Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Patricia Highsmith Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ


Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 2008
Σελίδες: 424

Προσλαμβάνοντας το νόημα της φράσης του μότο συμβολικά, θα λέγαμε ότι και η γραφή τής, κλασικής πια, Αμερικανίδας συγγραφέως αστυνομικών ιστοριών Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) μας επιφυλλάσσει όχι καταδηλωτικούς τρόπους για να περιγραφεί το καίριο.
Με άλλα λόγια, η δεξιοτέχνις αυτή της «μαύρης» αφήγησης από τα πρώτα της έργα παίζει σε διάφορα ημιτόνια.
Κρατάει λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο κοινόχρηστο και το ανοίκειο, στο προφανές και το ακροαστικό, στο ηθικό και στο αντίθετό του. Χρειάζεται πολλούς δρόμους και τεχνάσματα για να καταλήξει στο δεδομένο και φρικτό, που είναι κυρίαρχο εξαρχής στην πίσω σκηνή. Γιατί εκείνο που εντέλει επικρατεί στον κόσμο της είναι ένα κλίμα σκοτεινό, τροφοδοτημένο από ενστικτώδεις ψυχισμούς. Ας μην ξεχνάμε ότι με την εμφάνισή της χαιρετίστηκε από τους κριτικούς ως «σκοτεινότερη και πιο ψυχρή» από τον Ζορζ Σιμενόν.
Για να μας πείσει, λοιπόν, περί της αληθείας της η Χ., τολμά και προτείνει ήρωες, όπως ο Τομ Ρίπλεϊ, ο οποίος είναι ένας ανεξέλικτος, βαθύτερα, χαρακτήρας, ενδεδυμένος απλώς το κουστούμι της κοινωνικής ευπρέπειας, φυλάσσοντας επιμελώς τον αταβισμό του.
Στην πενταλογία της με ήρωα τον Ρίπλεϊ, η δημιουργός των Ξένων σε ένα τρένο (ελληνική απόδοση: Ο άγνωστος του εξπρές) χειρίζεται την προσωπικότητα του, μεταμφιεσμένου σε άνθρωπο, δολοφόνου της σαν να μας παροτρύνει να τον γνωρίσουμε από κοινού. Σχεδόν μας πείθει ότι νιώθει έκπληξη σε κάθε της βήμα προς το απρόβλεπτο αυτό άτομο «της διπλανής πόρτας».
Εάν την απασχόλησε τόσο πολύ ο συγκεκριμένος χαρακτήρας -γεννημένος το 1955 και ολοκληρωμένος τριάντα τόσα χρόνια μετά- είναι γιατί μεταπολεμικά ήταν η πρώτη σημαντική συγγραφέας της «μαύρης» λογοτεχνίας που διαχειρίστηκε μια αμοραλιστική προσωπικότητα, πολύ πριν από άλλους συναδέλφους της, εμπνευστές παρόμοιων ή και περισσότερο απωθητικών ηρώων.
Η αφήγηση στις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μετά τις φοβερές εμπειρίες των μεγάλων συρράξεων και νωρίτερα από τον καταποντισμό των ιδεολογιών, δεν δίστασε να θέσει στο κέντρο της δραματουργίας της χαρακτήρες ανθρωποειδείς. Ενας από αυτούς και ο Ρίπλεϊ, τον οποίο η δημιουργός του ανέδειξε σχεδόν σε πρότυπο του μοντέρνου ατόμου. Με κεκρυμμένη την έρημο των αισθημάτων του, υπόδειγμα αστού με φιλοκαλία και άλλα απαιτητικά, εξωτερικά, αντανακλαστικά, ο Ρίπλεϊ είναι, ασφαλώς, ένας κάπως πιο εξευγενισμένος πρόγονος του Χάνιμπαλ Λέκτορ (για να θυμηθούμε τον απερίφραστο ήρωα του Χάρις).
Μήπως, εδώ που τα λέμε, διαφέρει πολύ από τους σύγχρονούς μας νομοταγείς και ευπρεπείς διαχειριστές πάσης φύσεως, μικρών και μεγάλων, εξουσιών παγκοσμίως; Η προηγούμενη σκέψη ότι η Χάισμιθ εξέτασε προσεκτικά και μ(α)ικροσκοπικά τον ήρωά της, έτοιμη να ...εκπλαγεί με τις περσόνες, τις μάσκες και τις τυφλές ενορμήσεις του, έχει την αφετηρία της στο ενδιαφέρον της κεντρικής πρότασης της ευφυούς αυτής πεζογράφου. Κάποιος άλλος ανέμπνευστος στη θέση της δεν θα κατόρθωνε να εκμεταλλευτεί για πολύ έναν χαρακτήρα καθηλωμένο, θα ’λεγε, κανείς από δραματουργική άποψη.
Ο Ρίπλεϊ ξέρουμε από το πρώτο κιόλας βιβλίο ότι είναι εσωτερικά «προγλωσσικός», ένας αδίστακτος εγκληματίας, ο οποίος μάλιστα δεν θα μπει στον κόπο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, όπως θα έκανε κάποιος ήρωας της παλιάς μοραλιστικής λογοτεχνίας. Τον ρόλο του συνηγόρου του αναλαμβάνει, με το κόστος που υπαινίχτηκα προηγουμένως, η δημιουργός του, χωρίς να του βάζει στα χείλη ή στη διάνοια σχετικούς προβληματισμούς. Ο Ρίπλεϊ, είπαμε, ως σύγχρονος ανθρωποφάγος, κοιτάζει πώς θα επιβιώσει με τη μεγαλύτερη άνεση, ξεγλιστρώντας από τις παγίδες που του στήνουν οι αντίπαλοί του.
Μα τότε, αναρωτιέται κανείς, η Χ. εγκλωβίζεται στο θριλερικό στοιχείο και δεν ενδιαφέρεται για άλλες παραμέτρους της μυθοπλασίας της; Η απάντηση δίνεται μέσα από τις σκηνοθεσίες της περιπέτειας ενός χαρακτήρα που έχει αποφασίσει να μην ενταχθεί ψυχικά στον πολιτισμό και λειτουργεί εντός του με εντολές πρωτόγονες. Κι εφόσον ο Ρίπλεϊ είναι ο, κατά Χάισμιθ, σύγχρονος άνθρωπος, από εκεί και πέρα οι ανατροπές της δεδομένης ηθικής στήνουν το νέο σκηνικό και η διαστροφική ομίχλη διαποτίζει τα πάντα, όλα εκείνα που θεωρούμε πολιτικώς ορθά.
Εδώ, στο τέταρτο μυθιστόρημα για τον διαβόητο ήρωά της, γραμμένο το 1980, η Χ. μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να φιλοτεχνεί έναν Ρίπλεϊ κάπως πιο ενδοτικό στο συναίσθημα. Σε μια προσεκτικότερη, όμως, ανάγνωση ο νεαρός που ζητάει τη βοήθεια του εγκληματία είναι ένας δολοφόνος, ένας πατροκτόνος, εξού και το ενδιαφέρον του τελευταίου προς αυτόν. Τα ψυχαναλυτικά και ερωτικά σημεία είναι προφανή. Ενα ομοφυλοφιλικό ρεύμα αρχίζει να κυκλοφορεί ανάμεσα σε «πατέρα» και «γιο»: το είδωλο του Ρίπλεϊ στο κάτοπτρο που του στήνει απέναντί του ο νεαρός είναι εύγλωττο.
Ο ήρωας, για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, εξακολουθεί να ζει άνετα, στην επαρχία της Γαλλίας, με την ωραία και πλούσια σύζυγό του στην άνετη βίλα τους. Παρένθεση: η σύντροφός του είναι χαρακτήρας δραματουργικά επιπόλαιος, γιατί η Χ. την παρουσιάζει πάντα ανυποψίαστη για τις έκνομες δραστηριότητες του συντρόφου της.. Τέλος πάντων, ο Ρ. συνεχίζει την εμπορία πλαστών πινάκων μέσω μιας γκαλερί στο Λονδίνο, την οποία διευθύνει ένας συνεργάτης του, και γενικά απολαμβάνει το ζην με διπλή ταυτότητα. Την επίφοβη ηρεμία του διακόπτει η γνωριμία του με έναν νεαρό που εργάζεται ως κηπουρός.
Η κάπως περίεργη συμπεριφορά του τελευταίου κινεί το ενδιαφέρον του Ρ., ο οποίος ανακαλύπτει ότι πρόκειται για τον γιο ενός πάμπλουτου Αμερικανού. Κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του άλλου, μαθαίνει ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα πατροκτόνο: ο νεαρός είχε σπρώξει το καροτσάκι του ανάπηρου Κροίσου σε έναν γκρεμό κι εκ των υστέρων κρυβόταν στη Γαλλία. Ο Ρίπλεϊ θέτει απροσδόκητα(;) το παιδί υπό την προστασία του, αναλαμβάνοντας να το διαφυλάξει από τους διώκτες του, τους αστυνομικούς που το θεωρούν ύποπτο για τον θάνατο τού πατέρα του.
Αν και ο ήρωας παρουσιάζεται πιο οικτίρμων από άλλοτε, δεν πρέπει, νομίζω, να παρασυρθούμε θεωρώντας τον ξαφνικά ευάλωτο, διαθέσιμο στο συναίσθημα. Ας τον αντιμετωπίσουμε, πέρα από το λανθάνον ερωτικό κίνητρο, ως έναν φιλοπερίεργο απέναντι στον «εγκληματία άνθρωπο», στην κατηγορία όπου ανήκει. Επιπροσθέτως: κάνει ορισμένες κινήσεις προσέγγισης του άλλου, μόνον που αυτές δεν είναι αρκετές. Δεν συνδέεται με τον νεαρό, κάτι που θα αποτελούσε παραβίαση των ...αρχών του. Κάνει ό,τι είναι δυνατόν να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο αλλά, δεν θέλει να έχει κάποιο βαθύτερο κόστος από αυτή τη χειρονομία.
Ταυτόχρονα, σαν ήρωας του Λακλό, κάνει φροντιστήριο ανηθικότητας στον νεαρό, προσπαθώντας να του εμφυσήσει στοιχεία του δικού του χαρακτήρα. Πάνω σε αυτό το τεντωμένο, λεπτό νήμα προχωρεί η Χάισμιθ, παρουσιάζοντάς μας στα όρια του «καταραμένου» τη σχέση των δύο σκοτεινών ηρώων της.
Οπως πάντα, ο Ανδρέας Αποστολίδης με άψογη απόδοση μετέφερε τη δηλητηριώδη ατμόσφαιρα των κλειστών χώρων μιας συγγραφέως που από τη μια έπαιξε σαρδόνια με τη διπλή ανθρώπινη φύση, ξέροντας από πριν τον κυρίαρχο του παιχνιδιού, και από την άλλη δεν έπαψε να εκπλήσσεται με το φαινόμενο: κάτι σωτήριο για τη γραφή της, που το καταλαβαίνουμε αδιόρατα στις σελίδες της. Δεν ενδιαφέρει το τετριμμένο, εάν δηλαδή η Χ. αγαπά τον ήρωά της: εκείνο που έχει σημασία είναι το περίεργο, ότι σου μεταδίδει την αίσθηση μιας συντριβής εντός ενός αποστειρωμένου, στιλπνά ωμού περιβάλλοντος.
  • ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ 
  • [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 18/07/2008

