Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Κώστας Παρορίτης: «Εν ονόματι του νόμου... »

«Εν ονόματι του νόμου... »


Παπαγεωργίου Βασίλης
Ο κυρ Μανώλης, ο τοκιστής, έριξε μια υστερνή αχόρταγη ματιά στο μαλαματένιο μενταλιό που αναπαυότανε μαλακά μέσα στη μικρή κασετίνα με το θαλασσί ατλάζι - ένα αμανάτι για είκοσι δραχμές(...) Επειτα πήρε ένα μεγάλο φάκελο που είτανε πάνω στο γραφείο του κι άφησε τη ματιά του να πλανηθεί ηδονικά στην επιγραφή με τα μεγάλα γράμματα: «Αξιότιμον κύριον πρόεδρον του πατριωτικού συλλόγου η Εθνική Αναγέννησις».
Εσκισε το φάκελλο και διάβασε:
-- Συνεδρίαση στη Δημαρχία για τις οικογένειες των εφέδρων, μουρμούρισε.
Η πρόσκληση, που ερχότανε από τον ίδιο το Δήμαρχο, του κολάκεψε τον εγωισμό. Καλός είναι κι ο παράς, μα να σε προσκαλάη κι ο Δήμαρχος της πρωτεύουσας για να σου ζητήση τη γνώμη σου δεν είναι μικρό πράμα.
Τη στιγμή εκείνη μπήκε βιαστικός, αναμμένος ο Αγγελής, ο επιστάτης του, με το μαύρο τρομπέ παντελόνι του και τη μαύρη ρεμπούμπλικα επαναστατημένη πάνω στα κατσαρά μαλλιά του.
-- Τάμαθες; Ο μηχανικός μας έπαψε τους εργάτες που δουλεύουνε στο γιαπί, γιατί, λέει, οι σκαλωσιές δεν είναι καλά βαλμένες και μπορεί να πέση κανένας να σκοτωθή, φώναξε.
Ο κυρ Μανώλης με το ζαχαρένιο χαμόγελό του, πούξερε το αντίδοτο για κάθε λογής δηλητήριο, δεν έδειξε την παραμικρή στενοχώρια.
-- Μην κάνης έτσι. Ολα θα διορθωθούνε, αποκρίθηκε ψυχρά.
-- Τουλόγου του θα μας μάθη τώρα πώς γίνονται οι σκαλωσιές. `Η μπας και πρώτη βολά χτίζουμε σπίτι; Παρολίγο, ξέρεις, ναρπαχτούμε.
Κολακεμένος ο κυρ Μανώλης για την αφοσίωση του επιστάτη του, χαμογέλασε.
-- Μα λες ναν του περάση; ρώτησε πονηρά. Ας είνε. Πές μου τώρα, τι έκανες για το οικόπεδο;
-- Βρήκα κάτι Μανιάτες, Θε μου και γλύτωνε, και τους έβαλα μέσα ναν το φυλάνε, αποκρίθηκε κείνος.
-- Καλά. Πήγες και σε κείνη τη νοικάρισσά μας; Της είπε να βρη σπίτι να φύγη; ρώτησε (...).
-- Πώς δεν πήγα. Μα ξέρεις τι μου απάντησε; Πού να πάω, λέει, χειμώνα καιρό. Κατάλαβες, κύριε;
Κείνος κούνησε το κεφάλι του.
-- Ετσι; Ζήσε μαύρε μου δηλαδή. Καλά. Πήγαινε να βρης το δικηγόρο μας να του πης καν κάνη μιαν έξωση, είπε (...)
***
-- Ξέρεις να υπογράψης; ρώτησε ξερά ο άνθρωπος με το τριμμένο, ξεθωριασμένο παλτό και μ' ένα μάτσο χαρτιά στην αμασκάλη του.
Η Κανελλιώ πούχε κερώσει τραβήχτηκε μέσα στην κάμαρα τρομαγμένη.
-- Tις υπογραφές μου ζητάς; Δεν ξέρω εγώ από τέτοια, τραύλισε.
Κείνος, βγήκε για μια στιγμή όξω και σε λίγο ξαναγύριζε με δυο ανθρώπους που τους πήρε από το δρόμο. Μπροστά τους ξε­χώρισε μια κόλλα χαρτί μέσα από το σωρό και τηνέ κόλλησε στον τοίχο της πόρτας. Επειτα τους έβαλε κ' υπογράψανε σ' ένα άλλο χαρτί.
Ολα γινήκανε μηχανικά, ασυγκίνητα. Η Κανελλιώ παρακολουθούσε όλη τη σκηνή από το βάθος της κάμαρας, ζαρωμένη σε μια γωνιά, όσο που ο παράξενος άνθρωπος με το τριμμένο παλτό χάθηκε από μπροστά της. Τότε τόλμησε να βγη απ' τη γωνιά της, ζύγωσε σιγά - σιγά στην πόρτα, στάθηκε αντίκρυ στην κόλλα που δεν ήξερε να τηνέ διαβάση και κοίταξε τα γράμματα που στα μάτια της κείνη τη στιγμή μοιάζανε σα σκουληκάκια που περπατούσανε αργά, ανακατωμένα πάνω στο άσπρο χαρτί σα να βόσκανε. Ενιωσε μια σιχασιά στο άσκημο θέαμα, μα δεν τόλμησε ναπλώση απάνω το χέρι της. Ετσι της φαινότανε πως θάγγιζε κάτι λασπώδικο, γλιτσιάρικο, που θα της γιόμιζαν σάλια τα δάχτυλα.
Εκλεισε την πόρτα και τραβήχτηκε μέσα στη σκέψη πως κάποιος αόριστος κίνδυνος την τριγύριζε. Το μωρό της μέσα στη σκάφη άρχισε να κλαίη. Εσκυψε πάνω του και τούχωσε τη ρώγα του βυζιού της στο στόμα (...).
***
Δεν άργησε να βγη κι η απόφαση.
-- Πήγαινε πες της να φύγη με το καλό, είπε ο κυρ Μανώλης.
-- Εκανα κάτι καλύτερο, αποκρίθηκε ο Αγγελής (...).
Πήγα και της έβγαλα τα παράθυρα, της πήρα και την πόρτα, τώρα αν μπορή ας καθήση (...).
Βλέποντας τώρα η Κανελλιώ εκείνες τις δύο τρύπες που χάσκανε θαρρούσε πως πάνω στο κορμί της ανοίξανε άξαφνα δύο τρύπες κι η ζωή της ξέφευγε σιγά - σιγά από μέσα... Κρέμασε δυο σεντόνια για να εμποδίζη τα μάτια των γειτόνων που μαζευότανε απόξω να κάνουνε χάζι.
-- Αι, αι, θέατρο! Καραγκιόζης! φωνάζανε τα παιδιά...
Ηρθε το δειλινό. Μολυβένιος ο ουρανός. Το κρύο σφάζει κι ο αγέρας φουσκώνει το μπερντέ που κρέμεται στο παράθυρο σαν το πανί της βάρκας. Κολλάει τα μάτια της σε μια μικρή τρυπίτσα πάνω στον άσπρο μπερντέ και η ματιά της σαν του φυλακισμένου ξεχύνεται όξω λαίμαργα (...).
Ο νους της πέταξε κείνη τη στιγμή στον άντρα της πούλειπε μακρυά, θυμήθηκε πως τόνε πήρε με έρωτα και - για πρώτη φορά - βλαστήμησε τη στιγμή που τόνε πρωτογνώρισε.
-- Τι με πήρες, σα δεν μπορούσες να με ζήσης, μουρμούρισε, μα στη στιγμή, σα να μετάνοιωσε, πρόστεσε:
-- Σχώρα με, αγαπημένε μου, δεν ξέρω τι λέω.
Πέρασε ξύπνια όλη τη νύχτα. Καμίνι το κεφάλι της. Το πρωί είχε πάρει πια την απόφασή της.
Πήρε το παιδί της στην αγκαλιά, το κουκούλωσε για να μην το χτυπάη ο αγέρας και βγήκε... Περπατούσε βιαστικά. Κάποτε έσκυβε κι ακουμπούσε τα χείλια της στα χείλια του παι­διού, σα νάθελε μέσα στην ευλογημένη εκείνη τρυπίτσα ναφήση να στραγγίση όλο το αίμα του κορμιού της... Εφτασε στο γραφείο του κυρ Μανώλη. Εκανε καμπόσες βόλτες στο έρημο πεζοδρόμιο αναποφάσιστη, έπειτα έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.
