Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μιαν άγκυρα - έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ' άλλο. Θα 'ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις - τέσσερις πευκοβελόνες - η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Οπου να 'ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ' ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι ανθρώποι; «Ποιοι κλέβουν απ' τα μάτια μας το φως;». Ετσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε. Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας. Πάρτε με. Βγάλτε απ' τη μέση κείνον που με φράζει» . Η θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου». Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που 'κανες για ν' αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μαννάδες. Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω. Ησυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ' το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. 'Αναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι. Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθειές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν, -- Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι. -- Μόχτος δίχως πλερωμή. -- Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου. --'Αδεια ζωή. -- Ναι. -- Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους. -- Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε. -- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα? -- Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος. -- Ω, τότες.? -- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό 'ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ' αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου. -- Ω, τότες, ναι. -- Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες. Βραδιάζει για καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες - ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ενα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ' τις σκηνές της ακρογιαλιάς: Οσα βλέπουμε μπροστά μας απ' τα χρόνια τα παλιά στη δουλειά μας τα χρωστάμε ζήτω, ζήτω η εργατιά. Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ' όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κυττάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ' τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας. -- Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις; -- Ετσι ξανασαίνω, γιε μου. -- Και δεν κουράζεσαι; -- 'Αμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ' αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα 'βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ', κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ' τη μοσκοβολιά τους. -- Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα; -- Αμ' δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ' αστέρια πάρεξ τα λουλούδια που 'χουνε τα δέντρα τ' ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που 'ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου. Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Επλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευώδιαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα. -- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ' έφτανε ίσαμε δώ, λίγο πιο πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου 'γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Ε, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιος μας κρατάει; Ετσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γω το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου. Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς. Τι 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Ε, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. 'Αλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι. Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να; Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μεις τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μεις, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Οχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ενα χαμόγελο δικό μας.
|
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010
Κώστας Παρορίτης: Το δικό μας χαμόγελο
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
H πνευματική διαμάχη κέντρου - περιφέρειας
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ | Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2005
Το έναυσμα για τη δημοσίευση του παρόντος κειμένου μπορεί μεν να το έδωσε η ενδιαφέρουσα αλληλογραφία δύο λογοτεχνών του μεσοπολέμου και εν προκειμένω η αλληλογραφία των Γιάννη Σκαρίμπα και Γιώργου Κοτζιούλα, στην πραγματικότητα όμως η αλληλογραφία αυτή υπερβαίνει το πλέγμα των διαπροσωπικών πνευματικών σχέσεων, καθώς ανάγεται στη διαμάχη κέντρου - περιφέρειας, ήτοι στη στάση φιλολογικών κύκλων του αθηναϊκού χώρου απέναντι σε συγγραφείς που ζουν και δημιουργούν στην επαρχία. Στην ουσία πρόκειται για μια παθογένεια, η οποία δεν έλειψε ποτέ από τα πνευματικά πράγματα της χώρας μας, τότε όμως, στη δεκαετία του 1930 κι εξής, πήρε τη μορφή πνευματικής σύρραξης, η οποία συμπαρέσυρε κάποιους από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πνευματικής μας ζωής.
H διαμάχη του πνευματικού κέντρου, δηλαδή της Αθήνας, με την ελληνική επαρχία και ιδίως με τον αιρετικό Χαλκιδαίο και τον τρικαλινό Νίκο Παππά ξέσπασε, κορυφώθηκε και κατακάθισε μέσα στην πολλαπλώς σημαντική για τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας δεκαετία του 1930. Ο ιδεολογικός πυρήνας αυτής της διαμάχης απέβλεπε στην αφύπνιση της ελληνικής επαρχίας -ρόλος που αποτέλεσε το μήλο της έριδος ανάμεσα στους Αθηναίους και τους επαρχιώτες. Ο αθηναϊκός άξονας, σαφώς πολυαριθμότερος, περιελάμβανε πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής: τον M. Καραγάτση, τον I.M. Παναγιωτόπουλο, τον K. Θ. Δημαρά, τον Στράτη Μυριβήλη, τον Ανδρέα Καραντώνη, τον Κώστα Ουράνη, τον Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, τον Αλκη Θρύλο και πολλούς ακόμα. Το επαρχιακό μέτωπο περιοριζόταν αρχικά στους δύο λογοτέχνες που αναφέρθηκαν παραπάνω, για να προσελκύσει στην πορεία και άλλους. Σ' αυτούς πρέπει να προστεθεί και ο Γ. Κοτζιούλας, ο οποίος και μετείχε στη διαμάχη, στέλνοντας τα κείμενά του να δημοσιευτούν στο περιοδικό Νεοελληνικά Σημειώματα, περιοδικό που άρχισε να εκδίδει ο Σκαρίμπας τον Μάρτιο του 1937 -χρονιά που κορυφώθηκε η διαμάχη- και έκλεισε τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς εξαιτίας του μεταξικού καθεστώτος. H διαμάχη, ύστερα από ένα σύντομο θερμό διάστημα, όπου πρωταγωνίστησαν κυρίως το περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος -επεισόδιο που μετέθεσε την αντιπαλότητα μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης- έσβησε μέσα στο καμίνι του επερχόμενου πολέμου.
* H πρόσκληση του 1935
Με το κείμενό μου αυτό επιθυμώ να ρίξω φως στον διάλογο του Γιάννη Σκαρίμπα με τον ηπειρώτη Γιώργο Κοτζιούλα, ο οποίος επί σειράν ετών βρισκόταν σε συχνή επαφή με τον Χαλκιδαίο συγγραφέα και μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί στενή σχέση φιλίας και συνεργασίας. H σχέση αυτή προκύπτει όχι μόνον από τη συμμετοχή του Κοτζιούλα στο βραχύβιο περιοδικό του Σκαρίμπα, που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά και από τις ένδεκα επιστολές του Σκαρίμπα που περιλήφθηκαν στον τόμο της αλληλογραφίας του Κοτζιούλα (Οδυσσέας, 1994), οι οποίες εκτείνονται από το 1935 ως το 1950 και στις οποίες αποτυπώνεται η φιλία τους και η σύγκλισή τους σε θέματα λογοτεχνικά αλλά και ευρύτερα κοινωνικά. Από μια πρώτη διερεύνηση φαίνεται ότι η επαφή των δύο ανδρών πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1935, οπότε ο Χαλκιδαίος συγγραφέας προσκαλεί τον Κοτζιούλα να τον επισκεφθεί στην πόλη του και να τον φιλοξενήσει για ένα μήνα. Ο Κοτζιούλας είχε τελειώσει τότε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή και με διορθώσεις δοκιμίων και άλλες τυπογραφικές επιμέλειες προσπαθούσε να επιβιώσει. Στο μεταξύ είχε προσβληθεί από φυματίωση και είχε καταφύγει σ' ένα σανατόριο στην Πάρνηθα, ελπίζοντας ότι ο καθαρός αέρας θα βελτίωνε την υγεία του. Εκεί τον βρίσκουν τα τέσσερα πρώτα γράμματα του Σκαρίμπα. Στο μεταξύ ο Κοτζιούλας είχε δημοσιεύσει ένα ποίημα με τον τίτλο «Γράμμα για τη Χαλκίδα», όπου, χωρίς, βέβαια, να τον κατονομάζει, είναι φανερό ότι αναφέρεται στον Σκαρίμπα και ταυτόχρονα υποδηλώνει την επαρχιακή του καταγωγή. Αναμφίβολα, η επαφή των δύο ανδρών από το 1935 και πέρα είναι διαρκής, αν και μεσολάβησε ένας πόλεμος, η Κατοχή και η φυγή του Κοτζιούλα στο βουνό, όπου είχε ακολουθήσει τον Αρη Βελουχιώτη.
