Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Γιάννη ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ: Η οικιακή βοηθός...

Η οικιακή βοηθός...
Είναι μια οικογένεια, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, εγκαταστημένοι στην Πόλη, στην Κωνσταντινούπολη. Εχουν ένα μικρό μαγαζάκι με ψιλικά, κι απ' αυτό ζουν μητέρα, πατέρας και δυο κορίτσια.
Ολα πήγαιναν καλά και με τους γείτονες, τους Τούρκους, μιλούσαν, είχαν καλές σχέσεις, ακόμα και επισκέψεις έκαναν μεταξύ τους σε ονομαστικές γιορτές ή γενέθλια...
Και ξαφνικά τι έγινε και ξέσπασε το κακό; Κάποιοι, δεν ξέρουμε ποιοι, έβαλαν φωτιά ή βόμβα στο σπίτι της Θεσσαλονίκης που έμενε παλιά ο Κεμάλ Ατατούρκ! Την άλλη μέρα το πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, γίνεται έξω μεγάλη φασαρία, ακούγονται βρισιές, «άπιστοι, θα πεθάνετε!». Πάει η μητέρα, η Μαρίκα, στο παράθυρο και τι να δει: Οχλος από Τούρκους εξαγριωμένους σπάει το αντικρινό ελληνικό μαγαζί, με ψυγεία, κουζίνες κλπ., το καταστρέφει φωνάζοντας: Γιατί, ωρέ γκιαούρηδες, δε σεβαστήκατε τον πατέρα μας, τον δοξασμένο Κεμάλ; Κι όλα τα εμπορεύματα φορτώνονται σε φορτηγά κι εξαφανίζονται!
-- Κωνσταντίνε, παιδιά, φωνάζει η Μαρίκα, βλέπετε τι γίνεται; Να σωθούμε εμείς, τουλάχιστον! Στο πατάρι όλοι να κλειδαμπαρωθούμε, ώσπου να περάσει η μπόρα και να δούμε τι θα κάνουμε!
Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, όλη η οικογένεια ξεκίνησε για τη μεγάλη περιπέτεια: Την αναχώρηση για την Ελλάδα...
Να περάσουν τα σύνορα κανονικά δεν ήταν δυνατό.
-- Αντρα μου, και καλά μου παιδιά, ας πετάξουμε ό,τι μας βαραίνει, ακόμα και τα τρόφιμα, λέω να περάσουμε τον Εβρο κολυμπώντας, εδώ που είναι μικρό το πλάτος του, κολύμπι ξέρουμε όλοι μας, κι ο Θεός βοηθός! Τον πέρασαν τον ποταμό, μα το αντρόγυνο έχασε στο νερό τα παπούτσια του, κι έτσι έφτασαν στην Ελλάδα ξυπόλυτοι!
Τώρα η Μαρίκα δουλεύει σαν οικιακή βοηθός, δηλαδή παραδουλεύτρα. Ο άντρας της, αν και γραμματιζούμενος, κάνει κάνα - δυο μεροκάματα τη βδομάδα σε μια οικοδομή. Το υπόγειο που μένουν έχει νερό, μα δεν έχει φως...
Πέρασε ένας χρόνος.
-- Κωνσταντίνε, του λέει ένα βράδυ η Μαρίκα μετά το φαγητό, πρέπει ν' αγοράσουμε ένα σπίτι, ένα σπίτι δικό μας, να έχουμε βρέξει - χιονίσει ένα κεραμίδι, που λένε, πάνω απ' το κεφάλι μας...!
-- Μα πώς, βρε γυναίκα, εγώ σταθερή δουλειά δεν έχω και με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα..!
-- Κοίταξε, Κώστα, έχω ένα μικρό κομπόδεμα, μερικές χιλιάδες δραχμές, τα μάζεψα λίγα λίγα, κρυφά από σας, γιατί εσείς όλο να ζητάτε ξέρετε...
-- Ναι, αλλά αυτό, Μαρίκα μου, είναι θηλιά στο λαιμό μας. Αν μας τύχει κάποια αναποδιά και δεν πληρώσουμε τις δόσεις, χάνουμε και το σπίτι, χάνουμε κι όσα λεφτά δώσαμε!
-- Κώστα, άσε με ήσυχη, ξέρω τι κάνω, άμα δεν τολμήσουμε, δεν θα κάνουμε τίποτα στη ζωή μας... Θα ζούμε πάντα μια ζωή στερημένη και μίζερη, αυτή που ζούμε και τώρα. θυμάσαι που ήρθαμε ξυπόλυτοι εδώ; Κι όμως, τώρα έχουμε τουλάχιστον τα απαραίτητα!..
Τώρα, η οικογένεια μένει στο Περιστέρι σ' ένα μικρό δυάρι μιας πολυκατοικίας.
Μείνανε, βέβαια, κάνα μήνα χωρίς δουλειά κι είπανε το ψωμί ψωμάκι, ώσπου η Μαρίκα πήρε το πρώτο της μεροκάματο, 35 ολόκληρες δραχμές! Πήγε σπίτι χαμογελαστή, φορτωμένη με τα απαραίτητα, ψωμί, τυρί, ελιές, λαχανικά και αυγά. «Με τόση ακρίβεια στην αγορά, πώς να πάρω τίποτα παραπάνω;». Στο σπίτι που δουλεύει μένει ένα αντρόγυνο, γέρος και γριά, την αγαπάνε και τους αγαπάει. Της δίνουνε ακόμα ρούχα που περισσεύουν, και πότε πότε μερικά τρόφιμα.
