε φιλότιμη προσπάθεια να αυτοκυριαρχηθεί. Αντέτεινε πως οι κύριοι των γραφείων δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Ο ίδιος όμως τον περασμένο χειμώνα είχε χάσει δέκα πρόβατα. Και βέβαια από λύκους! Κι ένας να ήταν, μόνο ένας, θα 'πρεπε να εξοντωθεί! Αποζημίωση; Πλάκα του 'κανε ο κύριος δασάρχης; Γελοίο το ποσόν κι από πάνω πού ν' το;
Ο Θανάσης ξαναεπικαλέστηκε το νόμο με βαριεστημένο ύφος κι έσκυψε στα χαρτιά του υπονοώντας ότι η συνάντηση είχε περατωθεί. Ο Περικλής βέβαια δεν ήταν απ' αυτούς που βάζουν την ουρά κάτω απ' τα σκέλια. Χτύπησε τα κοντόχοντρα πόδια του στο δρύινο πάτωμα, βρόντηξε τα χέρια στο γραφείο, πετάχτηκαν έξω οι φλέβες του λαιμού και γούρλωσαν τα μάτια του.
«Αυτοί οι π.... οι οικολόγοι φταίνε για όλα! Σφάξιμο θέλουν!» ξέσπασε. «Εχουν τρυπώσει παντού, τσιρίζουν πως οι λύκοι είναι άγγελοι. Ε, πεινάνε οι καημένοι, να μη φάνε τα πρόβατά μου; Κι αν πεινάσω εγώ, αν καταστραφώ; Α, δεκάρα τσακιστή δε δίνουν. Αν φαγωθώ, ακόμη καλύτερα. Μας παραφυλάνε μπας και σκοτώσουμε κανένα ζουλάπι! Και τότε παίρνουν φωτιά οι τηλεοράσεις, μας κάνουνε σούργελο! Οι χέστηδες οι πολιτικοί τρέμουν. Ποπό! Θα χάσουμε ψήφους, να το παίξουμε κι εμείς οικολόγοι! Και φτιάχνουν τα λαμόγια λυκονόμους! Κι εμάς μας βάζουνε πρόστιμα!..Την έπαθε ο ανιψιός μου!..».
Η σιωπή του δασάρχη φάνηκε να δρα κατευναστικά στον οργίλο κτηνοτρόφο.
«Ε, τι να κάνεις κι εσύ, κυρ-δασάρχη... Μια καρέκλα έχεις, δε σου περνά. Ασε... Θα καθαρίσω εγώ! Εχω άνθρωπο στο υπουργείο... Θα πάρουμε ειδική άδεια!».
Το είπε και το 'κανε ο Περικλής. Η ειδική άδεια είχε έρθει αρχές Γενάρη κι είκοσι ετοιμοπόλεμοι άντρες περίμεναν το σήμα του δασάρχη για ν' αρχίσει το σαφάρι.
Ξεκίνησαν ένα βραδάκι με ιδανικές συνθήκες. Το νέο χιόνι ήταν ακόμη αφράτο, οπότε τα ίχνη θα ήταν ευδιάκριτα, και το γεμάτο φεγγάρι έκανε τη νύχτα μέρα.
Ο Θανάσης, κατ' όνομα μόνο κεφαλή - το πρόσταγμα το είχε ουσιαστικά ο Περικλής - τάχηνε το βήμα του αφήνοντας πίσω τους άλλους. Αν και πενηντάρης διατηρούσε τις αντοχές του. Για αρκετή ώρα άκουγε τα γαυγίσματα των κηνυγόσκυλων, αγριοφωνάρες και χάχανα. Μισομεθυσμένοι είχαν ξεκινήσει από την ταβέρνα οι άντρες κι εξακολουθούσαν να πίνουν. Τσίπουρο οι μεγαλύτεροι. Οι νεότεροι, ουίσκι.
Το χιόνι γύρω του απλωνότανε ατσαλάκωτο κι ο λευκός γίγαντας, τα Βαρδούσια, έμοιαζε με υπερφυσικό καράβι που έπλεε στο φεγγαρόφωτο.
Αναψε τσιγάρο και τράβηξε βαθιά στα πνευμόνια τον καπνό. Στην εξοχή δεν ίσχυε βέβαια ο αντικαπνιστικός νόμος, αλλά ούτε και στο ξεχασμένο δασαρχείο, στην περιφέρεια γενικώς.

Τελικά η μετάθεση από την Αθήνα μάλλον σε καλό του 'χε βγει. Ηταν «graceindisguise», του 'ρθε στ' αγγλικά. Κι όχι μόνο γιατί μπορούσε να καπνίζει όσο γούσταρε στο ζεστό του γραφείο, αντί να τρεμουλιάζει έξω, στην παγωνιά...
Κι όμως! Είχε καταστενοχωρηθεί με την προοπτική ν' αποχωριστεί τη σύζυγο και την κόρη του - να τον ακολουθήσουν αυτές στην επαρχία ούτε λόγος - αλλά και το υπουργείο, τις κοινωνικές συναναστροφές... Η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική! Αναζωογονητική. Του φαινόταν σαν ν' ανάσαινε πιο ελεύθερα τώρα, σαν οι άνθρωποι στο ίδιο σπίτι να κλέβουνε ο ένας την ανάσα του άλλου, σαν η πολυκοσμία να σου στερεί ενέργεια. Κι είχε επιστρέψει στην παλιά του αγάπη. Στο διάβασμα. Απολάμβανε μάλιστα ό,τι στο σχολείο σκυλοβαριότανε: τις αρχαίες τραγωδίες. Ηταν πια σε ηλικία να εννοεί ότι η δυστυχία είναι καρπός σύγχυσης, πνευματικής τύφλωσης. Της άτης. Σε μετάφραση διάβαζε βέβαια τις τραγωδίες, αλλά έριχνε και καμιά ματιά στο πρωτότυπο.
Εγραφε κιόλας. Ποιήματα! Ανόητα ίσως, αλλά του δίνανε χαρά... Ποτέ δε θα 'κανε λόγο γι' αυτά στη σύζυγο και στην κόρη του...
Ξαφνικά θυμήθηκε εκείνη την παρατήρηση της μικρής: « Βρε μπαμπά, για ποιο λόγο σπαταλιέσαι τζάμπα; Εντάξει. Εκτισε ο άνθρωπος στα καμένα. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος... Μόνο εσύ κάνεις φασαρία. Θα την πάθεις, μπαμπά! Καταπατητής ή όχι, του περνάει!».
Η γυναίκα του είχε κουνήσει συμφωνώντας το κατάξανθο κεφάλι της μ' εκείνη τη συγκαταβατικότητα που επιδείκνυε σ' ό,τι δε σχετιζότανε με τα χαρτιά.
«Δεν ακούει, παιδί μου, ο πατέρας σου! Είναι βλέπεις αριστερός παλαιάς κοπής. Ο κόσμος προχωράει, αλλά αυτός αμετακίνητος!...».

Οταν του 'ρθε η μετάθεση, δεν του χίμηξαν, δεν τσίριξαν πως εκείνες του τα λέγανε. Σιώπησαν με μια λεπτότητα που τον είχε κατασυγκινήσει. Είχε μπει για μια στιγμούλα στον πειρασμό να τους ανοίξει την καρδιά του, να ξεκαθαρίσει πως η ανάγκη του να υπηρετεί τα πιστεύω του, να νιώθει άνθρωπος, τον κάνανε αριστερό, πως δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, ακόμη κι αν ποτέ δεν είχε υπάρξει κόμμα. Ομως η στιγμούλα τού ξεγλίστρησε, γιατί στο μεταξύ εκείνες οι δυο είχαν πιάσει κουβέντα για κάτι δερμάτινες τσάντες σπουδαίας γαλλικής φίρμας, πασίγνωστης, από τα συμφραζόμενά τους, στο πανελλήνιο.
Ακουσε έναν πυροβολισμό κι αναπήδησε. Να τον είχανε πετύχει το λύκο; Κοίταξε την ώρα στο κινητό του. Μία. Να τηλεφωνούσε στον Ηρακλή να μάθει τι είχε γίνει... Δεν το 'κανε. Αν πράγματι είχε γίνει κάτι, ο Ηρακλής θα του το είχε κιόλας ανακοινώσει. Δε θα το κρατούσε μυστικό.
Εκανε να ξαναβάλει το κινητό στην τσέπη του μπουφάν του και τότε είδε τις κηλίδες. Μικρές και καφετιές. Εσκυψε να τις αγγίξει. Αίμα! Και ίχνη!.. Πατημασιές μεγάλες και το ένα νύχι πίσω. Λύκος! Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Να τον είχαν πληγώσει άλλοι κυνηγοί ή μήπως οι κόκκινες σταλαγματιές ήταν από κάποιο ζώο που είχε σκοτώσει και κουβαλούσε στη φωλιά του ο λύκος;
Γονάτισε, μπουσούλησε στα τέσσερα, ακολούθησε τα ίχνη, μεταμορφωμένος ξαφνικά σε κάποιον που δεν ξέρει από γραφεία και πόλεις, η αδρεναλίνη εκτοξευμένη στα ύψη, η προσοχή σε υπερένταση, οι αισθήσεις ορθάνοιχτες, η στιγμή το παν. Θηρευτής ήταν, αλλά θα μπορούσε να καταλήξει και θήραμα. Το φεγγαρόφωτο δε θα ξεχώριζε τον έναν απ' τον άλλο και το χιόνι θα συνέχιζε να λαμπυρίζει παγερά αδιάφορο για ρόλους και θεατρίνους.