Μοναχός του μέσα ο κυρ Μανώλης έσκυβε κείνη τη στιγμή πάνω σε κάποιο χοντρό κατάστιχο, γιομάτο νούμερα. Σαν είδε την Κανελλιώ να μπαίνη με το παιδί στην αγκαλιά, που πρώτη φορά την έβλεπε, νόμισε πως θάναι κάποια από τις συνηθισμέ­νες πελάτισσες που ερχόντανε καθεμέρα για να βάλουνε αμανάτι κάτι πολύτιμο, και πήρε τη συνηθισμένη ψυχρή έκφραση που έπαιρνε σε τέτοιες περίστασες.
-- Είμαι η νοικάρισσα που μου κάνατε την έξωση, είπε η Κανελλιώ βιαστικά, λαχανιαστά από τη συγκίνηση που την έπνιγε.
Ο κυρ Μανώλης ζάρωσε το κούτελό του σκεφτικός και σηκώθηκε όρθιος.
-- Λοιπόν; ρώτησε κολλώντας τα μάτια του στο αδρό στήθος της που ανεβοκατέβαινε βιαστικά.
-- Ο άντρας μου είναι στρατιώτης στον πόλεμο. Αμα ξαναγυρίση, θα δουλέψη να σας πληρώση. Λυπηθήτε με, τραύλισε.
Ταφράτα μάγουλά της κοκκινίζανε σαν ώριμο ροδάκινο.
-- Ο άντρας σου είναι στρατιώτης. Μια γυναίκα έρημη δηλαδή... Αυτό είναι πολύ κακό. Αν τόξερα από την αρχή... φώναξε κείνος με ψεύτικη συγκίνηση.
-- Συγκινήθηκε, σκέφτηκε η Κανελλιώ που άρχισε να ελπίζη. Είμαι μια δυστυχισμένη. Ο,τι είχα, τα πούλησα. Αδειασα όλο το σπίτι. Αυτό μπορείτε να το ιδήτε και μοναχός σας.
-- Στρατιώτης! Και φαμελίτης! Είναι αλήθεια τρομερό. Επρεπε να το ξέρω από την αρχή. Δεν είναι λίγο για λίγες ψωροδραχμές. Σε αυτή την περίσταση, που εκείνοι εκεί απάνω χύνουνε το αίμα τους, όλοι μας πρέπει να βοηθήσουμε... θα περάσω και μοναχός μου από την κάμαρά σου...
Ο τόνος της φωνής του είτανε μαλακός. Εσκυψε πάνω στο μωρό που κρατούσε στην αγκαλιά της και δοκίμασε να χαϊδέψη το μάγουλό του. Το χέρι του ακούμπησε πάνω σε κάτι τι μαλακό. Ανατρίχιασε. Εκείνη χαιρέτισε κι έφυγε.
-- Τι μαλακός! Τι καλά που το σκέφτηκα, μουρμούριζε στο δρόμο η Κανελλιώ καθώς γύριζε γιομάτη ελπίδες στο σπίτι της.
Τον περίμενε το ίδιο βράδυ, μα δε φάνηκε.
-- Κουβέντα είτανε. Πού καταδέχουνται αυτοί να μπούνε στις καλύβες μας; Ας μην επιμένη το ελάχιστο στην έξωση, συλλογιότανε.
Αργότερα ήρθε ένας χαμάλης και ξανάφερε την πόρτα και το παράθυρο. Στάθηκε μάλιστα κι ο ίδιος και τα ξανάβαλε στη θέση τους.
-- Εχω διαταγή από τον κυρ Μανώλη, είπε.
Σαν έκλεισε την πόρτα της με το σούρτη, ένοιωσε τον εαυτό της σιγουραρισμένο που πρώτα νομίζω πως είτανε στο δρόμο. Τι γλυκό που είναι έτσι το σπιτάκι με το παράθυρο κλειστό κι όξω να σφυρίζη ο αγέρας... Πέρασε κι η άλλη μέρα.
-- Ούτε σήμερα. Πάει, δε θα ρθη, μουρμούρισε.
Το βράδυ άκουσε χτύπο στην πόρτα. Από τη μέρα που αντίκρυσε τον κλητήρα, ένοιωθε χτύπο στην καρδιά σαν άκουγε να τρίζη η πόρτα. Ετρεξε νανοίξη.
-- Μπα; Η αφεντιά της τέτοιαν ώρα; φώναξε σαστισμένη.
-- Δεν άδειασα νωρίτερα, δικιολογήθηκε ο κυρ Μανώλης και χώθηκε μέσα βιαστικός σα να τον κυνηγούσε κάποιος, σα να ντρεπότανε μην τον ιδή κανείς στην κάμαρα μιας φτωχής γυναίκας. Αναμμένο το μούτρο του από το κρύο κι από το δρόμο. Εριξε μια ματιά γύρω του. Είτανε αλήθεια μια κρυάδα μέσα στη γυμνή κάμαρα, που τηνέ φώτιζε ένα μικρό καντηλάκι... Επειτα ζύγωσε κοντά της.
-- Λοιπόν ο άντρας σου είναι στρατιώτης. Μοναχή σου, έρημη, απροστάτευτη, μια τόσο όμορφη γυναικούλα. Ας λείψη όσο είναι ανάγκη εκείνος. Είμαι γω στο πόδι εκείνου. Κι άμα γυρίση ακόμα, πάλε γω...
Ζύγωσε πιο κοντά. Η γλώσσα του κολλούσε στα χείλια του από τη γλύκα... Η Κανελλιώ δε χρειαζότανε νακούση τίποτες άλλο. Είχε γελαστή στις ελπίδες της. Σα να σήκωσε άξαφνα μια βαρειά πλάκα κι αποκάτω φανήκανε κολλημένα κόκκινα, ψιλούτσικα σκουληκάκια. Ετσι ξεσκεπάστηκε κ' η ψυχή του κείνη τη στιγμή σκουληκιάρικη, βρώμικη, σάπια...
Τραβήχτηκε στο βάθος της κάμαρας τρομαγμένη. Την ακολού­θησε με ένα ηλίθιο γέλιο στα χείλια, με τις αγκάλες του ανοιχτές σαν τανάλια που ζητούσε να τηνέ σφίξη. Πυρωμένο σίδερο η μα­τιά του, βρώμικη η ανάσα του...
-- Με σκοτώσανε, αντηχήσανε άξαφνα άγριες φωνές μέσα στη σιγαλιά του δρόμου, κι ένας άνθρωπος ξεπετάχτηκε μέσα από την κάμαρα της Κανελλιώς.
Γειτόνοι, που πεταχτήκανε τρομαγμένοι από τα σπίτια τους, χωροφυλάκοι, περικύκλωσαν με ευλάβεια τον κυρ Μανώλη που τα αίματα τρέχανε από το κεφάλι του και κυλούσανε πάνω στο άσπρο κολλάρο του...
-- Ηρθα να ζητήσω τον παρά μου και με σκότωσε η κακούργα! φώναζε ο κυρ Μανώλης, ενώ οι χωροφυλάκοι τραβούσανε την Κανελλιώ σούρνοντας στην αστυνομία και το πλήθος ακολουθούσε πυκνό πίσω της αλαλάζοντας...
Δικαιολογήθηκε στη γυναίκα του που έκοψε το αίμα της σαν τον είδε να μπαίνη στο σπίτι με το κεφάλι μαντηλοδεμένο.
-- Εχεις κι ένα γράμμα από το μεσημέρι, του είπε.
Γράμμα πάλε από το Δήμαρχο. Η επιτροπή για τις άπορες φαμελιές των εφέδρων, που είτανε κι αυτός μέλος, τον προσκαλούσε απόψε σε συνεδρίαση (...).
* * *
Πρωί πρωί έφτασε ο δικαστικός κλητήρας στο σπίτι της Κανελλιώς. Φορούσε πάλε το ίδιο τριμμένο παλτό. Τονέ συνόδευε κι ο Αγγελής. Η Κανελλιώ που ξενύχτησε στο τμήμα καρτερούσε ακόμα τον αστυνόμο για να την ανακρίνη. Ο κλητήρας με πρόσωπο ξερό, σοβαρό, αμίλητος έδεσε μιαν ασπρογάλαζη κορδέλα στο μανίκι του παλτού του κι άρχισε να πετάη ένα ένα στο δρόμο όσα πράματα βρισκόντανε κείνη τη στιγμή μέσα στην κάμαρα «εν ονόματι του νόμου και του βασιλέως» καθώς εδήλωσε στην αρχή.
-- Καλά να της κάνη! Ακούς να φερθή έτσι σ' έναν τέτοιον κοτζάμ νοικοκύρη! Επιτέλους ο άνθρωπος τον παρά του ήρθε να ζητήση, μουρμούρισε ο μπακάλης της γειτονιάς με την αλατζένια ποδιά και τανασηκωμένα μανίκια του πουκαμισού του στα χοντρά, μαλλιασμένα μπράτσα του...