-- Κώστα, δεν πρέπει να πάρουμε κι εμείς ένα αμάξι, ένα αυτοκίνητο, όλοι, σχεδόν έχουνε...
-- Ναι, Μαρικάκι μου, χρειαζούμενο είναι, σκέφτηκες, όμως, πώς θα το πληρώσουμε;
-- Θα το πληρώσουμε, μην ανησυχείς, βρήκα κι άλλο ένα σπίτι, άντρα μου. Εξάλλου κι εσύ δουλεύεις...
- Ναι, δε λέω, δουλεύω, όμως δεν έχει δουλειά και κάθε μέρα...
Το πήρε το αμάξι η κυρά Μαρίκα. Μικρό, φτηνό, αλλά εμφανίσιμο, όμως μεταχειρισμένο. Κι από τα χιλιόμετρα που δείχνει το κοντέρ, θα μπορούσε να έχει κάνει το γύρο της Γης 3 φορές!
Στη γειτονιά, στο διπλανό σπίτι, μένει ένα αντρόγυνο. Με την γειτόνισσα, την κυρά Χρυσούλα, είχανε γίνει φίλες. Ο άντρας εργάτης, η κυρά Χρυσούλα είναι οδηγός ταξί, δηλαδή ταξιτζού!
Αρρώστησε, όμως, η γυναίκα και σταμάτησε τη δουλειά, και τα έξοδα μεγαλώσανε, γιατροί, φάρμακα...
Μια μέρα που η κυρά Μαρίκα πήγε στο νοσοκομείο να δει πώς πάει η υγεία της φίλης της και να της κάνει παρέα, της λέει εκείνη:
-- Βρε Μαρικάκι μου, δεν παίρνεις το αμάξι μου, το ταξί - ξέρω, είσαι μια οδηγός πάρα πολύ καλή και στο εμπιστεύομαι - κι όποτε ευκαιρείς να κάνεις μερικές κούρσες, θα σου δώσω την άδεια και το δίπλωμά μου... Μοιάζουμε αρκετά, τα μαλλιά σου θα φτιάξεις λίγο σαν τα δικά μου, τι λες, γίνεται τίποτα;
-- Οσο γι' αυτό, αν κι είναι παράνομο, θα το κάνω για το χατίρι σου. Εξάλλου δεν κλέβουμε κανένα, μια δουλειά είναι κι αυτή!
Εκατσε το λοιπόν η κυρά Μαρίκα στο τιμόνι κι άρχισε τη δουλειά. Επαιρνε και συνταξιδιώτες κάποια γριούλα ή ένα γεροντάκι να μην περιμένουν μες στο κρύο, και κάθε βράδυ πήγαινε την είσπραξη στη φίλη της τη Χρυσούλα κι εκείνη ήθελε να της δώσει τα μισά.
-- Οχι, δεν τα θέλω Χρυσούλα μου, αυτά είναι όλα δικά σου, για να γίνεις καλά!
Η κυρά Χρυσούλα δάκρυσε, φιληθήκανε, κι η Μαρίκα της ευχήθηκε και πάλι περαστικά κι έφυγε.
Η Μαρίκα δούλεψε έτσι κάπου δυο μήνες, ώσπου να γίνει η φίλη της καλά. «Μάθε τέχνη κι άστηνε», είπε μέσα της.
Ηρθε το πρώτο γραμμάτιο και πληρώθηκε. Τα παλιά έπιπλα πετάχτηκαν, σπασμένα κρεβάτια, κουτσές καρέκλες, κι ήρθαν καινούργια. Το ένα κορίτσι γράφτηκε στην έκτη Γυμνασίου, και το άλλο δουλεύει σ' ένα σούπερ μάρκετ.
Ομως, όταν ήρθε κάποιο άλλο γραμμάτιο, λεφτά δεν υπήρχαν...
-- Και τώρα, τι κάνουμε, Μαρικάκι μου; Δεν στο 'λεγα εγώ πως το χρέος είναι θηλιά στο λαιμό μας;
Ασε με ήσυχη, Κωστή, κάτι θα σκεφτώ...
-- Σκέφτεται, σκέφτεται, μα δε βρίσκει τίποτα, ήταν όμως αυτή τη μέρα τυχερή, μα και τολμηρή. Περνώντας απ' την οικοδομή να δει αν δουλεύει ο άντρας της σήμερα, τον βρίσκει εκεί και, εντάξει, αυτός δούλευε, όμως, ο εργάτης που ήτανε στο κομπρεσέρ χτύπησε με το μηχάνημα άσχημα στο πόδι του, κι έτσι η δουλειά σταμάτησε.
-- Εγώ, λέει στον εργολάβο!
-- Ασε με ήσυχο, κυρά μου, της λέει κι αυτός. Εσύ να πλένεις πιάτα, να ράβεις και να κεντάς, αυτό είναι αντρική δουλειά!
Δώσ' μου το, σε παρακαλώ, και θα δεις... Και, χωρίς να περιμένει την άδεια, άρπαξε τα κομπρεσέρ και, τα-τα-τα-τα, σπάει το βράχο!
-- Μπράβο, κυρά μου, θα δουλέψεις...
Και το μεροκάματο, μάστορα, πόσο;
-- Μη ζητάς και πολλά. 45 ευρώ, και χωρίς ένσημα. Αργότερα, βλέπουμε.
-- Εντάξει, κύριε, θα έρχομαι κάθε μέρα, μέχρι να γίνει καλά ο εργάτης σας.
-- Αυτόν ξέγραφτον, είναι για το νοσοκομείο!
