Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Πάνος Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ: "Τα 'χει το εμπόριο"

Τα 'χει το εμπόριο
Στον κ. ΧΡΙΣΤΟ ΠΕΡΣΑΚΗ

Στους πέντε ανέμους η σπορά. Η γη λες και δεν ήθελε να τη δεχτεί φέτος. Ενα δάκρυ βροχούλας, μια δροσοσταλίδα δεν κυλούσε απ' τα βουρκωμένα σύννεφα τ' ουρανού και τα σπαρτά προτού καλά - καλά μεστώσουνε είχανε ξεραθεί. Μερικά που πρασινίζανε εδώ κ' εκεί είχανε στην καρδιά τους σκουλήκι. Και μονάχα οι κυκλαμιές θρασομανούσανε στα βράχια.
Οι Πευκοβουνιώτες, που όλο το έχει τους το είχανε στη διάθεση του Θεού, χτυπούσανε τόνα χέρι τους στ' άλλο μ' απελπισιά. Τα χείλια τους σα να τρεμουλιάζανε κάτου από μια βαριά κατάρα. Και τα βλέμματά τους, πότε αγριεμένα και πότε ικετευτικά, θωρούσανε πέρα τα γκρίζα συννεφάκια που αρμενίζανε κατά τη δύση, χωρίς να φέρνουνε ως τόσο τη βροχή.
Ετσι σχεδόν είχε φανεί το χινόπωρο κ' έτσι περνούσε βαρύθυμα ο χειμώνας. Το μελισσοχώρι κ' η αγράμπελη, ο κισσός κ' η καλοκαιριάτικη περιπλοκάδα, γέρνανε, σκεβρωμένα χέρια με γανιασμένα δάχτυλα, στα δυσμικά μέρη των σπιτιών. Κάπου, σ' ένα παράθυρο δειλά, μια γλάστρα βασιλικού ή δυόσμου. Στη γη όμως ούτε χορταράκι. Και τα ζωντανά του κάκου ψάχνανε στα χέρσα, του κάκου ψάχνανε στις ρεματιές. Ρέβανε σαν τον καρπό που τον έτρωγε το σκουλήκι.
Το νιώθανε πια για καλά οι Πευκοβουνιώτες πως φέτος η σπορά είχε πάει κατά διαβόλου. Μήτε για χερόβολο δε θα πιάνανε. Και ζητάγανε αλλιώς να βολέψουνε την περίσταση.
Οι περισσότεροι τραβούσανε πουρνό κατά το δάσος να κάνουνε πενήντα - εκατό ζύγια ξύλα, κρυφά, μην τους κόψει κανένα πρωτόκολλο ο δασικός. Και το δείλι, πάλε κρυφά, να τα περάσουνε στην πολιτεία. Ενας - δύο που είχανε ζωντανά στο γέννο, προσπαθούσανε να τα θρέψουνε με σπασμένα ελιοκούλουρα που αγοράζανε από το λιοτρίβι. Οσοι όμως είχανε άπλερα σπουργίτια να ταΐσουνε, νιώθανε πιο έντονη την ανάγκη να εργαστούνε με κάθε τρόπο, έστω και αν ξεριζώνανε σύριζα τα δέντρα του γειτονικού χωραφιού.
Ενας απ' τους τελευταίους κι ο Κώτσος ο Κοκκινιάς. Αυτός δεν είχε μόνο τη σπορά κατά διαβόλου, δεν είχε τα γιδοπρόβατα στου λύκου το στόμα. Πέντε άπλερα σπουργίτια, πέντε στόματα πεινασμένα περιμένανε απ' αυτόνε την τροφή. Κι ο άμοιρος ο Κοκκινιάς, σαν το ζαλισμένο απ' τον ήλιο αγρίμι, έτρεχε πότε στο δάσο και πότε στην πολιτεία, όλα να τα βολέψει.
Ενα δείλι φάνηκε χαρούμενος ν' ανηφορίζει το φιδωτό μονοπάτι. Απ' το πρωί το ξέρανε όλοι πως ο Kοκκινιάς είχε πάει στον Πειραιά, και τώρα κάτι καλό προσπαθούσανε να ξεχωρίσουνε στη χαρούμενη όψη του.
- Ε! πατριώτη Κώτσο, τι μαντάτα φέρνεις; τον ρωτήσανε.
Στην αρχή, λέξη. Πού ξέρεις, αν δεν του παίρνανε τη δουλειά. Μα ύστερα, σιγά - σιγά, ξεθάρρεψε και με σκεπασμένα λόγια τούς διηγήθηκε το και το, πως κάποιος κουμπάρος του που δούλευε στα βαπόρια του είπε να μαζέψει χλωρά κουκουνάρια από τα πεύκα και ναν του τα πάει. Τιμή, λέει, δεν του όρισε ακόμα. Μια πεντάρα την οκά θαν τούδινε. Οχι περισσότερα, γιατί μαθές τι αξίζανε τα παλιοκουκουνάρια σ' αυτόν. Ο κουμπάρος όμως τάθελε να τα ματαπουλήσει στα βαποράκια που κάνανε τ' ακτοπλοϊκά ταξίδια, μια που με τον πόλεμο τον Ευρωπαϊκό δεν ερχόντουσαν κάρβουνα και κοκ.
- Ατμός θα γίνουνε τα κουκουνάρια σου, δε θα γίνουνε χρυσάφι. Αν θέλεις φέρε μου... Λέω να καταπιαστώ τη δουλειά. Τι λέτε κ' εσείς; ρώτησε ο Κοκκινιάς τους δυο συχωριανούς του που τον ακούγανε.
- Μην τ' αφήνεις το εμπόριο. Δύσκολοι καιροί τώρα. Η πεντάρα - λίρα. Βάλ' εμπρός. Οι πεύκοι στενάζουνε απ' το φόρτο.
Την άλλη μέρα - Σάββατο είτανε - μαθεύτηκε στο Πευκοβούνι πως ο Κώτσος αγοράζει κουκουνάρια τρία λεφτά την οκά. Ολοι γελάσανε.
- Χαρά στην επιχείρηση, είπανε μερικοί.
- Σπίτι δίπατο θα χτίσει και θαν το δείτε, απαντήσανε άλλοι ειρωνικά.
Η Κυριακή όμως που βασίλεψε βρήκε στο κατώγι του Κοκκινιά μαζεμένο σε λοφίσκο πεντακόσιες οκάδες κουκουνάρι, χλωρό, ανοιχτοπράσινο, πετρωμένο μα και γιομάτο χυμούς.
Τα χωριατόπαιδα που δεν είχανε σκολειό ξεχυθήκανε απ' τη Χαραυγή στο δάσο. Ανεβασμένοι ψηλά στα πράσινα φουντωμένα πεύκα μαζεύανε αδιάκοπα κουκουνάρια για τον Κοκκινιά. Αυτά δεν την πήρανε αστεία την επιχείρηση. Δεκάρες βλέπαν στα χέρια τους, ο Κώτσος επλήρωνε όσα του πηγαίνανε, δέκα, είκοσι και πενήντα οκάδες ακόμα. Ναι, δεκάρες με το βασιλιά το Γεώργιο απάνου. Κι η μαρίδα του χωριού ανέβαινε στα δέντρα, τσάκιζε τα πευκόκλαρα, τσακιζότανε κι αυτή, μα στο τέλος με γιομάτα τσουβάλια έτρεχε στο χωριό φωνάζοντας:
- Καλά κουκουνάρια... Πάρτε κουκουνάρια για επερωκεάνεια...
Ο Κώτσος χαρούμενος ζύγιαζε όλη την Κυριακή και πλήρωνε αδιάκοπα με τη σκέψη πως πάντα διακόσες έως τρακόσες δραχμές θα βγάλει απ' αυτό το εμπόριο μια και ο Θεός είτανε τόσο άσπλαχνος κ' η γης ξεραμένη.
Με το ηλιοβασίλεμα του φέρανε τα χωριατόπαιδα το τελευταίο φόρτωμα. Ζύγιασε, πλήρωσε και τους είπε:
- Βρε παιδιά, ίσαμε την άλλη Κυριακή, τ' αργότερα, θέλω να μούχετε μαζωμένα ίσαμε 5.000 οκάδες. Αν μπορείτε γρηγορότερα τόσο το καλύτερο, γιατί το κουκουνάρι έχει φύρα, μωρέ παιδιά, όσο ξεραίνεται, τόσο το χειρότερο για μένα. Γρήγορα μαζεύτε γιατί χάθηκε.
Σε λίγες μέρες η σοδειά είχε συγκεντρωθεί. Το κουκουνάρι από βραδύς είχε φορτωθεί στο πέραμα. Τ' αμπάρια του γιομάτα. Περίμενε την αυγή να πάρει αγέρας, να φουσκώσει το κόκκινο πανί, να κόψει το πέραμα την πρώτη βόλτα.
Νύχτα ακόμα, με το φανάρι αναμμένο, κατέβηκε ο Κοκκινιάς με τον περαματζή στο λιμάνι.
Η θάλασσα δεν είτανε απάνεμη. Την όργωνε ο αγέρας και τα κύματα μ' αφρούς και βόγγους σπούσανε στο μώλο, λες και θέλανε να ρίξουνε τις πέτρες για να πάρουνε στ' ανοιχτά το πέραμα. Ο Κοκκινιάς φλωροκιτρίνισε κοιτώντας την αγριεμένη θάλασσα.
- Ελα να ξεμπουκάρουμε, του φώναξε ο περαματζής που πάσχιζε να γλυτώσει το πανί απ' τις αντένες του ξαρτιού.
- Φοβάμαι τον καιρό, καπετάν - Αργύρη.
- Τι φοβάσαι! Πρίμα θα πάμε. Σάλτα μέσα!
Ο Κοκκινιάς μ' όλο το φόβο που είχε πήδησε στο πέραμα. Δεν ήθελε να ταξιδέψει, μα πάλε συλλογιότανε πως ο κουμπάρος θα τον περίμενε σήμερα, Δευτέρα πρωί, στον Πειραιά. Ως τόσο έκανε το σταυρό του, όταν φούσκωσε ο αγέρας το πανί και πήρανε τις πρώτες βόλτες στο λιμάνι.
Το πέραμα έστριβε δώθε - κείθε, σαν παιχνιδιάρικο γλαροπούλι, στεφανωμένο απ' τον αφρό και το κύμα. Μόλις όμως στρίψανε τη μύτη και βγήκανε στ' ανοιχτά, μια σοροκάδα δυνατή, άγρια, μανιασμένη, που έκανε τη θάλασσα ν' αφρίζει, άλογο που δεν ακούει στο χαλινάρι, τίναζε το πέραμα μ' όλο το βάρος των κουκουναριών σαν καρυδότσουφλο.
Ο Κοκκινιάς τα χρειάστηκε, το ίδιο κι ο καπετάν - Αργύρης.
- Βράζει!... Τρώει τα βράχια η άτιμη!
- Τράβα να δέσουμε κάβο στεριανά. Θα βουλιάξουμε και θα χάσω το πράμα, φώναζε τρομαγμένα ο Κοκκινιάς.
- Σε καλό σου! Δάγκωσε τη γλώσσα σου. Μην κακομελετάς στο πέλαγο, τ' απάντησε ο καπετάν - Αργύρης. Κουράγιο! Θα πάμε πρίμα.
Η θάλασσα όμως, τ' αφρισμένο κύμα, περνώντας μ' ορμή, πηδώντας πάνω απ' το πέραμα, έπαιρνε πάντα κάτι απ' το λόφο των κουκουναριών. Ο Κοκκινιάς περίλυπος κοιτούσε τα κουκουνάρια που σα φελλοί διχτυών πλέανε στην απανωσιά της θάλασσας.
- Πάνε τα κουκουνάρια, πάνε τα λεφτά μου, μονολογούσε λυπημένα. Και τ' αχόρταγο κύμα έκλεβε, κι όλο έπαιρνε μακριά τη γλυκειά του ελπίδα. Κι έκλεινε τα μάτια του να μη βλέπει. Μα ο λογισμός δούλευε. Τα μάτια της αγωνίας ορθάνοιχτα. Κι έβλεπε τη γη ξεραμένη, τα σπαρτά να γέρνουνε στο χώμα προτού πάρουνε μια σπιθαμή, τα γιδοπρόβατα να μουγκρίζουνε σαν τα κύματα, κυνηγημένα κι αυτά ποιος ξέρει από ποια κακή σοροκάδα.
Ετσι με χίλια βάσανα και χίλια χτυποκάρδια τρέμανε τα γόνατά του. Και τα χέρια του πιότερο τρέμανε στην πλάστιγγα. Ζυγιάσανε τα κουκουνάρια και βρήκανε μόνο δυο χιλιάδες οκάδες. Τρεις μετρημένες χιλιάδες είχε πάρει η θάλασσα για να γαληνέψει.
Από εφτά λεφτά την οκά, εκατό σαράντα δραχμές τούδωσε ο κουμπάρος του για τις δύο χιλιάδες οκάδες. Από τρία λεφτά πούχε πληρώσει τις πέντε χιλιάδες, έχανε και κάτι από την τσέπη του.
- Με φάγανε οι χωριανοί μου με τις γλωσσοφαγιές τους, καπετάν - Αργύρη, είπε κουνώντας περίλυπα το κεφάλι του. Σπίτι δίπατο θα χτίσω!... Χμ! Να, τώρα στις τόσες μου δυστυχίες κι άλλη. Χάνω κ' είκοσι δραχμές από δικά μου!...
- Μη σικλετίζεσαι, Κώτσο μου. Τάχει το εμπόριο αυτά, τ' απάντησε φιλοσοφικά ο καπετάν - Αργύρης, παίρνοντάς του με τρόπο το δεκάρικο για το ταξίδι!
Πάνος Δ.ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Κώστας ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ: "Η οργή του Αμερικάνου"