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

Ντάσιελ Χάμετ: "Κόκκινος θερισμός"

Κόκκινος θερισμός
(Κεφάλαιο: Μια γυναίκα στα πράσινα κι ένας άντρας στα γκρίζα)
Παπαγεωργίου Βασίλης
Η πρώτη φορά που άκουσα να λένε «Πόιζονβιλ» την Πέρσονβιλ, ήταν από έναν κοκκινομάλλη αλήτη, ονόματι Χάκεϊ Ντιούι, στο μαγαζί Μπιγκ Σιπ, στο Μπιουτ. Αυτός ο τύπος όμως και το μαχαίρι το έλεγε «μαχόι», κι έτσι δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στο πώς είχε παραμορφώσει το όνομα της πόλης. Αργότερα, άκουσα ανθρώπους που μπορούσαν να κουμανταίρνουν τα «ρο» τους να προφέρουν την Πέρσονβιλ με τον ίδιο τρόπο. Αλλά, και πάλι, το όλο θέμα μου φάνηκε σαν δείγμα του εύκολου εκείνου χιούμορ, σύμφωνα με το οποίο η πιάτσα μετατρέπει τον πολιτσμάνο σε «μολυσμάνο». Λίγα χρόνια αργότερα, όταν επισκέφθηκα ο ίδιος την Πέρσονβιλ, κατάλαβα την αλήθεια.
Από το σταθμό του τρένου τηλεφώνησα στην εφημερίδα Χέραλντ, ζήτησα τον Ντόναλντ Ουίλσον και του ανακοίνωσα την άφιξή μου.
«Θέλετε να έρθετε από το σπίτι μου, στις 10 απόψε το βράδυ;» με ρώτησε με την ευχάριστα ηχηρή φωνή του. «Η διεύθυνση είναι λεωφόρος Μάουντεν 2.101. Παίρνετε το τραμ της γραμμής Μπροντγουέι, κατεβαίνετε στη λεωφόρο Λόρελ και περπατάτε δύο τετράγωνα προς τα δυτικά».
Υποσχέθηκα να κάνω έτσι, και ύστερα πήρα ένα ταξί, πήγα στο ξενοδοχείο Γκρέιτ Ουέστερν, άφησα τις βαλίτσες μου και βγήκα να κάνω μια βόλτα στην πόλη.

Δεν ήταν όμορφη. Αυτοί που την έχτισαν αγαπούσαν, φαίνεται, τη φιγούρα και το φανταχτερό στυλ, και δεν απο­κλείεται τον πρώτο καιρό να το 'χαν πετύχει καλά. Από τότε, όμως, ο καπνός απ' τα χυτήρια, που οι τούβλινες τσιμινιέρες τους φάνταζαν στο νότο στο φόντο ενός σκυθρωπού βουνού, είχε κιτρινίσει τα πάντα δίνοντας τους μια μουντή ομοιομορ­φία. Το αποτέλεσμα ήταν μια άσκημη πόλη σαράντα χιλιά­δων κατοίκων, χτισμένη σε μιαν άσκημη κόχη ανάμεσα σε δύο άσκημα βουνά, βρωμισμένα από πάνω ως κάτω απ' τα ορυ­χεία. Πάνωθέ της απλωνόταν ένας ουρανός βρωμιάρης, λες κι είχε και δαύτος βγει από τις τσιμινιέρες.

Ο πρώτος αστυφύλακας που είδα χρειαζόταν ξύρισμα. Ο δεύτερος φορούσε μιαν άθλια, τσαλακωμένη στολή που της έλειπαν δυο κουμπιά. Ο τρίτος στεκόταν στο κέντρο της κυ­ριότερης διασταύρωσης της πόλης - Μπροντγουέι και οδός Γιούνιον - και ρύθμιζε την κυκλοφορία μ' ένα πούρο στο στόμα. Υστερα απ' αυτό, σταμάτησα να προσέχω την εμφά­νισή τους.
Στις εννιάμισι ανέβηκα σ' ένα τραμ της γραμμής Μπροντγουέι και ακολούθησα τις οδηγίες που μου είχε δώσει ο Ντό­ναλντ Ουίλσον. Μ' έφεραν σ' ένα γωνιακό σπίτι που είχε αυ­λή με γκαζόν και γύρω γύρω φράχτη.
Η υπηρέτρια που μου άνοιξε μου είπε ότι ο κύριος Ουίλσον απουσίαζε. Ενώ της εξηγούσα ότι είχα ραντεβού μαζί του, ήρθε στην πόρτα μια λυγερή ξανθιά, λίγο κάτω απ' τα τριάντα, ντυμένη στα πράσινα. Μου χαμογέλασε, χωρίς όμως τα γα­λάζια μάτια της να χάσουν την ψυχρότητα τους. Της επανέλα­βα την εξήγηση μου.
«Ο σύζυγος μου απουσιάζει», μου είπε με μια ελαφρότατα ξενική προφορά που έτρωγε λιγάκι τα «σίγμα». «Αλλά, εφό­σον σας περιμένει, δεν φαντάζομαι ν' αργήσει».
Με ανέβασε επάνω, σ' ένα δωμάτιο που έβλεπε στη λεωφόρο Λόρελ, ένα κόκκινο και καφέ δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Καθίσαμε σε δερμάτινες πολυθρόνες, μισοαντικρυστά και μισοαντικρίζοντας το αναμμένο τζάκι, και η κυρία βάλθηκε να μάθει τι δουλειά είχα με το σύζυγό της.

«Μένετε στην Πέρσονβιλ;» ήταν η πρώτη ερώτηση. «Οχι. Στο Σαν Φραντσίσκο». «Και πρώτη φορά έρχεστε εδώ;». «Ναι».
«Αλήθεια; Και πώς σας φάνηκε η πόλη μας;».
«Τόσο λίγο που την είδα, δεν έχω σχηματίσει γνώμη». Αυτό ήταν ψέματα. Είχα. «Μόλις σήμερα τ' απόγευμα ήρθα».
«Θα δείτε ότι πρόκειται για απαίσιο μέρος», είπε, κι απ' τα λαμπερά της μάτια έφυγε για μια στιγμή η περιέργεια. Υστερα ξανάπιασε την ανάκριση: «Υποθέτω όμως ότι όλες οι πόλεις των μεταλλείων είναι κάπως έτσι. Εσείς με τα μεταλ­λεία ασχολείστε;».
«Αυτή τη στιγμή όχι».
Κοίταξε το ρολόι πάνω απ' το τζάκι και είπε:
«Δεν ήταν σωστό εκ μέρους του Ντον να σας φέρει εδώ μέσα στη νύχτα και να σας αφήσει να περιμένετε έτσι. Δεν εί­ναι ώρα για δουλειές αυτή».
Είπα πως δεν πείραζε.
«'Η μήπως δεν πρόκειται για δουλειές;» έκανε πονηρά. Δεν είπα τίποτα.
Γέλασε. Ενα κοφτό γέλιο, κάπως σκληρό.

«Συνήθως δεν είμαι τόσο αδιάκριτη όσο ίσως σας φάνηκα», είπε εύθυμα. «Αλλά τόσο μυστικοπαθής που είστε, μου κινήσατε την περιέργεια. Μη μου πείτε ότι είστε λαθρέμπο­ρος αλκοόλ; Ο Ντόναλντ τους αλλάζει τόσο συχνά!».
Της χαμογέλασα αφήνοντας την να βγάλει τα συμπερά­σματα της.
Κάτω, χτύπησε το τηλέφωνο. Η κυρία Ουίλσον τέντωσε προς τη φωτιά τα πόδια της με τα πράσινα πασούμια και έκανε ότι δεν άκουσε το κουδούνισμα. Δεν κατάλαβα γιατί θεώρησε απαραίτητο αυτό το κόλπο.

Αρχισε να λέει: «Φοβούμαι ότι θα πρέ...» αλλά σταμάτησε βλέποντας την υπηρέτρια στην πόρτα.
Η υπηρέτρια είπε ότι ζητούσαν την κυρία Ουίλσον στο τηλέφωνο. Εκείνη μου ζήτησε συγνώμη και την ακολούθησε.
Ομως δεν κατέβηκε κάτω, αλλά μίλησε από μιαν άλλη συσκευή, κι έτσι άκουγα τι έλεγε. Ακουσα τα εξής:
«Ναι, εδώ κυρία Ουίλσον... Ναι... Πώς είπατε;... Ποιος;... Μπορείτε να μιλήσετε λίγο πιο δυνατά;... Τι;... Ναι... Ναι... Ποιος είστε;... Εμπρός; Εμπρός!».