-- «Ενσημα εσύ δε δίνεις, οι γέροι δεν μπορούνε, εγώ τι σύνταξη θα πάρω;», σκέφτηκε αγαναχτισμένη η Μαρίκα.
Κι έτσι η κυρά Μαρίκα αποφάσισε να πηγαίνει στους γέρους της και σε άλλα δυο σπίτια που έχει ακόμα το απόγεμα, ενώ το πρωί πάει στην οικοδομή. Το γραμμάτιο σε μια βδομάδα πληρώθηκε!
- Είδες Κωνσταντίνε, που φοβόσουνα;
- Ναι, αλλά, Μαρίκα μου, αν δεν χτυπούσε εκείνος ο εργάτης...
- Τι αφού και ξαφού, το χρέος πληρώθηκε. Ασε με ήσυχη επιτέλους!...
* Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο του Γ. Σ. με τίτλο «Αφήστε με ήσυχο...», που θα εκδοθεί προσεχώς.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ: Ο ευκάλυπτος


Ο ευκάλυπτος

Γρηγοριάδης Κώστας

Θα τον ονομάτιζε κανείς ως τον τελευταίο των Μοϊκανών. Ηταν ο μόνος που είχε απομείνει από μία συστάδα σ' ένα χέρσο τόπο και, με την ευρυχωρία που δημιουργήθηκε μετά την εξαφάνιση των «συντρόφων» του, ο ευκάλυπτος θέριεψε κι έγινε το σημείο αναφοράς της περιοχής:
-- Πού μένεις; κοντά στον ευκάλυπτο;
-- Κάπου εκεί...
Καθώς ήταν στρογγυλοκαθισμένος σε ύψωμα, ούτε οι πολυκατοικίες με το ύψος τους κατάφεραν ν' ακυρώσουν την παρουσία του, να κρύψουν τ' ασημοπράσινα κρόσια του και ν' αποδιώξουν τα μιλιούνια φτερωτά που προσπαθούσαν να χουζουρέψουν στα κλώνια. Από 'κει ψηλά μπορούσε ν' αγναντεύει την Πάρνηθα, το Ποικίλο όρος, την οροσειρά του Αιγάλεω και τα ονειρικά ηλιοβασιλέματα πίσω από τις κορφές. Εκεί κατά το Δαφνί. Σαν πόσα ζευγαράκια δεν τα είχαν απολαύσει ακουμπισμένα πάνω του.
Οι ρίζες του βαθιές, σαν ανθρώπινα κορμιά σφιχταγκαλιασμένα για ν' αποκτούν δύναμη, σήκωναν στη ράχη τους το πεζοδρόμιο και οι φούντες του ανεμοδείχτες! Οι κάτοικοι ολόγυρα, κοιτάζοντας τη φυλλωσιά προς τα πού τη γέρνει ο άνεμος, ήξεραν τι καιρός φυσάει. Κάποια χοντρόριζα πριν μπει βαθιά στη γη σχημάτιζε ένα μακρύ παγκάκι στη σκιά και ήταν ό,τι χρειάζονταν οι αποσταμένοι της ανηφόρας, κύρια τους καλοκαιρινούς μήνες.
Τότε που υπήρχαν πεζοπόροι! Τώρα περιορίζονται σε κείνους που περπατούν υποχρεωτικά γιατί τους υποχρεώνουν οι γιατροί. Το ψηλό μυρωδάτο δεντρί, λοιπόν, πρόσφερε σ' αυτούς σκιά, κάθισμα και φωνητική μουσική από τους μυριάδες γλυκοκελάηδους κατοίκους που φώλιαζαν στη φιλόξενη φυλλωσιά του.
Καθισμένος στο «σκαμνί» και ακουμπώντας την πλάτη στον τεράστιο κορμό περνούσε ώρες ατέλειωτες, όταν ο καιρός το επέτρεπε, ο πασίγνωστος μπαρμπα-Μητσάκος. Εκεί την «έβρισκε» μόνιμα, ήταν το δεύτερο σπίτι του. Γιατί όχι το πρώτο; Στο άλλο, μια καμαρούλα μισογκρεμισμένη, πήγαινε μόνο τη νύχτα για να ταΐσει τα κουνούπια και τους κοριούς. Γι' αυτό ήταν πάντα πρησμένος. Εκεί είχε συχνά και το μεσημεριανό του, για το οποίο φρόντιζε κάποια πονετική γειτόνισσα. Εκείνος φρόντιζε μόνο για την μπουκάλα το κρασί, που την έσερνε πάντα μαζί σαν φυλαχτό! Κοκκινομύτης, ήταν το παρατσούκλι του, εξαιτίας του αλκοόλ.
Ηταν ένας πελώριος Κοζάκος με μεγάλα μάτια, ξέθωρο γαλανό χρώμα, στρογγυλοκέφαλος με φαρδύ μέτωπο και μιλούσε τσάτρα - πάτρα τα ελληνικά, παρότι ζούσε εδώ ολάκερες δεκαετίες, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Σοβιετική Ενωση.
Είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός ιππικού στον τσαρικό στρατό και περίμενε πότε να επιστρέψουν στην εξουσία οι τσάροι, για να επαναπατριστεί κι αυτός. Ισως αν δεν τον πρόφταινε ο θάνατος, που τον βρήκε μέσα σε άθλιες κι απάνθρωπες συνθήκες, να γινόταν η επιθυμία του μετά την πτώση της σοβιετικής εξουσίας!