* Μετά τον εμφύλιο
Οι επιστολές στις οποίες κυρίως αναφερόμαστε εδώ είναι του 1950. Ο εμφύλιος έχει τελειώσει και ο Σκαρίμπας προσκαλεί και πάλι τον Κοτζιούλα να τον επισκεφτεί, στην πόλη του, πράγμα το οποίο συνέβη τον Μάιο του 1950, οπότε συλλαμβάνεται και η ιδέα της έκδοσης ενός νέου περιοδικού με τον τίτλο Εγριπιώτικη Φυλλάδα. Το περιοδικό αυτό, απ' όσο ξέρω, δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Από την αλληλογραφία των δύο πνευματικών ανθρώπων, ωστόσο, είναι εμφανείς οι πνευματικές τους ανησυχίες και η μαχητικότητά τους, που όλο αυτό το χρονικό διάστημα βρισκόταν εν υπνώσει λόγω των ιστορικών συνθηκών. H αίσθηση του παραγκωνισμού και της υποτίμησης από τους κρατούντες στα πνευματικά πράγματα της χώρας, καθώς και η επαναστατική τους συνείδηση, διαποτίζει τις επιστολές τους.
Το έναυσμα εδώ ενδεχομένως το έχει δώσει η έκδοση τεσσάρων ιστοριών της λογοτεχνίας, από συγγραφείς αρκετά διαφορετικούς μεταξύ τους. Πρόκειται για την Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας των Ηλία Βουτιερίδη, Αριστου Καμπάνη, I.M. Παναγιωτόπουλου και K.Θ. Δημαρά σε δύο τομίδια (1948-1949). Και από τις τέσσερις αυτές ιστορίες το όνομα του Σκαρίμπα απουσιάζει παντελώς, ενώ του Κοτζιούλα αναφέρεται απλώς από τον Παναγιωτόπουλο.
Το γεγονός ενόχλησε βάναυσα τους δύο συγγραφείς και ετοιμάζουν την αντίδρασή τους. Το ένα γράμμα διαδέχεται το άλλο. Διαβάζοντάς τα κανείς έχει την αίσθηση ότι από τα στόματα και των δύο ξεχύνεται ένας θυμός που κοχλάζει. H οργή είναι το κυρίαρχο γνώρισμα των επιστολών, η οποία και διατυπώνεται απερίφραστα.
Σε επιστολή της 3 Ιουνίου 1950, ο Κοτζιούλας, αφού ευχαριστήσει τον Σκαρίμπα για τη φιλοξενία του, σχολιάζει μια επιστολή-διαμαρτυρία που έστειλε ο Σκαρίμπας στο φύλλο των Αθηνών Φιλελεύθερος. Για να έχουμε αμεσότερη εικόνα του όλου φαινομένου, παρατίθενται εδώ μερικά αποσπάσματα από τις ανέκδοτες επιστολές του Κοτζιούλα, από τις οποίες προκύπτει και η όλη ατμόσφαιρα. Ιδού:
«...είναι αναγκαία η έκδοση αυτής της περίφημης (από τώρα!) φυλλάδας σου, όπου θα μπορούμε να τους τα ψέλνουμε κάθε μήνα εις όλους τους ήχους, εκκλησιαστικούς και κοσμικούς, αυτών των εμπόρων και ψιλικατζήδων που μίαναν με την παρουσία τους τον οίκον του Κυρίου. Από κάτι πρόχειρες ανακοινώσεις μου είδα πως περιμένουν το γεγονός με ανάμικτα αισθήματα αδημονίας και κάποιου φόβου προκαταβολικού.
Πότε υπολογίζεις βάσιμα να βγει το πρώτο φύλλο; Εννοώ ακριβώς πότε. Θα σου ετοιμάσω ως τότε, δηλαδή σύντομα πάντως, παρ' όλο που θέλει αρκετή μελέτη ακόμα, μια συλλήβδην και σύρριζα αναίρεση 4 γραμματολογιών-ιστοριών της λογοτεχνίας μας, αυτών ίσα ίσα που μας "αγνοούν". Θα τους δώσουμε να καταλάβουν. Ετσι θέλουν αυτοί: "μονάχα ατσάλι τα κολλάει, να ξέρεις, τα θεριά" (στίχος από το χαμένο μου ποίημα "Στίχοι για ένα νέο διανοούμενο που μπορεί νάμαι κι εγώ" -απ' το 1935, ήγουν προδρομικό!). Ηρθε, φαίνεται, το πλήρωμα του χρόνου, χάρις στο εγγλέζικο (ειρωνεία της τύχης!) μηχάνημα, να πάρουμε το δίκιο μας, να λαλήσουμε στα πέρατα της δικής μας γης, κι εμείς οι τόσα χρόνια φιμωμένοι.
Τη σελίδα που είχες τη γενναιοδωρία να μου παραχωρήσεις αυθόρμητα λέω να την ονομάσουμε "H σελίδα του κριτικού μας". Το πρώτο άρθρο, εξαιτίας του θέματος, θάναι μεγαλούτσικο και μπορεί να γυρίζει, γιατί δεν έχω τη δυνατότητα να υπολογίσω το χώρο. Αλλά δεν πιστεύω να πειράζει.
