Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Ολγα ΜΑΣΤΟΡΑ-ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗ: Εργάτρια από καλή πάστα φτιαγμένη

Εργάτρια από καλή πάστα φτιαγμένη
Το προεδρείο αντιδικτατορικής συγκέντρωσης στη Βουδαπέστη: Χαρίλαος Φλωράκης, Αύρα Παρτσαλίδου, Ολγα Μάστορα - Ψαρογιάννη και Θράσος Σαρρής

Πλυθήκαμε, ντυθήκαμε, αφήσαμε το παιδί στη γειτόνισσα και πήγαμε στα γραφεία. Ηταν πολλοί μαζεμένοι και στη μέση ο Πετρής (Ερυθριάδης). Μόλις μας είδε μας χαιρέτησε φιλικά, γνωριζόμασταν από το ΔΣΕ. (...) Μας είπε να περάσουμε στο άλλο γραφείο για να μιλήσουμε λίγο μόνοι μας. Αρχίσαμε τη συζήτηση γύρω από τα καθημερινά προβλήματα:
«Εμαθα για το γάμο σας και χάρηκα πολύ. Τέτοια ζευγάρια είναι πολύ χρήσιμα για τον αγώνα μας», είπε τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις.
Είπαμε για τις δουλειές μας, για τα προβλήματα μας, για τις δυσκολίες που συναντούμε στην προσαρμογή μας στις νέες συνθήκες κι αναφέραμε και το παιδί μας. Κόμπιασε για λίγο...
«Α, έχετε κορούλα, να σας ζήσει! Είναι καλά; Πιστεύω να την έχετε στο βρεφικό σταθμό».
«Οχι, είναι λίγο άρρωστο το παιδί μας και το κρατάμε».
«Ε, παιδιά είναι, αρρωσταίνουν! Κι εγώ τα παιδιά μου τα έχω σε παιδικούς σταθμούς μακριά το ένα από το άλλο...».
Καταλάβαμε ότι ένιωσε αμηχανία κι ότι κάτι ήθελε να μας πει. Τον διευκολύναμε λίγο στη συζήτηση.
Κόμπιασε λίγο ακόμα ο Πετρής και συνέχισε: «Το Κόμμα σκέφτεται να σας χρησιμοποιήσει σε παράνομη δουλειά στην Ελλάδα».
Μέχρι τότε οι σύντροφοι που γύριζαν παράνομα στην Ελλάδα τραβούσαν πάρα πολλά. Περνούσαν τα σύνορα με τα πόδια. Ετσι, αντιμετώπιζαν μεγαλύτερους κινδύνους... Ο Γιάννης προσφέρθηκε να πάει αυτός και να μείνω εγώ με το παιδί μας. «Μάλλον μας χρειάζεται γυναίκα, θέλουμε να αναπτύξουμε και τη δουλειά στις γυναίκες. Εκτός αυτού, οι γυναίκες μπορούν να καλυφθούν καλύτερα. Ολα τα μπορούν οι γυναίκες! Γι' αυτό, πρώτη να προετοιμάζεσαι εσύ», μου είπε φιλικά, «θα ειδοποιηθείτε σχετικά. Και προσέξτε, όχι άλλο παιδί προς το παρόν!».
Είπαμε κι άλλα πολλά, όμως στο μυαλό μου έμεινε ένα: ότι πρέπει να πάω σε σχολή, να προετοιμαστώ για τη δουλειά στην Ελλάδα. Με βαριά καρδιά και συναίσθηση της ευθύνης αναλαμβάνει ο Γιάννης το παιδί κι εγώ τη δύσκολη, αλλά τιμητική αποστολή που μου ανέθεσε το Κόμμα.
Στις 23 Αυγούστου του 1953, μαζί με μια ομάδα συντρόφων και συντροφισσών, ξεκινήσαμε από τη Λ.Δ. Ουγγαρίας για το άγνωστο... (...) δεν έφευγε από το νου μου ο χωρισμός απ' την κορούλα μου και το Γιάννη. Τους είχα σφίξει στην αγκαλιά μου δυνατά και τους δυο και τους φιλούσα με δάκρυα στα μάτια. Στην αρχή το κορίτσι μου γελούσε. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν γύρω του. Ξαφνικά, άρχισε να κλαίει δυνατά. Κατάλαβε άραγε ότι χάνει τη μανούλα της ή την έσφιξα δυνατά και πόνεσε! Ισως και τα δυο. Ηταν τότε μόλις 16 μηνών...