Ακουσα το ακουστικό να κατεβαίνει κι ύστερα τα βήμα­τά της να περπατούν στο χολ, γρήγορα βήματα.
Αναψα τσιγάρο κι έκατσα να το κοιτάω μέχρι που την άκουσα να κατεβαίνει τις σκάλες. Τότε πήγα σ' ένα παράθυρο, ανασήκωσα μιαν άκρη απ' τα στόρια και κοίταξα έξω τη λεω­φόρο Λόρελ και το τετράγωνο άσπρο γκαράζ που βρισκόταν απ' αυτή τη μεριά, πίσω απ' το σπίτι.

Σχεδόν αμέσως μια λυγερή γυναίκα με μαύρο παλτό και καπέλο φάνηκε να βγαίνει απ' το σπίτι και να τρέχει προς το γκαράζ. Ηταν η κυρία Ουίλσον. Βγήκε απ' το γκαράζ στο τι­μόνι μιας Μπουίκ κουπέ και απομακρύνθηκε. Ξαναγύρισα στην πολυθρόνα μου κι έκατσα να περιμένω.

Πέρασαν τρία τέταρτα της ώρας. Στις έντεκα και πέντε α­κούστηκαν φρένα αυτοκινήτου να στριγγλίζουν απ' έξω. Δυο λεπτά αργότερα μπήκε στο δωμάτιο η κυρία Ουίλσον. Είχε βγάλει το καπέλο και το παλτό. Το πρόσωπο της ήταν άσπρο, τα μάτια σχεδόν μαύρα.
{...}
Του
Ντάσιελ ΧΑΜΕΤ

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Γιώργος Κοτζιούλας: "Από μικρός στα γράμματα"

Από μικρός στα γράμματα
(Το πρώτο μου σχολείο)

Παπαγεωργίου Βασίλης
Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ' τα πιο εύκολα, και μ' έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ' όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ' έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ' αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν' ακούσω γι' αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.
Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του. πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ' αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ' ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;». Σ' αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.
Το 'ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το 'λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:
Αλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ΄ κι μένα!
Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:
Αλφα - ω
βήτα - ψι
γάμα - χι...
Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα 'ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ' εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ' το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα 'χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ' τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι' αυτόν μερικά.
Ο Τσαπαδόντης δε λεγόταν έτσι πραγματικά, μα χρωστούσε το παρατσούκλι στα δόντια του, μεγάλα τάχα σαν τσαπιά. Θα ήταν κακόθωρος1, φαίνεται, νομίζω πως είχε και κάποια κουτσαμάρα, έτσι που προκαλούσε την αποστροφή και τον τρόμο στ' ανυπόταχτα της εποχής εκείνης παιδιά.
Επειδή δεν είχαν διαθέσιμο χτίριο για σκολειό, τα μάζευε σ' ένα παρεκκλήσι, απ' αυτά που λειτουργιούνται μια φορά το χρόνο, στη μνήμη του αγίου τους, κι εκεί προσπαθούσε να «τους γιομίσει το κεφάλι» με κρανίσιες βέργες, με τσουκνίδες στα χέρια, με γονατίσματα απάνω σε χαλίκια, με κλεισίματα μες στην εκκλησιά και άλλα μεσαιωνικά μαρτύρια. Οι πιο πολλοί δεν άντεχαν και με πρώτη ευκαιρία το σκάγαν, για λίγο ή για πάντα. Πιο τυχεροί ήταν όσοι έκαναν υπομονή στο δάρσιμο, στις κλωτσιές και στα βρισίδια του μανιακού δασκάλου τους, του διαστρεμμένου Τσαπαδόντη, ώστε πρόφταιναν, πριν φύγουν, να έχουν μάθει να χαράζουν «δυο κλίτσες2» στο χαρτί και να ξέρουν να κάνουν ένα λογαριασμό της προκοπής.
Η αλήθεια είναι πως τη φυσική φυγοπονία των ακαλλιέργητων μαθητών και την τάση τους γι' ανταρσία μπροστά στον τύραννο παιδαγωγό, που η συναίσθηση της δυσμορφίας του τον έκανε ακόμα χειρότερο, αυτές όλες τις κακές προϋποθέσεις τις διευκόλυνε αρκετά κι η ανοχή των μανάδων με τις ανάγκες του σπιτιού. «Δεν το 'χω γω το παιδί μου να μου το σκανιάζει ο αντίχριστος», έλεγαν οι νοικοκυράδες με μίσος για το δάσκαλο. Δεν τα πονούσαν μονάχα, τα χρειάζονταν κιόλας. Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι - εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ' άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Οταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σχολειού, τα 'κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους.
Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους.
Ενας απ' αυτούς ήταν κι ο δάσκαλος ο Καράμπαλης, που υπηρετούσε στο γειτονικό χωριό, αν και καταγόταν απ' αλλού, πέρα απ' το ποτάμι. Δεν ξέρω πώς είχε ριζώσει εκεί κι έμεινε ως τα τέλη σχεδόν της ζωής του, συνταυτισμένος με τα λαδάσκια, με τους σπληνιάρηδες3, όπως τους παραγκωμιάζαν οι δικοί μας τους κατοίκους αυτού του χωριού, επειδή είχε βρουτσίλια, μέρη πολύ νοτερά, και τους έπιαναν συχνά θέρμες, κιτρίνιζαν απ' την αδυναμία.
{...}
1. κακόθωρος: άσχημος στη θωριά, κακομούτσουνος
2. κλίτσες γράμματα: λιγοστά γράμματα
3. σπληνιάρης: άρρωστος από ελονοσία που του μεγάλωσε η σπλήνα

Του
Γιώργου Κοτζιούλα

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: "Εκατό χρόνια μοναξιά"