Συμπαθητικό γεροντάκι. Κάτω από το τσαλακωμένο μουστάκι του σχηματιζόταν κάτι σαν χαμόγελο καλοσυνάτο, αλλά γινόταν μπαρούτι με τον πρώην τσαγκάρη τον μπαρμπα-Μήτσο που του έμπαινε στη μύτη αποκαλώντας τον αμετανόητο φασίστα. Σε όλα τ' άλλα θέματα τα βρίσκανε στο σκαμνί του ευκάλυπτου, όταν όμως η συζήτηση πήγαινε στα πολιτικά, οι φωνές τους επισκίαζαν των πουλιών τη συναυλία και των φύλλων το θρόισμα. Κι ας μην μπορούσαν να κάνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Κι ας ήταν φασίστας ο ένας κι ο άλλος κομμουνιστής. Τι κι αν προσπαθούσε ο τσαγκάρης να πείσει τον απόκληρο ότι η θέση του είναι κοντά στους εργάτες και όχι στο κεφάλαιο. Χαμένος κόπος. Μαζί με τις ψείρες και τους κοριούς - τα κουνούπια πρόκαμαν και πέταξαν! - πήρε μαζί του στην άλλη ζωή και τ' όνειρο της τσαρικής αποκατάστασης!
Κατά καιρούς πολλοί ξαπόστασαν στη ρίζα του κοσμοαγάπητου πανώριου δέντρου και όλοι οι περίοικοι πίστευαν στην αιωνιότητά του κι ότι θα εξακολουθεί ν' ανασαίνει ανάμεσά τους, αναπόσπαστο μέρος του χώρου.
Μα και στην περίπτωση, έλεγαν, που βρεθεί κάποιος που θα παρουσιαστεί ως ιδιοκτήτης του διαφιλονικούμενου, μικρού οικοπέδου, που διαφέντευε με τη μεγαλόπρεπη παρουσία του το γιγαντόσωμο δέντρο, οι ίδιες οι αρχές θα το προστατέψουν από τα μηχανοκίνητα θεωρώντας το διατηρητέο!!!
Κι όμως ο πανύψηλος και γεροδεμένος ευκάλυπτος κατακρεουργήθηκε ύπουλα και στη θέση του στήθηκε μια κακόγουστη εξαώροφη πολυκατοικία. Πού να το φανταστεί κανείς ότι σ' ένα μικρό κομμάτι χέρσας γης θα ξεφύτρωνε ο τσιμεντένιος γίγας;
Τα βαριά μηχανήματα χύμηξαν πάνω του ξαφνικά κι ανυποψίαστα και το κομμάτιασαν μπροστά στα μάτια των περίεργων κι έμοιαζε με βάναυση εκτέλεση εν ψυχρώ.
Οι χοντρές ρίζες του, που σαν αντρειωμένα κορμιά ρουφούσαν δύναμη από τη μάνα γη, κείτονταν τώρα ανάσκελα. Ποιος αποφάσισε τάχα τη θανατική του καταδίκη; Και η γειτονιά που το αγαπούσε και το καμάρωνε τι έκανε για τη σωτηρία του; Αμ, ο δήμος και οι υπηρεσίες του; Και τα χιλιάδες πουλάκια που φιλοξενούσε στα κλωνιά του, πού θα βρουν καταφύγιο; Θα τον θυμούνται όσο ζουν, όπως και οι παλιοί γείτονες...
Τώρα ανεμοδείκτες στη θέση του θα είναι τα ρούχα και τα σεντόνια της μπουγάδας στα κίτρινα μπαλκόνια, αντί για τις χρυσοπράσινες φούντες, καθώς θα τα κουνάει το καυσαέριο πέρα-δώθε. Και οι εργολάβοι, που πέτυχαν στο έργο τους, θα τρίβουν τα χέρια και θ' αναφωνούν ματσωμένοι: Δόξα τω Θεώ και εννοούν βέβαια τον Κερδώο Ερμή.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Γιώργου Φαρσακίδη: «Η αγάπη θέλει φίλημα»

«Η αγάπη θέλει φίλημα... »
Χαρακτικό από το βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη «Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι»

Κι άλλες ώρες πορείας, με τον ήλιο να ζεματάει στις ξερές ρεματιές. Καταμεσήμερο κουρνιάσαμε σ' ένα φαράγγι να περάσει η μέρα, να πορευτούμε νύχτα για το Ανταλί. Ξημερώματα αράξαμε σε μαντρί κοντά στο χωριό, στείλαμε σύνδεσμο και τ' απόγευμα ήρθαν να μας καλωσορίσουν οι χωριανοί. Φέραν μαζί τους κεράσματα κι άναψε γλέντι τρικούβερτο.
Κοπελιά ντυμένη τα γιορτινά της, με χαμηλωμένο το βλέμμα, προσφέρει σύκα, καρύδια, ρακί. Φευγαλέες οι ματιές, κρυφαγκαλιάζουν τα λιοκαμένα, σφιχτοδεμένα της μπράτσα, γλιστράνε ένοχες στο λαιμό και τον κόρφο.
Ηρθε κοντά, κοντανασαίνεις τη ζεστή, μεθυστική ευωδιά του γυναικείου κορμιού. Κι ύστερα ένα σφίξιμο μέσα σου και δεν ξέρεις τι είναι. Κάτι σα χαρά και λύπη μαζί.
«... Η Ελλάς προστάζει, Μάνα πατρίδα
παιδιά της τα προσκαλεί...»
Μερακλωμένος ο Νικολίνταγας μ' άλλους καλλίφωνους πιάσαν τ' αντάρτικα. Κι ύστερα εκείνο το «Λευτεριά πανώρια κόρη...», που τόσο αρέσει σ' όλους μας. Από κοντά σμίξαν κι οι νέοι κι οι μεγαλύτεροι χωριανοί να τραγουδάνε μαζί μας κι αντιβούιξε η ρεματιά.