Στους πρόποδες των Καρπαθίων το τρένο σταμάτησε (...) Περασαν πολλά χρόνια και ποτέ δε ρώτησα να μάθω πού συγκεκριμένα βρισκόταν το μέρος όπου λειτούργησε η Σχολή «Μπελογιάννης» (...) δεν ήθελα να είμαι η αιτία να αποκαλυφθεί αυτή η τοποθεσία. (...) Ζούσαμε μια περιορισμένη, σχεδόν στρατιωτική, ζωή, χωρίς έξοδο, χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Ημασταν οι «διαλεγμένοι» απ' όλες τις χώρες, όπου ζούσαν πολιτικοί πρόσφυγες, κι όπως έλεγε ο Στέφανος, με τη βούλα του «κατασκόπου» ή του δολοφονημένου ήρωα. Μπα, ποιος από μας μπορούσε να φανταστεί πως είναι δυνατό να ξεπεράσει το Μπελογιάννη! (...) Ημασταν καλά οργανωμένοι, πειθαρχημένοι και επιμελείς στα μαθήματα. Στην κολεκτίβα μας επικρατούσε ισότητα, χωρίς βαθμούς και χαιρετούρες. Πρώην ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί, επίτροποι, μαχητές και μαχήτριες είχαμε τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Κύριο καθήκον μας ήταν να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα για να προσαρμοστούμε στις καινούριες συνθήκες. Δυο συνθήματα δέσποζαν στη Λέσχη: «Καινούρια κατάσταση, Καινούρια καθήκοντα» (3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ) και «Γερό μυαλό σε γερό κορμί» (Νίκος Ζαχαριάδης) (...) και η παραίνεση του Λένιν: «Μαθαίνετε, μαθαίνετε, μαθαίνετε».
Την ευθύνη για την προετοιμασία και επιλογή των στελεχών που θα κατέβαιναν στην Ελλάδα την είχε η τριμελής Γραμματεία του ΠΓ της ΚΕ (...) Μια μέρα με φώναξαν κι εμένα. Είχα καλές επιδόσεις στα μαθήματα, με διέκρινε η πειθαρχία και η εχεμύθεια. Τονίζοντας αυτές τις αρετές μου, έλεγαν ακόμα ότι είμαι παιδί της εργατικής τάξης, εργάτρια των εργοστασίων Νάουσας και Βέροιας, και ότι στο ΔΣΕ έκανα σε πολλά τμήματα υπεύθυνη γυναικών (...) Εβαλα τα δυνατά μου να γίνω καλύτερη. Οσο κι αν προσπαθούσα να κρύψω τα συναισθήματά μου, φαίνεται δεν το κατάφερα. Ημουν πιο συμμαζεμένη, πιο πειθαρχική, δε μιλούσα ελεύθερα με τους φίλους σαν και πρώτα. Πολλοί αντιλήφθηκαν την αλλαγή στη συμπεριφορά μου, αλλά δεν τολμούσαν να ρωτήσουν αν ήμουν εγώ η επόμενη υποψήφια. Με φώναξαν πάλι στο γραφείο.
«Είσαι έτοιμη, συντρόφισσα».
«Ναι, έτοιμη είμαι».
«Μισή ώρα σε φτάνει να μαζέψεις τα ρούχα σου;».
Απάντησα καταφατικά. Ούτε δέκα λεπτά δεν έκανα όλα τα είχα έτοιμα και πρόχειρα. Είχα κι ένα χαρτάκι με τον όρκο του ΔΣΕ. Τον ήξερα απ' έξω, αλλά, για καλό και για κακό, σκέφτηκα να τον πάρω μαζί μου, μήπως τον ξεχάσω.
(...) Αργά αργά, βαριά και σταθερά ακούω ακόμα στ' αυτιά μου τις ερωτήσεις που μου έγιναν και τους όρκους που ξανάδωσα για να πάω να εκπληρώσω την τιμητική αποστολή μου στην Ελλάδα. Ο σύντροφος του ΠΓ μου λέει: «Θυμάσαι ακόμα, συντρόφισσα, τον όρκο που έδωσες σαν μαχήτρια και στέλεχος του ΔΣΕ;» Ξαφνιάστηκα για μια στιγμή και πίεσα το μυαλό μου να τον θυμηθώ. Ανακατωμένα έρχονταν αρχικά στο μυαλό μου τα λόγια, αλλά σιγά σιγά τον θυμήθηκα όλο και τον είπα. Κοκκίνισα λίγο που δεν ερχόταν αμέσως στο μυαλό μου, αλλά μόλις τελείωσα ανακουφίστηκα. Λες και είχε τελειώσει το μισό της αποστολής μου! Σαν να διάβασε τις σκέψεις μου ο σύντροφος του ΠΓ και μου λέει με τον ίδιο τόνο στη φωνή του:
«Συντρόφισσα, τώρα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Τώρα είμαστε νικημένοι. Πάμε από την αρχή να επανακτήσουμε τις θέσεις που χάσαμε στην εργατική τάξη και το λαό μας. Αλλες μορφές πάλης, όμως πιο δύσκολες».