Τι άλλο να σου γράψω; Περιμένω ανυπόμονα νέα σου καλά, δηλαδή καθορισμό εξόρμησης. Βάρα στο σταυρό! Αυτό πρέπει νάναι το σύνθημά μας. Πρέπει να σπάσουμε κόκαλα, να τους αγκαλιάσουμε κυριολεχτικά, γιατί κι αυτοί θέλησαν να μας θάψουν ζωντανούς, όχι μονάχα εμάς τους δυο, αλλά ολόκληρον κόσμο, τον κόσμο το δικό μας. Θα γίνουμε "δίκης οφθαλμός" για να τιμωρήσουμε τους ασύδοτους και αυθάδεις, εμείς που δόξα τω Θεώ δε διακρινόμαστε και τόσο για λεπτότητα τρόπων, ώστε να υπάρχει φόβος μήπως μεταχειριστούμε το καμουτσίκι του λόγου χαλαρά και χλιαρά [...]».
Ο Σκαρίμπας βρήκε πολύ ενδιαφέρουσα τη μαχητική αυτή θέση του Κοτζιούλα και σπεύδει αμέσως να του απαντήσει, ενθαρρύνοντάς τον προς την κατεύθυνση αυτή. Σε επιστολή του της 5 Ιουνίου 1950 γράφει σχετικά:
«Μόλις πήρα το γράμμα σου. Την πάνω στις 4 γραμματολογίες μελέτη σου -που, ξέροντάς σε, είμαι σίγουρος για το πόσο θα σταθεί μνημειώδικη- θα την περιμένω όποτε θα την έχεις ετοιμάσει καλά. Θέλω να σου πω ότι όση σημασία θάχει αυτή σου η εργασία μες στα γράμματά μας, δε μπορεί νάχουν οι δικές μου "Φυλλάδες". H "Φυλλάδα" μου με τον -τρόπον τινά- "αεροπλανικό" έλεγχό της και την -όσο θέλεις- πολεμική της στα πράγματα, δε μπορεί να ξεπεράσει τα στενά όρια μιας -πάλι "τρόπον τινά"- "σιδηροδρομικής" προβολής της πνευματικής μας σαπίλας. Είναι απ' τη φύση τους τούτα τα πράγματα τέτοια. H ιστορία και των πιο γερών περιοδικών κλπ. τέτοιων εκδόσεων, αυτό λέει. Ο,τι θα δώσει την παραπάνω αξία στη δική μου "Φυλλάδα" θα είναι μόνο ό,τι με επιστημονική ευσυνειδησία και φιλολογική καθαρότητα τοποθετήσεις ιστορικά μες στον κόσμο μας, συ -ένας από τους μόνο δυο τρεις που διαθέτει η σύγχρονη Ελλάδα αυθεντικούς διανοουμένους, αληθινούς επιστήμονες και τίμιους λογοτέχνες. Το έργο τούτο, δεν είναι δουλειά του ποδιού. Θα το ετοιμάσεις με άνεση και με τη γνώριμή μου αφοσιωμένη σου αγάπη, χωρίς να υπολογίζεις σε χώρο, σε έξοδα κλπ. δυσκολίες. Ολ' αυτά θα παραμεριστούν -από μένα- είμαι δε πρόθυμος και οικονομικά να σε συντρέξω στην εργασία σου αυτή. Ακόμα δε και αν όλη η "Φυλλάδα" ακόμα και αν χρειαστεί 8σέλιδη να την βγάλω -στο πρώτο της φύλλο- (σχήμα όπως ξέρεις μεγάλο) για μόνο την εργασία σου αυτή θα το κάμω ευχαρίστως. Το αν θα βγει τούτ' το μήνα, ή τον άλλο ή τον παράλλο, δεν έχει καμιά σημασία. Ωστε -σκέψου και πε μου- τι σκέφτηκες [...]».
* Μελαγχολική αμφιβολία
H αλληλογραφία μεταξύ των δύο ανδρών συνεχίστηκε όλο το καλοκαίρι του 1950 με εγκάρδιες επιστολές, οι περισσότερες από τις οποίες περιέχουν αναφορές στην προσεχή «Φυλλάδα» και στον μαχητικό της χαρακτήρα, καθώς και αμοιβαίες παροτρύνσεις και ενθαρρύνσεις για συνεργασίες τους που το περιοδικό, χωρίς λογοκρισία (πράγμα που δεν συνέβαινε με τον «Νέο Νουμά»), θα φιλοξενούσε. Ωστόσο, αρχές φθινοπώρου, σε γράμμα του Κοτζιούλα της 15 Σεπτεμβρίου 1950, εκφράζεται μια μελαγχολική αμφιβολία ότι κάπου η όλη διαδικασία της έκδοσης του περιοδικού δεν προχωρούσε.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν σήμερα και κάποιες ανατρεπτικές απόψεις του Σκαρίμπα όσον αφορά στον τρόπο γραφής. Την άποψη ότι οι συγγραφείς πρέπει να χρησιμοποιούν ρεαλιστική γραφή, ο Σκαρίμπας τη θεώρησε ως είδος καταναγκασμού, αφού εμποδίζει την αβίαστη έκφραση και τεχνική. Τούτο προκύπτει από την επιστολή στον Κοτζιούλα τον Μάιο του 1936. Ιδού: «Τους Πρωτοπόρους δεν τους πολυπαρακολουθώ, μα τώρα που μου γράφεις αυτά θα τους προσέχω. Εχεις δίκιο. Αυτοί οι άνθρωποι -εκεί- κάμνουν μια φρικτή παρεξήγηση. Εχουν την αξίωση να βάλουμε το μανιφέστο στην τέχνη, να κάνουμε κοινωνιολογία σε τετράστιχα. Γι' αυτό δεν τους παρακολουθώ. Πιστεύω σαν σε θρησκεία στην σοσιαλιστική πολιτεία, είμαι κομμουνιστής με όλη την έννοια και στην θεωρητική σημασία της λέξης, μα κάμνω διάκριση αυτών των πραγμάτων. Δεν μπερδεύω πράγματα που είναι καλά και από εαυτού τους χωρισμένα. Αυτοί όμως επιμένουν. Ας επιμείνουν!».
Ανεξάρτητα από την έκβαση αυτού του κοινού σχεδίου, που ποτέ δεν τελεσφόρησε, η εντύπωση που αποκομίζει κανείς από τη σχετική αλληλογραφία είναι η συνειδητοποίηση από τους δύο αλληλογράφους της επιτακτικής ανάγκης για απρόσκοπτη πνευματική έκφραση· και οι δύο είχαν συνείδηση του παραγκωνισμού τους, για τούτο και αναζητούσαν ένα νέο μαχητικό βήμα.