Φάλτσος κι άχαρος σε τραγούδι και σε χορό, ανοιγοκλείνω το στόμα μου να δείξω συμμετοχή. Κι όσο κομπλάρω εγώ, άλλο τόσο με ξεσηκώνουν εκείνα:
«...Η αγάπη θέλει φίλημα κι ο πόλεμος τραγούδια,
στην κεφαλή λουλούδια και φλόγα στην καρδιά.
Κι ας έρθει ο χάρος για να δει με τι κορμιά θα μπλέξει,
ας έρθει κι ας διαλέξει κι ας μπει στη μαύρη γη...»
Ασυνήθιστοι στίχοι για το, στερημένο τον έρωτα, ασκητικό μας αντάρτικο. Λόγια για λεβεντιά, γι' αγάπη, για θάνατο, βάλσαμο και μαχαίρι, αναταράζουνε κάποιους κρυφούς λογισμούς. Τ' ακούς και στοχάζεσαι τι 'ναι τούτο που στέκει πάνω κι απ' τη ζωή μας ακόμα. Αναμετράς τον εαυτό σου, αν μπορέσεις σαν έρθει η ώρα ν' απλώσεις αντρίκια το χέρι, να χαιρετήσεις το χάρο, να σύρεις μαζί του την τελευταία στροφή. Δε γνωρίζεις ακόμα πως στο μονοπάτι της ζωής ο Χάρος κι ο Ερωτας βαδίζουν αντάμα. Πως τούτη η διαλεχτική, όλο αντιφάσεις, μπολιάζει και συντηρεί τη ζωή. Ο καταπιεσμένος ερωτισμός των είκοσι χρόνων φόρεσε πανοπλία πολέμου. Το νιώθει μα δεν το ξέρει πως πίσω απ' την πολεμική ιαχή, την πολεμική αντρίκια μας σχέση, φοβισμένη φωλιάζει στα τρίσβαθα η ανάγκη ν' αγαπηθείς!
«Μάνα πατρίδα», «Λευτεριά πανώρια κόρη». Ιδανικά και ιδέες, σύμβολα της ομάδας. Πάντα αχόρταγα για θυσίες και προσφορές.
Και μέσα μας ενδόμυχη η προσδοκία αναγνώρισης: «... να σου μαδούν οι κορασιές λουλούδια στα μαλλάκια».
Τι είναι, αν όχι λόγος ερωτικός, με την ευρύτερη έννοια, τούτες οι αρχέγονες καταβολές για θυσία; Αυτές οι δυνάμεις που οδηγούν κάποια έντομα να πέσουν νεκρά μαζί με τον τελευταίο ερωτικό τους σπασμό; Για να επιβιώσει το είδος! Και ίσαμε εμάς τα λογικά όντα που ενεργούμε ενάντια στη «σώφρονα λογική». Οπως ο ποιητής, που διακηρύσσει πως «η ευτυχία βρίσκεται στο δόσιμο χωρίς μισθό...».
Μη δεν είναι βαθιά ερωτικός ο θρύλος του Ντάνκο που ξεριζώνει και καίει την καρδιά του; Και κείνος του Αδωνη; Κι ο θρήνος για τον Ιησού, μ' όλες τις υστερικές παρακρούσεις των γυναικών για τον Σταυρωμένο Νυμφίο; Τον άντρα μπροστάρη που θυσιάζεται για τη «σωτηρία ημών»;
-- Στην υγειά καπετάνιο, καλή λευτεριά!
-- Στον αγώνα, στη νίκη.
-- Ζήτω το Ε.Α.Μ., ο Ε.Λ.Α.Σ.
-- Ζήτω η ηρωική μας Ε.Π.Ο.Ν.
«... Επάνω στα ψηλά βουνά αντάρτες επονίτες...»
Ο καπετάνιος σέρνει το χορό.
-- Να ζήσει η λεβεντιά!
Κι άξαφνα σείστηκε ο τόπος. Δέκα τεράστια γερμανικά μεταγωγικά, δέκα Γιούγκερς, σκιάζοντας τον ήλιο πέρασαν πάνω μας.
-- Κρύφτε τα όπλα, τα δίκοχα.
Χάλασε ο χορός, σκιάχτηκε ο κόσμος, ζαρώσανε όλοι στον ίσκιο της μάντρας.
-- Τι να μας κάνουν, έχουν τα δικά τους τα ζόρια, λέει ο καπετάνιος.
-- Τράβηξαν γραμμή για το Σέδες.
-- Τώρα που τους τα ρίχνουν οι σύμμαχοι, πετούν χαμηλά μη δώσουνε στόχο.
Σκόλασε το γλέντι. Μας χαιρέτησαν κι έφυγαν για το χωριό οι πανηγυριώτες. Τα σακίδιά μας γεμάτα. Πίτα, ντομάτες, ελιές. Το κοφινάκι με τα σύκα κρεμασμένο στη μάντρα.
-- Και το δίπλα αμπέλι δικό σας, μας είχε πει φεύγοντας ο πρόεδρος του χωριού. Ετσι, να τα χορτάσουνε για καλά και στομάχι και μάτι!
Το χωριό Μεσημέρι, μισή ώρα μακριά. Εξω από το χωριό υπάρχει φρουρά, καμιά δεκαριά Γερμανοί. Ο πρώτος μας στόχος.