Εκατό χρόνια μοναξιά

Γρηγοριάδης Κώστας
(...)
Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία πέρασε τους ατέλειωτους μήνες των βροχών κλεισμένος σ' ένα δωματιάκι που 'χε χτίσει στο βάθος του σπιτιού για να μην τον ενοχλεί κανείς στα πειράματά του. Εχοντας εγκαταλείψει εντελώς τις σπιτικές του υποχρεώσεις, περνούσε νύ­χτες ολόκληρες στη μεσαυλή παρακολουθώντας την τροχιά των άστρων και κόντεψε να πάθει ηλίαση προσπαθώντας να βρει μια μέθοδο που να προσδιορίζει με ακρίβεια το μεσημέρι. Οταν ειδικεύτηκε στη χρησιμοποίηση των οργάνων του, απέκτησε μιαν αντίληψη του χώρου που του επέτρεψε να αρμενίσει σε άγνωστες θάλασσες, να επισκεφτεί ακατοίκητες περιοχές και να δημιουργήσει σχέσεις με θαυμαστά όντα δίχως να εγκαταλείψει το γραφείο του, εκείνη την εποχή απέκτησε τη συνήθεια να μιλάει μόνος του, περιδιαβάζοντας μες στο σπίτι δίχως να προσέχει κανέναν, ενώ η Ούρσουλα και τα παιδιά κοψομεσιάζονταν στο λαχανόκηπο καλλιεργώντας μπανάνες και μαλάγκα, γιούκα και ίγναμο, κολοκύθες και μελιτζάνες. Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, η πυρετώδης δραστηριότητά του διακόπηκε κι άρχισε να μοιάζει σαν να 'ταν μαγεμένος. Πέρασε έτσι πολλές μέρες, επαναλαμβάνοντας στον εαυτό με χαμηλή φωνή μια σειρά από τρομακτικές εικασίες, δίχως και ο ίδιος να πιστεύει στα ίδια του τα λόγια. Τελικά, μια Τρίτη του Δεκέμβρη, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, έβγαλε μονοκοπανιά όλο το βάρος της αγωνίας του. Τα παιδιά θα θυμόνταν σ' όλη την υπόλοιπη ζωή τους τη μεγαλοπρεπή σοβαρότητα του πατέρα τους, που κάθισε στο κεφάλι του τραπεζίου, τρέμοντας από τον πυρετό, ταλαιπωρημένος από το παρατεταμένο ξενύχτι και το ξάναμμα της φαντασίας του, και τους αποκάλυψε την ανακάλυψή του:
«Η γη είναι ολοστρόγγυλη σαν πορτοκάλι».
Η Ούρσουλα έχασε την υπομονή της. «Αν πρέπει να τρελαθείς οπωσδήποτε, τότε να τρελαθείς μόνος σου», του φώναξε.
Αλλά μην προσπαθείς να βάλεις στο μυαλό των παιδιών τσιγγάνικες ιδέες. Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν πτοήθηκε από την απελπισία της γυναίκας του, που, σε μια κρίση θυμού, τσάκισε τον αστρολάβο στο πάτωμα. Κατασκεύασε άλλον, μάζεψε στο γραφειάκι τους άντρες του χωριού και τους απέδειξε, με θεωρίες ακατανόητες για όλους τους, τη δυνατότητα να ξαναγυρίσει κανείς στο σημείο της αναχώρησης του πλέοντας πάντα ανατολικά. Ολοι στο χωριό ήταν βέβαιοι πως ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία είχε χάσει τα λογικά του, όταν ξαναγύρισε ο Μελκίαδες για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Παίνεψε δημόσια την εξυπνάδα του, που με αστρονομικούς υπολογισμούς αποκλειστικά είχε δημιουργήσει μια θεωρία η οποία είχε ήδη αποδειχτεί στην πράξη, παρ' όλο που ήταν ακόμα άγνωστη στο Μακόντο, και σαν απόδειξη του θαυμασμού του του έκανε ένα δώρο που θα επηρέαζε αποφασιστικά το μέλλον του χωριού: ένα εργαστήρι αλχημείας.
(...)
«Διάολε!» φώναξε. «Το Μακόντο είναι τριγυρισμένο από νερό απ' όλες τις πλευρές».
Η ιδέα πως το Μακόντο βρισκόταν σε χερσόνησο επικράτησε για πολύ καιρό, εμπνευσμένη από τον αυθαίρετο χάρτη που σχεδίασε ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία όταν επέστρεψε από την εκστρατεία του. Τον ζωγράφισε θυμωμένος, υπερτονίζοντας από κακία τις δυσκολίες της επικοινωνίας, σαν να 'θελε να τιμωρήσει τον εαυτό του για την ελαφρομυαλιά του όταν διάλεγε το μέρος. «Δε θα φτάσουμε ποτέ πουθενά», κλαιγόταν στην Ούρσουλα. «Εδώ θα σαπίσουμε όλη μας τη ζωή χωρίς να επωφεληθούμε απ' την ε­πιστήμη». Αυτή η βεβαιότητα, μόνιμο αντικείμενο συλλογισμών για πολλούς μήνες στο δωματιάκι του εργαστηρίου, τον έκανε να συλλάβει το σχέδιο να μεταφέρουν το Μακόντο σ' ένα καλύτερο. Αλλά αυτή τη φορά η Ούρσουλα πρόλαβε τα πυρετώδη σχέδιά του. Δουλεύοντας σαν μυρμηγκάκι, μυστικά κι ακούραστα, είχε καταφέρει τις γυναίκες του χωριού να αντισταθούν στην επιπολαιότητα των αντρών τους, που ήδη είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται για τη μετακόμιση. Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν κατά­λαβε ποτέ, ούτε χάρη σε ποιες αντίθετες δυνάμεις, τα σχέδια του είχαν μπερδευτεί σ' ένα δίχτυ από προφάσεις, αναβολές κι υ­πεκφυγές, μέχρι να μετατραπούν σε σκέτη και απλή ψευδαίσθηση. Η Ούρσουλα τον παρακολουθούσε με αθώα προσοχή και μέχρι που ένιωσε λύπηση γι' αυτόν, το πρωί που τον συνάντησε στο δωματιάκι, στο βάθος, να μουρμουρίζει μέσα απ' τα δόντια του τα σχέδια της μετακόμισης, όσο τοποθετούσε τα εξαρτήματα του εργαστηρίου στα κουτιά τους. Τον άφησε να τελειώσει. Τον άφησε να καρφώσει τα κασόνια και να βάλει τ' αρχικά του από πάνω μ' ένα πινέλο βουτηγμένο στο μελάνι, δίχως να παραπονεθεί καθόλου, αλλά γνωρίζοντας πως εκείνος ήξερε (γιατί τον είχε ακούσει να το λέει στους χαμηλόφωνους μονολόγους του) ότι οι άντρες του χωριού δε θα τον υποστήριζαν στο τόλμημά του. Μόνο όταν είχε αρχίσει να βγάζει την πόρτα του μικρού δωματίου, η Ούρσου­λα τόλμησε να τον ρωτήσει γιατί το έκανε κι εκείνος της απάντησε με κάποια πικρία: «Μια και κανείς δε θέλει να φύγει, θα φύγουμε μόνοι μας». Η Ούρσουλα δεν ταράχτηκε.
«Δε θα φύγουμε», είπε. «Θα μείνουμε εδώ, γιατί εδώ γεννήθηκε ο γιος μας».
«Δεν έχουμε θάψει ακόμα κανέναν», είπε εκείνος. «Οσο δεν έχει πεθαμένο κάτω απ' το χώμα, κανείς δεν ανήκει πουθενά».
Η Ούρσουλα απάντησε σταθερά και ήρεμα:
«Αν πρέπει να πεθάνω για να μείνετε εδώ, θα πεθάνω».
(...)

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Κώστας Βάρναλης: "Η αληθινή απολογία του Σωκράτη"