Η οργή του Αμερικάνου

Χιλιόχρονος, περήφανος υψώνεται στην άκρη του δρόμου, μπροστά στο μεγάλο ξενοδοχείο, που χτίστηκε για τους ξένους, ο γέρο πλάτανος. Πότε γεννήθηκε; Πώς ξέπεσε στο μεγάλο δρόμο με ταψηλά σπίτια; Σα να τον πνίγη ο βρώμικος αγέρας του δρόμου υψώνει τα κλαδιά του ολόϊσα, πάνω από τις αψηλές στέγες, διψώντας ναγναντέψει την κορφή του βουνού, που του κρυφογελάει από μακριά, κάτι να κρυφοψιθυρίση στα σύννεφα. Βουίζει ο δρόμος, σέρνεται στα πόδια του η αγορά λερωμένη, κι αυτός σα να μη θέλη τίποτες να δη, τίποτες νακούση, ξένος, αδιάφορος, σαν από άλλον κόσμο φερμένος, αργοκουνάει την κορφή του πάνω από τα κόκκινα κεραμίδια του ξενοδοχείου σα να θέλη να ξεφύγη, να τρέξη πέρα στα πλατειά, στα βαθυπράσινα ρουμάνια που του γνέφουνε από μακρυά, λαχταρώντας να σμήξουνε με τον ξενητεμένο αδερφό τους. Να τους θυμάται τάχα μέσα στην πολιτεία;
Δίπλα του, στην αράδα, καμπόσες ακακίες, φυτεμένες για ομορφιά, φαντάζουνε σα μικρά παιδάκια μπρος στο γίγαντα. Με τα μάτια πάντα γυρισμένα στο βαθυπράσινο ρουμάνι, ούτε το συλλογιέται να σκύψη να ρίξη μια ματιά στις ταπεινές του γειτονοπούλες. Τα σπίτια που χτίζονται γύρο τονέ ζώσανε σιγά - σιγά κι άξαφνα βρέθηκε φυλακισμένος σε μιαν ασφυχτικιά φυλακή. Στα πόδια του σύρριζα αργοκυλάει ένα μικρό ρυάκι που βγαίνει θολό από την αυλή κάποιου σπιτιού.
Μα ο σπιτονοικοκύρης με τα χρυσά δόντια, που γύρισε φορτωμένος χρυσάφι από την Αμερική, δεν το θέλει με κανένα τρόπο το μεγάλο δέντρο μπρος στο ξενοδοχείο του. Κ' έχει δίκιο. Του κόβει τον ήλιο, του χαλάει τη φάτσα κι ο καθένας έτσι δυσκολεύεται να ζητήση κάμαρα. Αυτός ξόδεψε χιλιάδες. Τα λεφτά έχουνε τόκο. Πού θα τις βγάλη τόσες χιλιάδες; Επειτα πού ακούστηκε τέτοια θεόρατα δέντρα μέσα στην πόλη; Στην Αμερική φυτεύουνε δεντράκια και τα κλείνουνε σε κάγκελα σιδερένια.
Ετρεξε, φώναξε. Ο Δήμαρχος που τούχε κιόλας βαφτίσει το πρώτο παιδί, σύμφωνος κι αυτός να κοπή το δέντρο. Σύφωνη κι όλη η Πόλη. Τα μεγάλα δέντρα ασκημίζουνε. Κανείς δε βρέθηκε να διαφεντέψη το δέντρο. Κανείς δεν τόνοιωσε. Τι γύρευε μέσα στην πόλη; Η θέσις του αυτουνού είτανε στο δάσος, να φωλιάζουνε στα κλαδιά του τα όρνια. Να. Ο αντικρυνός ο καφετζής τούμπηκε ένα καρφί και κρέμασε ένα στενό, τοσοδά κλουβάκι μ' ένα φλώρο μέσα που κλαίει μερόνυχτα τη μοίρα του.
- Μου κόβει τη φάτσα του σπιτιού μου, μου χαλάει τα κεραμίδια. Εγώ ξόδεψα λίρες με τη χούφτα, γι' αυτό το σπίτι και σπίτι δεν έχω, φώναζε ο Αμερικάνος όπου στεκότανε, με τα πλατειά παπούτσια και τη χρυσή αλυσσίδα.
Ενα πρωί τέσσεροι ξυλοκόποι ακουμπήσανε τα τσεκούρια και τα πριόνια τους στη ρίζα του δέντρου μαζί με τις κάπες τους. Τι μελαγχολικιά μέρα! Ο ουρανός συννεφιασμένος, βαρύς!
- Αϊ, αϊ, θα το κόψουνε, αλαλάξανε δυό-τρία μαθηταρούδια με τα βιβλία στις αμασκάλες, που πηγαίνανε κείνη την ώρα στο σκολειό να μάθουνε γράμματα.
Μόνο ο πλάτανος δεν ένοιωσε τίποτες. Σαν από άλλον κόσμο φερμένος, απόμεινε πάντα ξένος μέσα στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Περήφανος, απλοϊκός σαν αληθινά μεγάλος, δεν ένοιωσε την οργή του Αμερικάνου. Σαν είδε τους ξυλοκόπους νόμισε πώς γύρανε να ξαποστάσουνε. Από το βουνό έρχουνται βέβαια, στο βουνό ξαναγυρίζουνε. Αν τους παράγγελνε να πούνε χαιρετίσματα σταδέλφια του που τον καρτερούνε! Καλοί ανθρώποι μοιάζουνε!
Σαν είδε να σηκόνουνε τα τσικούρια τους καταπάνω του, ξεμανικωμένοι, ξεστήθιαστοι, ξιπάστηκε. Βρε, μην ονειρεύεται; Η κρύα λεπίδα έλαμψε για μια στιγμή στα μάτια του κόκκινη σα βουτηγμένη στο αίμα του.
Η πρώτη τσικουριά έπεσε αλύπητα και το κρύο σίδερο χώθηκε βαθειά στο κρέας του που ο Μακεδόνας τρόμαξε να το ξεκολλήση.
- Τρελλάθηκε τούτος ο άνθρωπος; ψιθύρισε και τίναξε με τρόμο τα κλαδιά του.
Καμπόσα πουλιά, φωλιασμένα βαθειά, φτερουγίσανε τρομαγμένα. Το πλήθος τώρα είχε μαζωχτή γύρο περίεργο. Τα μαθημαρούδια ξεχάσανε το σκολειό και τη βίτσα του δάσκαλου που τα καρτερούσε. Από τα παραθύρια τους γυναίκες παρακολουθούσανε το θέαμα κ' οι μαγαζάτορες αφήσανε τη δουλειά τους και βγήκανε στις πόρτες να ιδούνε. Ο αστυνόμος που μελετούσε τη φημερίδα μ' ένα φλυτζάνι βαρυγλυκό μπροστά του, πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι του αντικρυνού καφενέ, κατέβασε πολλές φορές τη φημερίδα στα γόνατά του, περίεργος, αφήνοντας στη μέση το κύριο άρθρο.
Γκουπ, γκουπ.
Ο ίδρωτας άρχιζε να κατεβαίνη στα πρόσωπα των Μακεδόνωνε, ξεροψημμένα από τον ήλιο.
- Μα τι πάθανε τούτοι οι άνθρωποι; Τι έχουνε μαζί μου; Τι τους έφταιξα τάχα; ρωτιέται ο πλάτανος και δαγκώνεται από τον πόνο που τονέ σφάζει.
Οι ξυλοκόποι δουλεύουνε ακούραστοι. Μια στιγμή ένας σταμάτησε για νακονίση το τσικούρι κι ο πλάτανος ακούσε με φρίκη τον κρύο αχό της λεπίδας. Φοβισμένος, ανήσυχος έγερνε χαμηλά το κεφάλι του σα νάθελε να βεβαιωθή καλύτερα. Δεν έκανε λάθος. Μα γιατί δε βρίσκεται ως τόσο ένας ναρπάξη από τα χέρια αυτών των σκληρώνε ανθρώπων τα τσικούρια και ναν τα πετάξη μακρυά; Πώς μπορούνε να κάνουνε όλοι χάζι στο σκληρό θέαμα; Γιατί δε γελιέται. Ολοι χάζι κάνουνε, γελούνε, χαζεύουνε. Τους βλέπει μα η περηφάνεια του δεν τον αφήνει να παρακαλέση. Αυτός που δεν καταδέχτηκε μια φορά να χαμηλώσει την κορφή του να δη τι γίνεται κάτω στο δρόμο, ποιος περνάει, ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει στα μαγαζειά, πώς να γύρη τώρα το κεφάλι σε παρακάλια;