Παρόλα τα στριφογυρίσματα και τους κύκλους - κόλπο των λύκων να μπερδεύουν τους διώκτες τους - τα ίχνη ανηφόριζαν προς το βουνό. Αναμενόμενο. Εκεί ήταν οι κρυψώνες. Εκεί οι πηγές. Το πρώτο καρτέρι είχε συμφωνηθεί να το στήνανε στην πηγή της Χήρας, την πιο κοντινή.
Ανηφόριζε δίχως να χάνει απ' τα μάτια του τα ίχνη. Είχε ξαναγίνει ο έφηβος κυνηγός. Ενα λαχταρούσε: να βρει πρώτος το λύκο και να τον σκοτώσει, να ξεμπροστιάσει τους ψευτοπαλικαράδες που χρειάζονταν να μεθύσουν, για να βγούνε παγανιά. Στεγνός αυτός κι ολομόναχος. Κι ο λύκος, μια ματωμένη γκριζωπή γούνα στα πόδια του!
Κινιότανε όσο πιο αθόρυβα γινότανε με την καραμπίνα έτοιμη, προτεταμένη. Το δάσος ήταν πολύ πυκνό τώρα. Ενας άλλος κόσμος. Απειλητικός. Ολο σκιές και σκοτάδι... Ακουσε νεροκελάρυσμα. Είχε φτάσει στην πηγή. Εμεινε ακίνητος κρατώντας την ανάσα του. Εστησε αυτί. Απόλυτη σιγή εκτός από τον ήχο του νερού.
Τα μάτια του λίγο λίγο συνήθιζαν το σκοτάδι. Δεν ήταν πια αδιαπέραστο. Είχε μια γαλακτερή απόχρωση και το φεγγάρι, καθώς γλιστρούσε επάνω απ' τις κορυφές των ελάτων, έριχνε εδώ κι εκεί άπλετο φως. Μια τέτοια στιγμή τον είδε. Ολοκάθαρα. Τον λύκο! Απέναντί του, στο κοίλωμα ενός βράχου. Ηταν ξαπλωμένος και τον κοίταζε. Προφανώς πληγωμένος. Ακίνητος. Τον κοίταζε σαν να ήθελε να τον μαγνητίσει. Ο λύκος.
Με την καρδιά στο στόμα σημάδεψε. Το φεγγάρι γλίστρησε πιο πέρα σαν να 'θελε να του κρύψει το στόχο. Τράβηξε τη σκανδάλη σχεδόν στα τυφλά. Ακουσε ένα ουρλιαχτό. Τον είχε πετύχει! Αναψε το φακό. Το χιόνι γύρω από το λύκο βαθυκόκκινο. Πρέπει να τον είχε βαρέσει στο ψαχνό...

Γρήγορα! Να τον αποτελειώσει. Πλησίασε προσεκτικά για τη χαριστική βολή. Ακίνητος ο λύκος τον κοίταζε με τα πρασινοκίτρινα μάτια του. Αναστατώθηκε. Σαν υπνωτισμένος κατέβασε την καραμπίνα. Ο λύκος τον κοίταζε βαθιά, πολύ βαθιά, εκεί που δεν είχε φτάσει ποτέ βλέμμα ανθρώπου. Ηρεμα, περήφανα και σοφά ήταν εκείνα τα μάτια σαν ο κάτοχός τους να γνώριζε ένα μυστικό που ο ίδιος αγνοούσε.
Μια πρασινοκίτρινη φλογίτσα έκαιγε στα μάτια του. Η φλογίτσα σωνόταν, πέθαινε η φωτιά της ζωής...
Του Θανάση του φάνηκε πως μαζί πέθαινε και κάτι απ' τον ίδιο... Δεν ήξερε ακόμη τι ήταν αυτό.
Γαυγίσματα σκύλων. Οι δικοί τους θα ήταν. Θα είχαν μυρίσει λύκο, αίμα. Ο αέρας είχε γυρίσει, έφερνε στα σκυλιά τις μυρουδιές...
Ο λύκος γρύλισε. Σπαρτάρησε. Αίμα κύλησε απ' το στόμα του. Η φλόγα των ματιών έσβησε για τα καλά και το κεφάλι έγειρε προς τα κάτω.
Ο Θανάσης γονάτισε, άγγιξε τον λύκο. Ζεστός ήταν ακόμη μες στην παγωνιά.
Τα γαυγίσματα ζύγωναν. Μαζί κι οι φωνές...
Τους είχαν περιτριγυρίσει. Με τις καραμπίνες, τα πιστόλια, τα μαχαίρια, τα σκουφιά, τις μπότες τους. Κατενθουσιασμένοι. Τον σήκωσαν από κάτω. Αγκαλιές, φιλιά, μπράβο, χνώτα που κρουστάλλιαζαν στην παγωνιά, που μύριζαν οινόπνευμα. Τα σκυλιά γάβγιζαν νευρικά, οσφρίζονταν το λύκο με μανία, γλείφανε λαίμαργα το αίμα του.
Κάποιος τράβηξε φωτογραφία. Δεν πρόλαβε να τον εμποδίσει. Την άλλη μέρα θα φιγουράριζε στον τοπικό Τύπο. «Ηρωας!».

Σ' έναν «ήρωα» συγχωρούνται οι παραξενιές κι έτσι δίχως εξηγήσεις, τους παράτησε στη χαρά τους και πήρε την κατηφόρα σχεδόν τρέχοντας.
Το ξημέρωμα τον βρήκε να περιπλανιέται στην εξοχή. Είχε πιάσει να χιονίζει πάλι, το βουνό ήταν σχεδόν αθέατο κι αυτός τόσο ανάλαφρος όσο δε θυμότανε να είχε ποτέ υπάρξει τις τελευταίες δεκαετίες.
Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του αλλόκοτα ξεκούραστος. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της τουαλέτας κι είδε στα μάτια του τα μάτια του λύκου. Η ίδια φλογίτσα ζωής τρεμόφεγγε και στα δικά του.
Παρά τα φαινόμενα, ήταν ένα και με το λύκο... Ενα μ' όλα.
Αναπόφευκτα η ζωή του θ' άλλαζε. Δε γινότανε αλλιώς και δε φοβότανε. Ηταν εξόριστος κι είχ' επιτέλους επιστρέψει στην πατρίδα. Μια ήρεμη δύναμη τον κατέκλυζε, μια αίσθηση αρμονίας και γαλήνης. Στην πραγματικότητα αυτό που είχε συμβεί ήταν πως είχε δει! Στην κυριολεξία...

Λιλή ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ



Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Μέλπω ΑΞΙΩΤΗ: Καταμερισμός δουλειάς