Στις αίθουσες μυστηρίου της Χάισμιθ

Ξενάγηση στην τέχνη της γραφής ενός μυθιστορήματος αγωνίας και δράσης από την ίδια τη συγγραφέα
 
Πατρίτσια Χάισμιθ
Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης)
Μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου
Εκδ. Πατάκης, 2007
Ο Χένρι Τζέιμς στο δοκίμιό του «Η τέχνη της μυθοπλασίας» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, 1991) έγραφε: «Ο μόνος λόγος ύπαρξης ενός μυθιστορήματος είναι το ότι πράγματι επιχειρεί να αναπαραστήσει τη ζωή. Οταν εγκαταλείψει αυτήν την προσπάθεια, που είναι όμοια με την προσπάθεια του ζωγράφου που αναγνωρίζουμε πάνω στο μουσαμά του, το μυθιστόρημα θα έχει ξεστρατίσει σε κακοτοπιές…» (σ. 22). Η άποψη αυτή σίγουρα δεν συμπλέει με όσα αναφέρει η Πατρίτσια Χάισμιθ στο δοκίμιό της «Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης)».
Η διαφορά έγκειται στο είδος. Το μυθιστόρημα αγωνίας και δράσης σίγουρα περιέχει υλικό από την πραγματικότητα, ωστόσο, σ’ αυτό υπάρχουν υπερβολές που γίνονται αποδεκτές από τον άλλο, όταν ο συγγραφέας έχει την ευφυΐα και το ταλέντο να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να κάνει τις καταστάσεις πειστικές έτσι ώστε αυτές να παρασύρουν με τη δύναμή τους τον ενδιαφερόμενο, είτε είναι εκδότης είτε αναγνώστης. Αλλιώς πώς είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό ότι δεν εντοπίζεται και δεν πληρώνει για τα «κατορθώματά» του, ύστερα από τόσες απάτες και φόνους, ο ταλαντούχος, όντως, κύριος Ρίπλεϋ;
  • Σασπένς και ήρωες
Στο δοκίμιό της, η Χάισμιθ εξηγεί ότι το απλό σε συνδυασμό όμως με το υπερβολικό και το πρωτότυπο, εκείνο που ξεφεύγει από το σύνηθες, δημιουργεί το σασπένς, ενώ οι χαρακτήρες, όταν είναι νοσηροί και αποκρουστικοί, συναρπάζουν περισσότερο «εξαιτίας ακριβώς της μαυρίλας που κουβαλάνε και της απόλυτης διαφθοράς τους» (σ. 75). Και είναι αλήθεια. Πόσο θα ενδιέφερε η περίπτωση κάποιου υγιούς ήρωα που είναι ευσυνείδητος στη δουλειά του και καλός υπεύθυνος οικογενειάρχης;
Στο μυθιστόρημα αγωνίας, παρ’ όλ’ αυτά, έστω με τις υπερβολές του στις σκηνές δράσης και βίας, έχουμε μια παράμετρο που συμφωνεί με την άποψη του Τζέιμς, καθώς, όπως σημειώνει η Χάισμιθ, το σημαντικότερο είναι «η πλοκή να έχει ευελιξία και να επιτρέπει στους χαρακτήρες να παίρνουν αποφάσεις σαν άνθρωποι με σάρκα και οστά, να τους δίνει την ευκαιρία να σκεφτούν, να επιλέξουν, να κάνουν πίσω, να πάρουν άλλες αποφάσεις, όπως κάνουν οι άνθρωποι στην πραγματική ζωή» (σ. 72).
Για να υποστηρίξει η συγγραφέας τις θέσεις της, από την «Ανάπτυξη της αρχικής ιδέας» έως την «Κυρίως χρήση εμπειριών», «Την πρώτη γραφή», τη «Δεύτερη γραφή» και τις «Αναθεωρήσεις», χρησιμοποιεί παραδείγματα από τα δικά της βιβλία αλλά και άλλων, όπως του Γκράχαμ Γκριν, το έργο του οποίου θαύμαζε, του Μπόρντεν Ντιλ, του Βίνσεντ Στάρετ, που επέτυχε να γράψει πειστικό διήγημα αγωνίας μόλις με δύο χιλιάδες λέξεις, του Κόρνελ Γούλριτς.
Το θέμα, άλλωστε, του πραγματικού και του πειστικού έργου αγωνίας απασχολεί τη Χάισμιθ, η οποία ομολογεί ότι χρησιμοποιεί χαρακτήρες από την «πραγματική ζωή» αλλά δεν χρησιμοποιεί ποτέ «και τα φυσικά χαρακτηριστικά και την προσωπικότητα κάποιου που έχω γνωρίσει, συχνά όμως προσαρμόζω την εμφάνισή του σε μια άλλη προσωπικότητα» (σ. 64). Κι αυτό γίνεται γιατί δεν επιθυμεί να τον αναπαραστήσει όπως ακριβώς είναι στην πραγματικότητα, μιας και το ταλέντο της υποστηρίζεται από ευαισθησία και ήθος!
  • Αποκαλύπτει τα μυστικά της
Ο θαυμαστής των μυθιστορημάτων της Χάισμιθ και των άλλων έργων αγωνίας παρακολουθεί τη σκέψη της για το πώς οργάνωνε τη δουλειά της, τα «μυστικά» μέσα που χρησιμοποιούσε, για να γίνει η αφήγηση πιο συναρπαστική. Με τρόπο άμεσο μας εισάγει στο εργαστήρι της και «κλείνει το μάτι» στον κάθε επίδοξο μιμητή της τέχνης της. Μ’ έναν πιο ευθύ τρόπο παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη και τον ξεναγεί στις «αίθουσες μυστηρίου» της. Γιατί, είναι αλήθεια, ότι όταν διαβάζει κανείς μυθιστορήματα ή διηγήματα της Χάισμιθ, εισέρχεται σ’ έναν κόσμο ασυνήθη, όπου τα δεδομένα της καθημερινότητας ανατρέπονται διαρκώς, ενώ συγχέεται το υγιές με το νοσηρό, το αληθινό με την ψευδαίσθηση. Το επικίνδυνο και γοητευτικό παιχνίδι, πάντως, επιβάλλει στον άλλο το διαφορετικό και το καθιστά ώς ένα βαθμό απαιτητικό και εν δυνάμει τμήμα της πραγματικότητας.
  • ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/05/2007

Το παιχνίδι του φόνου [Patricia Highsmith: Ξένοι στο τρένο]

Δύο άνδρες σχεδιάζουν να απαλλαγούν ο ένας από τη γυναίκα του και ο άλλος από τον πατέρα του ανταλλάσσοντας ρόλους