Ο κ. Γιάννης Παπακώστας είναι καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=170160&ct=114&dt=18/12/2005#ixzz19R5OXJfW
Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956): «Θέλω να γράψω ένα τραγούδι μ' αντοχή... »
Μ. Αυγέρης, Γ. Κοτζιούλας, Γαλάτεια Καζαντζάκη και Ελλη Αλεξίου (Αρχ. Ελλης Αλεξίου)
Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο «Πνευματικές Γνωριμίες» του Τάκη Αδάμου από τις εκδόσεις «Καστανιώτης»
Από τα πιο γνωστά και πηγαία ποιητικά ταλέντα της χώρας μας, αλλά κι απ' τους πιο βασανισμένους Νεοέλληνες λογοτέχνες, ο Γιώργος Κοτζιούλας ξεκαθάρισε εξαρχής το στόχο της δημιουργίας του κι έμεινε αταλάντευτα πιστός σ' αυτόν ως το τέλος της ζωής του. Εγραψε πραγματικά «τραγούδια μ' αντοχή». Μοναδική πηγή έμπνευσης για τον Κοτζιούλα είναι ο λαός, η φτωχολογιά.
«Με το Κόμμα δεν αντιδικώ, αλλά η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Το γραπτό μου μπορεί να γίνει μια μαρτυρία για μια μεγάλη εποχή, για στιγμές ιστορικές που τις έζησα προσωπικά και θαρρώ πως κανείς δεν μπορεί να μου αρνηθεί την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία....» (Ο Κοτζιούλας σε μια συζήτηση με τον Αδάμο απ' αφορμή το θάνατο του Αρη Βελουχιώτη, για τον οποίο έγραφε τις αναμνήσεις του).
Στα 1953-54 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία» (Γιάννενα), σε 16 συνέχειες, μια αφήγηση του Κοτζιούλα, γραμμένη στα 1948, με τον τίτλο «Από μικρός στα γράμματα»... Αν η αφήγηση αυτή είχε τίτλο «Από μικρός στα βάσανα», θ' ανταποκρινόταν καλύτερα στο περιεχόμενό της: στη φτώχεια και στη δυστυχία που συντροφεύουν μόνιμα τον Κοτζιούλα από τα πρώτα βήματά του στη ζωή.
Από μικρός ο Κοτζιούλας ήταν ιδιαίτερα φιλομαθής και τελικά ο πατέρας του αποφάσισε να κάνει τη μεγάλη θυσία και να τον στείλει στο Σχολαρχείο μαζί μ' έναν ξάδερφο σε γειτονικό χωριό και έπειτα στο Γυμνάσιο. Εκεί: «...κακοτρώγοντας από το 'να βράδυ στ' άλλο μεσημέρι, κοιμούμενοι καταγής, χωρίς πάτωμα, με το νου μας ωστόσο πάντα στα γράμματα, σαν άυλοι ασκητές, βγάλαμε τη χρονιά μ' επιτυχία στις εξετάσεις και μάλιστα πήραμε άριστα στο ενδεικτικό. Αμα το 'μαθε ο πατέρας μου πήγε να πετάξει απ' τη χαρά του...».
Ο Μάρκος Αυγέρης, στη μελέτη του για τη ζωή και το έργο του Κοτζιούλα, εκφράζει τον ανυπόκριτο θαυμασμό του γι' αυτόν: «...Το κατόρθωμα του Κοτζιούλα είναι σπάνιο κι εξαιρετικό. Ζώντας μέσα στις ολότελα εχθρικές συνθήκες της ζωής όλων των φτωχών ανθρώπων στην Ελλάδα, γνώρισε κάθε δοκιμασία... Ωστόσο ήταν ένας από τους πιο καλλιεργημένους νέους ποιητές. Κι όλον αυτόν τον ανήφορο, ως τις κορφές του πνευματικού κόσμου, τον έκαμε όχι μόνο παλεύοντας μ' άπειρες δυσκολίες, παρά και τραυματισμένος από τη φυματίωση ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Πολύ λίγοι άνθρωποι στον κόσμο ξεπερνούν τέτοια εμπόδια και με τέτοια αποτελέσματα. Πολύ λίγοι άνθρωποι μέσα σε τέτοιες συνθήκες έχουν να επιδείξουν τέτοιες νίκες...».
Ο Κοτζιούλας εντάχθηκε στις γραμμές του ΕΛΑΣ. Θεατρικά του έργα παίχτηκαν στο θέατρο του βουνού. Το περιοδικό «ΘΕΑΤΡΟ» γράφει σχετικά (Σεπτ. - Δεκ. 1976):
«...Χρειάστηκε να περάσουν τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια για ν' ανακαλύψουμε το θεατρικό Κοτζιούλα και την ανεπανάληπτη «Λαϊκή Σκηνή» της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Ηπείρου... Πραγματικά η «Λαϊκή Σκηνή», που ξεπήδησε αναπάντεχα το '44 στα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου, είναι το πρώτο και μοναδικό αντάρτικο θέατρο στην ιστορία του τόπου...».
Ο Κοτζιούλας έγραφε και πεζογραφία, αλλά, ωστόσο, για την ποίησή του έγινε πιο γνωστός. Ο Βάρναλης τον χαρακτηρίζει «Ποιητή με τα ούλα του, από τους πρώτους της πρώτης πεντάδας της «καθεστηκυίας» γενιάς.
Ενα μεγάλο μέρος από τους στίχους του έχουν τη σφραγίδα του γενέθλιου τόπου του, της Ηπείρου. Αυτό το μαρτυράει κατεξοχήν το ποίημα «ΗΠΕΙΡΟΣ» (1941), από το οποίο παραθέτουμε την εξής χαρακτηριστική στροφή:
Στον τόπο μας δε μεγαλώνουν οκνοί δούλοι,
Κανένας δεν ακούει τυράννου προσταγή:
το ξακουσμένο πέφτει εδώ, το μέγα Σούλι,
που 'ν' αγιασμένη η κάθε πέτρα του στη γη.
Στο Αγρίνιο με τη «Λαϊκή Σκηνή» του ΕΛΑΣ. Ο Γ. Κοτζιούλας τρίτος στην πίσω σειρά (Πηγή φωτ.: Κώστα Στεργιόπουλου, «Η Ελληνική Ποίηση», εκδ. «Σοκόλη»)
Ετικέτες
Αδάμος Τάκης,
Κοτζιούλας Γιώργος
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
Vivir para contarla
- Το ραντεβού με τη ζωή στην Κολομβία αφηγείται ο Γκαρσία Μάρκες στα απομνημονεύματά του
Μετά από έξι χρόνια σιωπής και ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες επιστρέφει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Θέμα του νέου του βιβλίου Vivir para contarla (Να την ζήσεις για να την ιστορήσεις) είναι η ζωή του και η πραγματικότητα στην Κολομβία του 20ού αιώνα.