Ωρες δουλεύουνε κ' η δουλειά είναι ακόμα στη μέση. Ως τόσο τα μαθηταρούδια ξεχάσανε ολότελα σήμερα το δάσκαλο και τη βέργα του. Κανένα δεν κουνιέται να φύγη. O κύκλος μεγαλώνει κι οι μάγκες της αγοράς βρήκανε γλέντι.
Τώρα σκάψανε ένα λάκκο γύρο στη ρίζα, που χάσκει σαν τάφος. Ο πλάτανος έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπη το πλήθος που κάνει χάζι. Μόνο το χτύπο των τσικουριών ακούει κι ο φρικτός αχός αντηχάει πένθιμα μέσα στην καρδιά του. Δεν τονέ μέλλει που θα πεθάνει, αυτός που είδε με καταφρόνια τους αιώνες να περνούνε από πάνω του ανέγγιχτα. Ας ήξερε μόνο για ποιόνε λόγο του φέρνουνται έτσι αλύπητα... Μα να πεθάνη έτσι στα καλά καθούμενα, αυτός που δεν έφταιξε σε κανένανε! Μην τους αρνήθηκε ποτέ τον ήσκιο του, μη δε βρή­κανε πάντα, τα πουλιά στέγη φιλόξενη στα κλαδιά του! Τι άλλο ζητάνε; Πώς αυτός δεν παραπονέθηκε, που τονέ πνίξανε με τα σπίτια που χτίσανε γύρο του;... Ολα τάνοιωσε ο πλάτανος, μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε!
Ενας άνθρωπος σκαρφάλωσε αψηλά, πολύ αψηλά για να δέση κάποιο χοντρό σκοινί σ' ένα κλαδί. Τρεις ανθρώποι πιάσανε το σκοινί που σούρθηκε χάμω, ανοιχτήκανε μακρυά κι' αρχίσανε να τραβάνε με όλα τα μπορετά τους. Μα το δέντρο ριζωμένο βαθειά κρατούσε...
- Εχει ψυχή ακόμα, μουρμούρισε ο ένας Μακεδόνας και κατέβασε το τσικούρι του μ' ένα δυνατό αγκομαχητό, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του.
- Εφτάψυχος, είπε άλλος κοιτάζοντας με θαυμασμό τόμορφο δέντρο.
Αλήθεια, ο πλάτανος δεν είχε καμμιάν όρεξη να πεθάνη.
Ενοιωθε ακόμα τον εαυτό του τόσο γερό, τόσο διψούσε ακόμα για τη ζωή, που δεν μπορούσε ναν το πιστέψη πως ήρθε η ώρα του να πεθάνη. Γιατί να πεθάνη αυτός που νοιώθει τη δύναμη να ζήση άλλη μιά τόση ζωή! To μεγάλο το ρώτημα του πλακόνει την ψυχή σα σύννεφο. Περήφανος, απλοϊκός ρωτάει τον εαυτό του αν έφταιξε, και μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε.
Ξαναπιάνουνε το σκοινί, ανοίγουνται, στηλώνουνε χάμω τα πόδια τους, τραβάνε άγρια, μα ο πλάτανος δε θέλει ναφήση τα ύψη του. Βλέπει τη ρίζα του σακατεμένη, νοιώθει πως δε στέκει στέρια στα πόδια του, κλονίζεται... Μα να πεθάνη... Γιατί;...
- Εδώ δεξιά χρειάζεται μερικές τσικουριές, λέει ο ένας. Για μια στιγμή τινάχτηκε κ' έρριξε τα μάτια του θολά σα νάθελε ναποχαιρετήση για τελευταία φορά το βουνό που τον αντίκρυζε, το βαθυπράσινο ρουμάνι εκεί κάτω μακρυά... Δε νοιώθει καλά τον εαυτό του... Λιγοθυμάει... Μετρημένες οι στιγμές του...
Ολοι κρατούνε την ανάσα τους. Τα γέλια πάψανε. Κανείς δε μιλάει. Κάτι μεγάλο, κάτι επίσημο κρύβει η στιγμή αυτή, η μοναδική... Ενα μυστήριο απλόνεται στον ήσυχον αγέρα. Ενας ήρωας ψυχομαχάει, χαροπαλεύει, πάνω στα ψηλά Αλώνια.
- Τραβάτε, ακούγεται μια φωνή.
Κάτι τρίζει. Τι κρύο τρίξιμο! Ποιος ξερριζόνει την καρδιά του ήρωα;.. Τα φύλλα αναφρικιάζουνε... Τραβάνε το σκοινί... Οχι. Δε θέλω να πεθάνω, λέει το δέντρο, κ' ενώ παλεύει να κρατηθή στα πόδια του όρθιο, εκείνοι καρφωμένοι στη γις τραβάνε το σκοινί αλύπητα...
- Το νου σας τις ακακίες, φωνάζει κάποιος.
Τρίζει το δέντρο στη ρίζα, ένας κρύος ήχος σκίζει τον αγέρα, κάτι σαν υστερνό παράπονο ακούγεται και το δέντρο γέρνει, γέρνει, ξαπλόνεται χάμω, ξανασηκόνεται, ξαναπέφτει μ' ένα βαρύ αγκομαχητό, αναίστητο. Ξεψύχησε.....
- Να πάρη ο διάλος! Πάνε οι ακακίες! Κι είτανε μια ομορφιά, φωνάζει ο Αμερικάνος βλέποντας τα φτωχά δεντράκια που τάλυωσε στην τραγικιά πτώση του ο πλάτανος.
Αλαλάζουνε τα παιδιά, ορμούνε να κυλιστούνε χαρούμενα, μέσα στα πυκνά κλαδιά που μέσα από τις τρυπίτσες των φύλλων λες κείνη τη στιγμή πως βγαίνει αγάλια - αγάλια η υστερνή ανάσα του δέντρου... Ανασαίνει ο Αμερικάνος σα να τούφυγε ένα μολύβι από το στήθος.
- Φάνηκε το σπίτι μου, βρε αδελφέ! λέει ικανοποιημένος.
- Θεόρατο δέντρο, ψιθυρίζει άλλος, ενώ τα παιδιά κυλιούνται ανάσκελα στα κλαδιά, κόβουνε κλάρες και κυνηγιούνται με γέλια.
Τώρα αρχίζει το λιάνισμα, ενώ ένας χωροφύλακας δοκιμάζει να διώξη τα παιδιά που ζουρλαθήκανε.
Να κι ο τρελλός! Με τα μακρυά, ξανθιά μαλλιά του, αχτένιστος, κοιτάζει, γελάει ηλίθια. Τα πανταλόνια του φαγωμένα, λασπωμένα σούρνουνται στις λάσπες, και το λιγδιάρικο πουκάμισό του ανοιχτό αφήνει να φαίνεται όλη η κοιλιά του. Βλέπει τα παιδιά, αναγαλλιάζει, σκάζει τα γέλια και τρέχοντας ξαπλόνεται κι αυτός μέσα στα κλαδιά.
- Α ααα! φωνάζουνε όλοι.
Σηκόνεται ο τρελλός τρομαγμένος, κοιτάζει τριγύρο του φοβισμένα κι άξαφνα το βάζει στα πόδια. Τα παιδιά απολυούνται πίσω του σαν τα σκυλιά...
- Βαράτε του μωρέ., φωνάξει ο Αμερικάνος κατουρημένος στα γέλια.
Επειτα ήρθε ένα κάρρο να πάρη τα κούτσουρα, ενώ οι φτωχογυναικούλες σκυμμένες μαζεύουνε λαίμαργα τα πελεκούδια για τη φωτιά...
Τώρα δεν απομένει τίποτες που να θυμίζει το δέντρο. Η βροχή έπλυνε το δρόμο και μόνο ο λάκκος χάσκει πάντα γιομάτος από ένα υγρό κόκκινο σα νάναι το αίμα πούτρεξε από το δέντρο. Το δέντρο που κανείς δεν τόνοιωσε, πούζησε πάντα ξένο, με τα ματιά γυρισμένα στον ουρανό, κοντεύει να ξεχαστή... Ο δρόμος ανάσανε, αλήθεια... Οι ακακίες καλόβολες, καταδεχτικές τρέμουνε στις αδύναμες ριζούλες τους, σαν τις φοβερίζει από αψηλά ο βορηάς...
(1912)
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Στρατής ΤΣΙΡΚΑΣ: «Τα κάλαντα» ενός μικρού παιδιού...



«Τα κάλαντα» ενός μικρού παιδιού...
«Τα κάλαντα»  ενός μικρού παιδιού...