Ξένοι στο τρένο
Μετάφραση: Λένα Μιλιλή
Εκδόσεις: Ροές, 2002
Σελίδες: 356
Η Πατρίσια Χάισμιθ (1921-1995) θεωρείται η κατεξοχήν συγγραφέας του σασπένς και της αγωνίας, κυρίως όμως εκείνη που μπορεί να ανατέμνει δεξιοτεχνικά την ψυχή των ηρώων της. Χωρίς εμφανείς επιρροές από άλλους ομοτέχνους της (και ασφαλώς χωρίς καμία σχέση με το στυλ της Αγκαθα Κρίστι), κατάφερε να δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο, έναν «κλειστοφοβικό και παράλογο κόσμο στον οποίο εισερχόμαστε κάθε φορά με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου», όπως λέει ο Γκράχαμ Γκριν, ο οποίος τη θεωρεί «ποιήτρια του δέους».
Το Ξένοι στο τρένο (1950), το αριστούργημά της (χρειάστηκαν αρκετά χρόνια κοπιαστικής εργασίας στο περιθώριο της ζωής της στη Νέα Υόρκη για να το ολοκληρώσει), το οποίο διασκεύασε ο Αλφρεντ Χίτσκοκ για τον κινηματογράφο, δίνοντάς του ένα διαφορετικό τέλος με happy-end, την ώθησε να εγκαταλείψει τις δουλειές που έκανε για βιοπορισμό και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Η Χάισμιθ, η οποία δεν αφηγείται απλώς κάποιες ιστορίες μυστηρίου αλλά ως συνειδητοποιημένη παρατηρήτρια της σύγχρονης κοινωνίας αναλύει τις μεταπολεμικές μορφές νευρώσεων, για να γράψει αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα που της άνοιξε τις θύρες της επιτυχίας, επηρεάστηκε από τον Ντίκενς, τον Ντοστογέφσκι και τον Χένρι Τζέιμς.
Χωρίς να είναι στρατευμένη - ωστόσο είχε επηρεαστεί από τις μαρξιστικές ιδέες και είχε αντιταχθεί τόσο στον πόλεμο του Βιετνάμ όσο και στην κατάληψη παλαιστινιακών εδαφών από το Ισραήλ και στην εξολόθρευση των Κούρδων -, στα βιβλία της στηλιτεύει την απληστία, τον μικροαστισμό, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. «Ντρέπομαι για το γεγονός ότι η χώρα μου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ξοδεύουν τόσα χρήματα για να υποστηρίξουν μια πολιτική γενοκτονίας» δήλωσε σε μια συνέντευξή της στο «Magazine Litteraire», το 1988, για τη στάση των ΗΠΑ στο Παλαιστινιακό.
Το Ξένοι στο τρένο είναι η ιστορία μιας τυχαίας συνάντησης δύο άγνωστων μεταξύ τους ανδρών, οι οποίοι δένονται με ένα παράξενο αίσθημα φιλίας που περιέχει ομοφυλοφιλικά στοιχεία και οδηγούνται στο έγκλημα. Ο 29χρονος Γκάι, επιτυχημένος αρχιτέκτων, πηγαίνοντας με τρένο στο Τέξας για να συναντήσει τη γυναίκα του, τη Μύριαμ, για να συζητήσουν το επικείμενο διαζύγιό τους, δεν μπορεί να φανταστεί ότι ο 25χρονος Μπρούνο, με τα θηλυπρεπή χαρακτηριστικά, ο γόνος εύπορης οικογένειας, ο οποίος τον «ανακρίνει» και ταυτόχρονα του εξομολογείται τα προβλήματα με τον πατέρα του, θα είναι ο μοιραίος άνθρωπος στη ζωή του.
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Μπρούνο προτείνει στον Γκάι να ανταλλάξουν φόνους, δηλαδή να σκοτώσει αυτός τη Μύριαμ και εκείνος τον πατέρα του, ώστε να εξασφαλίσουν το τέλειο άλλοθι και επομένως την ατιμωρησία. Το σχέδιο φαίνεται μεγαλοφυές, ο Γκάι όμως το απορρίπτει, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να αποφύγει το κυνηγητό που του κάνει στη συνέχεια ο Μπρούνο, ο οποίος πράγματι σκοτώνει τη Μύριαμ. Υστερα από αυτό το γεγονός, το οποίο απελευθερώνει μεν τον Γκάι από την ασφυκτική πίεση της γυναίκας του αλλά τον καθιστά άθυρμα στις διαθέσεις του Μπρούνο, αρχίζει ο γολγοθάς του αρχιτέκτονα, ο οποίος ύστερα από μια έντονη εσωτερική πάλη υποκύπτει τελικά στον εκβιασμό και πυροβολεί τον πατέρα του νεαρού.
Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στο γνωστό από τα επόμενα μυθιστορήματα της Χάισμιθ κλίμα, κυρίως εκείνα στα οποία πρωταγωνιστεί ο Τομ Ρίπλεϊ, όπου ο ήρωας - εδώ, ο Γκάι - προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον θανάσιμο εναγκαλισμό μιας απειλής που του κατατρώει τα σωθικά, χωρίς ωστόσο να το κατορθώνει. Η συγγραφέας αφηγείται τριτοπρόσωπα, ακολουθώντας τις κινήσεις και τις σκέψεις του Γκάι. Αυτός ο ήρωας την ενδιαφέρει πρωτίστως, αυτός χρειάζεται την προσοχή μας, αφού αυτός μεταλλάσσεται βαθμιαία σε δολοφόνο κάτω από την ισχυρή επιρροή του Μπρούνο και την καταλυτική επίδραση των γεγονότων. Ισως πολλοί να θεωρήσουν τον Μπρούνο κεντρικό ήρωα (πράγμα που συμβαίνει στην ταινία του Χίτσκοκ), όμως η εμφανής ψυχοπάθειά του τον κάνει ακατάλληλο για να ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί του.
Αναλύοντας τους δύο χαρακτήρες, η Χάισμιθ θέλει τον Γκάι διανοούμενο (που δεν προτιμά τις διανοούμενες γυναίκες), εργατικό, σοβαρό, φιλόδοξο, αλλά και σκεπτικιστή, δειλό, άτολμο, αναποφάσιστο, που παλεύει με τον εαυτό του, προσπαθώντας να βρει την ισορροπία του, και τον Μπρούνο τεμπέλη, φλύαρο, θρασύ, ωμό, σκληρό και διεφθαρμένο, χωρίς καμία αναστολή. Για τον πατέρα του Μπρούνο δεν μαθαίνουμε πολλά, για τη γυναίκα του Γκάι όμως η συγγραφέας μάς δίνει πολλές πληροφορίες, ώστε να την κάνει αντιπαθητική (παρουσιάζεται ως ανερμάτιστη, άπιστη, κακή, αδίστακτη, κακόβουλη) και με την πρόθεση να σκεφθεί ο αναγνώστης ότι της αξίζει να δολοφονηθεί. Επομένως και εδώ ανιχνεύεται ο μισογυνισμός της Χάισμιθ, η οποία στη συλλογή διηγημάτων της Ιστορίες για μισογύνηδες βάζει ένα σωρό αντιπαθητικές γυναίκες να δολοφονούνται ή να έχουν άσχημο τέλος.
Ασφαλώς το βιβλίο δεν μπορεί να συγκριθεί με την ομότιτλη ταινία, δεδομένου ότι στηρίζεται κυρίως στην ανάλυση της σκέψης των ηρώων, ιδίως του Γκάι, ο οποίος ενίοτε απηχεί τις ουμανιστικές απόψεις της συγγραφέως, όπως επί παραδείγματι στη σελίδα 308: «... πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει γιατί ανεχόταν συνεχώς η ανθρωπότητα τους πολέμους, γιατί την ενθουσίαζαν από την αρχή της ιστορίας οι πόλεμοι, αν δεν ένιωθε κάποια αρχέγονη ευχαρίστηση για τους σκοτωμούς;». Οπωσδήποτε στο παρόν μυθιστόρημα η Χάισμιθ πραγματεύεται το ζήτημα της ενοχής και των τύψεων, το σήμα κατατεθέν όλων των έργων της, στο τέλος δε αποδίδει δικαιοσύνη, τιμωρώντας εκείνους που δεν διαθέτουν θετικά στοιχεία στον χαρακτήρα τους.
  • ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  • ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/08/2002

«Στον ίσκιο των αισθημάτων»... [Patricia Highsmith: Κρυφτό με το θάνατο]