Όπως μετέδωσε το BBC, το βιβλίο -ουσιαστικά ο πρώτος από τους δύο ή τρεις τόμους που θα κυκλοφορήσουν- έχει 580 σελίδες και θεωρείται από πολλούς ως ένα από τα πλέον σημαντικά έργα του μεγάλου Κολομβιανού συγγραφέα.
Στην πρώτη του έκδοση το βιβλίο -του εκδοτικού Οίκου Norma- κυκλοφόρησε σε 160.000 αντίτυπα και όλα δείχνουν ότι αυτά θα εξαντληθούν έως τα Χριστούγεννα. Στην Κολομβία, κυκλοφόρησαν 60.000 αντίτυπα και ήδη έχει προπωληθεί μέσω τηλεφωνικών παραγγελιών ή κρατήσεων το 60% από αυτά.
Σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα El Mundo, ειδική εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη στη Βαρκελώνη, στην οποία συμμετείχαν γνωστοί συγγραφείς και ηθοποιοί. Αποσπάσματα του έργου διάβασε η σπουδαία Ισπανίδα ηθοποιός Λόλα Ερέρα.
«Δεν υπάρχει τίποτα σε αυτό τον κόσμο και στον άλλο που να μην είναι χρήσιμο στον συγγραφέα» είναι μία από τις εξομολογήσεις του «Γκάμπο» στο βιβλίο. Σε άλλο σημείο αναφέρει: «Δεν με ενδιέφερε η φήμη, το χρήμα και τα γεράματα γιατί πάντοτε πίστευα ότι θα πεθάνω νέος στο δρόμο.
» Μου κόστισε πολύ να μάθω να διαβάζω. Δεν καταλάβαινα γιατί το γράμμα Μ του αλφάβητου πρέπει να το αποκαλούμε 'έμε'. Όταν όμως έμαθα να διαβάζω, αυτό έγινε το πλέον γλυκό ναρκωτικό μου.
» Έμαθα να απαντώ στους δασκάλους μου με τέτοιο τρόπο, που εκείνοι έλεγαν ότι σίγουρα κάτι δεν πάει καλά με μένα.»
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στην πόλη Αρακατάκα της Κολομβίας στις 6 Μαρτίου 1927. Η πρώτη του επαφή με το βιβλίο ήλθε σε πολύ μικρή ηλικία, όταν έπεσαν στα χέρια του οι Χίλιες και μία νύχτες.
Μπήκε στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Νομικά, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Προτιμούσε το γράψιμο, τις φιλολογικές παρέες στα καφέ της χώρας και τη δημοσιογραφία. Το 1982 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες περιγράφουν οι φίλοι του, μιλώντας στο BBC:«Κάποιοι λένε ότι ο Γκάμπο είναι ματαιόδοξος και ότι του αρέσει να είναι δίπλα στους ισχυρούς. Αλλοι υποστηρίζουν ότι αυτός ο Κολομβιανός πολίτης του κόσμου εξακολουθεί να είναι ο ίδιος προληπτικός άνθρωπος που αγαπά το καλό κρασί, τον κινηματογράφο και τη γαλλική μουσική.»
- news.in.gr, 10/10/02
Ετικέτες
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ,
Μάρκες Γκαμπριέλ Γκαρσία
Mάρκες, το μυθιστόρημα της ζωής του...
- Στις 8 Oκτωβρίου 2002 τα βιβλιοπωλεία της Kολομβίας άρχισαν να διαθέτουν τα απομνημονεύματα του τότε 75χρονου Γκαμπριέλ Γκαρσία Mάρκες. Mε τίτλο στα ισπανικά «Vivir Para Contarla» (Zήσε για να το διηγηθείς), ο τόμος των απομνημονευμάτων του ασθενούντος Mάρκες παρουσιάστηκε στην Mπογκοτά με μεγάλη δημοσιότητα απουσία όμως του συγγραφέως, ο οποίος ζει στο Mέξικο Σίτι. Στο «Vivir Para Contarla», ο Mάρκες διηγείται τη ζωή του ώς το έτος 1955 με επίκεντρο την πόλη της Kολομβίας Aρακατάκα, όπου γεννήθηκε και που τον ενέπνευσε για να γράψει το πιο διάσημο μυθιστόρημά του, «Tα εκατό χρόνια μοναξιάς». Tο βιβλίο τυπώθηκε σε πρώτη φάση σε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και μέσα σε μια εβδομάδα επρόκειτο να διατεθεί σε όλες τις ισπανόφωνες χώρες, ενώ συγχρόνως άρχιζε να μεταφράζεται στις κυριότερες γλώσσες.
Kυκλοφόρησε, έπειτα από «κυοφορία» δεκατριών χρόνων, ο πρώτος τόμος των απομνημονευμάτων του νομπελίστα συγγραφέα
- Tου Winston Manrique Sabogal - El Pais
- Gabriel Garcia Marquez
- Vivir para contarla («Nα ζήσω για να τη διηγηθώ»)
- Eκδ. Mondador
«H ζωή δεν είναι αυτό που έχεις ζήσει, αλλά αυτό που θυμάσαι και ο τρόπος που το θυμάσαι για να το διηγηθείς». Eτσι αρχίζει ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Mάρκες τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Vivir para contarla» («Nα ζήσω για να τη διηγηθώ»), που κυκλοφόρησε στις 10 Oκτωβρίου στις ισπανόφωνες χώρες.
Στο εξώφυλλο, σε μια φωτογραφία που έχει θαμπώσει ο χρόνος, ένα αγοράκι με μεγάλα έκπληκτα μάτια κρατάει ένα παξιμάδι πιο μεγάλο από το χέρι του. Eίναι δύο ετών, πρωτότοκος γιος ενός τηλεγραφητή, που παίζει βιολί στις γιορτές, και της όμορφης γυναίκας του. Eίναι ο μικρός Γκαμπριέλ Γκαρσία Mάρκες, που τώρα, στα 75 του, κατάφερε να φανεί συνεπής στο πιο δύσκολο ραντεβού, τη συνάντηση με τις αναμνήσεις του. Tο αγοράκι μοιάζει να καλωσορίζει τον αναγνώστη στο μυθιστόρημα της ζωής του. Σελίδες όπου ο συγγραφέας συνεχώς προσπαθούσε να ξεφύγει από τα «νύχια της νοσταλγίας» για να οικοδομήσει τη δική του ιστορία, που είναι επίσης η ιστορία των παππούδων του, των θείων, των γονιών και των αδελφών του, των ανθρώπων που άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στη δική του ζωή. O πρώτος αυτός τόμος των απομνημονευμάτων του είναι ένα οδοιπορικό στις ρίζες που τροφοδότησαν τη μελλοντική του άνθηση.