Αναρωτιέμαι μέσα μου: «Τι λέει τούτος εδώ; Τα ξέχασε τα κρύα, τα χιόνια και τις οβίδες που έπεφταν γύρω μας; Ξέχασε το Γράμμο, το Βίτσι, τις δυσκολίες που τραβήξαμε; Εμένα άραγε να με ξέχασε και δε θυμάται τουλάχιστον, το παράσημο που μου έδωσε ο ίδιος (το παράσημο αυτό απονεμήθηκε σ' όσους πολέμησαν στο Γράμμο είχε το γαλανόλευκο χρώμα της σημαίας μας και την επιγραφή ΓΡΑΜΜΟΣ).
«Δεν τα ξέχασα», μου λέει ο σύντροφος. Ξαφνιάστηκα που διάβασε και πάλι τις σκέψεις μου κι αποφάσισα να απαντήσω ευθέως όταν με ρωτήσει.
«Ας συνεχίσουμε φωναχτά τις σκέψεις μας, τις απορίες που έχεις, για να τα ξεκαθαρίσουμε όλα, γιατί μετά θα ενεργείς μόνη σου, τουλάχιστον ώσπου να βρεις τους συνεργάτες σου». Και συμπλήρωσε: «Στους παραπάνω όρκους που έδωσες στο ΔΣΕ να προσθέσεις τα παρακάτω: "θα φυλάω σαν κόρη οφθαλμού τα μυστικά του Κόμματος, θα επαγρυπνώ και θα προφυλάγομαι, ώστε να μην πέσω στα χέρια της Ασφάλειας. Κι αν ποτέ με συλλάβουν, ορκίζομαι ότι δε θα προδώσω τους συνεργάτες μου και δε θα αποκαλύψω τα σπίτια που θα με φιλοξενήσουν. Στο στρατοδικείο θα υπερασπιστώ τη γραμμή του ΚΚΕ. Οι ταλαντεύσεις και η προσπάθεια να σώσω μόνο τον εαυτό μου είναι ξένες προς τη συνείδησή μου. Θα τηρώ τους συνωμοτικούς κανόνες και την ιεραρχία του Κόμματος"».
Σώπασε για λίγο και συνέχισε: «Αυτά εδώ δεν είναι όρκος, αλλά συμβουλές (...) Πρέπει να ξεχάσεις το πραγματικό σου όνομα. Να μη γυρίζεις το κεφάλι, μόλις ακούς κάποιον να φωνάζει το παλιό σου όνομα. Λέω το παλιό, γιατί ίσως χρειαστεί να αλλάξεις πολλές φορές το όνομά σου. Επίσης, δυο παράνομοι αγωνιστές δεν μπορούν να ταξιδεύουν στο ίδιο λεωφορείο κατεβαίνει πάντα ο μικρότερος στην ιεραρχία.
Το δρομολόγιο που θα ακολουθήσεις θα το πληροφορηθείς την τελευταία στιγμή. Σου δίνουμε τρεις μέρες προθεσμία να ξανασκεφτείς το θέμα και να απαντήσεις.
Το παιδί σου θα το φροντίσουμε εμείς, δηλαδή το Κόμμα, θα δώσουμε την απαιτούμενη βοήθεια στο σύζυγό σου. Ετσι με τη δική του μέριμνα, θα μεγαλώνει άνετα η κορούλα σου και θα είναι περήφανη, αν τα καταφέρεις στην αποστολή σου».
Απάντησα αμέσως ότι είμαι έτοιμη να αναλάβω την αποστολή. Δεν το δέχθηκε, μου είπε ότι θα περάσει την Τετάρτη για να πάρει την τελική απάντηση. Με αποχαιρέτησε πολύ φιλικά και πατρικά. Κι έφυγε για να μ' αφήσει να σκεφτώ. Τι του χρειαζόταν η προθεσμία; Εδειξα τίποτα σημάδια ότι φοβάμαι; Τι έπρεπε άραγε να κάνω για να μου πει: εντάξει ξεκινάς! Τι να σκεφτώ; Τρεις μέρες ολόκληρες δεν ήθελα να σκεφτώ ούτε την κορούλα μου, ούτε τον άντρα, ούτε τους συντρόφους μου, ούτε τους γονείς μου, ούτε κανένα αγαπητό πρόσωπο. Γιατί άραγε; Φοβόμουν μήπως ξεφυτρώσει μέσα μου κάποιο αδύνατο σημείο. Και δεν είχα άδικο.