Patricia Highsmith Κρυφτό με το θάνατο
Μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος
Εκδόσεις: Ροές, 2003, σελίδες 350 
«Στον ίσκιο των αισθημάτων» ή κάπως έτσι, με λίγα λόγια κάτω από έναν εξεζητημένο (πλην αυτοϋπονομευόμενο μέσα στην ποπ σαφήνειά του) τίτλο θα μπορούσε να στεγάζεται, επίσης, αυτό το αστυνομικό, ψυχολογικό μυθιστόρημα της κλασικής, πλέον, Αμερικανίδας συγγραφέως Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995), ο οποίος πρωτοτύπως στεγαζόταν υπό τη φράση «Αυτοί που φεύγουν μακριά».
Γιατί όντως οι δύο ήρωες, Ρέι Γκάρετ και Εντουαρντ Κόουλμαν, ελέγχονται κυριολεκτικά από έναν σκοτεινό και συγκεγχυμένο όγκο ψυχολογικών ελατηρίων, ο οποίος τους παρασύρει σε μια δίνη συμπεριφορών. Ο πρώτος, ένας νέος Αμερικανός, πλούσιος άντρας, έμπορος πινάκων, του οποίου η γυναίκα Πέγκι έχει αυτοκτονήσει στο σπίτι τους στη Μαγιόρκα λίγο πριν ξεκινήσει η δράση, βρίσκεται στην Ιταλία για να συναντήσει τον δεύτερο, έναν ταλαντούχο ζωγράφο και πεθερό του. Ο Κόουλμαν προσπαθεί ταξιδεύοντας ν απαλύνει τον πόνο του εξαιτίας του θανάτου της μονάκριβης κόρης του, με την οποία τον συνέδεε, αφήνει αχνά να εννοηθεί η Χάισμιθ, κάτι βαθύτερο από πατρική σχέση.
Ο Ρέι σχεδόν απολογητικά συντροφεύει τον πεθερό του, σαν να επιζητεί την συγγνώμη του για το συμβάν της αυτοκτονίας. Ο Κόουλμαν, ένας κοσμοπολίτης με αυταρχικούς τρόπους, δεν εννοεί, καταλαβαίνουμε ευθύς αμέσως, να δώσει άφεση στον Εντ και θέλει να εκδικηθεί το χαμό της Πέγκι. Στην αρχή της αφήγησης, λοιπόν, παρακολουθούμε την πολύ ψυχρή απόπειρα που κάνει να σκοτώσει το γαμπρό του στη Ρώμη. Ο Ρέι δεν τραυματίζεται σοβαρά από τον πυροβολισμό και ακολουθεί τον Κόουλμαν στη Βενετία, όπου εκείνος πηγαίνει συνοδευόμενος από την προστάτιδά του, αριστοκράτισσα Ινέζ.
Καθώς η ματιά της Χάισμιθ επιμένει πάνω στον Ρέι, βυθιζόμαστε αργά στον κόσμο μιας γραφής που ξέρει τι σημαίνει υπαινιγμός και πλάγιος λόγος. Χωρίς να ξεφεύγει πάντως από μία αφηγηματική γραμμή, η Χάισμιθ περίπου διαπερνά εσωτερικά τον ήρωά της, ξεδιπλώνοντας παράλληλα και τη δική της περιπέτεια μαζί του. Ο Ρέι μένει νόμιμα, σχεδόν μέχρι το τέλος, μια αδιευκρίνιστη, ενοχική(;) περίπτωση: δεν ξέρει και ο ίδιος γιατί δίνει το παρών μπροστά ή γύρω από τον Κόουλμαν, παρ ότι κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή απ αυτόν.
Στη Βενετία παρουσιάζεται μπροστά στον πεθερό του σαν να μη συμβαίνει τίποτα και χωρίς να δώσει λογαριασμό στον κύκλο τους. Σχεδόν πειθήνια και μοιρολατρικά αφήνει τον άλλον να επιχειρήσει πάλι να τον σκοτώσει. Ο Κόουλμαν τον ρίχνει έξω από τη βενζινάκατό του στο παγωμένο κανάλι και τον θεωρεί νεκρό. Ο Ρέι σώζεται, κρύβεται και παρακολουθεί από μακριά τις κινήσεις του πεθερού του: όχι απλά για να επιδιώξει μία απάντηση σε όσα ο τελευταίος έκανε εις βάρος του αλλά από μία σκοτεινή, γοητευτική παρόρμηση, που ανεβάζει τη θερμοκρασία της αφήγησης και πολλαπλασιάζει τους πόντους της Χάισμιθ στην εκτίμησή μας.
Η αστυνομία θεωρεί, όπως και οι άλλοι του κύκλου του, τον άφαντο Ρέι νεκρό. Μόνο ο Κόουλμαν μάλλον υποψιάζεται, από κάποιες ενδείξεις που του παρέχει ο γαμπρός του, ότι αυτός είναι ζωντανός και τον απειλεί με τον τρόπο του.
Για λίγο ο φακός στρέφεται αποκλειστικά και ερευνητικά στον Κόουλμαν. Η Χάισμιθ δεν θεωρεί τον τελευταίο απλώς έναν τραυματισμένο, πρώην προστατευτικό και ερωτευμένο βουβά με το βλαστό του πατέρα, αλλά και κάποιον που έχει μπει σε ένα παιχνίδι αδιέξοδο με το μοιραίο. Το επικίνδυνο κρυφτό στον οποίο τον σπρώχνει ο απελπισμένος στο βάθος Ρέι, τον εξιτάρει, τον απελευθερώνει από το έτοιμο ψυχαναλυτικό σχήμα του «κλινικού» πατέρα-εραστή, σπρώχνοντάς τον τυφλά στα όρια.
Ο βουβός διάλογος ανάμεσα στους δύο άντρες, τον οποίο μας υποχρεώνει η Χάισμιθ ν ακούσουμε, είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ατού της. Η «σύγκρουση» Ρέι και Κόουλμαν, αν μπορούμε να την πούμε έτσι, διαθέτει στοιχεία μιας σκοτεινής έλξης, η οποία υ(α)ποκαθιστά τα υπόλοιπα, δραματουργικά δεδομένα. Οσο προχωρεί η αφήγηση, η δράση διχάζεται και ακολουθεί παράλληλη πορεία. Ο Κόουλμαν συναντά τον Ρέι, προσπαθεί πάλι να τον σκοτώσει, ό άλλος ανταποδίδει τα χτυπήματα αμυνόμενος και εξαφανίζεται. Ο πρώτος, αλλάζοντας ρόλο, κρύβεται και παρακολουθεί εκ του μακρόθεν το υποψήφιο θύμα του μέχρι τη λύση.
Αυτή η «μαύρη» ιστορία εκτυλίσσεται σ ένα κλειστοφοβικό σκηνικό: σε μια χειμωνιάτικη Βενετία του 60, η οποία βάζει την μπαρόκ και υγρή της τοπιογραφία στην υπηρεσία αυτής της πεισιθάνατης, «ερωτικής» διελκυστίνδας. Σε άλλη ευκαιρία είχε επισημανθεί η αξία της σκηνογραφίας στην αφήγηση: όταν το περιβάλλον με τις αισθητικές αξιώσεις του μετατίθεται στο κέντρο του δράματος σε ρόλο απόλυτου συμπρωταγωνιστή. Ειδικά ο βενετσιάνικος χώρος, σε πολλές περιπτώσεις σύγχρονης γραφής λειτουργεί αντιστικτικά: ο βαρύς, φορτισμένος οπερατικά, διάκοσμος της πόλης των δόγηδων έχει γίνει ο καλύτερος μηχανισμός παραγωγής εντυπώσεων σε πολλά κείμενα και οπτικοακουστικά εγχειρήματα.
Αφήνοντας κατά μέρος το θρυλικό «Θάνατο στη Βενετία», ας θυμηθούμε πρόχειρα τις εξαιρετικές εικόνες ενός Αγγλου σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας, του Νίκολας Ρεγκ, που αξιοποίησε ατμοσφαιρικότατα το βενετσιάνικο, χειμερινό σκηνικό στην ταινία του «Μετά τα μεσάνυχτα» («Dont look now»). Η Χάισμιθ κατ αναλογίαν χρησιμοποιεί τους δαιδάλους, το υγρό στοιχείο και τους γκρίζους όγκους της πόλης, προεκτείνοντας μέσα σ αυτούς τις διαθέσεις των δύο ηρώων της. Να διευκρινισυεί πάντως ότι η δεξιοτεχνία της καθορίζει και ένα στιλ που δεν εντυπωσιοθηρεύει.
Οι περιγραφές της είναι επιδεικτικά μονοσήμαντες, όλα σε ένα πρώτο επίπεδο μοιάζουν να κινούνται σε πλαίσιο «βιβλίου τσέπης». Η σημειολογία όμως αυτή συνεχώς και υπόγεια αυτοκαταργείται, καθώς διάφορες σκιές πέφτουν πάνω στα δρώμενα: ένας άλλος κόσμος εννοείται πανταχού παρών. Οι ήρωες νιώθουν πάντα άβολα, τους βλέπουμε να κινούν τα μάτια τους ανήσυχα μέσα σ ένα χάρτινο ντεκόρ, το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταστραφεί. Κάπου διαβάζουμε ότι σκέπτονται τη Βενετία βυθισμένη, αν και αυτή υπάρχει γύρω τους μέσα στο σήμερα επίβουλη.
Διατρέχοντας το κείμενο νιώθουμε για μια ακόμη φορά γιατί η Χάισμιθ μεταφέρθηκε τόσο συχνά στην οθόνη. Η αφήγησή της αποτελεί πρόκληση για τους σκηνοθέτες, αφού οι εικόνες που αυτή προκαλεί δημιουργούν συνεχώς κοντράστ με τον εαυτό τους. Κάθε κινηματογραφιστής, φαντάζομαι, μπαίνει στον πειρασμό να αποτυπώσει στην οθόνη έναν κόσμο ψευδαισθησιακό, αυτοαναιρούμενο, με πολλαπλές φυγές, του οποίου το άθροισμα είναι ένας επιπλέον αριθμός σε κάποιο άλλο ζητούμενο άθροισμα... Η φαινομενικότητα, όπως προκύπτει από τη Χάισμιθ είναι ένα άκρως πρωτότυπο εύρημα.
Η μετάφραση είναι επιμελημένη και ως εκ τούτου δεν θα σχολιαστεί επειδή, όπως μονότονα γράφουμε, η ανάμειξη δύο προσώπων στην προσπάθεια σωστής απόδοσης του πρωτότυπου κειμένου εμποδίζει τη συγκεκριμένη απόδοση τυχόν ευθυνών ή την έκφραση κατάφασης
  • ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ
    [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 19/09/2003

Έργα της Πατρίτσια Χάισμιθ στα ελληνικά

 Patricia Highsmith, New York, 1941
Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας και δράσης.
Δοκίμια
Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις: Πατάκη, 2007
Σελίδες: 224

Πολλοί υποσχόμενοι συγγραφείς θαρρούν πως οι ήδη αναγνωρισμένοι συνάδελφοί τους έχουν κάποια μαγική φόρμουλα επιτυχίας. Στόχος του βιβλίου είναι ν' ανατρέψει αυτή την ιδέα. Δεν υπάρχει μυστικό επιτυχίας στο γράψιμο πλην του χαρακτήρα ή, αλλιώς, της προσωπικότητας. Και επειδή κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, εναπόκειται αποκλειστικά στον ίδιο να εκφράσει τη διαφορά του. Αυτό που εγώ αποκαλώ διεύρυνση πνεύματος. Δεν πρόκειται για κάτι μυστικιστικό είναι απλώς ένα είδος ελευθερίας, μιας οργανωμένης ελευθερίας.