Tο «Vivir para contarla», ο πρώτος από τους δύο ή τρεις τόμους της αυτοβιογραφίας του Mάρκες, σταματά στο 1955. Eίναι ο πρώτος σταθμός που κάνει ο «Γκάμπο», όπως τον φωνάζουν και όπως υπογράφει και ο ίδιος, στο μεγάλο ταξίδι του. Mέχρι εδώ έφτασε 13 χρόνια αφότου πήρε την απόφαση να διηγηθεί τη ζωή του. Aπό τα χρόνια αυτά, τα πέντε αφιερώθηκαν στο συστηματικό γράψιμο και τα δύο στην επιμέλεια.
Aν και η ιδέα τον κυνηγούσε από παλιά, μόνο μετά το «O στρατηγός στον λαβύρινθό του», το 1989, άρχισε να ξετυλίγει στα σοβαρά το κουβάρι της μνήμης του. Oταν όμως οι αναμνήσεις του ήρθαν αντιμέτωπες με τη γραφή, εξεγέρθηκαν και απαίτησαν να μάθει να γράφει διαφορετικά. «Aυτή η μαθητεία ήταν η μόνη διέξοδος που βρήκα για να λύσω τα μάγια του ίδιου του εαυτού μου και να μπορέσω να αφηγηθώ τη ζωή μου», είπε πριν από μερικούς μήνες ο Γκάμπο σε ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα, συμπαραγωγή της France 3, της RAI, της ισπανικής TVE και του κολομβιανού Canal 22.
H ζωή του έκτοτε ακολούθησε μια πολυδαίδαλη πορεία. Hθελε να κάνει τα πάντα. Γράφει το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων», το τελευταίο του μυθιστόρημα. Aναζωογονεί το ενδιαφέρον του για τη δημοσιογραφία και συμμετέχει στη δημιουργία μιας τηλε–εφημερίδας στην πατρίδα του, όπου είναι το πιο αγαπητό πρόσωπο, ένας λατρεμένος πατριάρχης. Δημιουργεί το Iδρυμα για μια Nέα Iβηροαμερικανική Δημοσιογραφία, για να προσφέρει εργαστήρια επαγγελματικής άσκησης στους νέους δημοσιογράφους. Γράφει ένα μεγάλο ρεπορτάζ για την απαγωγή Kολομβιανών δημοσιογράφων από τον Πάμπλο Eσκομπάρ, τον βαρώνο της κοκαΐνης: την «Eίδηση μιας απαγωγής», το τελευταίο του βιβλίο, που εκδόθηκε το 1996. Kάνει εκκλήσεις για την ειρήνη στην πατρίδα του, που σπαράσσεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Tο 1998 αγοράζει την εφημερίδα της Mπογκοτά, Cambio.
Kαι σαν να μην έφταναν αυτά, το 1999 έρχεται αντιμέτωπος με την αρρώστια: οι γιατροί διαγιγνώσκουν ότι πάσχει από καρκίνο των λεμφαδένων. Για μεγάλο διάστημα η ζωή του κινείται μεταξύ της Πόλης του Mεξικού, όπου έχει εγκατασταθεί με την οικογένειά του, και του Λος Aντζελες όπου υποβάλλεται σε θεραπευτική αγωγή. Ωσπου καταφέρνει να πάρει επ’ αόριστον αναστολή από τον θάνατο, όπως συχνά συμβαίνει στις ιστορίες του.
- Aυστηρό ψαλίδι
H αρρώστια τον υποχρεώνει να περιορίσει στο ελάχιστο τις δημόσιες εμφανίσεις του, ενώ η θετική όψη του νομίσματος, όπως έχει πει ο ίδιος, είναι ότι του δίνει την ευκαιρία να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Tην πρώτη τελεία στο «Vivir para contarla» την έβαλε το χειμώνα του 2000. Hταν συνολικά 900 σελίδες. Aπό τότε αφιερώθηκε στο «μοντάζ», χρησιμοποιώντας το αυστηρό ψαλίδι του έμπειρου δημοσιογράφου. Kαταπιάνεται επίσης με την τελική διακρίβωση των στοιχείων, έργο στο οποίο τον βοηθάει πολύ ο γιος του, ο Pοντρίγκο Γκαρσία Mπάρτσα. Aυτός αναλαμβάνει μια σειρά από συνεντεύξεις που επιβεβαιώνουν ονόματα και ημερομηνίες.
H επίπονη δουλειά της επιμέλειας συνεχίζεται, ενώ στο μεταξύ ο συγγραφέας δίνει στη δημοσιότητα κάποια δείγματα από την ολοκληρωμένη δουλειά του. Σ' ένα από αυτά αφηγείται το ταξίδι που έκανε το 1950 μαζί με τη μητέρα του στον τόπο όπου πέρασε τα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του. Eκεί στην Aρακατάκα, στα παράλια της Kολομβίας στην Kαραϊβική, βρέθηκε «στο έλεος της νοσταλγίας». Aνακάλυψε μνήμες που είχαν μείνει ακινητοποιημένες μέσα του, αλλά και το μαγικό όνομα ενός αγροκτήματος –«Mακόντο»– που έγινε το σύμπαν όπου κατοίκησαν οι ήρωες του έργου του. Σε μια δεύτερη προδημοσίευση, αφηγείται το ειδύλλιο των γονιών του, της Λουίσα Σαντιάγα και του Γκαμπριέλ Eλίχιο, που του ενέπνευσε το μυθιστόρημα «O έρωτας στα χρόνια της χολέρας».
- «Πλειστηριασμός»
Στις αρχές του 2002, ο Mάρκες είχε ήδη «κόψει» 300 σελίδες – απέμειναν μόνο 596. Eν τω μεταξύ, ο «πλειστηριασμός» για τα δικαιώματα είχε ξεκινήσει και, όπως λένε, υπήρξε από τους πιο σκληρούς των τελευταίων χρόνων. Tελικά τα δικαιώματα για την Iσπανία και τη Nότιο Aμερική τα πήρε ο οίκος Mondatori. Kαι η τελική προθεσμία για την κυκλοφορία του βιβλίου ορίστηκε τον Oκτώβριο του 2002.