Καταμερισμός δουλειάς
Γρηγοριάδης Κώστας

Μας ήρθε τις προάλλες από την Αμερική ένας δημοσιογράφος. Δουλειά τους είναι βέβαια οι δημοσιογράφοι να πηγαίνουν να 'ρχουνται. Δουλειά τους είναι επίσης να ταξιδεύουν με ειδική καθορισμένη αποστολή.
Ο αιώνας του ιμπεριαλισμού κατάντησε τον «καταμερισμό της δουλειάς», όπως τον λένε, αξιοθαύμαστο. Μας έδωσε στη ραφτική, να πούμε, την κουμποτρυπού και στους γιατρούς που ήταν άλλοτες ο ίδιος για τη γέννα, τη θέρμη και το έκζεμα, μας έδωσε τον ωτολόγο. Ωσπου να συζητάνε σήμερα, αν είναι ο ίδιος ο κατάλληλος για τα δυο μας αυτιά, κι όχι ένας για τ' αριστερό κι άλλος για το δεξί μας. Ποιος το ξέρει. Πάντως αυτός ο καταμερισμός έδωκε αποτελέσματα. Χιλιοπολλαπλασίασε τους βιομηχανικούς ρυθμούς.
Ο δημοσιογράφος το λοιπόν απ' την Αμερική ήρθε με τούτη την αποστολή: Να μπει στ' αεροπλάνο, να βγει στ' αεροδρόμιο και να φωτογραφήσει ένα ελληνικό καμένο χωριό. Να δουν οι κόσμοι να πειστούν ότι οι σύμμαχοι είναι ενήμεροι απάνω στα ελληνικά πολεμικά ρημάδια.
Ηρθε ο Αμερικάνος λοιπόν, στην Αθήνα, ξεκίνησε για το χωριό, τον εσυνόδευε και μια Ελληνίδα για διερμηνέας. Πάνε κάπου στην τύχη. Πού να πας να μην έβρεις! Πάνε κείθε στο Βόλο. Φαπ συναντάν αμέσως το καμένο χωριό. Φαπ, βγάζει ο Αμερικάνος τα εργαλεία, το φωτογραφίζει. Μαζεύει τα εργαλεία του, έτοιμος. Θα ξαναμπεί πάλι στ' αεροπλάνο, θα γυρίσει στη βάση του.
Μόνο πως ήταν καλοκαίρι και να πάρει η οργή διψάσανε. Μπαίνουν με την κοπέλα σ' ένα σπιτάκι, πίνουν. Γύρω τριγύρω, ερημιά.
Ενας μπόγος κουρέλια, χρώμα καφέ ανοιχτό που λέγεται τσουβάλι είναι πεταμένος στη γωνιά. Είναι παιδί στην κούνια. Αλλος μπόγος κουρέλια που κρέμουνται από κάτω του δυο στειλιάρια κακαριασμένα κινιέται μόλις μ' ένα αργό ρυθμό. Είναι το πιο μεγάλο παιδί που πορπατεί. Μπόγοι τέτοιοι παρόμοιοι, γύρω γύρω πέντε - έξι. Οσα ακριβώς και τα παιδιά.
Κατά τ' άλλα, γύρω, απόλυτη ερημιά. Θαρρείς ότι κοιμήθηκες και μεταφέρθηκες στον ύπνο σου στην αρχαία Πομπηία. Την ώρα που την έπνιξε η λάβα του Βεζούβιου.
Κρεβάτι, κάθισμα, τραπέζι, γιούκος, πράμα ορθό που λέγεται έπιπλο μέσα στο σπίτι; Οχι, τίποτας. Κλαριά από δέντρα λιανισμένα εδώ κι εκεί και κουρελούδες.
Τσουκάλι στη φωτιά να βράζει, πόρτα να κλιει μπροστά σου, σκεπή από πάνω, να χωρίζει τον ουρανό με τ' άστρα από τη γη; Οχι, όχι τίποτας. Πέτρες, κοτρόνες, τρύπες, κάτι σκουριάρες λαμαρίνες που τις χτυπά ντέφι η νοτιά, και κατά τ' άλλα, γύρω απόλυτη ερημιά. Δυο χρόνια ύστερα απ' τον πόλεμο.
-- Πώς ζείτε; λέει η Ελληνίδα διερμηνέας στη μάνα. Δε σας μοιράζουν τίποτα;
Γύρισε κι είδε η μάνα τον Αμερικάνο και κάτι που το λένε ευγένεια ξεκίνησε από μέσα της κι έφτασε ως τα χείλια.
-- Πως, λέει, μας δίνει γάλα η Ούνρα. Μας το μοιράζουνε κάποτες.
Ανάμεσα στις ξένες λέξεις που ως τότε δεν τις καταλάβαινε άκουσε μια γνωστή του ο Αμερικάνος. Απόκοψε τη σιωπή, ρωτά τη διερμηνέα, άκουσε την εξήγηση, έβγαλε το καρνέ του κι έγραψε:
«Στο τάδε ελληνικό καμένο χωριό που ήρθα και φωτογράφισα, η Ούνρα μοιράζει γάλα».
-- Δεν έχεις άντρα; λέει η διερμηνέας.
-- Εχω, λέει η μάνα.
-- Δεν εργάζεται;
-- Λείπει.
-- Πού λείπει;
-- Στο βουνό.
-- Τι κάνει εκεί;
-- Τον κυνηγάν. Ηταν στην κατοχή αντάρτης.
Δεν ξανάκουσε ο Αμερικάνος καμιά άλλη λέξη γνώριμη. Δεν εξανάβγαλε το καρνέ του να γράψει. Ξανάπεσε στη σιωπή, γύρισε στην Αθήνα, μπήκε στ' αεροπλάνο κι έφυγε. Εφτασε στην Αμερική, άνοιξε τη βαλίτζα του κι έβγαλε από μέσα το καμένο χωριό.
Και κάντε χάζι τώρα όπου θα δημοσιευτεί με πάσα πολυτέλεια απ' την υπηρεσία του και θα γράφει από κάτω:
«Στο τάδε ελληνικό καμένο χωριό που φωτογράφισε επί τόπου ο ειδικός απεσταλμένος μας η Ούνρα μοιράζει γάλα».
Ομως στη βιομηχανία τουλάχιστον τα σκόρπια μηχανήματα του καταμερισμού στο τέλος συναρμολογούνται και φτιάχνουν ακέργιο μηχάνημα. Αλλά στην κοινωνία δεν είναι ως φαίνεται τόσο απαραίτητο.
Ολοι εκείνοι οι μπόγοι σ' εκείνο το χωριό που ήτανε κάποτε παιδιά και τώρα μέσα στα τσουβάλια μόλις που αναπνέουνε. Ολη εκείνη η άβυσσο. Πού πονούνε όλοι αυτοί; Ποιος τους κατάντησε ως εκεί; Πού είναι οι πατεράδες; Αυτή είναι φαίνεται άλλη υπόθεση.
Εδώ, κύριοι, βλέπετε μια τελευταίας παραγωγής «λάικ ας» φωτογραφία, διαβάζετε από κάτω ότι μοιράζει η Ούνρα γάλα κι έχει η Ευρώπη εμπρός της όλη τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.
Κι έτσι ταχτικά γράφεται και παίρνει σβάρνα τον ντουνιά η σύγχρονη, η αδιάψευστη, η αντικειμενική, η αδέκαστη, αλλά μόνο ξεκοιλιασμένη απ' τον πνευματικό σκόπιμο «καταμερισμό» διεθνής ιστορία.
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
19/5/1996
-- ... και η Ειρήνη;

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Ολγα ΜΑΣΤΟΡΑ-ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗ: Εργάτρια από καλή πάστα φτιαγμένη

Εργάτρια από καλή πάστα φτιαγμένη
Το προεδρείο αντιδικτατορικής συγκέντρωσης στη Βουδαπέστη: Χαρίλαος Φλωράκης, Αύρα Παρτσαλίδου, Ολγα Μάστορα - Ψαρογιάννη και Θράσος Σαρρής