Γάτες
Τρία διηγήματα, τρία ποιήματα ένα δοκίμιο και επτά σχέδια
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης, Γιάννης Ζέρβας
Εκδόσεις: Άγρα, 2006
Σελίδες: 160

Πριν ακόμη από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Μεγάλη Βρετανία είχε εγκαθιδρύσει κλιμάκια των υπηρεσιών πληροφοριών της για την εκτέλεση μυστικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη, με σκοπό όχι μόνο τη συλλογή πληροφοριών, αλλά την πολιτική ανατροπή και την προπαγάνδα. Όταν η Πατρίσια Χάισμιθ -σύμφωνα με κάποια περιγραφή- άκουσε στο ραδιόφωνο την περίφημη έκκληση που απήυθυνε στο έθνος ο Τζών Φ. Κέννεντυ, όπου τόνιζε επιτακτικά "μην αναρωτιέστε τι μπορεί να κάνει για σας η πατρίδα σας, αλλά τι μπορείτε να κάνετε εσείς για την πατρίδα σας!", σηκώθηκε πήγε στην κουζίνα... και τάισε τις γάτες της. Οι γάτες ήταν οι πιο πιστοί σύντροφοι στη ζωή της. Υπήρξαν εποχές που είχε και μέχρι έξι γάτες ταυτόχρονα. Ο τόμος αυτός, γεμάτος ιστορίες, ποιήματα και σκίτσα, που θέμα τους έχουν τις γάτες, ασχολείται αποκλειστικά με τη στενή σχέση ανάμεσα στη συγγραφέα και τα τετράποδα, με τα οποία μοιράστηκε τη ζωή της: ιστορίες με φαντάσματα, σάτιρες, ψυχογραφήματα ή απλώς τρυφερά πορτρέτα με το μολύβι ή με τη μορφή ποιημάτων. "Ας μην ξεχνάμε ότι εκτός από φιλολογία, είχε κάποτε σπουδάσει και ζωολογία. Το εξαιρετικό ταλέντο της Πατρίσια Χάισμιθ να εντρυφεί στη μελέτη της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν είναι λοιπόν διόλου απίθανο να οφείλεται στην επιστημονική αυτή ματιά της ζωολόγου". (Gert Ueding/ Die Welt, Βερολίνο) "Αν ποτέ γραφόταν η ιστορία των φιλόζωων της λογοτεχνίας, η Πατρίσια Χάισμιθ δεν θα κατακτούσε απλώς μια θέση ανάμεσά τους, αλλά θα στεκόταν ισάξια πλάι σε δημιουργούς όπως ο Φράντς Κάφκα, ο Τζάκ Λόντον, ο Ελίας Κανέττι και ο Τζ. Μ. Κουτσί, αποτελώντας μια εξέχουσα εκπρόσωπο του είδους. Σε αντίθεση με τη σκληρή μεταχείριση που επιφυλάσσει στις προσωπικές της σημειώσεις στους ανθρώπους, τα ζώα χαίρουν άκρας εκτίμησης. Πρόκειται για σεβασμό που πηγάζει από τη γνώση και την εξοικείωση, και όχι από συναισθηματικά κίνητρα". (Paul Ingendaay)

Ο Ρίπλεϋ κάτω από το χώμα
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Αγρα, 2006
Σελίδες 400
Ο Ρίπλεϋ είχε καταφέρει να κρατήσει το όνομά του και την υπόληψή του καθαρά, τηρουμένων των αναλογιών. Θα ήταν πολύ ενοχλητικό γι αυτόν αν μαθευόταν η εμπλοκή του με την Γκαλερί Μπακμάστερ του Λονδίνου. Η γκαλερί παρουσιάζει μια ακόμα έκθεση του ζωγράφου Ντέργουατ. Όμως τώρα ένας Αμερικανός συλλέκτης ισχυρίζεται ότι το πανάκριβο αριστούργημα που αγόρασε πριν από τρία χρόνια είναι πλαστό. Και είναι, βέβαια. Ο Αμερικανός θέλει να μιλήσει απευθείας στον Ντέργουατ. Αλλά αυτός δυστυχώς είναι νεκρός. Ο Τόμ Ρίπλεϋ χρειάζεται την τέλεια λύση. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να κάνει το θαύμα -όμως δεν έχει την πολυτέλεια να διαχειριστεί άλλο σκάνδαλο για τον εαυτό του. Τίποτα δε θα τον σταματήσει, συμπεριλαμβανομένου του φόνου, για να γλιτώσει την αποκάλυψη. Λίγοι όμως έχουν τα γερά νεύρα του. Ειδικά όταν πρόκειται για φόνο... Στο βιβλίο αυτό αναμειγνύονται πραγματικά πρόσωπα και οι σκιές τους, μ' έναν έμμονο ρυθμό που η Πατρίσια Χάισμιθ καταφέρνει να τον κάνει ασφυκτικό. Κάποιες, σύντομες, σκηνές διαδραματίζονται στην Αθήνα και την Ικαρία, την εποχή της δικτατορίας. Το σασπένς παρουσιάζει εδώ -περισσότερο από ποτέ- μια υποβόσκουσα ένταση. Το ταλέντο της Πατρίσια Χάισμιθ αποδεικνύεται επίσης στη λεπτομερή ψυχολογική ανάλυση του Τόμ Ρίπλεϋ, διφορούμενου προσώπου, μοναχικού, αποφασισμένου να επιζήσει και σε μόνιμη αναζήτηση της ταυτότητάς του ο Ρίπλεϋ είναι δολοφόνος σχεδόν παρά τη θέλησή του, ή μάλλον είναι ανίκανος να συγκρατήσει τα δολοφονικά του ένστικτα.

Αυτή η γλυκιά αρρώστια
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2002 & 2005
Σελίδες 368 & 384

Ο Ντέιβιντ είναι ένας ήσυχος άνθρωπος. Δουλεύει σκληρά όλη την εβδομάδα και κάθε Σαββατοκύριακο επισκέπτεται τη βαριά άρρωστη μητέρα του ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν οι γύρω του. Η σπιτονοικοκυρά του ανησυχεί αν θα βρεθεί γυναίκα αντάξιά του, όπως άλλωστε και η αφελής συγκάτοικός του Έφι και ο φίλος του Γουές, αλλά όλοι τους αγνοούν ότι ο Ντέιβιντ έχει ήδη βρει την τέλεια γυναίκα, την 'Αναμπελ. Αγνοούν ότι ο Ντέιβιντ κάθε Σαββατοκύριακο, αντί για την άρρωστη μητέρα του, επισκέπτεται μόνος τη ζεστή φωλιά που έχει ετοιμάσει για να στεγάσουν τον έρωτά τους αυτός και η 'Αναμπελ στη Νέα Αγγλία. Αγνοούν την Κατάσταση: ότι η 'Αναμπελ αρνείται να επισκεφτεί αυτό το σπίτι, γιατί είναι ήδη παντρεμένη με κάποιον άλλο και έγκυος στο πρώτο της παιδί. Ένα ελάσσονος σημασίας εμπόδιο για τον Ντέιβιντ, πράγμα για το οποίο όμως θα πρέπει να πείσει και την 'Αναμπελ.

Κάρολ
Μετάφραση: Θεόδωρος Τσαπακίδης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2004
Σελίδες 425

Η δεκαεννιάχρονη Τερίζ νιώθει χαμένη στη σχέση της με τον φίλο της, για τον οποίον νοιάζεται, αλλά δεν νιώθει ερωτική επιθυμία. Όλα θα αλλάξουν, όμως, όταν η Κάρολ, μια πολύ κομψή παντρεμένη γυναίκα, κάνει την εμφάνισή της στο πολυκατάστημα όπου δουλεύει η Τερίζ για να αγοράσει δώρα για την κόρη της. Η Τερίζ θα νιώσει εκείνη τη στιγμή πως η προσωρινή δουλειά της ως πωλήτριας ―ίσως και ολόκληρη η ζωή της― δεν είχε άλλο σκοπό πέρα απ αυτή την αναπάντεχη συνάντηση. Η ερωτική τους σχέση μέλλει να εξελιχτεί άλλοτε με ήπιο και διστακτικό τρόπο και άλλοτε βουτηγμένη σε κρίσεις και αντεγκλήσεις. Η πένα της Πατρίτσια Χάισμιθ θα μεταμορφώσει την ιστορία τους σ ένα μαγευτικό ταξίδι θάρρους, αυτογνωσίας και έντονων ανθρώπινων αισθημάτων.

Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 2004
Σελίδες
«Στα Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου ο νεαρός Αμερικανός Ράυνταλ Κήνερ πέφτει πάνω σ έναν άντρα που σέρνει ένα πτώμα στο διάδρομο αθηναϊκού ξενοδοχείου. Χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει το πτώμα και βοηθάει τον άντρα να το μεταφέρει σε μια αποθήκη. Έτσι ξεκινάει μια ιστορία που είναι τόσο απίθανη όσο και πειστική». (Πέτερ Χάντκε). Έχοντας φύγει από τις ΗΠΑ, όπου κινδυνεύει να φυλακιστεί για απάτες, ο Τσέστερ ΜακΦάρλαντ κατέφυγε στην Ελλάδα με τη γοητευτική γυναίκα του, την Κολέτ. Και οι δύο προσπαθούν να έχουν το ύφος αθώων τουριστών στην Αθήνα. Μέχρι τη μέρα που στον πανικό του ο Τσέστερ σκοτώνει, χωρίς να το θέλει, έναν ιδιαίτερα περίεργο αστυνομικό επιθεωρητή, στον έκτο όροφο του ξενοδοχείου Κίνγκ'ς Πάλας. Γιατί ο Ράινταλ Κίνερ, ένας αργόσχολος και άφραγκος νέος Αμερικανός, που εδώ και λίγο διάστημα παρατηρεί αυτό το ζευγάρι, προτείνει τη βοήθειά του; Ο Τσέστερ περιμένει έναν εκβιασμό, αλλά ο Ράινταλ μοιάζει να ενδιαφέρεται κυρίως για τη γοητευτική κυρία ΜακΦάρλαντ. Με τον τρόπο αυτό οι τρεις εκτός τόπου Αμερικανοί πρωταγωνιστές της Πατρίτσια Χάισμιθ θα βρεθούν δέσμιοι ο ένας του άλλου, σ' έναν αγώνα προς τον όλεθρο, σε μια απ' αυτές τις ίντριγκες με την αλάνθαστη ακρίβεια όπου διαπρέπει η μυθιστοριογράφος της σειράς του Ρίπλεϋ, του "Γυάλινου κελιού" και άλλων αριστουργημάτων. Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο την Ελλάδα των αρχών του '60, ανάμεσα στο καφέ Μπραζίλιαν, το ξενοδοχείο Κίνγκ'ς Πάλας και τη Μεγάλη Βρετανία, το Μουσείο Μπενάκη και τα φτηνοξενοδοχεία της Ομόνοιας, και στα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο της Κρήτης και το Ανάκτορο της Κνωσού, που θα γίνει το ανατριχιαστικό σκηνικό ενός φόνου.
Επικίνδυνη ομορφιά
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος
Εκδόσεις: Ροές, 2003
Σελίδες 446
Μέσα στην ανθρωποθάλασσα και την ανωνυμία της Νέας Υόρκης, δύο γείτονες γνωρίζονται με αφορμή ένα χαμένο πορτοφόλι. Πριν, φυσικά, δεν είχαν ιδέα ο ένας για την ύπαρξη του άλλου, τώρα όμως γεννιέται ανάμεσά τους μια περίεργη αντιπαλότητα με επίκεντρο τη νέα, φιλόδοξη, χαρισματική και διψασμένη για μεγάλη ζωή Έλσι Τάιλερ. Η Έλσι είναι ''το τέλειο πλάσμα''. Η ομορφιά της τραβάει σαν μαγνήτης οποιονδήποτε βρεθεί στο δρόμο της. Μια ομορφιά μοναδική, απίστευτη, εκθαμβωτική -άρα επικίνδυνη. Για ποιόν, όμως; Για τους γύρω της ή μήπως για τον εαυτό της; Με επιδεξιότητα η Χάισμιθ περιγράφει, από τη σκοπιά και των δύο ηρώων της, τις ανατροπές που προκαλεί στον ψυχικό τους κόσμο η παρουσία της Έλσι. Κανείς τους δεν θα συνειδητοποιήσει, πριν την κορύφωση του δράματος, σε ποιό βαθμό έχει κατορθώσει μέσα σε λίγους μήνες ν' αλλάξει τη ζωή τους και να τη σημαδέψει για πάντα...
Θανάσιμα λάθη
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Αθηνά Ρώσσογλου
Εκδόσεις: Ροές, 2003
Σελίδες 392
Ο έρωτας του Γουόλτερ Στάκχαουζ για τη σύζυγό του έχει πεθάνει: τώρα εύχεται να ήταν κι αυτή πεθαμένη. Η ευχή του πραγματοποιείται και το πτώμα της Κλάρα βρίσκεται στον πυθμένα ενός γκρεμού. Ανάμεσα στο θάνατό της όμως και στον θάνατο μιας γυναίκας ονόματι Έλεν Κίμελ, η οποία, στην πραγματικότητα, δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, υπάρχουν παράξενες ομοιότητες. Η προφανής σχέση ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν ξεφεύγει από τον υπαστυνόμο Κόρμπι του αστυνομικού τμήματος του Νιούαρκ. Ο Γουόλτερ γίνεται αντικείμενο εξονυχιστικής έρευνας και οδηγείται σε μια σειρά από λάθη που βάζουν σε κίνδυνο την καριέρα του και τη φήμη του, γίνονται αιτία να χάσει τους φίλους του, και, τελικά, απειλούν την ίδια τη ζωή του.
Κρυφτό με το θάνατο
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος
Εκδόσεις: Ροές, 2003
Σελίδες 350
Ο Ρέι Γκάρετ δεν έχει στερηθεί ποτέ τίποτα στη ζωή του. Είναι νέος, πλούσιος, παντρεμένος με μια πανέμορφη κοπέλα, κι απολαμβάνει έναν παρατεταμένο μήνα του μέλιτος στην παραδεισένια Μαγιόρκα. Όμως η αυτοκτονία της γυναίκας του θα βάλει απότομα τέλος στην ξενοιασιά του. Η αστυνομία πείθεται για την αθωότητά του, όχι όμως και ο πεθερός τους, ο Αμερικανός ζωγράφος Έντουαρντ Κόουλμαν, που τον πυροβολεί σχεδόν εξ επαφής και το σκάει, νομίζοντάς τον νεκρό. Όμως ο Ρέι θα ζήσει, και θ' ακολουθήσει τον Κόουλμαν στη Βενετία με την ελπίδα να του δώσει τις εξηγήσεις που θα κατευνάσουν την οργή του. Με φόντο τα δαιδαλώδη στενά της πόλης των Δόγηδων, οι δυο τους ξεκινούν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, με τον Κόουλμαν μανιασμένο για εκδίκηση και τον Ρέι το ίδιο αποφασισμένο να καθαρίσει τη συνείδησή του. Κι όσο περισσότερο τους πλησιάζει ο θάνατος κι εκείνοι του ξεφεύγουν, τόσο φουντώνει η επιθυμία του καθενός τους να φτάσει στο σκοπό του.
Μοιραίο παιχνίδι
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις: Ροές, 2003
Σελίδες 378
Ο Ραμόν επισκευάζει έπιπλα. Ο Θίοντορ ζωγραφίζει. Ο Ραμόν είναι ένας ευσεβής καθολικός που ζει στο Μέξικο Σίτυ, όχι μακριά από την περιοχή όπου γεννήθηκε μέσα στη φτώχια. Ο Θίοντορ, ένας πλούσιος Γερμανός που βρέθηκε σε μια χώρα όπου τα χρήματα αγοράζουν κάποιες ανέσεις αλλά όχι και τη γαλήνη, δεν πιστεύει σε τίποτα. Θα νόμιζε κανείς ότι οι άντρες αυτοί δεν έχουν τίποτα κοινό. Εκτός, φυσικά, από το ότι έχουν κοιμηθεί και οι δύο με τη Λέλια. Ήταν καλοί φίλοι, έτσι δεν τους ένοιαζε που μοιράζονταν τη στοργή της. Μέχρι που η Λέλια βρίσκεται βιασμένη, δολοφονημένη και φρικτά ακρωτηριασμένη. Ο Ραμόν και ο Θίοντορ, ύποπτοι και οι δύο, βυθίζονται σε μια κόλαση εντάσεων και αμφιβολιών, όπου ο καθένας αναζητά τη δική του παρηγοριά και τη δική του αλήθεια. ''Το (τελευταίο) βιβλίο της Χάισμιθ ξεπερνά τα όρια της "αστυνομικής λογοτεχνίας", όπως έχει χαρακτηριστεί το έργο της, μετά το πρώτο της μυθιστόρημα Ξένοι στο Τρένο, το 1950. Είναι καιρός να διαβαστεί από ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό'' (Carol Ames, Los Angeles Times)
Χωρίς ενοχές
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2003
Σελίδες 326

Τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου. Ο Χάουαρντ Ίνγκαμ, ένας αμερικανός συγγραφέας, βρίσκεται στην Τυνησία για να συγκεντρώσει υλικό για το σενάριο μιας ταινίας. Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως είχαν προγραμματιστεί. Ο σκηνοθέτης της ταινίας δεν φτάνει ποτέ στην Τυνησία και, ενώ τίποτα πια δεν τον κρατάει εκεί, ο Ίνγκαμ αποφασίζει να μείνει. Οι μέρες περνούν και μια σειρά από παράξενα γεγονότα τον παρασύρει όλο και πιο βαθιά στο λαβύρινθο της πόλης και σε πράξεις που μαρτυρούν πως η συνείδησή του τον έχει εγκαταλείψει.
Βαθιά νερά
Αστυνομικό μυθιστόρημα
Μετάφραση: Γιώργος Τασσόπουλος
Εκδόσεις: Ροές, 2002
Σελίδες 314

Είναι ήσυχος, ήρεμος, ευγενής -με όποια έννοια κι αν δώσουμε στη λέξη. Κλασικός τυπογράφος, στην εποχή των διαστημικών λεωφορείων. Η γυναίκα του όμορφη, ατίθαση, απολαμβάνει τη ζωή της όσο και όπως αυτή θέλει. Εκείνος δεν αντιδρά. Όταν το αποφασίζει, όμως.