(...) Το βράδυ, ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» είπε κάτι δυσάρεστα πράγματα: μίλησε για συλλήψεις παράνομων στελεχών του ΚΚΕ, αναφέροντας ότι ένας απ' αυτούς λύγισε, μαρτύρησε κι άρχισε να «διορθώνει» τη γραμμή του Κόμματος για να κρύψει τη δική του δειλία.
«Βρε, να πάρει η ευχή! Τον ήξερα, ήταν καλός αγωνιστής και παλικάρι. Λες να μην τα καταφέρω κι εγώ;».
(...) Το αεροπλάνο προσγειώθηκε κανονικά στη Βουδαπέστη. Ανάμεσα στους ξένους επιβάτες δυο γνωστοί: εγώ κι ο «παππούς» (ο επίτιμος πρόεδρος του ΚΚΕ, Απόστολος Γκρόζος). 'Η δεν ήταν ενήμερος για την αποστολή μου ή προσποιήθηκε ότι δεν ξέρει τίποτα. Και με ρώτησε: «Πώς από δω, συντρόφισσα;». Πού να βρω το πρώτο ψέμα. «Είναι το κοριτσάκι μου άρρωστο και με στείλανε να το δω». Χαμογέλασε· κανέναν δεν έστελναν τότε ταξίδι για μικροπράγματα. Εκανε πως με πίστεψε κι έφυγε. Αλλο αυτοκίνητο πήρε εμένα κι άλλο τον «παππού».
Τ' αυτοκίνητο προχωράει μέσα στους άδειους δρόμους της Βουδαπέστης (...) Εσκυψα λίγο το κεφάλι για να μη με δει κανείς και προδώσω την αποστολή μου, αλλά στάθηκα «άτυχη». Αναψε το κόκκινο φανάρι, σταμάτησε το αυτοκίνητο κι εκείνη τη στιγμή, απ' την απέναντι πλευρά, περνούσαν τα αγγελούδια του παιδικού σταθμού. Τα συνόδευαν δυο παιδονόμες που κρατούσαν τις δυο άκρες του «σκοινιού», απ' όπου πιάνονταν τα παιδάκια για να μη ξεφύγουν και πάθουν τίποτα στο δρόμο... θάμπωσαν τα μάτια μου. Μετά σκοτάδι και πάλι φως! Αχ, το κοριτσάκι μου, η Μαρίτσα μου ήταν στην τέταρτη σειρά! Πιάνεται από το «σκοινάκι», το βρακάκι της κρέμεται λίγο και με τα πανέξυπνα ματάκια της περιεργάζεται το αυτοκίνητο που στέκεται μπροστά. Πού να φανταστεί το παιδάκι μου ότι μέσα είναι η μανούλα του που φεύγει! Εγώ για μια στιγμή φώναξα: «Σταμάτα, το παιδί μου, αχ, το παιδάκι μου... Σταμάτα, σταμάτα». Ευτυχώς που ο σοφέρ δεν ήξερε ελληνικά. Δεν κατάλαβε τίποτα και με ευγένεια με ρώτησε μήπως αισθάνομαι άσχημα. «Οχι», του είπα, «τράβα». «Πέρασε η πρώτη δοκιμασία», είπα μέσα μου. Και ξανάρθαν στη μνήμη μου οι χιλιάδες αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους για το καλό όλων των παιδιών... Και σιγανά άρχισα να τραγουδώ: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι...».
Τη νύχτα, έφυγε το αεροπλάνο από τη Βουδαπέστη. Από 'δω και πέρα καπιταλισμός. Στο ίδιο αεροπλάνο πάλι κι ο «παππούς». Μόλις με είδε, γέλασε. Του έφυγε κι η τελευταία αμφιβολία για το πού πηγαίνω και μου είπε στοργικά: «Καλή επιτυχία στη δουλειά σου και να είσαι προετοιμασμένη για μεγάλες δοκιμασίες». Ενα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου το σκούπισα να μη με δει και είπα: «Η μεγαλύτερη δοκιμασία για μένα πέρασε...».
Οταν τον ξαναβρήκα, ύστερα από πολλά χρόνια στη Βουδαπέστη κι αργότερα στο 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1978) στην Αθήνα, μου είπε τι σκέφτηκε τότε για μένα: «Αυτή η εργάτρια είναι από καλή πάστα φτιαγμένη».
της Ολγας ΜΑΣΤΟΡΑ - ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