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη

ΤΟ ΠΩΣ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ


Γρηγοριάδης Κώστας
1. Οσο μιλούσαν οι κατήγοροι (ο Μέλητος με την ψιλή φωνή και τα γυναικίστικα κουνήματα, νεβρικός σαν αηδόνι, ο Ανυτος με τα μεγάλ' αφτιά και τα ρουθούνια γιομάτα τρίχες, ο Αύκων με τα στενά κροτάφια και τη θολή ματιά), οι δικαστάδες καθισμένοι κατάχαμα, σταβροπόδι κι ανακούρκουδα, μασουλούσανε πασατέμπο και φτιούσανε τα τσόφλια στο σβέρκο του μπροστινού. Οι πιο πολλοί ξαπλωμένοι δίπλα και κάνοντας μα ξιλάρι τα παπούτσια τους ρουχαλίζανε ρυθμικά. Κι ο Σωκράτης κοίταζε ψηλά τον ανοιξιάτικο ουρανό και κάπου κάπου σιγότριβε το ζερβί του γόνα, που τόνε σουγλούσε. Μ' όλο το σούσουρο, που γινότανε, μ' όλη τη βόχα, που βγάζανε τόσα ξαναμένα κορμιά και χαλασμένα στομάχια, τα κατάφερνε ν' ακούει τα χαρούμενα πουλιά, που τιτιβίζανε στα τριγυρινά πέφκα και να οσμίζεται τη μυρωδιά της ρετσίνας, του σκίνου και του θυμαριού, που ανάδινεν η χέρσα γης.
2. Αμα τέλειωσαν οι κατήγοροι, γίνηκε μεμιάς βαθύτα τη σιωπή, λες και βούλιαξε ο τόπος με τα κοτρώνια, τα δέντρα και τους ανθρώπους μέσα σε μιαν ατέλειωτη πηγάδα και τους σκέπασε όλους το νερό, δυο μπόγια. Κρατώντας όλοι την ανάσα τους καρφώσανε τα μάτια πάνου στο Σωκράτη περίεργοι να ιδούνε με τι τσαλίμια θα προσπαθούσε να τουμπάρει το Νόμο.
3. Αμα σταματήσει ο μύλος τα μεσάνυχτα, ξυπνάει ο μυλωνάς. Ο Σωκράτης, μ' όλη τη σιωπή, που τον έσφιξε μονοκόματη κι από παντού, μήτε ξύπνησε, μήτε κουνήθηκε. Κάποιος μαθητής τόνε τράβηξε από το μανίκι: «Δάσκαλε! η σειρά σου». Μονάχα τότε ο Δάσκαλος γύρισε κ' είδε σαστισμένος όλο κείνο τ' ανθρωπομάνι. Δυσκολέφτηκε να θυμηθεί, πώς πεντακό σια θεριά τον είχανε ζώσει αγριεμένα. Χαμογέλασε πειραχτικά μέσα ατά πηχτά του τα γένια, μισοσηκώθηκε μια στιγμή και κοιτάζοντας απάνου στο τραπέζι τα δυο τσουκάλια (το ένα χαλκωματένιο και τ' άλλο ξύλινο) σοβαρά και τα δυο και κατσουφιασμένα, λες κ' είχανε ψυχή και τόνε μισούσανε κι αφτά, μουρ μούρισε: «Κ' εγώ περίμενα σεις, ω άντρες Αθηναίοι, ν' απολο γηθείτε!» Ξανακάθισε κι άρχισε πάλε να τρίβει το ζερβί του γόνα.
4. Οι δικαστάδες θυμώσανε με τ' άπρεπο φέρσιμο και κοιταχτήκανε γρήγορα γρήγορα συναμεταξύ τους. Τους ζεμά τισε τόσες ώρες ο κατάκορφος ήλιος με την ελπίδα, πως θα γουστάρανε στο τέλος μ' αφτόνε το γερογρουσούζη. Θα τόνε βλέπαν άσοφο και ταπεινωμένο μπροστά στο Νόμο τον αψηλομέτωπο και παντογνώστη. Και να τώρα που τους χαλούσε το κέφι. Μα πιο πολύ πειραχτήκανε, που καταφρόνεσε τέτοιαν ώρα το μεγαλύτερο αγαθό της δημοκρατίας: Πρώτα ν' απολογιέσαι κ' ύστερα να σε κόβουνε. Κι όπως, άμα δέρνεις ένα παιδί κι αφτό δεν κλαίει, πεισματώνεσαι και το δέρνεις περισσότερο, έτσι κι αφτοί πεισματωθήκανε και για να τον κάνουνε να νιώσει τη δύναμή τους, τόνε βγάλανε με την πρώτη τους ψηφοφορία φταίχτη και στα τρία κακουργήματα, που τον κατηγόρησαν οι τρεις πολέμαρχοι της Αρετής.
5. Ο Σωκράτης, σαν άκουσε την απόφασή τους, έκανε: χμ! Κι άμα τόνε ρωτήξανε κατόπι (σύμφωνα με το Νόμο), ποιαν τιμωρία διαλέγει, θάνατο για εξορία, κούνησε τη φαράκλα του δώθε κείθε και δεν απάντησε τίποτα.
6. Τότες ο κλητήρας ζύγωσε και του το ξαναφώναξε δυ νατά μέσα στ' αφτιά του. Ο Σωκράτης, θέλοντας και μη, σηκώ θηκε πάλε βαριεστισμένα και τους είπε: «Δε λέω, κ' οι δυο σας τιμωρίες είναι και δίκαιες και συφερτικές για μένα και για σας. Ομως εγώ θα προτιμούσα μιαν τρίτη.» «Ποιάνε; ποιάνε;» φώ ναξαν ούλοι χαρούμενα. «Είτε σας εβεργέτησα είτε σας ζημίωσα να με βάλετε τώρα, που γέρασα, στο Τεμπελχανιό. Ετσι και σεις θ' ασφαλιστείτε από μένα κ' εγώ θα ξεκουραστώ από σας. Και ν' αφήνετε κάθε πρωί στην πόρτα μου (χωρίς να με βλέπετε και χωρίς να σας βλέπω) ζεστές κι αφράτες εκείνες τις ωραίες μελόπιτες, που δίνετε τόσους αιώνες εβλαβικά στο άγιο φίδι του Ερεχθείου, το γιο της Παρθένας. Γιατί θαρρώ, πως εγώ σας έκανα και περισσότερο καλό και λιγότερο κακό παρά κάθε λο γής θεϊκό ζωντόβολο».
7. Οι δικαστάδες, απελέκητοι χωριάτες, που με το παραμικρό βλαστημούσανε τα θεία, γελάσανε μ' όλη την καρδιά τους, σαν ακούσανε τα αναπάντεχο τούτο χωρατό του Σωκράτη. Και περιμένανε να τους πει κι άλλα. Και κείνος σε λίγο: «Κι αφού κάνω τη σωστότερη, καθώς φαίνεται, κρίση, εγώ ταιριάζει να πάρω και τους μιστούς ολωνώνε σας».
8. Πωπώ! τι γένηκε τότες! Οι δικαστάδες λυσσάξανε. Αλλοι σηκώσανε τα μπαστούνια, άλλοι αρπάξανε πέτρα κι άλ λοι χυμήξανε πάνου στα κάγκελα με τα δέκα νύχια μπροστά για να τον ξεσκίσουνε κι όλοι φωνάζανε μαζί, που δεν ξεχώρι ζες λέξη. Ακούς εκεί ναν τους ζητάει τους τρεις οβολούς, τον τί μιο κόπο τους! Γι' αφτό λοιπόν αφήσανε τις δουλειές τους νοικοκυρέοι άνθρωποι και χασομέρησαν όλη μέρα για να διαφεντέψουνε την πατρίδα; Και δεν είτανε δα για τα λεφτά... μα τους ζητούσε να παρανομήσουν. Και να θέλανε, δεν είχανε μήτε αφτοί το δικαίωμα να χαρίσουνε το μιστό τους, μήτε κ' η πολιτεία να τους τόνε στερήσει... Μωρέ τούτος είναι μπιτ ξετσίπωτος κι άθεος και προδότης! Καλά και θα ιδεί! Για τούτο, μια κι ο ίδιος ο Σωκράτης δε διάλεγε το είδος της τιμωρίας του, τόνε καταδίκα σαν αφτοί, με τη δεύτερη ψηφοφορία τους (πάλε σύμφωνα με το Νόμο) να πιει το φαρμάκι.
9. Τότες ίσα ίσα λαμποκόπησε ολάκερος από κέφι και δύναμη. Απλός και σβέλτος, καθώς τόνε ξέραν οι περισσότεροι στα μεθύσια του, στους καβγάδες και στον πόλεμο, στάθηκε στέρεα στο βήμα και μισοκλείνοντας τα πονηρά του μάτια τους είπε σιγά σιγά τούτα, που μέλλει να διαβάσετε παρακάτου. [...]
Του
Κώστα ΒΑΡΝΑΛΗ

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Νίκος Καββαδίας: "Βάρδια"