Το γυάλινο κελί
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 2002 & 2007
Σελίδες 384 & 370
Το Γυάλινο κελί είναι ολόκληρο ένα χιτσκοκικό μυθιστόρημα αγωνιώδους προσμονής και η Χάισμιθ με το βιβλίο αυτό αποδεικνύεται η καλύτερη εκπρόσωπος του σασπένς, καθώς από την αρχή μέχρι το τέλος ο αναγνώστης βρίσκεται στο χείλος της αμφιβολίας για την επόμενη κίνηση του πρωταγωνιστή, αλλά και για την αφηγηματική εξέλιξη της ιστορίας. "Το 1961 έλαβα ένα γράμμα από έναν έγκλειστο στις Μεσοδυτικές Πολιτείες της Αμερικής", γράφει η Πατρίσια Χάισμιθ. "Του είχε αρέσει ένα από τα βιβλία μου κι ήθελε να γίνει συγγραφέας. Αρχίσαμε αλληλογραφία και του ζήτησα να μου γράψει μια έκθεση με τον τίτλο " Μια μέρα μου στη φυλακή"... Την ίδια εποχή άρχιζα να σχεδιάζω μια ιστορία. Ο ήρωάς μου, ο Φιλίπ Κάρτερ, θα βρισκόταν ήδη ενενήντα μέρες φυλακή, όταν θα ξεκινούσε το βιβλίο. Οραματιζόμουν το πρώτο μισό του να διαδραματίζεται στη φυλακή και το υπόλοιπο μισό να δείχνει τα αποτελέσματα που είχαν στον Κάρτερ τα έξι χρόνια εγκλεισμού του... Τα θεματικά στοιχεία ανάπτυξης της πλοκής θα ήταν: δικαστική πλάνη, απειλή συζυγικής απιστίας, απειλή εξάρτησης από μορφίνη και μετά τη φυλακή ο φόβος μήπως χάσει τη γυναίκα του και τη δουλειά του... Σκόπευα να βάλω τον Κάρτερ να διαπράττει ένα σοβαρό έγκλημα και...".
Ο Ρίπλεϋ σε βαθιά νερά
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 2000
Σελίδες 472
Για πάνω από 40 χρόνια η Πατρίσια Χάισμιθ δεν έπαψε να αναπτύσσει τη μοναδική της τέχνη του σασπένς και ιδιαίτερα με τη φημισμένη σειρά της με πρωταγωνιστή τον Τομ Ρίπλεϋ. Με το Ρίπλεϋ σε βαθιά νερά, το πέμπτο και τελευταίο της σειράς, που μοιάζει να ανακεφαλαιώνει τα προηγούμενα, ξαναπαρουσιάζεται με την ικανότητά της, όπως επισημαίνει ο Γκράχαμ Γκριν, " να δημιουργεί έναν δικό της κόσμο, έναν κόσμο κλειστοφοβικό και παράλογο στον οποίο εισερχόμαστε κάθε φορά με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου ". Αν και η κλίση του για το κακό δεν έχει αμβλυνθεί, ο Τομ Ρίπλεϋ έχει μεγαλώσει και κατά κάποιο τρόπο μαλακώσει. Ζει μια ήσυχη ζωή στην γαλλική εξοχή, στο Φονταινεμπλό, δύο ώρες από το Παρίσι, αυτάρκης με την κομψή σύζυγό του Ελοΐζ και μια αφοσιωμένη σπιτονοικοκυρά, ανάμεσα στα λουλούδια του και τους πίνακές του, κι ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κρασιά του παρά για τις κηλίδες αίματος στην κάβα του. Τότε ένα ζεύγος ενοχλητικών και νοσηρών Αμερικανών νοικιάζει μια έπαυλη στο ίδιο χωριό. Αρχικά το ζεύγος Πρίτσαρντ μοιάζει σαν κάτι το αξιοπερίεργο, το γούστο τους είναι απεχθές καθώς και οι τρόποι τους, είναι ενοχλητικά ενημερωμένοι για γεγονότα του παρελθόντος του Ρίπλεϋ που ο ίδιος θα ήθελε να ξεχάσει -κι ιδιαίτερα για την εξαφάνιση κάποιου Μέρτσισον, τη χρονιά που είχε έρθει να ερευνήσει για μια υπόθεση πλαστών πινάκων- και σχεδόν κομπάζουν γι' αυτή τους τη γνώση. Προφανώς αυτό διαταράσσει την ιδανική ηρεμία της ζωής του Ρίπλεϋ κι αρχίζει ένα ασφυκτικό παιχνίδι γάτας και ποντικού που οδηγεί στην Ταγγέρη και στο Λονδίνο και πίσω στο Φονταινεμπλό, όπου βρισκόμαστε μπλεγμένοι στους μαιάνδρους της αγοράς της τέχνης και στις ψυχολογικές αβύσσους που η Πατρίτσια Χάισμιθ γνωρίζει ν' αποκαλύπτει κάτω απ' τα μάτια μας.
Ο ταλαντούχος κ. Ρίπλεϋ
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Α.Α.Λιβάνη, 2000
Σελίδες 280
Ένας νεαρός Αμερικανός, γόνος πάμπλουτης οικογένειας, περνάει ειδυλλιακές στιγμές στην Ιταλία. Αποστολή του Τομ Ρίπλεϊ είναι να πείσει τον άσωτο γιο να επιστρέψει στην Αμερική, όπου τον καλούν οι υποχρεώσεις της οικογενειακής επιχείρησης. Τι πρόκειται να συμβεί, όμως, όταν ο καλός και ντροπαλός Τομ Ρίπλεϊ καταλαμβάνεται από μεγαλομανία και προσπαθεί να αποκτήσει και να κατακτήσει όλα όσα ανήκουν στον πλούσιο Ντίκι; Η αγωνία και το μυστήριο κορυφώνονται σε ένα από τα πιο απολαυστικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα.
Το εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 1999
Σελίδες 312
Ο Σαμψών είναι ένα υπέροχο γαλλικό γουρούνι που έχει εκπαιδευτεί να ξεθάβει τρούφες. Όμως το αφεντικό του δεν τον αφήνει ποτέ να τις γευτεί... Ο Μινγκ είναι ένας θαυμάσιος Σιαμέζος γάτος που ζει πολυτελώς στο Ακαπούλκο, και ο οποίος αναπτύσσει μια νοσηρή ζήλια για τον εραστή της αφεντικίνας του... Κοτόπουλα μεγαλωμένα με τις λάμπες οργανώνονται και εξεγείρονται κατά των φρικαλέων συνθηκών... Ο Τζεμάλ είναι μια δυτική καμήλα που την κακομεταχειρίζεται το απεχθές και στους ανθρώπους αφεντικό του... Ο πίθηκος Έντυ, εκπαιδευμένος σε ληστείες σπιτιών, υφίσταται την αχαριστία της κυράς του... Δεκατρείς ιστορίες εκδίκησης από σκυλιά, γατιά, γουρούνια, χάμστερ, κατσίκες, άλογα, ποντικούς, ελέφαντες και άλλα ζώα, γραμμένες με βαθιά συμπάθεια για τον ζωικό κόσμο και μια εκπεφρασμένη απέχθεια για τους κυρίους τους. Η Πατρίτσια Χάισμιθ, μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς αστυνομικών και μυστηρίου, που καλλιέργησε το θέμα της ενοχής των ηρώων της, με μαύρο χιούμορ και ανατρεπτική διάθεση αντιστρατεύεται τις "ανθρώπινες" συμπεριφορές και γράφει ένα βιβλίο όπου τα ζώα μετατρέπονται σε τιμωρούς και δολοφόνους. Το βιβλίο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1975.
Η κραυγή της κουκουβάγιας
Εκδόσεις: Επίκεντρο, 1989
Σελίδες 361

Έχοντας η Χάισμιθ αυτή τη διπλή ταυτότητα, της Αμερικάνας και της Ευρωπαίας, όντας και η ίδια μια ιδιόμορφη κοσμοπολίτισσα, δημιουργεί και αντίστοιχους χαρακτήρες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα έργα της χωρίζονται οε δύο κατηγορίες: στα αμερικάνικα και στα ευρωπαϊκά. Και στα ευρωπαϊκά της έργα παρουσιάζονται Αμερικάνοι που ζουν στην Ευρώπη, αποκτώντας γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό απ' αυτά που η Χάισμιθ επιλέγει να τους δώσει. Η γραφή της είναι επιμελημένα και προσεγμένα απλή, σχεδόν απλοϊκή. Η ίδια εξάλλου λέει ότι «κύριος μου στόχος είναι η καθαρότητα»...

Το αγόρι και ο Ρίπλεϋ
Εκδόσεις: Α.Α.Λιβάνη, 1987
Σελίδες 299
Δεν είναι τόσο τα γεγονότα που δίνουν σ' αυτό το μυθιστόρημα δύναμη και αγωνία, όσο η διήγηση και η γραφή της Πατρίτσια Χάισμιθ που είναι τόσο ζωντανή, που διαπερνά και κυριεύει τον αναγνώστη με μια αίσθηση βίας και τρόμου. «Ο Τομ άναψε ένα τσιγάρο. «Σ' το λέω αυτό επειδή...» χρειάστηκε να σταματήσει, για να βρει λόγια. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε σύγκριση ανάμεσα στο να σπρώξεις τον πατέρα σου από ένα γκρεμό και ν' ανοίξεις το κεφάλι ενός απαγωγέα που προχωρούσε καταπάνω σου μ’ ένα γεμάτο όπλο, Όμως και τα δύο σήμαιναν ότι έπαιρνες μια ζωή. «Το γεγονός ότι σκότωσα αυτό τον άνθρωπο δεν πρόκειται ν' αλλάξει τη ζωή μου. Δεν έχει σημασία ότι μάλλον ήταν εγκληματίας. Δεν έχει σημασία ότι δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που σκότωσα...»
Σενάριο αγωνίας
Εκδόσεις: Α.Α.Λιβάνη, 1990
Σελίδες 336

Ο αμερικάνος φίλος
Μετάφραση: Τίνα Στεφανοπούλου
Επιμέλεια: Βαγγέλης Παραμπούκης
Εκδόσεις: Επίκεντρο, 1987
Σελίδες: 373

Ιστορίες για μισογύνηδες
Μετάφραση: Αλέκος Παπάζογλου
Εκδόσεις: Γράμματα, 1982
Σελίδες: 142

Υπάρχουν γυναίκες που καταστρέφουν τους άντρες τους, και γυναίκες που καταστρέφουν τον εαυτό τους. Κορίτσια που έχουν κατακτήσεις, και κορίτσια που το παρατραβάνε... Από την Επαγγελματία Πόρνη ώς τη Θεούσα, δεκαεφτά παράξενες ιστορίες για μισογύνηδες.

Ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο
Μετάφραση: Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη
Εκδόσεις: Παπαδόπουλος, 1996
Σελίδες: 366

Η μπιραρία-εστιατόριο Γιάκομπς είναι ο τόπος συνάντησης, ένα δεύτερο σπίτι, για τους μποέμ και τους εκκεντρικούς τύπους στο κέντρο της καθωσπρέπει Ζυρίχης. Εδώ εκκολάπτονται ίντριγκες, ανθούν τα κουτσομπολιά κι ο έρωτας αναζητεί το δρόμο του. Το τελευταίο βιβλίο της Πατρίτσια Χάισμιθ -ένα εύστοχο και απολαυστικό κοινωνικό σχόλιο.