Tο καλοκαίρι ήλθε το «πρωτότυπο» στη Bαρκελώνη (η Agencia CarmeBarcels, με έδρα τη Bαρκελώνη, αντιπροσωπεύει τον Mάρκες από τον καιρό που εκδόθηκαν τα «Eκατό χρόνια μοναξιά»), ωστόσο η διαδικασία διόρθωσης δεν σταμάτησε. Tα χειρόγραφα πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στο Mεξικό και την καταλανική πρωτεύουσα, ώσπου, επιτέλους, ορίστηκε η ημερομηνία της παρουσίασης του βιβλίου: 10 Oκτωβρίου. O Γκάμπο φάνηκε συνεπής στο πρώτο «ραντεβού με την ιστορία» του. Tώρα μπορεί απερίσπαστος να αφιερωθεί στη συνέχεια του μεγάλου μυθιστορήματος της ζωής του.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/10/2002
Ετικέτες
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ,
ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ,
ΚΡΙΤΙΚΗ,
Μάρκες Γκαμπριέλ Γκαρσία
ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ: Ο Κάστρο που γνωρίζω
- Ενας επαναστάτης της λογοτεχνίας γράφει για έναν επαναστάτη της πολιτικής. Τι οραματίζεται, τι φοβάται, τι διαβάζει, αλλά και πώς μαγειρεύει.
- Του ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ
Η προσήλωσή του στο λόγο. Η επιβολή της γοητείας του. Αναζητεί τα προβλήματα όπου κι αν βρίσκονται. Η ορμή των εμπνεύσεών του είναι χαρακτηριστική του τρόπου συμπεριφοράς του. Τα βιβλία εκφράζουν άριστα το εύρος των προτιμήσεών του. Έκοψε το κάπνισμα για να έχει το ηθικό δικαίωμα να το καταπολεμήσει. Του αρέσει να μαγειρεύει ακολουθώντας τις οδηγίες της συνταγής μ' ένα είδος επιστημονικής ζέσης. Διατηρείται σε εξαιρετική φυσική κατάσταση με αρκετές ώρες καθημερινής γυμναστικής και συχνή κολύμβηση.
Ανεξάντλητη υπομονή! Σιδηρά πειθαρχία! Η δύναμη της φαντασίας τον παρασύρει στα απρόβλεπτα. Όσο σπουδαία είναι η συνήθεια της εργασίας άλλο τόσο είναι και η συνήθεια της ξεκούρασης.
Οταν κουράζεται από τη συζήτηση, ξεκουράζεται συζητώντας. Γράφει καλά και του αρέσει να γράφει. Το μεγαλύτερο διεγερτικό στη ζωή του είναι η συγκίνηση του ρίσκου. Το βήμα του αυτοσχεδιαστή μοιάζει να είναι το τέλειο οικολογικό του περιβάλλον. Αρχίζει πάντα με μια σχεδόν ψιθυριστή φωνή, χωρίς συγκεκριμένο στόχο, αλλά επωφελείται από οποιαδήποτε αναλαμπή για να κερδίσει έδαφος, σπιθαμή προς σπιθαμή, μέχρι που κάνει ένα είδος μεγάλης σαρωτικής κίνησης και κυριαρχεί στο ακροατήριό του. Είναι η έμπνευση: η ακατανίκητη και εκθαμβωτική ευλογία που αρνούνται μόνο όσοι δεν είχαν το μεγαλείο να τη ζήσουν. Είναι ο κατ' εξοχήν αντιδογματικός.
Ο Χοσέ Μαρτί είναι ο αρχιβοηθός στη σύνταξη των λόγων του και είχε το ταλέντο να ενσωματώσει την ιδεολογία του στον αισιόδοξο χείμαρρο μιας μαρξιστικής επανάστασης. Η ουσία της δικής του νοοτροπίας θα μπορούσε να βρίσκεται στη βεβαιότητα πως όταν εργάζεται κανείς για τις μάζες απασχολείται βασικά με τα άτομα.
- Δεν παραδέχεται την ήττα
Η στάση του απέναντι στην ήττα, ακόμα και στις παραμικρές πράξεις της καθημερινής ζωής, μοιάζει να υπακούει σε μια ιδιωτική λογική: ούτε που την παραδέχεται και δεν ησυχάζει στιγμή όσο δεν καταφέρνει να αντιστρέψει τους όρους και να τη μετατρέψει σε νίκη. Κανένας δεν είναι πιο επίμονος από αυτόν όταν έχει βάλει σκοπό να εξετάσει κάτι σε βάθος. Δεν υπάρχει κολοσσιαίο ή μικροσκοπικό σχέδιο που να μην το αναλάβει με έναν παθιασμένο ενθουσιασμό. Και ιδιαίτερα όταν πρέπει να αντιμετωπίσει δυσκολίες. Τότε, όπως ποτέ άλλοτε, εμφανίζεται με μεγαλύτερη προθυμία, με καλύτερη διάθεση. Κάποιος, που πιστεύει πως τον γνωρίζει καλά, του είπε: «Τα πράγματα πρέπει να πηγαίνουν πολύ άσχημα, γιατί φαίνεστε μια χαρά» (...)
Η πιο σπάνια αρετή του ως πολιτικού είναι εκείνη η ικανότητα να διακρίνει την εξέλιξη ενός γεγονότος μέχρι τις πιο απόμακρες επιπτώσεις του... αλλά αυτή η ικανότητα δεν προέρχεται από τη θεία φώτιση παρά είναι το αποτέλεσμα ενός δύσκολου και επίπονου συλλογισμού. Ο καλύτερος βοηθός του είναι η μνήμη και τη μεταχειρίζεται κατά κόρον για να στηρίξει ομιλίες ή προσωπικές συζητήσεις με εκπληκτικούς συλλογισμούς και αριθμητικές πράξεις απίστευτης ταχύτητας.
Απαιτεί την ανεξάντλητη βοήθεια καλομασημένης και χωνεμένης πληροφόρησης. Η εργασία της συγκέντρωσης ειδήσεων προηγείται από τη στιγμή που ξυπνάει. Στο πρωινό καταβροχθίζει τουλάχιστον 200 σελίδες με ειδήσεις από όλο τον κόσμο. Στη διάρκεια της ημέρας παίρνει τις επείγουσες ειδήσεις όπου και να βρίσκεται, υπολογίζει πως καθημερινά διαβάζει περίπου 50 έγγραφα, στα οποία πρέπει να προσθέσει κανείς τις αναφορές των κρατικών υπηρεσιών και των επισκεπτών του και όλα όσα μπορούν να τραβήξουν την ατέλειωτη περιέργειά του.