Βάρδια έκτη
Portrait of a man
A la Comtesse Ariane de Jacquelin Dulphe
Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το 'χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι1 έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει ! Γιομίζει τα ρουθούνια μου, μα δεν μπορώ να σου πω ...Ιουδήθ2 ! Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από το Gomel3 και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του «Cyrenia»4, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι5. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμά σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο6, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
-- Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε, φόρεσέ το.
-- Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
-- Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
-- Θέλω τη θήκη μου.
Ιουδήθ!... Ολα τα πράματα έχουνε δική τους μυρωδιά.
Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα7, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο8 ... Streets are not safe at night. Avoidall saloons. Chagall: Ο Αρχιραβίνος.
-- Ατζαμή ! Φίλησέ με.
-- Μιαν άλλη φορά. Οταν ξαναβρώ τη γεύση μου.
-- Την έχασες; Πού;
-- Στο Barbados9... Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
-- Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
-- Δεν έχω δόντια. Τ' άφησα σ' ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin10.
-- Χάιδεψε.
-- Ιουδήθ... Με τι χέρια... έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ' ένα σπίτι στο Ικίκι11... Εκεί ανάμεσα... Μαζί κι ένα ζαφείρι... ένα μεγάλο ζαφείρι.
-- Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξε με, λοιπόν.
-- Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος, στο Βόλο. Τ' αλλάξαμε.
-- Κοίταξέ με με τα δικά του.
-- Ηταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
-- Ασε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
-- Ναι.
-- Πάμε. Κρυώνω.
-- Στάσου, να σου πω ένα παραμύθι.
-- Δε θέλω... Πάμε.
-- Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ενας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι...
-- Το σκορπιό;
-- Εσένα.
-- Πάμε σου λέω.
-- Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
-- Λοιπόν... Μόνον ο γερο - Γιεχού12 δεν κοιμόταν. Διάβαζε δί­πλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βι­βλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ημουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ητανε δώ­δεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε... Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με τα μάτια κλεισμένα.
-- Κι οι δώδεκα;
-- Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Ομως απόψε... Οχι γιατί μ' αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
-- Αύριο, στο Colombo13.
-- Τώρα.
-- Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Εχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως... Ξέρεις... Είμαι άρρωστος.
-- Δε με νοιάζει. Ακου... Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
-- Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
-- Κάνε όπως θέλεις. Ο,τι βρεις, κλέψε. Δείξε μού το μονάχα... Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin14 μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε.
Δε βλέπεις ούτε μια πιθαμή μπρος από την πλώρη ...παραπονιέται ο γραμματικός15. Δεν το ξανοίγει. Το πήζει ολοένα. Γκρινιάζει και φτύνει. Το τσιγάρο μουσκεύει και δεν τραβάει. Κάθε τόσο σέρνει το σύρμα της σφυρίχτρας κι η καμινάδα ξερνάει μουγκρητό. Πέντε δεύτερα. Κατόπι πενήντα πέντε. Βουβαμάρα.
Στήνει τα αυτιά του δεξιά, αριστερά, μπροστά. Τα χουφτώνει με το χέρι. Είναι και μιαν άλλη καμινάδα που κλαίει, που μόλις ακούγεται. Ο Πολύχρονης, ο σκάπουλος16, στέκεται στην πλώρη, στο κοράκι17, κι όταν σταματάει το σφύριγμα του «Πυθέα», φω­νάζει με την τρομπαμαρίνα18. Ολο και ζυγώνει... Τ' ακούω λίγο δεξιά τώρα.
Πάλι σφύριγμα. Νέκρα κατόπι. Κι η βοή του άλλου που κα­τεβαίνει.
-- Να 'σαι αλάρμ19, φωνάζει του τιμονιέρη. Οταν σου πω όλο δεξιά ή όλο αριστερά, θα πάρεις και συ βόρτα20 με δαύτο. Κατά­λαβες ;
-- Ναι.
Συλλογιέται... Για την τύχη μας αρρώστησε ο Διαμαντής. Εχει πυρετό. Ποιος του 'πε να πάει να ψωνίσει μαλαφράτζα21... Πάλι τυχερός τώρα με τα καινούργια φάρμακα... Σέρνει το σύρμα. Το αφήνει... Καινούργια. Κι εμείς να μην έχουμε τίποτα καινούργιο δω μέσα. Ούλα σάπια. Ετσι σφύριζε κι ο παππούς μου στο πούσι. Radar, βυθόμετρο... Πού τέτοια τύχη... Σε βγάνουνε παλικάρι... Ο Διαμαντής προλαβαίνει να τη γλιτώσει, εμείς σαπίσαμε. Υδράργυρος22...
Ξανασφυρίζει.
1. Πούσι: Ομίχλη, καταχνιά
2. Ιουδήθ: Μια Εβραία απ' το Gomel
3. Gomel: Πόλη της Λευκορωσίας
4. Cyrenia: Πλοίο των ελληνικών μεσογειακών γραμμών, εκτελούσε το δρομολόγιο Ιταλία - Ελλάδα - Αυστραλία. Ο Καββαδίας ταξίδεψε μ' αυτό την περίοδο 1949 - 1954
5. Μινικόι: Ενα απ' τα νησάκια της ΝΔ Βομβάης στον Ινδικό Ωκεανό
6. Κρουζέτο: Το λούκι γύρω γύρω στο κατάστρωμα για να τρέχουν τα νερά
7. Πίντα: Ενα απ' τα τρία πλοία του Χριστόφορου Κολόμβου
8. Γκέττο: Περιοχή πόλης (περιτειχισμένη) όπου κατοικούσαν αποκλειστικά Εβραίοι
9. Barbados: Νησί στην Καραϊβική
10. Cochin: Λιμάνι της ΝΔ Ινδίας
11. Ικίκι: Λιμάνι της Β. Χιλής
12. γέρο - Γιεχού: Συγγενής (πατέρας; παππούς;) της Ιουδήθ
13. Colombo: Η πρωτεύουσα της Σρι - Λάνκα
14. Pascin Jules: 1885 - 1930, ζωγράφος βουλγαρικής καταγωγής
15. Γραμματικός: Ο υποπλοίαρχος
16. Σκάπουλος: (βεν. scapolo) Ο ένας απ' τους δυο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν' αντικαταστήσει τον άλλο
17. Κοράκι: Η μύτη του πλοίου
18. Τρομπαμαρίνα: Τηλεβόας για τη μετάδοση ηχητικών σημάτων μεταξύ ιστιοφόρων σε καιρό ομίχλης
19. Αλάρμ: Σε επιφυλακή
20. Βόρτα: Φόρα, στροφή ή ανάπρωρη αλλαγή πορείας του ιστιοφόρου
21. Μαλαφράτζα: ιταλ. mal di Francia= η γαλλική αρρώστια: η σύφιλη
22. Υδράργυρος: Ο κυανιούχος υδράργυρος που χρησιμοποιήθηκε κατά της σύφιλης

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Πάνος Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ: "Τα 'χει το εμπόριο"