Το ημερολόγιο της Ήντιθ
Μετάφραση: Δημήτρης Κωνσταντίνου
Εκδόσεις: Ολκός, 1994
Σελίδες: 421

Πώς πέθανε ο θείος Τζορτζ, ένας κατάκοιτος γέρος που φρόντιζαν η Ήντιθ και ο Κλίφι; Γιατί ο Δρ Κάρστερς «ξέχασε» να διατάξει αυτοψία; Οι υποψίες του Μπρετ αρχίζουν να φουντώνουν. Πριν από όλα όμως, η Ήντιθ θέλει να κρύψει το ημερολόγιό της... Με φόντο την Αμερική, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο -Μακαρθισμός, δολοφονίες των Κένεντυ, Νίξον και Γουότεργκέιτ- η Πατρίτσια Χάισμιθ φέρνει στο φως ένα έγκλημα στο οποίο υπάρχουν μόνο θύτες.

Ξένοι στο τρένο
Μετάφραση: Λένα Μιλιλή
Εκδόσεις: Ροές, 2002
Σελίδες: 356

Ο Μπρούνο χειροκρότησε με ενθουσιασμό. «Ε! Έχω μια καταπληκτική ιδέα! Να κάνουμε φόνο ο ένας για τον άλλο, τι λές; Εγώ θα σκοτώσω τη γυναίκα σου και εσύ τον πατέρα μου. Συναντηθήκαμε στο τρένο, βλέπεις, και κανένας δεν ξέρει πως γνωριζόμαστε. Τέλειο άλλοθι! Κατάλαβες;» Από τη στιγμή αυτή, σχεδόν ενάντια στη θέλησή του, ο Γκάι Χέινς παγιδεύεται σε έναν εφιάλτη αμοιβαίας ενοχής... Ξένοι στο τρένο είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Χάισμιθ. Ήταν μόλις 29 ετών (το 1950) όταν το έργο αυτό πρωτοκυκλοφόρησε και αμέσως ανέβηκε στο βάθρο των ελίτ της αστυνομικής λογοτεχνίας.
Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ
Μετάφραση:  Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 2008
Σελίδες: 424

Ο Τομ Ρίπλεϋ, ο διαβολικός και γοητευτικός ήρωας της Πενταλογίας της Πατρίτσια Χάισμιθ, αποκαλύπτει εδώ μια απρόσμενη πλευρά της προσωπικότητάς του. Η ευκαιρία δίνεται όταν συναντά τον δεκαεξάχρονο Φρανκ Πίρσον, γιο Αμερικανού εκατομμυριούχου, που το έχει σκάσει από το σπίτι του, και τον κατατρώει ένα άτυχος εφηβικός έρωτας και κυρίως ένα τρομερό κύμα τύψεων, καθώς δηλώνει ότι έχει δολοφονήσει τον ανάπηρο πατέρα του. Με μια γενναιοδωρία και μια θέρμη που δεν γνωρίζαμε, ο Ρίπλεϋ αναλαμβάνει να τον βοηθήσει. Για χάρη του αγοριού, ο Τομ Ρίπλεϋ αφήνει την υπέροχη έπαυλή του στην εξοχή της Γαλλίας και μπλέκεται με τον κόσμο της νύχτας και τις συμμορίες του Βερολίνου της εποχής του Τείχους σε μια υπόθεση απαγωγής που απαιτεί περίεργες μεθόδους -και μεγάλη διορατικότητα- για να λυθεί. Και τότε ο παγερά αμοραλιστής Ρίπλεϋ μεταμορφώνεται σε γενναιόδωρο και φιλεύσπλαχνο προστάτη. Η Χάισμιθ προσφέρει μια εικόνα του ήρωά της ταυτόχρονα απολύτως ταιριαστή αλλά και απρόβλεπτη. Με αυτό το ψυχολογικά πολύπλοκο και επίμονα διαστροφικό αριστούργημα, η Χάισμιθ παραμορφώνει όλες τις έννοιες της φιλίας, του φύλου και της ηθικότητας καθώς εξερευνά τη σχέση ενός νεαρού με ένοχη συνείδηση και ενός μεγαλύτερου άντρα δίχως καθόλου συνείδηση.[...] (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο ταλαντούχος κ. Ρίπλεϋ
Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις: Άγρα, 2009
Σελίδες 391
Ο Τομ Ρίπλεϋ τα ήθελε όλα: τα χρήματα, την επιτυχία, την καλή ζωή. Ήταν έτοιμος ακόμα και να σκοτώσει για να τα αποκτήσει όλα αυτά. Όταν ένας πλούσιος Αμερικανός του ζητά να φέρει πίσω το γιό του, ο οποίος έχει εγκατασταθεί στην Ιταλία, θα καταστρώσει ένα διαβολικό σχέδιο: να πάρει τη θέση του άσωτου υιού και να ζήσει με την ταυτότητα εκείνου μια ζωή ονειρεμένη... Τίποτα απλούστερο για τον Τομ. Χάρη στο ταλέντο του στην πλαστογραφία εξαπατά τις αρχές. Και σε ό,τι αφορά το φόνο, ένα απλό "δυστύχημα" θα του επιτρέψει να αλλάξει ταυτότητα, αφήνοντας συγχρόνως να φανεί η γοητεία που ασκούσε το θύμα στον θύτη του... Πρώτο μυθιστόρημα της σειράς με ήρωα τον Ρίπλεϋ, η οποία ξεκίνησε το 1955 και ολοκληρώθηκε το 1990, "Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ" αποτελεί το πιστοποιητικό γέννησης ενός από τους πιο απίθανους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας, η διπροσωπία του οποίου γοήτευσε κινηματογραφιστές όπως ο Rene Clement (Plein Soleil, 1960) και ο Anthony Minghella ("The Talented Mr. Ripley", 1999): πρόκειται για ταινίες που προσπάθησαν να συλλάβουν το ανεπαίσθητο. Ένας γοητευτικός εστέτ αλλά κυνικός στο έπακρο, φιλικός και συμπαθής αλλά με μια απεχθή αλαζονεία, ο Τομ αψηφά κάθε ηθική, διεκδικώντας το δικαίωμα να σκοτώνει, στη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας του, η οποία ξεδιπλώνεται σε τέσσερα ακόμα μυθιστορήματα (όλα στις Εκδόσεις Άγρα). "O Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ" τιμήθηκε το 1956 και το 1957 με το Ειδικό Βραβείο της Ένωσης Συγγραφέων Έργων Μυστηρίου, το γαλλικό Grand Prix de Litterature Policiere, καθώς και το βραβείο Έντγκαρ Άλλαν Πόου της Ένωσης Συγγραφέων Έργων Μυστηρίου. Το 1959 γυρίστηκε γαλλική ταινία με τον τίτλο "Plein Soleil", σε σκηνοθεσία Ρενέ Κλεμάν, με τον Αλαίν Ντελόν (αγαπημένο Ρίπλεϋ της Χάισμιθ), τη Μαρί Λαφορέ και τον Μωρίς Ρονέ. Το 1999 παίχτηκε η ταινία "Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ" σε σκηνοθεσία Άντονυ Μινγκέλλα, με τον Ματ Ντέημον ως Ρίπλεϋ. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Ολοκληρώνεται από τις Εκδόσεις Άγρα η "Πενταλογία του Ρίπλεϋ", η περίφημη σειρά της Πατρίσια Χάισμιθ, με την έκδοση σε νέα μετάφραση, του Ανδρέα Αποστολίδη του πρώτου βιβλίου της σειράς, όπου πρωτοεμφανίζεται νεότατος ο ιδιόμορφος ήρωας. "H Δεσποινίς Χάισμιθ... είναι μια συγγραφέας που έχει δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο - έναν κόσμο κλειστοφοβικό και ανορθολογικό στον οποίο εισερχόμαστε κάθε φορά με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου." (Graham Greene). "Ο Ρίπλεϋ, αήθης, ηδονιστικός και γοητευτικός, είναι μια ευφυώς πρωτότυπη δημιουργία. [...] Είναι δύσκολο να φανταστείς κάποιον που ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη λογοτεχνία και δεν έχει διαβάσει τις ιστορίες του Ρίπλεϋ." (Daily Telegraph). "Χάρη στην υπνωτική της τέχνη, η Χάισμιθ αναβιβάζει τις ιστορίες μυστηρίου σε πολύ υψηλή θέση στην ιεραρχία της λογοτεχνίας." (Times). "Σχολαστική πλοκή, περίτεχνο ύφος και ζωντάνια χάρη σε ένα ψυχρό πνεύμα. Πολύ μπροστά από μια συμβατική ιστορία μυστηρίου: ένα κομψό μικρό κλασικό βιβλίο του είδους του." (Evening Standard). "Ένα εξαιρετικό θρίλερ, το οποίο δικαίως είναι πλέον κλασικό." (Spectator).
Ιστορίες μυστηρίου
Μετάφραση:  Μαρία Σακκή
Εκδότης: Ροές, 2002
 Σελίδες:  235

Ιστορίες μυστηρίου... Ιστορίες για ανθρώπους που έχουν φτάσει στο «όριο»... Ιστορίες απρόβλεπτες, που ξεκινούν ήρεμα, σαν πανιά που αργοσαλεύουν απ τον άνεμο... για να εξελιχθούν, αργά, αργά, σε ιστορίες ολέθριες ανθρώπων... που θα σπάσουν όσα δεσμά τους συνέδεαν με την, ως τώρα, ήσυχη συνηθισμένη ζωή τους... Ιστορίες ασυνήθιστες, που, ίσως, συμβαίνουν, πάντα, γύρω μας... αλλά ποτέ δεν μαθαίνουμε γι αυτές τίποτε... ίσως γιατί δεν πρέπει τίποτε να μάθουμε... Ιστορίες, με δυο λόγια της Πατρίτσια Χάισμιθ.