Πλυθήκαμε, ντυθήκαμε, αφήσαμε το παιδί στη γειτόνισσα και πήγαμε στα γραφεία. Ηταν πολλοί μαζεμένοι και στη μέση ο Πετρής (Ερυθριάδης). Μόλις μας είδε μας χαιρέτησε φιλικά, γνωριζόμασταν από το ΔΣΕ. (...) Μας είπε να περάσουμε στο άλλο γραφείο για να μιλήσουμε λίγο μόνοι μας. Αρχίσαμε τη συζήτηση γύρω από τα καθημερινά προβλήματα:
«Εμαθα για το γάμο σας και χάρηκα πολύ. Τέτοια ζευγάρια είναι πολύ χρήσιμα για τον αγώνα μας», είπε τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις.
Είπαμε για τις δουλειές μας, για τα προβλήματα μας, για τις δυσκολίες που συναντούμε στην προσαρμογή μας στις νέες συνθήκες κι αναφέραμε και το παιδί μας. Κόμπιασε για λίγο...
«Α, έχετε κορούλα, να σας ζήσει! Είναι καλά; Πιστεύω να την έχετε στο βρεφικό σταθμό».
«Οχι, είναι λίγο άρρωστο το παιδί μας και το κρατάμε».
«Ε, παιδιά είναι, αρρωσταίνουν! Κι εγώ τα παιδιά μου τα έχω σε παιδικούς σταθμούς μακριά το ένα από το άλλο...».
Καταλάβαμε ότι ένιωσε αμηχανία κι ότι κάτι ήθελε να μας πει. Τον διευκολύναμε λίγο στη συζήτηση.
Κόμπιασε λίγο ακόμα ο Πετρής και συνέχισε: «Το Κόμμα σκέφτεται να σας χρησιμοποιήσει σε παράνομη δουλειά στην Ελλάδα».
Μέχρι τότε οι σύντροφοι που γύριζαν παράνομα στην Ελλάδα τραβούσαν πάρα πολλά. Περνούσαν τα σύνορα με τα πόδια. Ετσι, αντιμετώπιζαν μεγαλύτερους κινδύνους... Ο Γιάννης προσφέρθηκε να πάει αυτός και να μείνω εγώ με το παιδί μας. «Μάλλον μας χρειάζεται γυναίκα, θέλουμε να αναπτύξουμε και τη δουλειά στις γυναίκες. Εκτός αυτού, οι γυναίκες μπορούν να καλυφθούν καλύτερα. Ολα τα μπορούν οι γυναίκες! Γι' αυτό, πρώτη να προετοιμάζεσαι εσύ», μου είπε φιλικά, «θα ειδοποιηθείτε σχετικά. Και προσέξτε, όχι άλλο παιδί προς το παρόν!».
Είπαμε κι άλλα πολλά, όμως στο μυαλό μου έμεινε ένα: ότι πρέπει να πάω σε σχολή, να προετοιμαστώ για τη δουλειά στην Ελλάδα. Με βαριά καρδιά και συναίσθηση της ευθύνης αναλαμβάνει ο Γιάννης το παιδί κι εγώ τη δύσκολη, αλλά τιμητική αποστολή που μου ανέθεσε το Κόμμα.
Στις 23 Αυγούστου του 1953, μαζί με μια ομάδα συντρόφων και συντροφισσών, ξεκινήσαμε από τη Λ.Δ. Ουγγαρίας για το άγνωστο... (...) δεν έφευγε από το νου μου ο χωρισμός απ' την κορούλα μου και το Γιάννη. Τους είχα σφίξει στην αγκαλιά μου δυνατά και τους δυο και τους φιλούσα με δάκρυα στα μάτια. Στην αρχή το κορίτσι μου γελούσε. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν γύρω του. Ξαφνικά, άρχισε να κλαίει δυνατά. Κατάλαβε άραγε ότι χάνει τη μανούλα της ή την έσφιξα δυνατά και πόνεσε! Ισως και τα δυο. Ηταν τότε μόλις 16 μηνών...
Στους πρόποδες των Καρπαθίων το τρένο σταμάτησε (...) Περασαν πολλά χρόνια και ποτέ δε ρώτησα να μάθω πού συγκεκριμένα βρισκόταν το μέρος όπου λειτούργησε η Σχολή «Μπελογιάννης» (...) δεν ήθελα να είμαι η αιτία να αποκαλυφθεί αυτή η τοποθεσία. (...) Ζούσαμε μια περιορισμένη, σχεδόν στρατιωτική, ζωή, χωρίς έξοδο, χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Ημασταν οι «διαλεγμένοι» απ' όλες τις χώρες, όπου ζούσαν πολιτικοί πρόσφυγες, κι όπως έλεγε ο Στέφανος, με τη βούλα του «κατασκόπου» ή του δολοφονημένου ήρωα. Μπα, ποιος από μας μπορούσε να φανταστεί πως είναι δυνατό να ξεπεράσει το Μπελογιάννη! (...) Ημασταν καλά οργανωμένοι, πειθαρχημένοι και επιμελείς στα μαθήματα. Στην κολεκτίβα μας επικρατούσε ισότητα, χωρίς βαθμούς και χαιρετούρες. Πρώην ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί, επίτροποι, μαχητές και μαχήτριες είχαμε τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Κύριο καθήκον μας ήταν να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα για να προσαρμοστούμε στις καινούριες συνθήκες. Δυο συνθήματα δέσποζαν στη Λέσχη: «Καινούρια κατάσταση, Καινούρια καθήκοντα» (3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ) και «Γερό μυαλό σε γερό κορμί» (Νίκος Ζαχαριάδης) (...) και η παραίνεση του Λένιν: «Μαθαίνετε, μαθαίνετε, μαθαίνετε».
Την ευθύνη για την προετοιμασία και επιλογή των στελεχών που θα κατέβαιναν στην Ελλάδα την είχε η τριμελής Γραμματεία του ΠΓ της ΚΕ (...) Μια μέρα με φώναξαν κι εμένα. Είχα καλές επιδόσεις στα μαθήματα, με διέκρινε η πειθαρχία και η εχεμύθεια. Τονίζοντας αυτές τις αρετές μου, έλεγαν ακόμα ότι είμαι παιδί της εργατικής τάξης, εργάτρια των εργοστασίων Νάουσας και Βέροιας, και ότι στο ΔΣΕ έκανα σε πολλά τμήματα υπεύθυνη γυναικών (...) Εβαλα τα δυνατά μου να γίνω καλύτερη. Οσο κι αν προσπαθούσα να κρύψω τα συναισθήματά μου, φαίνεται δεν το κατάφερα. Ημουν πιο συμμαζεμένη, πιο πειθαρχική, δε μιλούσα ελεύθερα με τους φίλους σαν και πρώτα. Πολλοί αντιλήφθηκαν την αλλαγή στη συμπεριφορά μου, αλλά δεν τολμούσαν να ρωτήσουν αν ήμουν εγώ η επόμενη υποψήφια. Με φώναξαν πάλι στο γραφείο.
«Είσαι έτοιμη, συντρόφισσα».
«Ναι, έτοιμη είμαι».
«Μισή ώρα σε φτάνει να μαζέψεις τα ρούχα σου;».
Απάντησα καταφατικά. Ούτε δέκα λεπτά δεν έκανα όλα τα είχα έτοιμα και πρόχειρα. Είχα κι ένα χαρτάκι με τον όρκο του ΔΣΕ. Τον ήξερα απ' έξω, αλλά, για καλό και για κακό, σκέφτηκα να τον πάρω μαζί μου, μήπως τον ξεχάσω.
(...) Αργά αργά, βαριά και σταθερά ακούω ακόμα στ' αυτιά μου τις ερωτήσεις που μου έγιναν και τους όρκους που ξανάδωσα για να πάω να εκπληρώσω την τιμητική αποστολή μου στην Ελλάδα. Ο σύντροφος του ΠΓ μου λέει: «Θυμάσαι ακόμα, συντρόφισσα, τον όρκο που έδωσες σαν μαχήτρια και στέλεχος του ΔΣΕ;» Ξαφνιάστηκα για μια στιγμή και πίεσα το μυαλό μου να τον θυμηθώ. Ανακατωμένα έρχονταν αρχικά στο μυαλό μου τα λόγια, αλλά σιγά σιγά τον θυμήθηκα όλο και τον είπα. Κοκκίνισα λίγο που δεν ερχόταν αμέσως στο μυαλό μου, αλλά μόλις τελείωσα ανακουφίστηκα. Λες και είχε τελειώσει το μισό της αποστολής μου! Σαν να διάβασε τις σκέψεις μου ο σύντροφος του ΠΓ και μου λέει με τον ίδιο τόνο στη φωνή του:
«Συντρόφισσα, τώρα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Τώρα είμαστε νικημένοι. Πάμε από την αρχή να επανακτήσουμε τις θέσεις που χάσαμε στην εργατική τάξη και το λαό μας. Αλλες μορφές πάλης, όμως πιο δύσκολες».
Αναρωτιέμαι μέσα μου: «Τι λέει τούτος εδώ; Τα ξέχασε τα κρύα, τα χιόνια και τις οβίδες που έπεφταν γύρω μας; Ξέχασε το Γράμμο, το Βίτσι, τις δυσκολίες που τραβήξαμε; Εμένα άραγε να με ξέχασε και δε θυμάται τουλάχιστον, το παράσημο που μου έδωσε ο ίδιος (το παράσημο αυτό απονεμήθηκε σ' όσους πολέμησαν στο Γράμμο είχε το γαλανόλευκο χρώμα της σημαίας μας και την επιγραφή ΓΡΑΜΜΟΣ).
«Δεν τα ξέχασα», μου λέει ο σύντροφος. Ξαφνιάστηκα που διάβασε και πάλι τις σκέψεις μου κι αποφάσισα να απαντήσω ευθέως όταν με ρωτήσει.
«Ας συνεχίσουμε φωναχτά τις σκέψεις μας, τις απορίες που έχεις, για να τα ξεκαθαρίσουμε όλα, γιατί μετά θα ενεργείς μόνη σου, τουλάχιστον ώσπου να βρεις τους συνεργάτες σου». Και συμπλήρωσε: «Στους παραπάνω όρκους που έδωσες στο ΔΣΕ να προσθέσεις τα παρακάτω: "θα φυλάω σαν κόρη οφθαλμού τα μυστικά του Κόμματος, θα επαγρυπνώ και θα προφυλάγομαι, ώστε να μην πέσω στα χέρια της Ασφάλειας. Κι αν ποτέ με συλλάβουν, ορκίζομαι ότι δε θα προδώσω τους συνεργάτες μου και δε θα αποκαλύψω τα σπίτια που θα με φιλοξενήσουν. Στο στρατοδικείο θα υπερασπιστώ τη γραμμή του ΚΚΕ. Οι ταλαντεύσεις και η προσπάθεια να σώσω μόνο τον εαυτό μου είναι ξένες προς τη συνείδησή μου. Θα τηρώ τους συνωμοτικούς κανόνες και την ιεραρχία του Κόμματος"».
Σώπασε για λίγο και συνέχισε: «Αυτά εδώ δεν είναι όρκος, αλλά συμβουλές (...) Πρέπει να ξεχάσεις το πραγματικό σου όνομα. Να μη γυρίζεις το κεφάλι, μόλις ακούς κάποιον να φωνάζει το παλιό σου όνομα. Λέω το παλιό, γιατί ίσως χρειαστεί να αλλάξεις πολλές φορές το όνομά σου. Επίσης, δυο παράνομοι αγωνιστές δεν μπορούν να ταξιδεύουν στο ίδιο λεωφορείο κατεβαίνει πάντα ο μικρότερος στην ιεραρχία.
Το δρομολόγιο που θα ακολουθήσεις θα το πληροφορηθείς την τελευταία στιγμή. Σου δίνουμε τρεις μέρες προθεσμία να ξανασκεφτείς το θέμα και να απαντήσεις.
Το παιδί σου θα το φροντίσουμε εμείς, δηλαδή το Κόμμα, θα δώσουμε την απαιτούμενη βοήθεια στο σύζυγό σου. Ετσι με τη δική του μέριμνα, θα μεγαλώνει άνετα η κορούλα σου και θα είναι περήφανη, αν τα καταφέρεις στην αποστολή σου».
Απάντησα αμέσως ότι είμαι έτοιμη να αναλάβω την αποστολή. Δεν το δέχθηκε, μου είπε ότι θα περάσει την Τετάρτη για να πάρει την τελική απάντηση. Με αποχαιρέτησε πολύ φιλικά και πατρικά. Κι έφυγε για να μ' αφήσει να σκεφτώ. Τι του χρειαζόταν η προθεσμία; Εδειξα τίποτα σημάδια ότι φοβάμαι; Τι έπρεπε άραγε να κάνω για να μου πει: εντάξει ξεκινάς! Τι να σκεφτώ; Τρεις μέρες ολόκληρες δεν ήθελα να σκεφτώ ούτε την κορούλα μου, ούτε τον άντρα, ούτε τους συντρόφους μου, ούτε τους γονείς μου, ούτε κανένα αγαπητό πρόσωπο. Γιατί άραγε; Φοβόμουν μήπως ξεφυτρώσει μέσα μου κάποιο αδύνατο σημείο. Και δεν είχα άδικο.
(...) Το βράδυ, ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» είπε κάτι δυσάρεστα πράγματα: μίλησε για συλλήψεις παράνομων στελεχών του ΚΚΕ, αναφέροντας ότι ένας απ' αυτούς λύγισε, μαρτύρησε κι άρχισε να «διορθώνει» τη γραμμή του Κόμματος για να κρύψει τη δική του δειλία.
«Βρε, να πάρει η ευχή! Τον ήξερα, ήταν καλός αγωνιστής και παλικάρι. Λες να μην τα καταφέρω κι εγώ;».
(...) Το αεροπλάνο προσγειώθηκε κανονικά στη Βουδαπέστη. Ανάμεσα στους ξένους επιβάτες δυο γνωστοί: εγώ κι ο «παππούς» (ο επίτιμος πρόεδρος του ΚΚΕ, Απόστολος Γκρόζος). 'Η δεν ήταν ενήμερος για την αποστολή μου ή προσποιήθηκε ότι δεν ξέρει τίποτα. Και με ρώτησε: «Πώς από δω, συντρόφισσα;». Πού να βρω το πρώτο ψέμα. «Είναι το κοριτσάκι μου άρρωστο και με στείλανε να το δω». Χαμογέλασε· κανέναν δεν έστελναν τότε ταξίδι για μικροπράγματα. Εκανε πως με πίστεψε κι έφυγε. Αλλο αυτοκίνητο πήρε εμένα κι άλλο τον «παππού».
Τ' αυτοκίνητο προχωράει μέσα στους άδειους δρόμους της Βουδαπέστης (...) Εσκυψα λίγο το κεφάλι για να μη με δει κανείς και προδώσω την αποστολή μου, αλλά στάθηκα «άτυχη». Αναψε το κόκκινο φανάρι, σταμάτησε το αυτοκίνητο κι εκείνη τη στιγμή, απ' την απέναντι πλευρά, περνούσαν τα αγγελούδια του παιδικού σταθμού. Τα συνόδευαν δυο παιδονόμες που κρατούσαν τις δυο άκρες του «σκοινιού», απ' όπου πιάνονταν τα παιδάκια για να μη ξεφύγουν και πάθουν τίποτα στο δρόμο... θάμπωσαν τα μάτια μου. Μετά σκοτάδι και πάλι φως! Αχ, το κοριτσάκι μου, η Μαρίτσα μου ήταν στην τέταρτη σειρά! Πιάνεται από το «σκοινάκι», το βρακάκι της κρέμεται λίγο και με τα πανέξυπνα ματάκια της περιεργάζεται το αυτοκίνητο που στέκεται μπροστά. Πού να φανταστεί το παιδάκι μου ότι μέσα είναι η μανούλα του που φεύγει! Εγώ για μια στιγμή φώναξα: «Σταμάτα, το παιδί μου, αχ, το παιδάκι μου... Σταμάτα, σταμάτα». Ευτυχώς που ο σοφέρ δεν ήξερε ελληνικά. Δεν κατάλαβε τίποτα και με ευγένεια με ρώτησε μήπως αισθάνομαι άσχημα. «Οχι», του είπα, «τράβα». «Πέρασε η πρώτη δοκιμασία», είπα μέσα μου. Και ξανάρθαν στη μνήμη μου οι χιλιάδες αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους για το καλό όλων των παιδιών... Και σιγανά άρχισα να τραγουδώ: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι...».
Τη νύχτα, έφυγε το αεροπλάνο από τη Βουδαπέστη. Από 'δω και πέρα καπιταλισμός. Στο ίδιο αεροπλάνο πάλι κι ο «παππούς». Μόλις με είδε, γέλασε. Του έφυγε κι η τελευταία αμφιβολία για το πού πηγαίνω και μου είπε στοργικά: «Καλή επιτυχία στη δουλειά σου και να είσαι προετοιμασμένη για μεγάλες δοκιμασίες». Ενα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου το σκούπισα να μη με δει και είπα: «Η μεγαλύτερη δοκιμασία για μένα πέρασε...».
Οταν τον ξαναβρήκα, ύστερα από πολλά χρόνια στη Βουδαπέστη κι αργότερα στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1978) στην Αθήνα, μου είπε τι σκέφτηκε τότε για μένα: «Αυτή η εργάτρια είναι από καλή πάστα φτιαγμένη».
της Ολγας ΜΑΣΤΟΡΑ - ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗ

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

Γιάννη ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ: Η οικιακή βοηθός...

Η οικιακή βοηθός...
Είναι μια οικογένεια, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, εγκαταστημένοι στην Πόλη, στην Κωνσταντινούπολη. Εχουν ένα μικρό μαγαζάκι με ψιλικά, κι απ' αυτό ζουν μητέρα, πατέρας και δυο κορίτσια.
Ολα πήγαιναν καλά και με τους γείτονες, τους Τούρκους, μιλούσαν, είχαν καλές σχέσεις, ακόμα και επισκέψεις έκαναν μεταξύ τους σε ονομαστικές γιορτές ή γενέθλια...
Και ξαφνικά τι έγινε και ξέσπασε το κακό; Κάποιοι, δεν ξέρουμε ποιοι, έβαλαν φωτιά ή βόμβα στο σπίτι της Θεσσαλονίκης που έμενε παλιά ο Κεμάλ Ατατούρκ! Την άλλη μέρα το πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, γίνεται έξω μεγάλη φασαρία, ακούγονται βρισιές, «άπιστοι, θα πεθάνετε!». Πάει η μητέρα, η Μαρίκα, στο παράθυρο και τι να δει: Οχλος από Τούρκους εξαγριωμένους σπάει το αντικρινό ελληνικό μαγαζί, με ψυγεία, κουζίνες κλπ., το καταστρέφει φωνάζοντας: Γιατί, ωρέ γκιαούρηδες, δε σεβαστήκατε τον πατέρα μας, τον δοξασμένο Κεμάλ; Κι όλα τα εμπορεύματα φορτώνονται σε φορτηγά κι εξαφανίζονται!
-- Κωνσταντίνε, παιδιά, φωνάζει η Μαρίκα, βλέπετε τι γίνεται; Να σωθούμε εμείς, τουλάχιστον! Στο πατάρι όλοι να κλειδαμπαρωθούμε, ώσπου να περάσει η μπόρα και να δούμε τι θα κάνουμε!
Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, όλη η οικογένεια ξεκίνησε για τη μεγάλη περιπέτεια: Την αναχώρηση για την Ελλάδα...
Να περάσουν τα σύνορα κανονικά δεν ήταν δυνατό.
-- Αντρα μου, και καλά μου παιδιά, ας πετάξουμε ό,τι μας βαραίνει, ακόμα και τα τρόφιμα, λέω να περάσουμε τον Εβρο κολυμπώντας, εδώ που είναι μικρό το πλάτος του, κολύμπι ξέρουμε όλοι μας, κι ο Θεός βοηθός! Τον πέρασαν τον ποταμό, μα το αντρόγυνο έχασε στο νερό τα παπούτσια του, κι έτσι έφτασαν στην Ελλάδα ξυπόλυτοι!
Τώρα η Μαρίκα δουλεύει σαν οικιακή βοηθός, δηλαδή παραδουλεύτρα. Ο άντρας της, αν και γραμματιζούμενος, κάνει κάνα - δυο μεροκάματα τη βδομάδα σε μια οικοδομή. Το υπόγειο που μένουν έχει νερό, μα δεν έχει φως...
Πέρασε ένας χρόνος.
-- Κωνσταντίνε, του λέει ένα βράδυ η Μαρίκα μετά το φαγητό, πρέπει ν' αγοράσουμε ένα σπίτι, ένα σπίτι δικό μας, να έχουμε βρέξει - χιονίσει ένα κεραμίδι, που λένε, πάνω απ' το κεφάλι μας...!
-- Μα πώς, βρε γυναίκα, εγώ σταθερή δουλειά δεν έχω και με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα..!
-- Κοίταξε, Κώστα, έχω ένα μικρό κομπόδεμα, μερικές χιλιάδες δραχμές, τα μάζεψα λίγα λίγα, κρυφά από σας, γιατί εσείς όλο να ζητάτε ξέρετε...
-- Ναι, αλλά αυτό, Μαρίκα μου, είναι θηλιά στο λαιμό μας. Αν μας τύχει κάποια αναποδιά και δεν πληρώσουμε τις δόσεις, χάνουμε και το σπίτι, χάνουμε κι όσα λεφτά δώσαμε!
-- Κώστα, άσε με ήσυχη, ξέρω τι κάνω, άμα δεν τολμήσουμε, δεν θα κάνουμε τίποτα στη ζωή μας... Θα ζούμε πάντα μια ζωή στερημένη και μίζερη, αυτή που ζούμε και τώρα. θυμάσαι που ήρθαμε ξυπόλυτοι εδώ; Κι όμως, τώρα έχουμε τουλάχιστον τα απαραίτητα!..
Τώρα, η οικογένεια μένει στο Περιστέρι σ' ένα μικρό δυάρι μιας πολυκατοικίας.
Μείνανε, βέβαια, κάνα μήνα χωρίς δουλειά κι είπανε το ψωμί ψωμάκι, ώσπου η Μαρίκα πήρε το πρώτο της μεροκάματο, 35 ολόκληρες δραχμές! Πήγε σπίτι χαμογελαστή, φορτωμένη με τα απαραίτητα, ψωμί, τυρί, ελιές, λαχανικά και αυγά. «Με τόση ακρίβεια στην αγορά, πώς να πάρω τίποτα παραπάνω;». Στο σπίτι που δουλεύει μένει ένα αντρόγυνο, γέρος και γριά, την αγαπάνε και τους αγαπάει. Της δίνουνε ακόμα ρούχα που περισσεύουν, και πότε πότε μερικά τρόφιμα.
-- Κώστα, δεν πρέπει να πάρουμε κι εμείς ένα αμάξι, ένα αυτοκίνητο, όλοι, σχεδόν έχουνε...
-- Ναι, Μαρικάκι μου, χρειαζούμενο είναι, σκέφτηκες, όμως, πώς θα το πληρώσουμε;
-- Θα το πληρώσουμε, μην ανησυχείς, βρήκα κι άλλο ένα σπίτι, άντρα μου. Εξάλλου κι εσύ δουλεύεις...
- Ναι, δε λέω, δουλεύω, όμως δεν έχει δουλειά και κάθε μέρα...
Το πήρε το αμάξι η κυρά Μαρίκα. Μικρό, φτηνό, αλλά εμφανίσιμο, όμως μεταχειρισμένο. Κι από τα χιλιόμετρα που δείχνει το κοντέρ, θα μπορούσε να έχει κάνει το γύρο της Γης 3 φορές!
Στη γειτονιά, στο διπλανό σπίτι, μένει ένα αντρόγυνο. Με την γειτόνισσα, την κυρά Χρυσούλα, είχανε γίνει φίλες. Ο άντρας εργάτης, η κυρά Χρυσούλα είναι οδηγός ταξί, δηλαδή ταξιτζού!
Αρρώστησε, όμως, η γυναίκα και σταμάτησε τη δουλειά, και τα έξοδα μεγαλώσανε, γιατροί, φάρμακα...
Μια μέρα που η κυρά Μαρίκα πήγε στο νοσοκομείο να δει πώς πάει η υγεία της φίλης της και να της κάνει παρέα, της λέει εκείνη:
-- Βρε Μαρικάκι μου, δεν παίρνεις το αμάξι μου, το ταξί - ξέρω, είσαι μια οδηγός πάρα πολύ καλή και στο εμπιστεύομαι - κι όποτε ευκαιρείς να κάνεις μερικές κούρσες, θα σου δώσω την άδεια και το δίπλωμά μου... Μοιάζουμε αρκετά, τα μαλλιά σου θα φτιάξεις λίγο σαν τα δικά μου, τι λες, γίνεται τίποτα;
-- Οσο γι' αυτό, αν κι είναι παράνομο, θα το κάνω για το χατίρι σου. Εξάλλου δεν κλέβουμε κανένα, μια δουλειά είναι κι αυτή!
Εκατσε το λοιπόν η κυρά Μαρίκα στο τιμόνι κι άρχισε τη δουλειά. Επαιρνε και συνταξιδιώτες κάποια γριούλα ή ένα γεροντάκι να μην περιμένουν μες στο κρύο, και κάθε βράδυ πήγαινε την είσπραξη στη φίλη της τη Χρυσούλα κι εκείνη ήθελε να της δώσει τα μισά.
-- Οχι, δεν τα θέλω Χρυσούλα μου, αυτά είναι όλα δικά σου, για να γίνεις καλά!
Η κυρά Χρυσούλα δάκρυσε, φιληθήκανε, κι η Μαρίκα της ευχήθηκε και πάλι περαστικά κι έφυγε.
Η Μαρίκα δούλεψε έτσι κάπου δυο μήνες, ώσπου να γίνει η φίλη της καλά. «Μάθε τέχνη κι άστηνε», είπε μέσα της.
Ηρθε το πρώτο γραμμάτιο και πληρώθηκε. Τα παλιά έπιπλα πετάχτηκαν, σπασμένα κρεβάτια, κουτσές καρέκλες, κι ήρθαν καινούργια. Το ένα κορίτσι γράφτηκε στην έκτη Γυμνασίου, και το άλλο δουλεύει σ' ένα σούπερ μάρκετ.
Ομως, όταν ήρθε κάποιο άλλο γραμμάτιο, λεφτά δεν υπήρχαν...
-- Και τώρα, τι κάνουμε, Μαρικάκι μου; Δεν στο 'λεγα εγώ πως το χρέος είναι θηλιά στο λαιμό μας;
Ασε με ήσυχη, Κωστή, κάτι θα σκεφτώ...
-- Σκέφτεται, σκέφτεται, μα δε βρίσκει τίποτα, ήταν όμως αυτή τη μέρα τυχερή, μα και τολμηρή. Περνώντας απ' την οικοδομή να δει αν δουλεύει ο άντρας της σήμερα, τον βρίσκει εκεί και, εντάξει, αυτός δούλευε, όμως, ο εργάτης που ήτανε στο κομπρεσέρ χτύπησε με το μηχάνημα άσχημα στο πόδι του, κι έτσι η δουλειά σταμάτησε.
-- Εγώ, λέει στον εργολάβο!
-- Ασε με ήσυχο, κυρά μου, της λέει κι αυτός. Εσύ να πλένεις πιάτα, να ράβεις και να κεντάς, αυτό είναι αντρική δουλειά!
Δώσ' μου το, σε παρακαλώ, και θα δεις... Και, χωρίς να περιμένει την άδεια, άρπαξε τα κομπρεσέρ και, τα-τα-τα-τα, σπάει το βράχο!
-- Μπράβο, κυρά μου, θα δουλέψεις...
Και το μεροκάματο, μάστορα, πόσο;
-- Μη ζητάς και πολλά. 45 ευρώ, και χωρίς ένσημα. Αργότερα, βλέπουμε.
-- Εντάξει, κύριε, θα έρχομαι κάθε μέρα, μέχρι να γίνει καλά ο εργάτης σας.
-- Αυτόν ξέγραφτον, είναι για το νοσοκομείο!
-- «Ενσημα εσύ δε δίνεις, οι γέροι δεν μπορούνε, εγώ τι σύνταξη θα πάρω;», σκέφτηκε αγαναχτισμένη η Μαρίκα.
Κι έτσι η κυρά Μαρίκα αποφάσισε να πηγαίνει στους γέρους της και σε άλλα δυο σπίτια που έχει ακόμα το απόγεμα, ενώ το πρωί πάει στην οικοδομή. Το γραμμάτιο σε μια βδομάδα πληρώθηκε!
- Είδες Κωνσταντίνε, που φοβόσουνα;
- Ναι, αλλά, Μαρίκα μου, αν δεν χτυπούσε εκείνος ο εργάτης...
- Τι αφού και ξαφού, το χρέος πληρώθηκε. Ασε με ήσυχη επιτέλους!...
* Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο του Γ. Σ. με τίτλο «Αφήστε με ήσυχο...», που θα εκδοθεί προσεχώς.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ: Ο ευκάλυπτος