-- Καλά το γλεντήσαμε, καπετάνιο, αλλά τι θα γίνει με δαύτους;
-- Αύριο θα μας φέρουν πληροφορίες, απαντάει εκείνος. Ισως την επόμενη νύχτα. Ορεξη να 'χετε.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Πάνου Δ. Ταγκόπουλου: Η καινούργια πλατεία


Η καινούργια πλατεία



Το παλιό νεκροταφείο, που είτανε μέσα στο κέντρο του χωριού, θα γινότανε πλατεία, θα τo μεταφέρανε μισή ώρα πιο πάνω, βορεινά, εκεί που τώρα είχανε αρχίσει να θάβουνε τους νεκρούς και που ο άρχοντας ο Ντιλέρης, είχε σιάξει μεγάλο μαρμάρινο μνημείο με δυο μυκηναϊκά λιοντάρια στην είσοδο.
Το μνημείο αυτό το είχε στήσει στη μνήμη του μικρού του παιδιού, του Κωστάκη, ενός αγοριού δέκα - δώδεκα χρονών και του είχε στοιχίσει κοντά τετρακόσιες χιλιάδες δραχμές - όλο μάρμαρο καθαρό της Πεντέλης.
Λίγο παρέκει είχανε ανοίξει κιόλας δυο - τρεις τάφους, που είχανε για μόνο στόλισμα τη δροσιά τ' ουρανού και τη σιγανή όταν έπεφτε βροχούλα στο πράσινο τροφαντό γρασίδι.
Ο θάνατος ξεχώριζε κ' εδώ τις τάξες σε πλούσιους και σε φτωχούς. Ο ίδιος νόμος, ο ίδιος ρυθμός, η αιώνια πάλη μέχρι θανάτου και στην άλλη ζωή.
Η είδηση για τη μεταφορά του νεκροταφείου είχε γίνει γνωστή στους κατοίκους από τον τελάλη τον Γκιόκα. Ενα μεσόκοπο κοντακιανό τυφλό ανθρωπάκο, που είχε χάσει το φως του από φουρνέλλο και που όμως και τώρα δεν είτανε άχρηστος στην κοινωνία, στο σπίτι του. Παρ' όλη την πάθησή του κατόρθωνε μόνος να θρέφει τέσσερα παιδιά και γυναίκα, δουλεύοντας πότε στα χωράφια και πότε ξελακκίζοντας τ' αμπέλια σαν ένα δυνατό άλκιμο παλληκάρι. Λογαριαζότανε μέσα στους καλύτερους σκαφτιάδες - όχι μόνο στις Αδάμες που είναι αφράτα τα χώματα και στην πιο κακοτράχαλη γη. Η κοινότητα τον είχε σύγχρονα και τελάλη. Αυτός λοιπόν με τη βροντερή φωνή του είχε δώσει την είδηση:
-- Ακούστε, κύριοι! Οσοι έχετε οστά των αποθανόντων στο παλιό νεκροταφείο να πάτε να τα πάρετε εντός δέκα ημερών γιατί θα γίνει πλατεία. Και όσοι έχετε μνημεία να πάτε τα υποδεικτικά στην Κοινοτική Επιτροπή.
Για το τελευταίο δεν έλεγε τι θα γίνει αν δεν πηγαίνανε τα υποδεικτικά. Δεν ήθελε να το πει, δεν πήγαινε η γλώσσα του να το τελαλήσει.
Είτανε όμως γνωστό σε όλους πως τα μάρμαρα των μνημείων τ' αδήλωτα, θα γινόντουσαν βρύσες στο δρόμο, να υδρεύεται με πολυτέλεια και μ' άνεση ο κόσμος.
Η είδηση δεν έφερε καμιά σύγχυση, αναστάτωση στους χωρικούς. Κρίθηκε απ' όλους ευνοϊκά, τη δεχτήκανε σχετικά όλοι μ' ευχαρίστηση.
Μονάχα δυο - τρεις γυναικούλες - από κείνες που μένουνε σαν τα στρείδια κολλητές στην παράδοση, σαν τη μπαμπα-Μάρω, να πούμε, που ήξερε ν' αμποδένει το σκυλί να μην πιάνει, και να κρατάει του λύκου το στόμα ανοιχτό,- μονάχα σαν κι αυτό το χούφταλο μερικές, δεν την πήρανε από μάτι καλό την είδηση, δεν τους ήρθε σωστό να μεταφέρουνε τα οστά των γονέων τους από κει που κοιμόντουσαν χρόνια. Μα ποιος τις λογάριαζε αυτές; Η ζωή θα τραβούσε το δρόμο της!