Οι απαντήσεις πρέπει να είναι ακριβείς, γιατί είναι ικανός να ανακαλύψει την παραμικρή αντίφαση σε μια τυχαία φράση. Μια άλλη πηγή ζωτικής πληροφόρησης είναι τα βιβλία. Είναι ένας αδηφάγος αναγνώστης. Κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει πώς βρίσκει το χρόνο ούτε ποια μέθοδο χρησιμοποιεί για να διαβάζει τόσο πολύ και με τόση ταχύτητα, αν και ο ίδιος επιμένει πως δεν μεταχειρίζεται τίποτα το εξαιρετικό. Πολλές φορές έχει πάρει ένα βιβλίο τα ξημερώματα και το επόμενο πρωινό το συζητάει. Διαβάζει αγγλικά αλλά δεν τα μιλάει. Προτιμάει τα ισπανικά και μπορεί να διαβάσει ένα γραμμένο χαρτί που θα πέσει στα χέρια του οποιαδήποτε στιγμή. Συνήθως διαβάζει οικονομικά και ιστορικά θέματα. Είναι καλός αναγνώστης λογοτεχνίας κι ενημερώνεται προσεκτικά.
Συνηθίζει να κάνει γρήγορες ερωτήσεις. Απανωτές ερωτήσεις σε στιγμιαίες ριπές για να ανακαλύψει το γιατί και το πώς, του γιατί και του πώς, του τελικού γιατί και πώς. Οταν ένας επισκέπτης της Λατινικής Αμερικής του έδωσε μια φορά βιαστικά έναν αριθμό σχετικά με την κατανάλωση ρυζιού των συμπατριωτών του, αυτός έκανε τον υπολογισμό νοερά και είπε: «Για φαντάσου, ο καθένας μας λοιπόν τρώει δύο κιλά ρύζι την ημέρα». Η αριστοτεχνική τακτική του είναι να ρωτάει σχετικά με τα πράγματα που γνωρίζει για να επιβεβαιώνει τις πληροφορίες του. Και σε μερικές περιπτώσεις για να υπολογίσει το διαμέτρημα του συνομιλητή του και να του φερθεί ανάλογα.
- Τι θα 'θελε περισσότερο στον κόσμο
Οραματίζεται τη Λατινική Αμερική στο μέλλον όπως ο Μπολίβαρ και ο Μαρτί, μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη κοινότητα, ικανή να κατευθύνει το πεπρωμένο του κόσμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η χώρα που καλύτερα γνωρίζει μετά την Κούβα. Εχει βαθιές γνώσεις για τη φύση του λαού, τις δομές της εξουσίας, τις δευτερεύουσες προθέσεις των κυβερνήσεών της και αυτό τον έχει βοηθήσει να διαχειρίζεται το ακατάπαυστο μαρτύριο του αποκλεισμού.
Σε μια πολύωρη συνέντευξη, κοντοστέκεται σε κάθε θέμα, τολμάει να θίξει τις πιο απίθανες περιπλοκές χωρίς να παραμελεί ποτέ την ακρίβεια, γνωρίζοντας πως μία μόνο λανθασμένη λέξη μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες καταστροφές. Ποτέ δεν αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, όσο προκλητική και να είναι, ούτε ποτέ έχει χάσει την υπομονή του. Όσο για αυτούς που του κρύβουν την αλήθεια για να μην του προκαλέσουν παραπάνω στεναχώριες από όσες ήδη έχει: Αυτός τη γνωρίζει. Σ έναν αξιωματούχο που του έκρυβε την αλήθεια είπε: «Μου κρύβετε την πραγματικότητα για να μη με ανησυχήσετε, αλλά όταν τελικά θα την ανακαλύψω θα πεθάνω αντικρίζοντας απότομα τόσες αλήθειες που δεν μου λέγατε». Οι πιο σοβαρές, ωστόσο, είναι οι αλήθειες που του κρύβουν για να καλύψουν τις ανεπάρκειες, γιατί παράλληλα με τα τεράστια επιτεύγματα που στηρίζουν την Επανάσταση, τα πολιτικά, επιστημονικά, αθλητικά, πολιτιστικά επιτεύγματα, υπάρχει μια κολοσσιαία γραφειοκρατική ανικανότητα που επηρεάζει σχεδόν από κάθε άποψη την καθημερινή ζωή και ιδιαίτερα την οικιακή ευτυχία.
Οταν μιλάει με τους ανθρώπους στο δρόμο, η ομιλία του ξαναβρίσκει την εκφραστικότητα και την ωμή ειλικρίνεια της αληθινής αγάπης. Τον φωνάζουν «Φιντέλ». Τον τριγυρίζουν ακίνδυνα, του μιλούν στον ενικό, συζητούν μαζί του, του φέρνουν αντιρρήσεις, με μια άμεση δίοδο επικοινωνίας από όπου ξεχύνεται η αλήθεια ορμητικά. Τότε είναι που αποκαλύπτεται το ιδιόρρυθμο ανθρώπινο πλάσμα, που η αντανάκλαση της ίδιας της εικόνας του δεν μας αφήνει να δούμε. Αυτός είναι ο Φιντέλ Κάστρο που πιστεύω πως γνωρίζω: ένας άντρας με ασκητικές συνήθειες, αχόρταγες αυταπάτες, με μια σοβαρή μόρφωση του παλιού καιρού, με προσεκτικές κουβέντες και χαμηλούς τόνους και ανίκανος να συλλάβει οποιαδήποτε ιδέα που δεν είναι γιγάντια.
Ονειρεύεται πως οι επιστήμονές του θα ανακαλύψουν την οριστική θεραπεία για τον καρκίνο κι έχει δημιουργήσει μια εξωτερική πολιτική παγκόσμιας δύναμης, σε ένα νησί 84 φορές πιο μικρό από τον κυριότερο εχθρό του. Εχει την πεποίθηση πως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ανθρώπινου πλάσματος είναι η καλή διαπαιδαγώγηση της συνείδησής του και πως τα ηθικά κίνητρα, περισσότερο από τα υλικά, είναι ικανά να αλλάξουν τον κόσμο και να γράψουν ιστορία.
Τον έχω ακούσει, τις λιγοστές φορές που νοσταλγεί τη ζωή, να επικαλείται αυτά που θα μπορούσε να είχε κάνει με άλλο τρόπο για να κερδίσει περισσότερο χρόνο. Βλέποντάς τον πολύ καταπονημένο από το βάρος τόσων ξένων πεπρωμένων, τον ρώτησα τι ήταν αυτό που θα ήθελε περισσότερο σε αυτόν τον κόσμο και αυτός μου απάντησε αμέσως: «να πάω να σταθώ σε μια γωνία».
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΠΤΑ, 17/09/2006
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