Ο ευκάλυπτος

Γρηγοριάδης Κώστας

Θα τον ονομάτιζε κανείς ως τον τελευταίο των Μοϊκανών. Ηταν ο μόνος που είχε απομείνει από μία συστάδα σ' ένα χέρσο τόπο και, με την ευρυχωρία που δημιουργήθηκε μετά την εξαφάνιση των «συντρόφων» του, ο ευκάλυπτος θέριεψε κι έγινε το σημείο αναφοράς της περιοχής:
-- Πού μένεις; κοντά στον ευκάλυπτο;
-- Κάπου εκεί...
Καθώς ήταν στρογγυλοκαθισμένος σε ύψωμα, ούτε οι πολυκατοικίες με το ύψος τους κατάφεραν ν' ακυρώσουν την παρουσία του, να κρύψουν τ' ασημοπράσινα κρόσια του και ν' αποδιώξουν τα μιλιούνια φτερωτά που προσπαθούσαν να χουζουρέψουν στα κλώνια. Από 'κει ψηλά μπορούσε ν' αγναντεύει την Πάρνηθα, το Ποικίλο όρος, την οροσειρά του Αιγάλεω και τα ονειρικά ηλιοβασιλέματα πίσω από τις κορφές. Εκεί κατά το Δαφνί. Σαν πόσα ζευγαράκια δεν τα είχαν απολαύσει ακουμπισμένα πάνω του.
Οι ρίζες του βαθιές, σαν ανθρώπινα κορμιά σφιχταγκαλιασμένα για ν' αποκτούν δύναμη, σήκωναν στη ράχη τους το πεζοδρόμιο και οι φούντες του ανεμοδείχτες! Οι κάτοικοι ολόγυρα, κοιτάζοντας τη φυλλωσιά προς τα πού τη γέρνει ο άνεμος, ήξεραν τι καιρός φυσάει. Κάποια χοντρόριζα πριν μπει βαθιά στη γη σχημάτιζε ένα μακρύ παγκάκι στη σκιά και ήταν ό,τι χρειάζονταν οι αποσταμένοι της ανηφόρας, κύρια τους καλοκαιρινούς μήνες.
Τότε που υπήρχαν πεζοπόροι! Τώρα περιορίζονται σε κείνους που περπατούν υποχρεωτικά γιατί τους υποχρεώνουν οι γιατροί. Το ψηλό μυρωδάτο δεντρί, λοιπόν, πρόσφερε σ' αυτούς σκιά, κάθισμα και φωνητική μουσική από τους μυριάδες γλυκοκελάηδους κατοίκους που φώλιαζαν στη φιλόξενη φυλλωσιά του.
Καθισμένος στο «σκαμνί» και ακουμπώντας την πλάτη στον τεράστιο κορμό περνούσε ώρες ατέλειωτες, όταν ο καιρός το επέτρεπε, ο πασίγνωστος μπαρμπα-Μητσάκος. Εκεί την «έβρισκε» μόνιμα, ήταν το δεύτερο σπίτι του. Γιατί όχι το πρώτο; Στο άλλο, μια καμαρούλα μισογκρεμισμένη, πήγαινε μόνο τη νύχτα για να ταΐσει τα κουνούπια και τους κοριούς. Γι' αυτό ήταν πάντα πρησμένος. Εκεί είχε συχνά και το μεσημεριανό του, για το οποίο φρόντιζε κάποια πονετική γειτόνισσα. Εκείνος φρόντιζε μόνο για την μπουκάλα το κρασί, που την έσερνε πάντα μαζί σαν φυλαχτό! Κοκκινομύτης, ήταν το παρατσούκλι του, εξαιτίας του αλκοόλ.
Ηταν ένας πελώριος Κοζάκος με μεγάλα μάτια, ξέθωρο γαλανό χρώμα, στρογγυλοκέφαλος με φαρδύ μέτωπο και μιλούσε τσάτρα - πάτρα τα ελληνικά, παρότι ζούσε εδώ ολάκερες δεκαετίες, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Σοβιετική Ενωση.
Είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός ιππικού στον τσαρικό στρατό και περίμενε πότε να επιστρέψουν στην εξουσία οι τσάροι, για να επαναπατριστεί κι αυτός. Ισως αν δεν τον πρόφταινε ο θάνατος, που τον βρήκε μέσα σε άθλιες κι απάνθρωπες συνθήκες, να γινόταν η επιθυμία του μετά την πτώση της σοβιετικής εξουσίας!
Συμπαθητικό γεροντάκι. Κάτω από το τσαλακωμένο μουστάκι του σχηματιζόταν κάτι σαν χαμόγελο καλοσυνάτο, αλλά γινόταν μπαρούτι με τον πρώην τσαγκάρη τον μπαρμπα-Μήτσο που του έμπαινε στη μύτη αποκαλώντας τον αμετανόητο φασίστα. Σε όλα τ' άλλα θέματα τα βρίσκανε στο σκαμνί του ευκάλυπτου, όταν όμως η συζήτηση πήγαινε στα πολιτικά, οι φωνές τους επισκίαζαν των πουλιών τη συναυλία και των φύλλων το θρόισμα. Κι ας μην μπορούσαν να κάνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Κι ας ήταν φασίστας ο ένας κι ο άλλος κομμουνιστής. Τι κι αν προσπαθούσε ο τσαγκάρης να πείσει τον απόκληρο ότι η θέση του είναι κοντά στους εργάτες και όχι στο κεφάλαιο. Χαμένος κόπος. Μαζί με τις ψείρες και τους κοριούς - τα κουνούπια πρόκαμαν και πέταξαν! - πήρε μαζί του στην άλλη ζωή και τ' όνειρο της τσαρικής αποκατάστασης!
Κατά καιρούς πολλοί ξαπόστασαν στη ρίζα του κοσμοαγάπητου πανώριου δέντρου και όλοι οι περίοικοι πίστευαν στην αιωνιότητά του κι ότι θα εξακολουθεί ν' ανασαίνει ανάμεσά τους, αναπόσπαστο μέρος του χώρου.
Μα και στην περίπτωση, έλεγαν, που βρεθεί κάποιος που θα παρουσιαστεί ως ιδιοκτήτης του διαφιλονικούμενου, μικρού οικοπέδου, που διαφέντευε με τη μεγαλόπρεπη παρουσία του το γιγαντόσωμο δέντρο, οι ίδιες οι αρχές θα το προστατέψουν από τα μηχανοκίνητα θεωρώντας το διατηρητέο!!!
Κι όμως ο πανύψηλος και γεροδεμένος ευκάλυπτος κατακρεουργήθηκε ύπουλα και στη θέση του στήθηκε μια κακόγουστη εξαώροφη πολυκατοικία. Πού να το φανταστεί κανείς ότι σ' ένα μικρό κομμάτι χέρσας γης θα ξεφύτρωνε ο τσιμεντένιος γίγας;
Τα βαριά μηχανήματα χύμηξαν πάνω του ξαφνικά κι ανυποψίαστα και το κομμάτιασαν μπροστά στα μάτια των περίεργων κι έμοιαζε με βάναυση εκτέλεση εν ψυχρώ.
Οι χοντρές ρίζες του, που σαν αντρειωμένα κορμιά ρουφούσαν δύναμη από τη μάνα γη, κείτονταν τώρα ανάσκελα. Ποιος αποφάσισε τάχα τη θανατική του καταδίκη; Και η γειτονιά που το αγαπούσε και το καμάρωνε τι έκανε για τη σωτηρία του; Αμ, ο δήμος και οι υπηρεσίες του; Και τα χιλιάδες πουλάκια που φιλοξενούσε στα κλωνιά του, πού θα βρουν καταφύγιο; Θα τον θυμούνται όσο ζουν, όπως και οι παλιοί γείτονες...
Τώρα ανεμοδείκτες στη θέση του θα είναι τα ρούχα και τα σεντόνια της μπουγάδας στα κίτρινα μπαλκόνια, αντί για τις χρυσοπράσινες φούντες, καθώς θα τα κουνάει το καυσαέριο πέρα-δώθε. Και οι εργολάβοι, που πέτυχαν στο έργο τους, θα τρίβουν τα χέρια και θ' αναφωνούν ματσωμένοι: Δόξα τω Θεώ και εννοούν βέβαια τον Κερδώο Ερμή.