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο: Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ένα γρόσι. Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο.
- Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα, μου είπε.
- Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.
Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τα αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.
- Tο ταμπούρλο το έχουμε, του φώναξα. Bγαίνουμε απόψε;
O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά Tη Yπερμάχω ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο όπου εκείνος έψαλλε από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: Tα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνα θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.
Kι όμως, χωρίς κανένα δισταγμό, δέχτηκα. Tόση ήταν η αγάπη που του είχα κι ο θαυμασμός μου! Ξεκινήσαμε βραδάκι. O Mιχάλης φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό, που φούσκωνε κωμικά στην κοιλιά του, σκεπάζοντας το ταμπούρλο. Σ’ εμένα ξέπεσε το χάρτινο φαναράκι κι η φροντίδα να τα αναβοσβήνω κάθε τόσο. O Δημήτρης, σαν πρίγκιπας, με τα όμορφα μάτια του και τη γλυκιά φωνή του, είχε τα χέρια του στις τσέπες και πήγαινε στο δρόμο πότε πιο μπροστά, πότε πιο πίσω μας, σάμπως να μην μας ήξερε. O Mιχάλης τον πείραζε λέγοντάς του πως έκανε τον κόντε για χατίρι της Pηνούλας. Mα πέρασαν πολλά χρόνια από τότε για να καταλάβω τη σημασία αυτού του πειράγματος. H «πελατεία» του Mιχάλη και του Δημήτρη ήταν η περισσότερη από τις φτωχογειτονιές. Oι εισπράξεις μέτριες. Λέγαμε κι «ευχαριστώ» αν τύχαινε να μας δώσουν κανένα γροσάκι εκτός από τα φουντούκια και τα αμύγδαλα. Tότες εγώ τους τράβηξα στις αριστοκρατικές γειτονιές. Aυτό ήταν ένα μυστικό δικό μου. Mέρες τώρα το φύλαγα. Στο κουρείο του πατέρα μου έρχονταν όλο γιατροί και δικηγόροι. Aπό μέρες τώρα με ρωτούσαν:
- E, πιτσιρίκο, δε θα ‘ρθεις να μας τα πεις;
Eγώ απαντούσα αόριστα. Σημείωνα, όμως, το όνομα και φρόντιζα να μάθω τη διεύθυνση. Eτσι, στην πιο απελπιστική στιγμή της «επιχείρησης» ξεφούρνισα στους φίλους μου μια λίστα με έξι - εφτά ονόματα γενναία.
- Πάμε, τους είπα, παίρνοντας ύφος προστατευτικό.
- Tι λες, μωρέ! Φώναξαν κι οι δυο τους. Θα μας διώξουν με τις κλοτσιές.
- Έγνοια σας, είπα εγώ. Ξέρω τη δουλειά μου.
H δουλειά μου ήταν, μόλις άνοιγε η πόρτα, να ειδοποιώ πως ο Tάκης ο γιος του Kυρ Στέφανου, του μπαρμπέρη, ήρθε να πει τα κάλαντα. Έτσι τα πήγαμε θαυμάσια. Tα σελινάκια ήρθαν να σκεπάσουν τα γροσάκια των φτωχογειτονιών.
Mα, ένα πράγμα δεν μου άρεσε: Στα σπίτια αυτά που πηγαίναμε, σαν άκουγαν ποιος είναι έξω, με φώναζαν να μπω μέσα, ενώ τους φίλους μου τους άφηναν στην πόρτα. Mε φίλευαν ιδιαίτερα και μου έδιναν στο χέρι, κρυφά, κανένα σελίνι, λέγοντας μου πως αυτό είναι «δικό μου, μόνο δικό μου».
Θυμήθηκα το κόλπο του Mιχάλη που μου επέβαλε το Δημήτρη. Όμως, η καρδιά μου δεν βάσταξε και τους τα ομολόγησα όλα αμέσως. Kι έτσι τα ιδιαίτερά μου μπήκαν στον κοινό κουμπαρά. Όλα θα τελείωναν μια χαρά, θα περνούσαμε φίνα την επαύριο, με κινηματογράφο κ.λπ. κ.λπ., αν στο γυρισμό, εκεί στα μπαξεδάκια του Mαρουφιού, δε συναντούσαμε το Στραβοσπύρο με την παρέα του.
O Στραβοσπύρος ήταν ένας ίσαμε κει πάνω, μόρτης και βλάσφημος. Tις Kυριακές στον Άγιο Kωνσταντίνο πουλούσε κουλούρια της κανέλας. Mαζί του και δυο άλλο -Παναγιά μου φύλαγε!- που κουβαλούσαν μια λατέρνα κι ένα φανάρι τζάμινο, στολισμένο με λογής - λογής κορδέλες και χαρτιά. Tι ήθελε ο Δημήτρης σ’ εκείνη τη σκοτεινή γωνιά να πάει να τους παινευτεί για τις εισπράξεις μας; Ωσπου να το πάρουμε χαμπάρι, μας είχαν βάλει κάτω, μας πήραν τα λεφτά και μας σπάσαν και το ταμπούρλο. Tι μπορούσε να του κάνει κι ο Mιχάλης το παιδί μ’ αυτούς τους νταγλαράδες.
Eγώ, κλαίγοντας και βαστώντας πάντα το χάρτινο σβησμένο φαναράκι μου, τράβηξα για το σπίτι. O Mιχάλης κι ο Δημήτρης, όμως, πήραν στο κατόπι τους μόρτες, καλώντας, άδικα, τους τσαούσηδες να τους πιάσουν.
Δεν ξέρω πως τέλειωσαν οι φίλοι μου. Δε ρώτησα ή δε θυμάμαι πια. Eκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι πως πέρασα τις γιορτές γεμάτες πίκρα και θλίψη απαρηγόρητη. Tο παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε να παραδεχτεί τότε πως υπήρχαν κι άλλοι πιο δυστυχισμένοι από μένα και πως το περιστατικό με το Στραβοσπύρο ήταν ένα απειροελάχιστο παράδειγμα της αδικίας και της βίας που βασίλευε και βασιλεύει ακόμα στον κόσμο.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ: Πείνα

Πείνα

Παπαγεωργίου Βασίλης
Μπήκε ο χειμώνας του '41 φουριόζος και δυνατός. Νεκρώσανε οι δρόμοι. Νέκρωσε η αγορά. Η Θεία Λειτουργία δεν ακούγεται στις παγωμένες εκκλησίες και τα καντήλια είναι σβηστά. Στην ξώπορτα πεσμένοι πληθαίνουν οι ζητιάνοι.
Το κρύο και ο τρόμος. Η πείνα... η πείνα, η απλυσιά και η κάθε λογής δυστυχία, σ' ένα μεγαλείο εφιαλτικό, σε μια ενότητα ασίγαστη, σε μια άμιλλα συμφοράς και καταστροφής. Ποια να κουρελιάσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ποια να χτυπήσει πιο πολύ, ποια να βαθυταπεινώσει...! Εξαθλίωση σπέρνεται και φυτρώνει, θεριεύει και σκορπά θάνατο. Φαΐ δεν υπάρχει. Σαπούνι δεν υπάρχει. Ζεστασιάς χαμόγελο κι ελπίδας δεν υπάρχει.
Τα σχολεία κλειδωμαντάλωσαν. Τα βιβλία κλείσανε και γίνανε προσάναμμα σε φευγαλέα φωτιά...! Το παιχνίδι πέθανε.
Τώρα κυκλοφορούμε με το τενεκάκι στο χέρι και το κουτάλι στη βρακοζώνα...! Τώρα κυκλοφορούμε με την ξεχειλωμένη κάλτσα στο κουρεμένο - για να αποφύγουμε τις ψείρες - κεφάλι και τη λινάτσα στα σκεβρωμένα μας ποδάρια. Δεν τρέχουμε, δεν κυνηγάμε τα τραμ. Δεν καβγαδίζουμε. Γέρνουμε με τις ώρες στην ουρά για το συσσίτιο. Εκεί κι έτσι, περνάμε τον καιρό μας. Δε μιλάμε, δεν αντιδικούμε. Περιμένουμε... μόνο περιμένουμε. Με μια ευχή, να φτάσει λίγο ζουμί κι ως εμάς. Λίγος χυλός από μπομπότα. Πέντε φασόλια σε μια κουταλιά νερόβραστου ζουμιού. Λίγο πλιγούρι.
Μόλις τα καταφέρουμε. Σα γεμίσει το τενεκάκι, καθόμαστε απόμερα, προφυλαγμένοι από το βοριά, προφυλαγμένοι από θεούς και δαιμόνους, προφυλαγμένοι από κάθε λαίμαργο βλέμμα και το κουταλίζουμε αρπακτικά. Κρύο είναι; Ζεστό είναι; Δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Ενα πράγμα μόνο έχει σημασία. Να χορτάσεις...! Η πείνα όλο και θεριεύει. Σου λιανίζει τα σωθικά και σε γυμνώνει. Βαθουλώνει το μάτι και σβήνει τη λάμψη του. Είναι ένα αίσθημα τρομακτικό, σπαρακτικό, αβυσσαλέο, απερίγραπτο...! Σου θολώνει το μυαλό και σου καταδυναστεύει τη σκέψη. Σε αιχμαλωτίζει συνειδησιακά και υπαρξιακά σε μια μόνο αποπροσανατολιστική, μα πανανθρώπινη κατεύθυνση. Να ζήσεις. Να αυτοαμυνθείς. Να κρατηθείς. Να επιβιώσεις.
Αρπάζεσαι από το ξεραμένο χορτάρι. Την τσουκνίδα, την μολόχα, τ' αγριόχορτα... Ξεθάβεις ρίζες με τα νύχια, με τα δόντια, με ό,τι βρεις. Για ένα κοτσάνι, για μια παραπούλα, για ένα φύλλο από ρεπάνι, από παντζάρι, ρόκα, κάρδαμο κι αντράκλα. Χώνεσαι στα σκουπίδια και σκαλίζεις. Μια φλούδα από πατάτα, μια λεμονόκουπα.
Τα κατοικίδια ζώα έχουν εξαφανιστεί. Παίρνουνε τα έντερα από ψόφια άλογα και φοράδες και τα κάνουνε «ματσίτες» σα λουκάνικα, σα σαλάμια από σκοτωμένο αίμα.
Η πείνα όλο και αυγατίζει. Η πείνα γεννοβολά την πείνα. Σου λιανίζει τα πόδια και σου πρήζει την κοιλιά, σου βαθαίνει τη σάρκα στα σχηματισμένα κόκαλα. Βγάζει ένα παχύ χνούδι στο κιτρινισμένο δέρμα, το γιομίζει με ρυτίδες και σκισίματα και κάνει γέρο εκατό χρονών ένα αγόρι στα οχτώ του.
***
Η γη δεν πρασίνισε εκείνο το χειμώνα.
Λίγες σταφίδες ακριβοπληρωμένες και χαρούπια για όλες τις δουλειές. Αλεύρι από κοπανισμένο χαρούπι. Αλεύρι από το κοπανισμένο κουκούτσι του. Το περίφημο κουκουτσάλευρο. Σούπα και μαλακτικό. Καταπραϋντικό και χορταστικό. Εχει ένα χρώμα καφεκάστανο και μοιάζει με κόλα. Εχει μια γεύση ξεραμένου ξύλου και κολλά στα δόντια, στα ούλα, στο λαρύγγι. Σε πιάνει όμως. Σου λαδώνει το έντερο... Σου γλυκαίνει την αναγούλα και σε στηρίζει... Καβουρντίζουμε τα κουκούτσια στο τηγάνι και το κοπανάμε στο γουδί με το γουδόχερο να γίνουνε καφές. Τα κάνουμε γλυκό με χαρουπόμελο και δυο σπυριά σουσάμι.
Η πείνα όμως είναι αρπακτικό πουλί. Η πείνα είναι θεόρατη και δεν πολεμιέται. Αντανακλά παντού. Στα λόγια και τα έργα, στη σκέψη, στο λογισμό και το συναίσθημα. Σου τρογανίζει τα μηνίγγια. Είναι τρόπος ζωής. Υπάρχει σαν κατάσταση και πλανιέται σαν ήχος στον αγέρα.
-- Πεινάω... πεινάω, πεινάω, καλές κυρίες μου!
Ανθρωποι κάθε ηλικίας γυρίζουν στους δρόμους και τα σοκάκια. Γυρίζουν σε κάθε γειτονιά. Δεν ξέρουν λέξεις πολλές. Δεν μιλάνε για θεούς και συγχωρεμένες ψυχούλες. Δεν δίνουνε ευχές. Μια μόνο λέξη που ο αντίλαλός της τρυπάει το μεδούλι... Πεινάω...!
Δεν περπατάνε πια. Τρικλίζουν. Σκυφτοί, με το βλέμμα χαμηλωμένο και το τενεκάκι συντροφιά σε ό,τι προκύψει.
Οι εργαζόμενοι πάνε στις λίγες φάμπρικες που δουλεύουν. Για ένα πιάτο χυλό. Μόνο για ένα πιάτο χυλό... Τα λεφτά που παίρνουν, πρέπει να τα ξοδέψουν εκείνη την ώρα, αν βρουν ν' αγοράσουν κάτι. Την άλλη μέρα δεν έχουν καμιά αξία. Τα καταπίνει ο πληθωρισμός.
Δισεκατομμυριούχοι όλοι. Με λεφτά που γράφουν νούμερα και μηδενικά, χαρτιά χωρίς αξία.
***
Η πείνα... το κρύο... η βρωμιά...
Ο ήλιος πού να γελαστεί να ξεμυτίσει. Βγαίνουν σαν τα σαλιγγάρια. Πιάνουν τις μάντρες και τις εξωτοπιές. Πάνω σε ρίζες, πάνω στο ξεραμένο χορτάρι, δίπλα σε γκωνάρια. Βγάζουν τους σκούφους να δει ο ήλιος το κεφάλι, να λιαστεί. Πετάνε τις λινάτσες από τα ποδάρια, τα λιγδιασμένα πανωφόρια, τα ψειριασμένα τρύπια εσώρουχα. Αρχίζει το ψείρισμα, σπονδή στον ήλιο, σε μια προσπάθεια ατέλειωτη κι ηδονική. Ξύνουν το κεφάλι με μανία να ματώσει, τη ράχη, τα πλευρά, τις αμασκάλες, τα σκελετωμένα πόδια και μεριά...
Εκείνο που θα συλλάβουν, το φέρνουν ανάμεσα στα νύχια κι απολαμβάνουν με ευχαρίστηση το χαρακτηριστικό «τσακ» της σκοτωμένης ψείρας. Την πιάνουν ύστερα με τα δυο τους δάχτυλα και την πετούν «αφ' υψηλού» στο χώμα μ' ένα αίσθημα ικανοποίησης.
Αναδιπλώνονται και σηκώνουν το βλέμμα στον ήλιο... Γεύονται τη ζεστασιά του, τη μεγαλοσύνη, το αρχοντιλίκι του. Τεράστιος αυτός, πριν προλάβει να βασιλέψει, ν' αγκαλιάσει τον κόσμο όλο, να του δώσει ζωή, να του δώσει ελπίδα.
***
Δάσος γύρω από την Αθήνα δεν έχει μείνει. Δέντρα χρόνων, πνεύμονες ζωής, στολίδια της φύσης, χαρά του τόπου, πέφτουν ανελέητα χτυπημένα από τον μπαλτά και το τσεκούρι. Κομμένα από το πριόνι. Στοιβάζονται στα κάρα, στα καρότσια, στις ράχες. Ερήμωσε η Πάρνηθα, η Πεντέλη, το Αιγάλεω και ο Υμηττός... Μόλις σουρουπώνει κατεβαίνουν φορτωμένα από το βουνό, ενώ τους παραμονεύουν οι κατακτητές για να τ' αρπάξουν.
Παλιοσάνιδα, κόντρα πλακέ, ό,τι μπορεί να καεί, ό,τι μπορεί να ζεστάνει. Μαυρίσανε τα σπίτια από την καπνιά. Καρφί δεν καιγόταν σε κανέναν. Κανείς δεν ξεχώριζε, κανείς δεν είχε νόμο δικό του. Ο νόμος της επιβίωσης, ο νόμος της ζωής είναι ένας, δεν έχει σημασία, αν καμιά φορά κατακτιέται με μέσα όχι και τόσο τίμια. Ατσίδες ανέκαθεν έβγαζε ο τόπος. Τώρα η παραγωγή αυγάτισε... «Πενία τέχνας κατεργάζεται...» λέγανε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι...!!!
(Από το βιβλίο μου «Συνοικισμός Χαροκόπου»)
Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
3/7/2005
-- Τα ξερά βύσσινα