Το χωριό είχε απλωθεί, μεγαλώσει. Δεν είτανε το ίδιο, όπως εδώ και τριάντα - σαράντα χρόνια - μια χούφτα ανθρώπους, ένας γύρος από σπιτάκια χαμηλά, ετοιμόρροπα. Είχανε χτιστεί σωστά παλατάκια, βίλλες,- ιδίως τελευταία μετά τον πόλεμο- είχανε 'ρθεί ξένοι, αφεντάδες, πλούσιοι, δυνατοί. Το θαυμάσιο κλίμα του μάζευε τον κόσμο σαν τ' ανοιξιάτικο λουλούδι τις αχτίδες του ήλιου, σαν τ' ανθισμένο καλύκι τις πεταλούδες. Κι αυτοί αφήνανε παράδες και γινότανε πολιτεία το χωριό - ένα ωραίο προάστειο με θαυμαστούς δρόμους, με ντάνσιγκ, ξενοδοχεία, πινακίδες σε κάθε σοκκάκι παλιό όπου έβλεπες όλη τη σχολαστικότητα των δασκάλων σε ονόματα γραμμένα με μαύρα μεγάλα κεφαλαία και ξεθαμμένα ποιος ξέρει από ποια λησμονημένη Μυθολογία: οδός Αγραύλου, Παλλαντιδών, Αθμονέων, οδός Φλυάς και Ουρανίας Αφροδίτης, κτλ. Αϊντε να καταλάβει ετούτα τα κινέζικα ο αγράμματος χωριάτης, που μόλις έχει τελειώσει την τρίτη - τετάρτη Δημοτικού! Σα να μην υπήρχαν δα οι παλιές ονομασίες του τόπου, οι ζωντανές, τα ονόματα των βουνών μας, των λόφων, του παππούλη μας, όσων τέλος πάντων δείξανε μια δράση ωφελιμιστική στον τόπο, στης Φυλής τον Αγώνα;
Ας είναι! Οι δάσκαλοι δεν είχανε ποτέ καθαρή αντίληψη της ζωής, σκέψη σωστή, συγχρονισμένη. Και δεν είχε άδικο αυτή τη φορά η μπαμπα-Μάρω που έλεγε, με το λίγο μυαλό της, πως από τον καιρό που βγήκανε τα γράμματα κ' οι δασκάλοι, τα χαρτιά κι οι εφημερίδες, πάει, χάλασε ο κόσμος!
Ομως εκεινού που είτανε σκέψη να μεταφερθεί το νεκροταφείο πιο έξω, βορεινά, του έπρεπε μπράβο, είτανε σκέψη σωστή, δε χωρούσε αντίρρηση. Γιατί δεν έστεκε καθόλου, όπως να το πεις, να μπερδεύονται οι ζωντανοί με τους πεθαμένους, νάναι μέσα στα σπίτια νεκροκέρια, καντήλια, νάναι κοντά στις αυλόπορτες σπαρμένοι τάφοι, μνημεία, σταυροί!
Και πάλι ο Γκιόκας ξαναφώναξε, τελάλησε να τ' ακούσουνε οι καθυστερημένοι:
-- Καινούργια παράταση, δε θα δοθεί, Κύριοι. Ως την Κυριακή βράδυ τ' αργότερο πρέπει να πάτε τα υποδεικτικά στην Κοινοτική Επιτροπή και να σηκώσετε τα οστά των αποθανόντων γιατί θα γίνει το παλιό νεκροταφείο πλατεία. Τ' ακούτε! Ως την Κυριακή. Δε θα δοθεί καινούργια παράταση, είπαμε!...
Η μπαμπα-Μάρω, με το λίγο μυαλό της πάντα, είχε να φροντίσει αυτές τις μέρες, για τα οστά του αντρός της και των παιδιών της πώς να τα μεταφέρει στο νέο νεκροταφείο. Τι να κάνει! Δε σήκωνε η δουλειά νερό. Μα είχε σκαλώσει σε χίλια εμπόδια κι έβλεπε τώρα πόσο δίκαιο είχε όταν έλεγε πως χάλασε ο κόσμος από τον καιρό που βγήκαν τα γράμματα, τα χαρτιά κι οι δάσκαλοι.
Κατά πρώτης της είχανε ζητήσει να κάνει αναφορά και να επισυνάψει γραμμάτιο για την αγορά του καινούργιου τάφου, που θα πήγαινε έτσι στην κυριότητά της. Κι ύστερα της είχανε ζητήσει να πληρώσει εργατικά στην Κοινότητα για ν' ανοίξουν τον παλιό τάφο και να πάρει τα κόκκαλα των δικών της.
Κι αυτή είχε πελαγώσει η άμοιρη! Πού να βρει λεφτά να πληρώσει τον ταμία και να πάρει εξωφλημένο γραμμάτιο - αυτή που είτανε περισσότερο στραβή σ' ετούτο τον κόσμο κι από τον τελάλη το Γκιόκα! Μια ψωροχαμοκέλλα που έμενε είτανε όλο το βιός της. Αταβάνωτη, με καλάμια χτυπημένα με λάσπη - δίχως άλλο στολίδι κανένα εξόν από ένα καντήλι κοντά στη χάρη της να τη φωτάει πότε - πότε. Και τώρα της ζητούσαν αναφορές, αιτήσεις, εργατικά, χρήματα!
-- Ελα, Θεέ μου και Κύριε, σώσε με! Πώς να τα βολέψω, πού να τάβρω η άραχλη!
Πήγε, σύρθηκε, έπεσε στο πόδια του Ντιλέρη, του άρχοντα.
-- Για την ψυχή του Κωστάκη Σου, ζωή νάχεις, αφεντικό. Μόνο τα κόκκαλά τους να πάρω. Δε με βοηθάνε τα χέρια στο σκάψιμο. Τρέμουνε - δες τα! Μόνο τα κόκκαλά τους να πάρω. Δε μου χρειάζεται τάφος. Ας με πετάξουν εμένα στο δρόμο, - ας με φαν τα κοράκια!...
Για να την ξεφορτωθεί ο Ντιλέρης της έδωσε κάτι. Δεν αρκούσε ούτε κερί ν' αγοράσει, ούτε καντήλι ν' ανάψει μ' αυτό. Πού να πληρώσει εργατικά!
Της είχε δώσει ελεημοσύνη όπως σε μια ζητιάνα - εκείνος που έστηνε μνημεία με μάρμαρα, εκείνος που είταν η κύρια αφορμή να μεταφερθεί σε οικόπεδο αγορασμένο από τον ίδιο - πεντακόσιες - εξακόσιες πήχες, εδώ και είκοσι - τριάντα χρόνια, για ένα κομμάτι ψωμί! - το παλιό, τ' αγιασμένο δικό της νεκροταφείο!