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Γιώργου Φαρσακίδη: «Η αγάπη θέλει φίλημα»

«Η αγάπη θέλει φίλημα... »
Χαρακτικό από το βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη «Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι»

Κι άλλες ώρες πορείας, με τον ήλιο να ζεματάει στις ξερές ρεματιές. Καταμεσήμερο κουρνιάσαμε σ' ένα φαράγγι να περάσει η μέρα, να πορευτούμε νύχτα για το Ανταλί. Ξημερώματα αράξαμε σε μαντρί κοντά στο χωριό, στείλαμε σύνδεσμο και τ' απόγευμα ήρθαν να μας καλωσορίσουν οι χωριανοί. Φέραν μαζί τους κεράσματα κι άναψε γλέντι τρικούβερτο.
Κοπελιά ντυμένη τα γιορτινά της, με χαμηλωμένο το βλέμμα, προσφέρει σύκα, καρύδια, ρακί. Φευγαλέες οι ματιές, κρυφαγκαλιάζουν τα λιοκαμένα, σφιχτοδεμένα της μπράτσα, γλιστράνε ένοχες στο λαιμό και τον κόρφο.
Ηρθε κοντά, κοντανασαίνεις τη ζεστή, μεθυστική ευωδιά του γυναικείου κορμιού. Κι ύστερα ένα σφίξιμο μέσα σου και δεν ξέρεις τι είναι. Κάτι σα χαρά και λύπη μαζί.
«... Η Ελλάς προστάζει, Μάνα πατρίδα
παιδιά της τα προσκαλεί...»
Μερακλωμένος ο Νικολίνταγας μ' άλλους καλλίφωνους πιάσαν τ' αντάρτικα. Κι ύστερα εκείνο το «Λευτεριά πανώρια κόρη...», που τόσο αρέσει σ' όλους μας. Από κοντά σμίξαν κι οι νέοι κι οι μεγαλύτεροι χωριανοί να τραγουδάνε μαζί μας κι αντιβούιξε η ρεματιά.
Φάλτσος κι άχαρος σε τραγούδι και σε χορό, ανοιγοκλείνω το στόμα μου να δείξω συμμετοχή. Κι όσο κομπλάρω εγώ, άλλο τόσο με ξεσηκώνουν εκείνα:
«...Η αγάπη θέλει φίλημα κι ο πόλεμος τραγούδια,
στην κεφαλή λουλούδια και φλόγα στην καρδιά.
Κι ας έρθει ο χάρος για να δει με τι κορμιά θα μπλέξει,
ας έρθει κι ας διαλέξει κι ας μπει στη μαύρη γη...»
Ασυνήθιστοι στίχοι για το, στερημένο τον έρωτα, ασκητικό μας αντάρτικο. Λόγια για λεβεντιά, γι' αγάπη, για θάνατο, βάλσαμο και μαχαίρι, αναταράζουνε κάποιους κρυφούς λογισμούς. Τ' ακούς και στοχάζεσαι τι 'ναι τούτο που στέκει πάνω κι απ' τη ζωή μας ακόμα. Αναμετράς τον εαυτό σου, αν μπορέσεις σαν έρθει η ώρα ν' απλώσεις αντρίκια το χέρι, να χαιρετήσεις το χάρο, να σύρεις μαζί του την τελευταία στροφή. Δε γνωρίζεις ακόμα πως στο μονοπάτι της ζωής ο Χάρος κι ο Ερωτας βαδίζουν αντάμα. Πως τούτη η διαλεχτική, όλο αντιφάσεις, μπολιάζει και συντηρεί τη ζωή. Ο καταπιεσμένος ερωτισμός των είκοσι χρόνων φόρεσε πανοπλία πολέμου. Το νιώθει μα δεν το ξέρει πως πίσω απ' την πολεμική ιαχή, την πολεμική αντρίκια μας σχέση, φοβισμένη φωλιάζει στα τρίσβαθα η ανάγκη ν' αγαπηθείς!
«Μάνα πατρίδα», «Λευτεριά πανώρια κόρη». Ιδανικά και ιδέες, σύμβολα της ομάδας. Πάντα αχόρταγα για θυσίες και προσφορές.
Και μέσα μας ενδόμυχη η προσδοκία αναγνώρισης: «... να σου μαδούν οι κορασιές λουλούδια στα μαλλάκια».
Τι είναι, αν όχι λόγος ερωτικός, με την ευρύτερη έννοια, τούτες οι αρχέγονες καταβολές για θυσία; Αυτές οι δυνάμεις που οδηγούν κάποια έντομα να πέσουν νεκρά μαζί με τον τελευταίο ερωτικό τους σπασμό; Για να επιβιώσει το είδος! Και ίσαμε εμάς τα λογικά όντα που ενεργούμε ενάντια στη «σώφρονα λογική». Οπως ο ποιητής, που διακηρύσσει πως «η ευτυχία βρίσκεται στο δόσιμο χωρίς μισθό...».
Μη δεν είναι βαθιά ερωτικός ο θρύλος του Ντάνκο που ξεριζώνει και καίει την καρδιά του; Και κείνος του Αδωνη; Κι ο θρήνος για τον Ιησού, μ' όλες τις υστερικές παρακρούσεις των γυναικών για τον Σταυρωμένο Νυμφίο; Τον άντρα μπροστάρη που θυσιάζεται για τη «σωτηρία ημών»;
-- Στην υγειά καπετάνιο, καλή λευτεριά!
-- Στον αγώνα, στη νίκη.
-- Ζήτω το Ε.Α.Μ., ο Ε.Λ.Α.Σ.
-- Ζήτω η ηρωική μας Ε.Π.Ο.Ν.
«... Επάνω στα ψηλά βουνά αντάρτες επονίτες...»
Ο καπετάνιος σέρνει το χορό.
-- Να ζήσει η λεβεντιά!
Κι άξαφνα σείστηκε ο τόπος. Δέκα τεράστια γερμανικά μεταγωγικά, δέκα Γιούγκερς, σκιάζοντας τον ήλιο πέρασαν πάνω μας.
-- Κρύφτε τα όπλα, τα δίκοχα.
Χάλασε ο χορός, σκιάχτηκε ο κόσμος, ζαρώσανε όλοι στον ίσκιο της μάντρας.
-- Τι να μας κάνουν, έχουν τα δικά τους τα ζόρια, λέει ο καπετάνιος.
-- Τράβηξαν γραμμή για το Σέδες.
-- Τώρα που τους τα ρίχνουν οι σύμμαχοι, πετούν χαμηλά μη δώσουνε στόχο.
Σκόλασε το γλέντι. Μας χαιρέτησαν κι έφυγαν για το χωριό οι πανηγυριώτες. Τα σακίδιά μας γεμάτα. Πίτα, ντομάτες, ελιές. Το κοφινάκι με τα σύκα κρεμασμένο στη μάντρα.
-- Και το δίπλα αμπέλι δικό σας, μας είχε πει φεύγοντας ο πρόεδρος του χωριού. Ετσι, να τα χορτάσουνε για καλά και στομάχι και μάτι!
Το χωριό Μεσημέρι, μισή ώρα μακριά. Εξω από το χωριό υπάρχει φρουρά, καμιά δεκαριά Γερμανοί. Ο πρώτος μας στόχος.
-- Καλά το γλεντήσαμε, καπετάνιο, αλλά τι θα γίνει με δαύτους;
-- Αύριο θα μας φέρουν πληροφορίες, απαντάει εκείνος. Ισως την επόμενη νύχτα. Ορεξη να 'χετε.