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Γιάννης ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ: Ο Καπετάνιος

Ο Καπετάνιος
Στα καΐκια, τ' αραγμένα, τα δεμένα,
στα καΐκια, που δεν πάνε πουθενά
θα μπούμε να γυρίσωμε τα ξένα.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Ενας ναυτικός, ένας καπετάνιος που όργωσε όλους τους ωκεανούς κι όλες τις θάλασσες, που ήπιε τεκίλα στο Μεξικό, ουίσκι στη Σκοτία, μπίρα στη Βρέμη, σαμπάνια στη Μασσαλία, ε τότε, πώς μπορεί να βολευτεί με ρετσίνα από τα Σπάτα; Ο ναυτικός που θαλασσοπνίγηκε στην Παταγωνία κι όμως σώθηκε, που ένας κυκλώνας τον έριξε στην Ανταρκτική και πάλι σώθηκε, που βρέθηκε στο τρίγωνο των Βερμούδων και δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω, κι όμως πάλι γλίτωσε, τι θάρρος λιονταρίσιο πρέπει να 'χει; Το σκαρί του, το βαπόρι του, ένα πλοίο με πανιά, κατασκευή του περασμένου αιώνα, αναπαύεται από καιρό σε μια παχιά αμμουδιά της Νέας Ζηλανδίας. Γλάροι τώρα κουρνιάζουν στα ξάρτια του, και χταπόδια κι άλλα αφρόψαρα μπαινοβγαίνουν στα φινιστρίνια του από τη μεριά της θάλασσας...
Κι αυτός ο θαλασσόλυκος κάθεται τώρα σ' ένα σπιτάκι στην Ανω Γλυφάδα, κι όλο ψάχνει με τα κιάλια τον Σαρωνικό. Τη βεράντα του την έχει διαμορφώσει σε πλώρη πλοίου με γέφυρα όπου υπάρχει πηδάλιο, το παραδοσιακό το στρογγυλό με τα χερούλια. Εχει ακόμα την απαραίτητη πυξίδα και η άγκυρα είναι φουνταρισμένη βαθιά στον κήπο του, ανάμεσα σε μαρούλια και κολοκυθάκια... Αλλ' αυτός δεν μπορεί να μην ταξιδέψει, βλέπει τον Σαρωνικό και φωνάζει:
-- Λοστρόμε, είμαστε στον Ατλαντικό, στη θάλασσα των Σαργάσσων, κάλεσε όλο το τσούρμο στην κουβέρτα, άφησε μόνο τον μεγάλο φλόκο και τον παπαφίγκο! Οι θερμαστές να ρίχνουν συνέχεια κάρβουνο στους λέβητες, να ξεκολλήσουμε απ' αυτή την καταραμένη θάλασσα. Κι αν σωθεί το κάρβουνο ρίξτε ό,τι καίγεται, τραπέζια καρέκλες κι ό,τι ξύλινο υπάρχει να φύγουμε από δω, γιατί θα μας ρουφήξει ο ωκεανός!
Εν τω μεταξύ, έρχεται η κυρά του, η καπετάνισσα:
-- Γαβρίλο. Σου έφερα τον καφέ σου και το παξιμαδάκι σου!
-- Τι παξιμαδάκια και πράσιν' άλογα μου κοπανάς, εδώ βουλιάζουμε, το κατάλαβες;
Η καπετάνισσα κάνει το σταυρό της και φεύγει...
Αυτός όμως τώρα φωνάζει:
-- Ολο το πλήρωμα στην κουβέρτα, ρίχτε τις άγκουρες, τώρα είμαστε στον Περαία, επιτέλους σωθήκαμε!
-- Τις άγκουρες, καπετάνιο, τις έχουμε ρίξει από πέρυσι, απαντά το ανύπαρκτο τσούρμο.
-- Δεν ξέρω τι θα κάνετε, έχουμε κι άλλες άγκουρες, μαζέψτε τον φλόκο και τον παπαφίγκο, σία κι αράξαμε!
Ετσι ο καπετάν Γαβρίλος ταξιδεύει σε θάλασσες και ωκεανούς με το χτισμένο στην Ανω Γλυφάδα «πλοίο» του. Αλλά το καμάρι του, το παλιό κι αγαπημένο του καράβι αναπαύεται στην παχιά αμμουδιά της Νέας Ζηλανδίας... Δε θα ξανανεβεί ποτέ στη γέφυρά του να το κουμαντάρει όπως παλιά, κι ούτε θα προστάξει το τσούρμο για άγκουρες, φλόκους και παπαφίγκους, ποτέ πια, ποτέ!

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Χάρης Σ. ΠΑΤΣΗΣ: Με μαντολίνα και κιθάρες