Τα 'χει το εμπόριο
Στον κ. ΧΡΙΣΤΟ ΠΕΡΣΑΚΗ

Στους πέντε ανέμους η σπορά. Η γη λες και δεν ήθελε να τη δεχτεί φέτος. Ενα δάκρυ βροχούλας, μια δροσοσταλίδα δεν κυλούσε απ' τα βουρκωμένα σύννεφα τ' ουρανού και τα σπαρτά προτού καλά - καλά μεστώσουνε είχανε ξεραθεί. Μερικά που πρασινίζανε εδώ κ' εκεί είχανε στην καρδιά τους σκουλήκι. Και μονάχα οι κυκλαμιές θρασομανούσανε στα βράχια.
Οι Πευκοβουνιώτες, που όλο το έχει τους το είχανε στη διάθεση του Θεού, χτυπούσανε τόνα χέρι τους στ' άλλο μ' απελπισιά. Τα χείλια τους σα να τρεμουλιάζανε κάτου από μια βαριά κατάρα. Και τα βλέμματά τους, πότε αγριεμένα και πότε ικετευτικά, θωρούσανε πέρα τα γκρίζα συννεφάκια που αρμενίζανε κατά τη δύση, χωρίς να φέρνουνε ως τόσο τη βροχή.
Ετσι σχεδόν είχε φανεί το χινόπωρο κ' έτσι περνούσε βαρύθυμα ο χειμώνας. Το μελισσοχώρι κ' η αγράμπελη, ο κισσός κ' η καλοκαιριάτικη περιπλοκάδα, γέρνανε, σκεβρωμένα χέρια με γανιασμένα δάχτυλα, στα δυσμικά μέρη των σπιτιών. Κάπου, σ' ένα παράθυρο δειλά, μια γλάστρα βασιλικού ή δυόσμου. Στη γη όμως ούτε χορταράκι. Και τα ζωντανά του κάκου ψάχνανε στα χέρσα, του κάκου ψάχνανε στις ρεματιές. Ρέβανε σαν τον καρπό που τον έτρωγε το σκουλήκι.
Το νιώθανε πια για καλά οι Πευκοβουνιώτες πως φέτος η σπορά είχε πάει κατά διαβόλου. Μήτε για χερόβολο δε θα πιάνανε. Και ζητάγανε αλλιώς να βολέψουνε την περίσταση.
Οι περισσότεροι τραβούσανε πουρνό κατά το δάσος να κάνουνε πενήντα - εκατό ζύγια ξύλα, κρυφά, μην τους κόψει κανένα πρωτόκολλο ο δασικός. Και το δείλι, πάλε κρυφά, να τα περάσουνε στην πολιτεία. Ενας - δύο που είχανε ζωντανά στο γέννο, προσπαθούσανε να τα θρέψουνε με σπασμένα ελιοκούλουρα που αγοράζανε από το λιοτρίβι. Οσοι όμως είχανε άπλερα σπουργίτια να ταΐσουνε, νιώθανε πιο έντονη την ανάγκη να εργαστούνε με κάθε τρόπο, έστω και αν ξεριζώνανε σύριζα τα δέντρα του γειτονικού χωραφιού.
Ενας απ' τους τελευταίους κι ο Κώτσος ο Κοκκινιάς. Αυτός δεν είχε μόνο τη σπορά κατά διαβόλου, δεν είχε τα γιδοπρόβατα στου λύκου το στόμα. Πέντε άπλερα σπουργίτια, πέντε στόματα πεινασμένα περιμένανε απ' αυτόνε την τροφή. Κι ο άμοιρος ο Κοκκινιάς, σαν το ζαλισμένο απ' τον ήλιο αγρίμι, έτρεχε πότε στο δάσο και πότε στην πολιτεία, όλα να τα βολέψει.
Ενα δείλι φάνηκε χαρούμενος ν' ανηφορίζει το φιδωτό μονοπάτι. Απ' το πρωί το ξέρανε όλοι πως ο Kοκκινιάς είχε πάει στον Πειραιά, και τώρα κάτι καλό προσπαθούσανε να ξεχωρίσουνε στη χαρούμενη όψη του.
- Ε! πατριώτη Κώτσο, τι μαντάτα φέρνεις; τον ρωτήσανε.
Στην αρχή, λέξη. Πού ξέρεις, αν δεν του παίρνανε τη δουλειά. Μα ύστερα, σιγά - σιγά, ξεθάρρεψε και με σκεπασμένα λόγια τούς διηγήθηκε το και το, πως κάποιος κουμπάρος του που δούλευε στα βαπόρια του είπε να μαζέψει χλωρά κουκουνάρια από τα πεύκα και ναν του τα πάει. Τιμή, λέει, δεν του όρισε ακόμα. Μια πεντάρα την οκά θαν τούδινε. Οχι περισσότερα, γιατί μαθές τι αξίζανε τα παλιοκουκουνάρια σ' αυτόν. Ο κουμπάρος όμως τάθελε να τα ματαπουλήσει στα βαποράκια που κάνανε τ' ακτοπλοϊκά ταξίδια, μια που με τον πόλεμο τον Ευρωπαϊκό δεν ερχόντουσαν κάρβουνα και κοκ.
- Ατμός θα γίνουνε τα κουκουνάρια σου, δε θα γίνουνε χρυσάφι. Αν θέλεις φέρε μου... Λέω να καταπιαστώ τη δουλειά. Τι λέτε κ' εσείς; ρώτησε ο Κοκκινιάς τους δυο συχωριανούς του που τον ακούγανε.
- Μην τ' αφήνεις το εμπόριο. Δύσκολοι καιροί τώρα. Η πεντάρα - λίρα. Βάλ' εμπρός. Οι πεύκοι στενάζουνε απ' το φόρτο.
Την άλλη μέρα - Σάββατο είτανε - μαθεύτηκε στο Πευκοβούνι πως ο Κώτσος αγοράζει κουκουνάρια τρία λεφτά την οκά. Ολοι γελάσανε.
- Χαρά στην επιχείρηση, είπανε μερικοί.
- Σπίτι δίπατο θα χτίσει και θαν το δείτε, απαντήσανε άλλοι ειρωνικά.
Η Κυριακή όμως που βασίλεψε βρήκε στο κατώγι του Κοκκινιά μαζεμένο σε λοφίσκο πεντακόσιες οκάδες κουκουνάρι, χλωρό, ανοιχτοπράσινο, πετρωμένο μα και γιομάτο χυμούς.
Τα χωριατόπαιδα που δεν είχανε σκολειό ξεχυθήκανε απ' τη Χαραυγή στο δάσο. Ανεβασμένοι ψηλά στα πράσινα φουντωμένα πεύκα μαζεύανε αδιάκοπα κουκουνάρια για τον Κοκκινιά. Αυτά δεν την πήρανε αστεία την επιχείρηση. Δεκάρες βλέπαν στα χέρια τους, ο Κώτσος επλήρωνε όσα του πηγαίνανε, δέκα, είκοσι και πενήντα οκάδες ακόμα. Ναι, δεκάρες με το βασιλιά το Γεώργιο απάνου. Κι η μαρίδα του χωριού ανέβαινε στα δέντρα, τσάκιζε τα πευκόκλαρα, τσακιζότανε κι αυτή, μα στο τέλος με γιομάτα τσουβάλια έτρεχε στο χωριό φωνάζοντας:
- Καλά κουκουνάρια... Πάρτε κουκουνάρια για επερωκεάνεια...
Ο Κώτσος χαρούμενος ζύγιαζε όλη την Κυριακή και πλήρωνε αδιάκοπα με τη σκέψη πως πάντα διακόσες έως τρακόσες δραχμές θα βγάλει απ' αυτό το εμπόριο μια και ο Θεός είτανε τόσο άσπλαχνος κ' η γης ξεραμένη.
Με το ηλιοβασίλεμα του φέρανε τα χωριατόπαιδα το τελευταίο φόρτωμα. Ζύγιασε, πλήρωσε και τους είπε:
- Βρε παιδιά, ίσαμε την άλλη Κυριακή, τ' αργότερα, θέλω να μούχετε μαζωμένα ίσαμε 5.000 οκάδες. Αν μπορείτε γρηγορότερα τόσο το καλύτερο, γιατί το κουκουνάρι έχει φύρα, μωρέ παιδιά, όσο ξεραίνεται, τόσο το χειρότερο για μένα. Γρήγορα μαζεύτε γιατί χάθηκε.
Σε λίγες μέρες η σοδειά είχε συγκεντρωθεί. Το κουκουνάρι από βραδύς είχε φορτωθεί στο πέραμα. Τ' αμπάρια του γιομάτα. Περίμενε την αυγή να πάρει αγέρας, να φουσκώσει το κόκκινο πανί, να κόψει το πέραμα την πρώτη βόλτα.
Νύχτα ακόμα, με το φανάρι αναμμένο, κατέβηκε ο Κοκκινιάς με τον περαματζή στο λιμάνι.
Η θάλασσα δεν είτανε απάνεμη. Την όργωνε ο αγέρας και τα κύματα μ' αφρούς και βόγγους σπούσανε στο μώλο, λες και θέλανε να ρίξουνε τις πέτρες για να πάρουνε στ' ανοιχτά το πέραμα. Ο Κοκκινιάς φλωροκιτρίνισε κοιτώντας την αγριεμένη θάλασσα.
- Ελα να ξεμπουκάρουμε, του φώναξε ο περαματζής που πάσχιζε να γλυτώσει το πανί απ' τις αντένες του ξαρτιού.
- Φοβάμαι τον καιρό, καπετάν - Αργύρη.
- Τι φοβάσαι! Πρίμα θα πάμε. Σάλτα μέσα!
Ο Κοκκινιάς μ' όλο το φόβο που είχε πήδησε στο πέραμα. Δεν ήθελε να ταξιδέψει, μα πάλε συλλογιότανε πως ο κουμπάρος θα τον περίμενε σήμερα, Δευτέρα πρωί, στον Πειραιά. Ως τόσο έκανε το σταυρό του, όταν φούσκωσε ο αγέρας το πανί και πήρανε τις πρώτες βόλτες στο λιμάνι.
Το πέραμα έστριβε δώθε - κείθε, σαν παιχνιδιάρικο γλαροπούλι, στεφανωμένο απ' τον αφρό και το κύμα. Μόλις όμως στρίψανε τη μύτη και βγήκανε στ' ανοιχτά, μια σοροκάδα δυνατή, άγρια, μανιασμένη, που έκανε τη θάλασσα ν' αφρίζει, άλογο που δεν ακούει στο χαλινάρι, τίναζε το πέραμα μ' όλο το βάρος των κουκουναριών σαν καρυδότσουφλο.
Ο Κοκκινιάς τα χρειάστηκε, το ίδιο κι ο καπετάν - Αργύρης.
- Βράζει!... Τρώει τα βράχια η άτιμη!
- Τράβα να δέσουμε κάβο στεριανά. Θα βουλιάξουμε και θα χάσω το πράμα, φώναζε τρομαγμένα ο Κοκκινιάς.
- Σε καλό σου! Δάγκωσε τη γλώσσα σου. Μην κακομελετάς στο πέλαγο, τ' απάντησε ο καπετάν - Αργύρης. Κουράγιο! Θα πάμε πρίμα.
Η θάλασσα όμως, τ' αφρισμένο κύμα, περνώντας μ' ορμή, πηδώντας πάνω απ' το πέραμα, έπαιρνε πάντα κάτι απ' το λόφο των κουκουναριών. Ο Κοκκινιάς περίλυπος κοιτούσε τα κουκουνάρια που σα φελλοί διχτυών πλέανε στην απανωσιά της θάλασσας.
- Πάνε τα κουκουνάρια, πάνε τα λεφτά μου, μονολογούσε λυπημένα. Και τ' αχόρταγο κύμα έκλεβε, κι όλο έπαιρνε μακριά τη γλυκειά του ελπίδα. Κι έκλεινε τα μάτια του να μη βλέπει. Μα ο λογισμός δούλευε. Τα μάτια της αγωνίας ορθάνοιχτα. Κι έβλεπε τη γη ξεραμένη, τα σπαρτά να γέρνουνε στο χώμα προτού πάρουνε μια σπιθαμή, τα γιδοπρόβατα να μουγκρίζουνε σαν τα κύματα, κυνηγημένα κι αυτά ποιος ξέρει από ποια κακή σοροκάδα.
Ετσι με χίλια βάσανα και χίλια χτυποκάρδια τρέμανε τα γόνατά του. Και τα χέρια του πιότερο τρέμανε στην πλάστιγγα. Ζυγιάσανε τα κουκουνάρια και βρήκανε μόνο δυο χιλιάδες οκάδες. Τρεις μετρημένες χιλιάδες είχε πάρει η θάλασσα για να γαληνέψει.
Από εφτά λεφτά την οκά, εκατό σαράντα δραχμές τούδωσε ο κουμπάρος του για τις δύο χιλιάδες οκάδες. Από τρία λεφτά πούχε πληρώσει τις πέντε χιλιάδες, έχανε και κάτι από την τσέπη του.
- Με φάγανε οι χωριανοί μου με τις γλωσσοφαγιές τους, καπετάν - Αργύρη, είπε κουνώντας περίλυπα το κεφάλι του. Σπίτι δίπατο θα χτίσω!... Χμ! Να, τώρα στις τόσες μου δυστυχίες κι άλλη. Χάνω κ' είκοσι δραχμές από δικά μου!...
- Μη σικλετίζεσαι, Κώτσο μου. Τάχει το εμπόριο αυτά, τ' απάντησε φιλοσοφικά ο καπετάν - Αργύρης, παίρνοντάς του με τρόπο το δεκάρικο για το ταξίδι!
Πάνος Δ.ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