Θάπρεπε λοιπόν να πεταχτούνε τα κόκκαλα των παιδιών της στο δρόμο, για να μεγαλώσει, να ομορφήνει το χωριό, να γίνει πλατεία!
Από το Σάββατο έρρηχνε και την Κυριακή που έληγε η προθεσμία το είχε στρώσει. Ολος ο τόπος άσπριζε - θάμπωνε τα μάτια το χιόνι. Το χωριό με τα ψηλά σπίτια, τα μέγαρα, είτανε σαν ένα όραμα θείο, παραδεισένιο. Και μόνο στην καλαμωτή της μαύρης γερόντισσας στέναζε βαρύ το χιόνι κι έσταζε αναλυωμένο νερό μέσα.
Τέλειωνε η διορία. Τα κόκκαλα θα τα πετούσαν αύριο έξω. Δε θα τους εμπόδιζε ο καιρός. Αυτοί δεν ξέρουν εμπόδια. Νικάνε όλα τα στοιχειά της φύσης. Είναι χειρότεροι κι από λύκους...
Η Μπαμπα-Μάρω σ' αυτές τις σκέψεις ένοιωθε να μαυρίζει ο κόσμος, δεν υπήρχε για την ψυχή της πουθενά κανένα σημάδι λευκό.
Και τότε βάλθηκε μόνη, καθώς έπεφτε το σκοτάδι πονετικά τριγύρω της, βάλθηκε αυτή ν' ανοίξει τον τάφο. Μονάχη. Με τον κασμά στα τρεμάμενα χέρια της. Θα μάζευε σ' ένα μεγάλο σακκούλι τα κόκκαλα και θα τα πήγαινε μες στο καλύβι της, κοντά στο καντήλι της Δέσποινας, όταν έρθει η ώρα της να πάει να γείρει κοντά τους.
Και χτυπούσε την κρουσταλλιασμένη, την παγωμένη, την πετρωμένη τη γη. Κάθε χτύπος κ' ένας πόνος, κάθε πόνος κ' ένα λύσιμο στους αρμούς. Και το αναφυλλητό της βάραινε τα στήθια κ' είτανε βαθειά, σαν τις ρίζες του δέντρου, βαθειά θαμμένα τα κόκκαλα μέσα στην άραχλη γη.
Σε μια στιγμή ένοιωσε κάτι να της σφίγγει τα χέρια, ένα δέσιμο στις κλείδωσες, ένα τράνταγμα δυνατό σ' όλο το κορμί. Ανοιξε τα μάτια της τρομαγμένα. Κοίταξε γύρω. Τι νάναι, Θεέ μου, τι νάναι! ... Κ' είδε τότε μέσα στο σκοτάδι να διαγράφεται η μορφή ενός ξεφρενιασμένου Αράπη με κόκκινο της φωτιάς φέσι, ψηλά στην κορφή, και με γυαλένια κοφτερά κρύα μάτια.
Ανατρίχιασε. Είταν ο μωρός! Ο βαρύς εφιάλτης που την έπιανε τακτικά, που της μελάνιαζε τα κρέατα, την κρατούσε ακίνητη ώρες. Ο μωρός! Ιδιος ο θάνατος γι' αυτή.
Ο κασμάς της έφυγε απ' τα χέρια, κύλισε κατάχαμα. Βαρύνανε τα βλέφαρά της. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα λυτρωμού. Ενοιωθε τα νύχια του να μπήγονται μέσα στις σάρκες της, να της μελανιάζουνε τα γέρικα μαραμένα της μπράτσα, να της κόβουνε την αναπνοή.
Σάπια, λυτά, χωνεμένα, κίτρινα, σκόρπια εδώ κ' εκεί, τα κόκκαλα των παιδιών της, του άντρα της, δε θα τα μάζευε, τόνοιωθε πια, δε θα τα βλέπανε - αλλοίμονο! - τα πικραμένα της μάτια.
Η αγωνία, ο βραχνάς, το κρύο, ο παγωμένος που φυσούσε αγέρας, της πήρανε τώρα και την τελευταία της δύναμη.
Και το κορμί της άρχισε να λυγάει - να λυγάει σαν τόξο κ' έτσι κουλουριασμένο βρέθηκε να προσκυνάει τη γη.
Ο παλιός κόσμος έκανε θέση στην καινούργια ζωή.
Η πλατεία σε λίγο καιρό είτανε έτοιμη. Στρώθηκε με χαλίκι, πέρασε το βαρύ θηρίο από πάνω της,- με τις μεγάλες πέτρινες ρόδες και το πράσινο φουγάρο - χαραχτήκανε δρόμοι στα πλάγια. Και σα νάταν προφητικοί οι στίχοι ενός άγνωστου νέου ποιητή:
«Μόνο εκεί πούναι τάφοι, εκεί ριζώνει
της ζωής πλούσια η βλάστηση...».
θέριεψε μια βλάστηση πρωτόφαντη γύρω κι όλα τα φυντάνια που βάλανε, πιάσανε όπως σε φυτώριο μέσα και πετάξανε γρήγορα καινούργια κλωνάρια, γεμάτα ήσκιο, δροσιά.
Από τα μαρμάρινα μνημεία, τ' αδήλωτα, γίνανε βρύσες στους δρόμους και μια δίκρουνη πηγή στην πλατεία, να δροσίζουνε τους περαστικούς στρατοκόπους, να υδρεύεται ο κόσμος...