Με μαντολίνα και κιθάρες

Γρηγοριάδης Κώστας
Στο χωριό μου, την περίοδο της Κατοχής, το Θεσπρωτικό της Λάκκας Σουλίου, όλοι μικροί και μεγάλοι αρχίσαμε να εντασσόμαστε στις δυο επικρατέστερες τότε ορ­γανώσεις της Εθνικής Αντίστασης, που δρούσαν τότε στην περιοχή μας, στο ΕΑΜ και τον ΕΔΕΣ. Δεν είχαν εμφανισθεί ακόμα ένοπλα τμήματα και οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης ασχολούνταν πιο πολύ στον τομέα της διαφώτισης του πληθυσμού και στην προετοιμασία του ένοπλου αγώνα κατά των κατακτητών, που θα επακολουθούσε. Και εμείς, που μόλις είχαμε αποστρατευτεί, αλλά και άλλοι νέοι του χωριού και της γύρω περιοχής της Λάκκας ήμασταν ενωμένοι και αγα­πημένοι σαν αδέρφια!
***
Εκείνο τον καιρό, τα καλοκαίρια συγκεντρωνόμα­στε στο Θεσπρωτικό όλοι οι σπουδαστές από τα διάφορα γυμνάσια και σχολές της Ηπείρου (Πρέβεζας, Αρτας, Ιωαννίνων) και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αθή­νας.
Στο χωριό μας, σαν κεφαλοχώρι που είναι, είχε εγκατασταθεί ιταλική αστυνομία (μπριγκαντερία) κι ο μπριγκαντιέρης ήταν ένας ευγενέστατος και καλοπροαίρετος αξιωματικός, που προσπαθούσε με τη συμπεριφορά του να εξυπηρετεί το κοινό και σ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο χωριό μας έδειχνε πάντα φι­λελληνική στάση σε σημείο που δεν ένιωθες, όπως γινόταν αλλού, το στυγνό βραχνά της κατοχής. Ολα αυτά βέβαια ήταν επιφανειακά. Στην πραγματικότητα η χώρα μας, κατά την περίοδο εκείνη, ζούσε κάτω από το πέλμα της τριπλής γερμανοϊταλικής και βουλγαρικής κατοχής. Η Ηπειρος, τότε, βρισκόταν υπό την ιταλική κυριαρχία. Αργότερα πέρασε κι αυτή στη γερμανική διοίκηση, μετά τον παραμερισμό των Ιταλών.
Το περιστατικό που θα σας διηγηθώ αναφέρεται σ' αυτήν την περίοδο.
***
Κυριακή. Μήνας Αύγουστος. Μια συντροφιά από 15-20 νέους και νέες του χωριού μας, με δική μου πρωτοβουλία, είχαμε οργανώσει εκδρομή στο ποτάμι της Μαύρης, στη θέση «Γιαλός», εκεί που ήταν τότε το παλιό πέτρινο γεφυράκι, που άμα το περνούσες μπορού­σες να προχωρήσεις είτε αριστερά προς το μύλο της Ζερόπολης και τα ελώδη τέλματα της «Βρώμας», είτε δεξιά προς το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων και στη συνέχεια προς τη Ρωμιά ή τη Φιλιππιάδα.
Εμείς δεν περάσαμε το γεφυράκι αυτό αλλά σταθ­μεύσαμε και εγκατασταθήκαμε στην όχθη του ποταμιού της Μαύρης που περνάει κάτω από το γεφυράκι και συ­νεχίζει τη διαδρομή του μέσα από τις τοποθεσίες «Χαλίκια» («Παπαδιώτικα» και Γελαδόσταλο») και φτάνει ως κάτω στο βάλτο της Μαύρης με τελική κατάληξη τη «Λιμνοπούλα», όπου και χάνεται στις υπάρχουσες εκεί κα­ταβόθρες.
Αυτήν την τοποθεσία που λεγόταν τότε «Γιαλός» (ί­σως γιατί εκεί το ποτάμι πλάταινε πολύ και γινόταν εύκολα βατό) διαλέξαμε για να περάσουμε ευχάριστα την εκδρομή μας.
Είχαμε εφοδιαστεί με όλα τα απαραίτητα τρόφιμα και για να διασκεδάσουμε ακόμα καλύτερα είχαμε πάρει μα­ζί μας και τα μουσικά όργανα που ήξερε να «παίζει» ο καθένας. Εγώ και μερικοί άλλοι μαντολίνα, ένας βιολί, άλλοι κιθάρα, ένας φυσαρμόνικα και ένας άλλος φλά­ουτο. Ολοι μαζί απαρτίζαμε σχεδόν μια πρόχειρη ορχή­στρα, που μπορούσε να «εκτελέσει» διάφορα μουσικά κομμάτια, κυρίως βαλς και ταγκό, από τα σουξέ της τό­τε εποχής, πολλά από τα οποία και σήμερα ακόμα ακού­γονται ως «ρετρό». Κι όλοι μας διακρινόμαστε στο τρα­γούδι! Αλλοι με φωνές «μπάσο», άλλοι σαν μεσόφωνοι, υψίφωνοι κ.λπ.
Είχαμε ασκηθεί από τα πριν της κατοχής χρόνια, με τις διάφορες «καντάδες» που κάναμε τις νύχτες στους δρόμους του χωριού μας, και σε διάφορες άλλες εκδη­λώσεις.
Τόση ήταν η προκατοχική εμπειρία μας σ' αυτού του είδους τις μουσικοτραγουδιστικές εκδηλώσεις, ώστε εί­χαμε καταφέρει να συμπαρασύρουμε σ' αυτές τις νυ­χτερινές μας καντάδες, και πολλούς άλλους ενήλικες καλλίφωνους συγχωριανούς μας, ακόμα και τον αλησμόνητο Παπανικόλα, που δε δίσταζαν να έρχονται στη συντροφιά μας και να μετέχουν σ' αυτές τις νυχτερινές «περιπατητικές» καντάδες!
Σε τούτη όμως την, σε περίοδο κατοχής, ημερήσια εκ­δρομή μας, όπως ανέφερα και παραπάνω, πήρανε μέρος νέοι και νέες 15 - 20 χρονώ και στη συνέχεια θα σας διηγηθώ τα καθέκαστα.
Το πρόγραμμα της εκδρομής μας περιλάβαινε: ομιλί­ες και ανακοινώσεις σχετικές με τη δράση του ΕΑΜ σ' ολόκληρη την κατεχόμενη χώρα, ραδιοφωνική παρακολούθηση του BBC, διανομή έντυπου υλικού. Στη συνέ­χεια, ψάρεμα με αγκίστρια και δίχτυα (βολκό) στο πο­τάμι. Το μεσημέρι φαγοπότι κάτω από τις ιτιές και τους φράξους της ποταμίσιας όχθης.
Το γεύμα περιλάβαινε τα κανονικά τρόφιμα που 'χαμε φέρει μαζί μας από τα σπίτια μας. Κι επιπλέον ψητά ψά­ρια στη θράκα απ' αυτά που είχαμε πιάσει στο ποτάμι, και που τα ψήναμε σε «μπίκες», δηλαδή σε ξύλινες σουβλερές βεργίτσες στημένες όρθιες πλάι στη φωτιά. Επί­σης, καραβίδες και καβούρια βρασμένα επιτόπου σε μι­κρό «κακάβι» (τέντζερη) με μπόλικο αλάτι και ρίγανη. Η νοστιμάδα τους ήταν μούρλια! Δε χόρταινες να τ' απολαμβάνεις κόβοντας τα κατακόκκινα από το βράσιμο καβούκια, τα πόδια και τις ουρές τους!
Και το απόγιομα, ύστερα από λίγη ώρα ανάπαυσης για τη «χώνευση» κάτω από τις βαθύσκιες ιτιές και τους φράξους, άρχιζε το μουσικοτραγουδιστικό πρόγραμμα, που αντηχούσε στις γύρω περιοχές.
-- ΕΑΜ... ΕΑΜ... ΕΑΜ... Φωνή Λαού, που φτάν' ως τ' άστρα τ' ουρανού!...
-- Βροντάει ο Ολυμπος κι αστράφτει η Γκιώνα!...
Και πολλά άλλα αντιστασιακά.
Το γεγονός αυτό, φαίνεται, τράβηξε την προσοχή κά­ποιων περαστικών και δεν άργησε να μαθευτεί στο χωριό!
***
Την άλλη μέρα το πρωί, ο συχωριανός μου διερμηνέ­ας των Ιταλών Μήτσος Ζορμπάς, με ειδοποίησε ότι με ζητούσαν από την ιταλική καραμπινερία να παρουσιαστώ. Στο δρόμο, ο Μήτσος μού είπε ότι ήθελε να με γνω­ρίσει ο μπριγκαντιέρης (αξιωματικός της αστυνομίας), για να διασταυρώσει την πληροφορία που του είχε δώ­σει τηλεφωνικά ο συνάδελφός του από τη Φιλιππιάδα για κάποια «επαναστατική εκδήλωση» νεαρών από τη δική του περιοχή. Κι ήθελε να διαλευκάνει την υπόθεση. Ο Μήτσος με ενημέρωσε ότι εγώ φερόμουνα σας αρχηγός της ομάδας και υπεύθυνος για την εκδήλωση αυτή.
Οταν παρουσιάστηκα στην ιταλική αστυνομία, ο μπρι­γκαντιέρης σηκώθηκε από το κάθισμά του και μου έτεινε το χέρι:
-- Μποτζιόρνο, σινιόρε προφεσόρε! Και συνέχισε (με μεσολαβητή το διερμηνέα). Καθίστε παρακαλώ. Δεν ή­ξερα πως επρόκειτο για σας. Μου είπαν ότι χθες Κυρια­κή είχατε οργανώσει μια επαναστατική συγκέντρωση σε κάποια τοποθεσία κοντά στη Φιλιππιάδα. Κι ότι, εκτός των άλλων, τραγουδούσατε αντάρτικα τραγούδια, που ακουγόντουσαν σ' ολόκληρη την περιοχή! Δε θέ­λω να πιστέψω πως συνέβη κάτι τέτοιο στην περιοχή μου και μάλιστα με υπεύθυνο εσάς, έναν διακεκριμένο εκπαιδευτικό, όπως με πληροφόρησε και ο παρών διερμηνέας.
Εξήγησα στον μπριγαντιέρη πως η εκδρομή μας ήταν μια απ' τις συνηθισμένες μορφές διασκέδασης των νέων του χωριού μας με μουσική, τραγούδια και χορούς. Οτι όλη η συντροφιά μας αποτελεί άτυπο μουσικοχορευτικό συγκρότημα με βιολιά, μαντολίνα και κιθάρες, και ότι δεν επρόκειτο για καμιά επαναστατική κίνηση! Αλ­λωστε, σεις οι Ιταλοί, πρόσθεσα, είστε φίλοι της μουσι­κής και απ' τους πρώτους διδάξαντες! Κι αν θέλετε να πληροφορηθείτε σας αναφέρω ότι ανάμεσα στα τραγούδια που τραγουδήσαμε ήταν και τα δικά σας «Αμόρε μίο», «Φτερό στον άνεμο», «Τιριτόμπα» κ.λπ.
Για να του διώξω δε κάθε αμφιβολία πως του έλεγα την «αλήθεια», του απάγγειλα τραγουδιστά τους πρώτους στίχους του «Αμόρε μίο».
Ο καλοκάγαθος μπριγκαντιέρης ενθουσιάστηκε τό­σο πολύ, ώστε άρχισε να τραγουδά την «Τιριτόμπα» (ό­λα ιταλικά) που σε μετάφραση είναι: «Στης Νάπολης σαν βγαίνω τα σοκάκια /βγαίνουν κάτι κοριτσάκια / πο 'χουν μαύρα μάτια, κόκκινα χειλάκια /και τραγούδια λεν γλυκά... /Τιριτόμπα... Τιριτόμπα....»
Και γεμάτος χαρά και ικανοποίηση ξέσπασε:
-- Ω μάμα μία!...
Επειτα, γυρνώντας προς τον διερμηνέα πρόστεσε:
-- Για δες τι πήγαν να μου πούνε! Οτι ο φιλόμουσος προφεσόρε Patsis είναι αρχηγός αντάρτικης ομάδας! Η μουσική, συνέχισε, ενώνει τους λαούς! Τους κάνει φί­λους κι όχι εχθρούς!...
-- Σίγουρα! Απάντησα. Και βρήκα την ευκαιρία να τον πληροφορήσω ότι «όταν εγώ ο ίδιος στο αλβανικό μέτω­πο, ως αξιωματικός επικεφαλής διμοιρίας αιχμαλώτισα μια ολόκληρη διμοιρία του ιταλικού στρατού, της οποί­ας οι άντρες παραδόθηκαν με κιθάρες και βιολιά σε κά­ποια σπηλιά στο χωριό Φτέρη του νότιου μετώπου, αντί να συγκρουστούμε - του είπα - αγκαλιαστήκαμε όλοι μαζί, εγώ με τον Ιταλό διμοιρίτη Μάριο Παβόνε, καθη­γητή από το Κάλλιαρι κι οι φαντάροι μου με τους Ιτα­λούς (δεν με συνέφερε όμως να του πω ολόκληρη την αλήθεια. Οτι δηλαδή οι τσολιάδες μου τους ξετρύπωσαν από τη σπηλιά στην οποία ήταν κρυμμένοι με εφ' όπλου λόγχη κι ότι μετά βίας τους συγκράτησα να μηn τους πυροβολήσουν. Γιατί, οι ταλαίπωροι εκείνοι μόλις αντι­λήφθησαν τον κίνδυνο, πέταξαν τα όπλα, σήκωσαν τα χέρια και φώναζαν «Μπόνο Γκρέκο... Φινίτο λα γκουέρα»). Ολα αυτά τα απόκρυψα λέγοντάς του ότι αγκα­λιαστήκαμε... κ.λπ.
-- Μπράβο... μπραβίσιμο!... φώναξε ενθουσιασμένος ο μπριγκαντιέρης. Και πρόσθεσε:
-- Οι Ιταλοί και οι Ελληνες είναι ούνα φάτσα ... ούνα ράτσα!...
***
Από τότε γίναμε φίλοι εγώ κι ο μπριγκαντιέρης! Τόσο φίλοι που όπως διηγούμαι στο βιβλίο μου «Κυνηγώντας τ' όνειρο» σελ. 92-94 παραβρισκόταν σε όλες μας τις πολιτιστικές εκδηλώσεις (μουσικές συναυλίες, θεα­τρικές παραστάσεις κ.λπ.) και χειροκροτούσε με ενθου­σιασμό ακόμα και τα αντιστασιακά μας συνθήματα. Ολα τα ανεχόταν, από άγνοια βέβαια, γιατί τις αντιστασιακές κινήσεις μας φροντίζαμε να τις καλύπτουμε με τέτοιες εκδηλώσεις.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Θεόδωρος ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Συνοδός εδάφους

  • Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΑΛΛΟΤΕ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΕ ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ, ΑΛΛΟΤΕ ΣΕ ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΕΣΤΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΚΡΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΥΚΟΛΕΣ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΉΣΤΑ ΓΝΩΣΤΑ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ.
  • ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΚΥΤΑΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΟΛΛΑ, ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟ, ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΣΤΕΡΙΟΥ, ΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΜΑΡΚΑΡΗ, ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗ, ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ (ΧΡΗΜΑΤΑ, ΠΛΑΣΤΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ, ΡΙΣΚΟ, ΨΕΜΑΤΑ) ΚΑΙ ΣΚΑΛΙΖΕΙ ΤΟ ΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΜΙΑ ΜΕΡΙΔΑ ΝΕΩΝ ΣΥΜΠΟΛΙΤΩΝ ΜΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΒΡΩΜΙΚΑ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ, ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ Σ΄ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΩΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ
Συνοδός εδάφους

Το Χ95 φρενάρισε απότομα κι εκείνη αρπάχτηκε απ΄ τη χειρολαβή. Δρασκέλισε το απότομο σκαλοπάτι και κοντοστάθηκε στην είσοδο των αναχωρήσεων. Εκείνος, ένα μέτρο παραπίσωτης·
Άντε προχώρα, ήθελε να γυρίσει να του πει, αλλά μετάνιωσε. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου και του είπε, Μπαίνω μέσα, έλα. Τα ελληνικά του ήταν σε κακό χάλι. Άλλες φορές, χρησιμοποιούσε στοιχειώδη αγγλικά. Είδε στον πίνακα ανακοινώσεων την πτήση, εντόπισε το γκισέ. Του ξανατηλεφώνησε. Εκείνος απάντησε τραυλίζοντας, κουβαλούσε ένα κακοδεμένο σακβουαγιάζ στην πλάτη. Μια φιγούρα διερχόμενη, ούτε που έβλεπε το πρόσωπό του. Το μόνο που ήθελε, ήταν να περάσει. Βάδισε παράλληλα μαζί του μέχρι το check-in και τον άφησε να προχωρήσει. Όσες φορές κι αν βίωσε αυτή τη στιγμή ένιωθε πάντα την ίδια αγωνία. Περίμενε κι εκείνος στην ουρά, άφησε το σακίδιο κάτω, ύστερα τον είδε να βγάζει το e-ticket και να το δίνει μαζί με το διαβατήριο. Είχε ξεχάσει με τι υπηκοότητα ταξίδευε. Μπορεί και βουλγαρική, τελευταία είχαν περάσει αρκετοί με βουλγαρικά διαβατήρια. Η υπάλληλος κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό (το γαμημένο) το διαβατήριο και μετά του είπε κάτι, με αυστηρό τρόπο. Από τα χείλη της μάντεψε: Σήκω φύγε, μη φωνάξω την Αστυνομία. Εκείνος υποχώρησε, έκανε δυο- τρία βήματα κι έτρεξε γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο. Άναψε κι αυτή ένα τσιγάρο- στην επιτρεπόμενη ζώνη. Σχημάτισε το νούμερο του Ντ. «Δεν πέρασε», του είπε. Γαμώτο,κρίμα το ξενύχτι,πάνε και τα τριακόσια ευρώ. Στον γυρισμό, μπήκε σ΄ ένα ταξί παρ΄ όλο που το σιχαινόταν, και αυτό και τους οδηγούς. Όταν ο ταξιτζής την περιεργάστηκε σαν ταρίφα, του είπε: Πάμε κατευθείαν Δάφνη. Άτυχος κι αυτός, θα μπορούσε να του πέσει κάτι καλύτερο, άσε που στον δρόμο του ζήτησε θυμωμένη να χαμηλώσει το ραδιόφωνο.

Βρέθηκε μ΄ ένα πηδηχτό βήμα έξω απ΄ το λεωφορείο, ενώ οι άλλοι δύο την παρακολουθούσαν με αγωνία μην και τους ξεφύγει. Φορούσαν κάτι γελοία καπέλα και έδειχναν να μη γνωρίζουν ούτε λέξη από τις γλώσσες επικοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είχε σε αποθηκευμένα μηνύματα τις οδηγίες. «Ακολούθα», «Στάσου», «Περίμενε», που, ανάλογα με την εθνικότητα, τα έστελνε ο Ντ. Τους παρέσυρε στο γκισέ, είχε μια σχετική ουρά, και τους έστειλε το πρώτο μήνυμα να προχωρήσουν παρέα. Όταν ήρθε η σειρά τους, η υπάλληλος πήρε τα διαβατήρια και τα έλεγξε, ενώ ταυτόχρονα μιλούσε με τη διπλανή της· έβγαλε την κάρτα επιβίβασης. Όλα καλά μέχρις εδώ. Ο ένας (τι βλάκας!) πήγε να τη χαιρετήσει κι εκείνη έστριψε δίνοντας πια την επόμενη οδηγία, να προχωρήσουν. Μόλις που τους έβλεπε λοξά καθώς έμπαιναν στην περιοχή «Α». Ο αστυνομικός στον έλεγχο έριξε μια αδιάφορη ματιά στις κάρτες επιβίβασης. Παραμέσα, στον έλεγχο διαβατηρίων, κάτι παρόμοιο θα συνέβη, έτσι υπέθεσε γιατί δεν έφτανε η ματιά της μέχρις εκεί. Προφανώς, είχε γίνει καλύτερη δουλειά στα διαβατήρια ή είχαν αγοραστεί από κάποιους που ζούσαν χρόνια στην Ελλάδα. Πέρασαν. Πολλές φορές τους έπιαναν στον έλεγχο επιβίβασης, ένα βήμα πριν από το σκάφος. Τις προάλλες κάποιος που ταξίδευε με ισπανικό διαβατήριο βρέθηκε αντιμέτωπος με ισπανόφωνη συνοδό. Κι εκείνη πήγε ν΄ αξιοποιήσει τη γλώσσα της με τον κρυμμένο ανατολίτη. Χτύπησε το κινητό της. Είχαν μπει στο σκάφος. Ανάσα. Έγραψε ένα μήνυμα για τον Ντ. «Οk». Βγήκε πάνω στις αφίξεις, στην υπαίθρια καντίνα, και ζήτησε έναν καπουτσίνο. Βολεύτηκε στην εξέδρα με τα τραπεζάκια και παρατηρούσε την άφιξη των λεωφορείων που κατέβαζε τους πιο ταπεινούς τουρίστες. Διέκρινε κάποιους που θα ταξίδευαν παρομοίως. Ο Ντ. σε ανύποπτο χρόνο της είχε πει ότι κάθε μέρα προωθούνται (όχι φυσικά από τον ίδιο μόνο) μέχρι τριακόσια άτομα, αλλά ούτε το ένα τρίτο δεν κατορθώνει να περάσει. Σηκώθηκε να φύγει. Το Μετρό, μήνες τώρα, δεν έφτανε μέχρι εδώ, δημόσια έργα και μπλεγμένοι δήμαρχοι. Πάντως, δεν θα έμπαινε σε ταξί. Είχαν την αίσθηση της απλυσιάς, βρωμούσαν τσιγαρίλα. Μπήκε στο λεωφο ρείο και έβγαλε αμέσως το ipod. Στη στάση ΙΚΕΑ ανέβηκε μια κυρία με μια τεράστια τσάντα και τη στρίμωξε. Είδε για λίγο τα πράσινα χωράφια που ξέφευγαν σαν παραφωνία, στο βάθος την Παλλήνη, μια τσιμεντένια ασπρίλα. Για φαντάσου. Εδώ τους έφερνε ο πατέρας της για ν΄ αγοράσουν χυλοπίτες και ζυμωτό ψωμί, στις αρχές του ενενήντα, και συνέχιζαν για καμιά κυριακάτικη βόλτα στη Βραυρώνα. Ο λυκειάρχης συνδύαζε την κυριακάτικη εξόρμηση με αρχαιολογικές ξεναγήσεις στα «βήματα του Παυσανία», όπως τις είχε ονομάσει. Όταν εκείνη πέρασε στη Γυμναστική Ακαδημία, απογοητεύτηκε.

Μια ζωή θα την έβγαζε στο προαύλιο η μονάκριβη, γυμνάζοντας νωθρά Ελληνόπουλα.

Αν ποτέ διοριζόταν.

Απλώθηκε στο ντιβάνι παίρνοντας τον φορητό υπολογιστή αγκαλιά. Μπήκε στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας και είδε τη δημοσιευμένη λίστα του ΑΣΕΠ. Εκατόν ογδόντα άτομα για μόνο μία θέση της ειδικότητάς της.

Άναψε τσιγάρο. Τριακόσια ευρώ για μια συναρπαστική βόλτα μέχρι το αεροδρόμιο, χίλια διακόσια ευρώ το μηνιάτικο για ένα βαρετό καθηγητιλίκι σε απομακρυσμένα γυμνάσια. Λάθος σπουδές- ή μήπως επιλογές; Βαριόταν στην ιδέα ότι θα δούλευε σ΄ ένα σχολείο με διευθυντή κάποιον, πιθανώς, σαν τον πατέρα της. Στο μεταξύ, έπρεπε να περάσει απ΄ το καφενείο στο Μεταξουργείο για να πάρει την ανταμοιβή της. Θα καθόταν στην καρέκλα της, ο μεσήλικος υπάλληλος θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό, ίσως και έναν γλυκό καφέ, και από δίπλα τα λεφτά, σαν ρέστα. Τόσο ανοιχτά, τόσο απλά. Προτιμούσε το πίσω τραπεζάκι, αντίκρυ στον ακάλυπτο χώρο μιας παλιάς βιοτεχνίας που είχε μετατραπεί σε μπαρ. Ο Ντ. σπάνια πατούσε στο μαγαζί, καθώς μεγάλωσαν οι δουλειές του. Μιλούσαν αρκετά τον πρώτο καιρό, αλλά καθώς παντρεύτηκε άλλαξε. Κουρεύτηκε, έκανε κοιλιά και συνόδευε τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Μια φορά τους πέτυχε στην Κωνσταντινουπόλεως, την τελευταία εβδομάδα που δούλευε στο «Αντίπολις-bar». Η γυναίκα τού Ντ. φορούσε μαντίλα και, όπως πρόλαβε να τη δει, πρέπει να ήταν πολύ μικρότερή του. Ήξερε, άραγε, ότι ο σύζυγός της διακινούσε καθημερινά ίσαμε δυο ντουζίνες συμπατριώτες του και όχι μόνο; Ίσως να μην της φαινόταν παράνομο, αφού εκείνοι πλήρωναν, κάτι που σήμαινε ότι το λαχταρούσαν. Σιγά την παρανομία, συμφώνησε και η Κατερίνα μπαίνοντας στη σκέψη της άλλης. Ολόκληρη η ιστορία του κόσμου στηρίζεται πάνω σε μετακινήσεις, μετοικήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς να δίνεται λογαριασμός ποιος πάει πού.

Άκουσε την τραχιά φωνή του Ντ. που- ομολογουμένως- την αναστάτωνε. Οι οδηγίες του ήταν για δυο εισιτήρια μέχρι τη Ρώμη. Αυτή τη φορά θα συνόδευε τον «πελάτη» στην πτήση. Και φυσικά, με διπλή αμοιβή. Έκλεισε τα εισιτήρια από το Ίντερνετ με την κάρτα της. Ο Ντ. ακουγόταν αγχωμένος. Απέφευγε να μιλάει πολύ μαζί της, αλλά κάθε φορά τα ίδια λόγια ακούγονταν όλο και πιο εκδηλωτικά. Δεν υπήρχε περίπτωση· ούτε στ΄ όνειρό του αυτός κι εκείνη. Άσε που ήταν και ζήτημα ιδεολογίας: απ΄ τη μια να σκεπάζει τη μουσουλμάνα κι απ΄ την άλλη να ξεντύνει τη χριστιανή. Δεν προλάβαινε να ξεκουραστεί, είχε πέσει πολλή δουλειά τελευταία. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ντ. έσπρωξε δεκαπέντε άτομα ομαδικά, ντύνοντάς τους με ομοιόμορφες αθλητικές φόρμες, σωστή ποδοσφαιρική ομάδα. Και πέρασαν- απίστευτο- όλοι μαζί ως τυνησιακό τιμ. Ποιος, άλλωστε, παρακολουθεί βορειοαφρικάνικο ποδόσφαιρο για ν΄ αναγνωρίζει ομάδες και παίκτες; Τηλεφώνησε στις φίλες της, τις χρειαζόταν για λόγια και παρέα. Εκείνη γλεντούσε την «επιτυχία», εκείνες παρακολουθούσαν τους κοσμικούς στα trendy εστιατόρια που τις έστελναν τα free press. Βέβαια, κάθε εβδομάδα δεν ήταν δυνατόν ν΄ ανακαλύπτουν ένα «αξέχαστο» μαγαζί, αλλά σκασίλα τους. Στο τηλέφωνο, ο πατέρας: «Σιγά μη διοριστείς· ούτε σε δέκα χρόνια» Συνέχισε: «Να τηλεφωνήσουμε στον Καρατζολέα... Τόσα χρόνια τι έκανε για μας; Τι τον ψηφίζουμε;». Τον ηρέμησε ότι όλα θα πάνε καλά και τους φαντάστηκε στο εξοχικό τους, στη Χιλιαδού, αραγμένους στην αυλή, έντρομους μην πιάσει φωτιά το δασάκι- ο καινούργιος πανικός της μάνας της που κοιμόταν με το λάστιχο του νερού τυλιγμένο, δίπλα στο κρεβάτι, σαν ανορεκτικό βόα.

Ο ταξιδιώτης ήταν κοντά στην ηλικία της, πάνω- κάτω στα είκοσι οκτώ. Την περίμενε στο Σύνταγμα, δίπλα στα λεωφορεία του αεροδρομίου. Αυτή τη φορά θα μιλούσαν, μιας και θα ταξίδευαν σαν ζευγάρι. Ήταν αρκετά καλοντυμένος, ψηλός, κάτι σε Λατίνο έφερνε, παρά μαρτυρούσε τη μεσανατολική καταγωγή του. Έπιασε τον εαυτό της να τον παρατηρεί· συνήθως δεν τους κοίταζε καν στο πρόσωπο. Ήταν μέρος της δουλειάς, της αποστολής της. Αναγνωρίστηκαν με παράλληλη τηλεφωνική κλήση. Εκείνος έσερνε μια Delsey με ροδάκια- ασήκωτη φαινόταν· και αυθεντική. Τον χαιρέτησε, «Όλα καλά;». Μιλούσε σπαστά ελληνικά.

Αγωνιούσε. Κρατούσε το εισιτήριό του στα χέρια της.

Ταυτόχρονα, κρατούσε και την τύχη του που δεν ήταν τίποτ΄ άλλο παρά η έξοδός του από τη χώρα της. Αφιλόξενη χώρα θα τη χαρακτήριζε και ακριβώς αυτό της εξασφάλιζε μια δουλειά. Ρίγησε κάπως: λογικά, ανήκε σε μιαν αλυσίδα διακίνησης λαθρομεταναστών.

Όταν έπιαναν κάποιους, κάποια στιγμή, οι λιγότερο υπεύθυνοι όπως αυτή την πλήρωναν, ούτε καν ο μπάτσος που τους προμήθευε τις σφραγίδες. Φανταζόταν τον πατέρα της να βλέπει την κόρη του με χειροπέδες. Πώς να τον πείσει ότι ήταν μια τυχαία γνωριμία, ένα βόλεμα. Μήπως, ωστόσο, κάτι την έτρωγε πιο βαθιά μέσα της για να χώνεται σε ξένες- κυριολεκτικά- υποθέσεις; Ξημέρωνε. Άδειοι οι δρόμοι. Δεν μιλούσε με τον διπλανό της. Με ποιο όνομα, άλλωστε, να του απευθυνόταν; Άσε που έπρεπε να μάθει να το λέει απέξω. Στο διαβατήριο φαινόταν ως Αιγύπτιος που ζει χρόνια στην Ελλάδα. Μάλλον Κούρδος ή Ιρακινός της έκανε. Τι σημασία είχε; Πάντως ήταν νόστιμος. Απέστρεψε το βλέμμα της. Τον έφερνε σε αμηχανία. Κατέβηκαν στην είσοδο αναχωρήσεων και προχώρησαν στο check-in. Εκείνη, χωρίς μια στάλα αμηχανία, άρπαξε τα δυο διαβατήρια και είπε στην κοπέλα, «Είμαστε μαζί», κι ύστερα έγειρε κάπως ράθυμα πάνω του. Εκείνος την αγκάλιασε απ΄ τη μέση· θα τη θυμόταν μέρες μετά αυτή τη χειρονομία: είχε τόση θέρμη που ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά· τόσο που αγνόησε τον έλεγχο της κοπέλας στο γκισέ, που ήδη ζύγιζε τη βαλίτσα. Η τρυφερότητα της σκηνής δεν πέ ρασε απαρατήρητη και από την υπάλληλο, που θεώρησε δεδομένο να τους περάσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Την άλλη μέρα γύρισε απ΄ τη Ρώμη κουρασμένη και σκεπτική. Ο ταξιδιώτης βρήκε εισιτήριο για Σουηδία και κατάφερε να περάσει και από τον ιταλικό έλεγχο, χάρις στην παρουσία της δίπλα του που τον αποχαιρετούσε. Της έδωσε ένα ζεστό φιλί και τον είδε να φεύγει.

Ξενύχτησε ώς τις έξι το πρωί στο Φιουμουντσίνο· στην επιστροφή, κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα θα περνούσε από το καφενείο για την αμοιβή, υπερδιπλάσια. Ο Ντ. την είχε γνωρίσει στο καφέ όταν δούλευε. Μόλις άνοιγε, ερχόταν κι έπινε έναν καπουτσίνο, της μιλούσε, την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. Ώσπου μια μέρα, σαν αστείο, τη ρώτησε αν ήθελε να κερδίσει εύκολα χρήματα. Δεν της έδωσε άλλα στοιχεία, άφησε τον χρόνο να κυλήσει.

Τότε της αποκάλυψε ότι ετοίμαζε ένα καφενείο, γι΄ αυτό ερχόταν, επέβλεπε την κατασκευή του. Ναργιλέδες, φαλάφελ και τέτοια. Η περιοχή κατά μήκος της Κεραμεικού ήταν γεμάτη. Έβαλε μέσα και Ίντερνετ και μάζευε τους δικούς του. Η ιδέα ότι θα έκανε κάτι παράνομο τη γοήτευε όσο και το ποσόν που θα εισέπραττε κάθε φορά. Εν τούτοις, εδώ και ώρα, ύστερα από το βαρύ κεφάλι που έκανε, αντιλαμβανόταν ότι το μυαλό της τριγύριζε ακόμα σ΄ εκείνον. Πώς έφτασε στη Σουηδία; Πού θα παραδιδόταν; Θα έκαναν δεκτή την αίτηση πολιτικού ασύλου; Μόλις θα έφτανε εκείνος, θα πετούσε το διαβατήριο και θα ήταν ένας ικέτης, ένας πρόσφυγας. Επομένως, ταξίδευε μ΄ έναν άνθρωπο που γνώριζε μόνο μιαν ενδιάμεση, προσωρινή ταυτότητα. Η ιδέα να σχηματίσει τον αριθμό του ήταν ανώφελη. Αλίμονο, εκείνος φτάνοντας, θα εξαφάνιζε κάθε ίχνος της χώρας απ΄ την οποία είχε έρθει. Και δεν είχε άδικο. Το τηλέφωνό του όχι μόνο δεν χτύπησε, αλλά απαντούσε σε αλλόγλωσσες φωνές. Κι εκείνο το φιλί στο αεροδρόμιο δεν ήταν άσχημο, σκεφτόταν καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο καφενείο. Τον θυμόταν να δακρύζει μόλις είχε σηκωθεί το σκάφος. Να εξανθρωπίζεται, με δάκρυα που δεν είχαν ταυτότητα. Για μια στιγμή νοστάλγησε τα ψέματα, τα πλαστά διαβατήρια, τα ρίσκα και μίσησε βαθιά εκείνο τον κατάλογο των υποψηφίων για μια δημόσια θέση. Εκείνοι είχαν λιγότερες πιθανότητες να πετάξουν σε μια νέα ζωή κι ας είχαν ταυτότητα και διαβατήρια.