Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Κώστας Βάρναλης: "Η αληθινή απολογία του Σωκράτη"

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη

ΤΟ ΠΩΣ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ


Γρηγοριάδης Κώστας
1. Οσο μιλούσαν οι κατήγοροι (ο Μέλητος με την ψιλή φωνή και τα γυναικίστικα κουνήματα, νεβρικός σαν αηδόνι, ο Ανυτος με τα μεγάλ' αφτιά και τα ρουθούνια γιομάτα τρίχες, ο Αύκων με τα στενά κροτάφια και τη θολή ματιά), οι δικαστάδες καθισμένοι κατάχαμα, σταβροπόδι κι ανακούρκουδα, μασουλούσανε πασατέμπο και φτιούσανε τα τσόφλια στο σβέρκο του μπροστινού. Οι πιο πολλοί ξαπλωμένοι δίπλα και κάνοντας μα ξιλάρι τα παπούτσια τους ρουχαλίζανε ρυθμικά. Κι ο Σωκράτης κοίταζε ψηλά τον ανοιξιάτικο ουρανό και κάπου κάπου σιγότριβε το ζερβί του γόνα, που τόνε σουγλούσε. Μ' όλο το σούσουρο, που γινότανε, μ' όλη τη βόχα, που βγάζανε τόσα ξαναμένα κορμιά και χαλασμένα στομάχια, τα κατάφερνε ν' ακούει τα χαρούμενα πουλιά, που τιτιβίζανε στα τριγυρινά πέφκα και να οσμίζεται τη μυρωδιά της ρετσίνας, του σκίνου και του θυμαριού, που ανάδινεν η χέρσα γης.
2. Αμα τέλειωσαν οι κατήγοροι, γίνηκε μεμιάς βαθύτα τη σιωπή, λες και βούλιαξε ο τόπος με τα κοτρώνια, τα δέντρα και τους ανθρώπους μέσα σε μιαν ατέλειωτη πηγάδα και τους σκέπασε όλους το νερό, δυο μπόγια. Κρατώντας όλοι την ανάσα τους καρφώσανε τα μάτια πάνου στο Σωκράτη περίεργοι να ιδούνε με τι τσαλίμια θα προσπαθούσε να τουμπάρει το Νόμο.
3. Αμα σταματήσει ο μύλος τα μεσάνυχτα, ξυπνάει ο μυλωνάς. Ο Σωκράτης, μ' όλη τη σιωπή, που τον έσφιξε μονοκόματη κι από παντού, μήτε ξύπνησε, μήτε κουνήθηκε. Κάποιος μαθητής τόνε τράβηξε από το μανίκι: «Δάσκαλε! η σειρά σου». Μονάχα τότε ο Δάσκαλος γύρισε κ' είδε σαστισμένος όλο κείνο τ' ανθρωπομάνι. Δυσκολέφτηκε να θυμηθεί, πώς πεντακό σια θεριά τον είχανε ζώσει αγριεμένα. Χαμογέλασε πειραχτικά μέσα ατά πηχτά του τα γένια, μισοσηκώθηκε μια στιγμή και κοιτάζοντας απάνου στο τραπέζι τα δυο τσουκάλια (το ένα χαλκωματένιο και τ' άλλο ξύλινο) σοβαρά και τα δυο και κατσουφιασμένα, λες κ' είχανε ψυχή και τόνε μισούσανε κι αφτά, μουρ μούρισε: «Κ' εγώ περίμενα σεις, ω άντρες Αθηναίοι, ν' απολο γηθείτε!» Ξανακάθισε κι άρχισε πάλε να τρίβει το ζερβί του γόνα.
4. Οι δικαστάδες θυμώσανε με τ' άπρεπο φέρσιμο και κοιταχτήκανε γρήγορα γρήγορα συναμεταξύ τους. Τους ζεμά τισε τόσες ώρες ο κατάκορφος ήλιος με την ελπίδα, πως θα γουστάρανε στο τέλος μ' αφτόνε το γερογρουσούζη. Θα τόνε βλέπαν άσοφο και ταπεινωμένο μπροστά στο Νόμο τον αψηλομέτωπο και παντογνώστη. Και να τώρα που τους χαλούσε το κέφι. Μα πιο πολύ πειραχτήκανε, που καταφρόνεσε τέτοιαν ώρα το μεγαλύτερο αγαθό της δημοκρατίας: Πρώτα ν' απολογιέσαι κ' ύστερα να σε κόβουνε. Κι όπως, άμα δέρνεις ένα παιδί κι αφτό δεν κλαίει, πεισματώνεσαι και το δέρνεις περισσότερο, έτσι κι αφτοί πεισματωθήκανε και για να τον κάνουνε να νιώσει τη δύναμή τους, τόνε βγάλανε με την πρώτη τους ψηφοφορία φταίχτη και στα τρία κακουργήματα, που τον κατηγόρησαν οι τρεις πολέμαρχοι της Αρετής.
5. Ο Σωκράτης, σαν άκουσε την απόφασή τους, έκανε: χμ! Κι άμα τόνε ρωτήξανε κατόπι (σύμφωνα με το Νόμο), ποιαν τιμωρία διαλέγει, θάνατο για εξορία, κούνησε τη φαράκλα του δώθε κείθε και δεν απάντησε τίποτα.
6. Τότες ο κλητήρας ζύγωσε και του το ξαναφώναξε δυ νατά μέσα στ' αφτιά του. Ο Σωκράτης, θέλοντας και μη, σηκώ θηκε πάλε βαριεστισμένα και τους είπε: «Δε λέω, κ' οι δυο σας τιμωρίες είναι και δίκαιες και συφερτικές για μένα και για σας. Ομως εγώ θα προτιμούσα μιαν τρίτη.» «Ποιάνε; ποιάνε;» φώ ναξαν ούλοι χαρούμενα. «Είτε σας εβεργέτησα είτε σας ζημίωσα να με βάλετε τώρα, που γέρασα, στο Τεμπελχανιό. Ετσι και σεις θ' ασφαλιστείτε από μένα κ' εγώ θα ξεκουραστώ από σας. Και ν' αφήνετε κάθε πρωί στην πόρτα μου (χωρίς να με βλέπετε και χωρίς να σας βλέπω) ζεστές κι αφράτες εκείνες τις ωραίες μελόπιτες, που δίνετε τόσους αιώνες εβλαβικά στο άγιο φίδι του Ερεχθείου, το γιο της Παρθένας. Γιατί θαρρώ, πως εγώ σας έκανα και περισσότερο καλό και λιγότερο κακό παρά κάθε λο γής θεϊκό ζωντόβολο».
7. Οι δικαστάδες, απελέκητοι χωριάτες, που με το παραμικρό βλαστημούσανε τα θεία, γελάσανε μ' όλη την καρδιά τους, σαν ακούσανε τα αναπάντεχο τούτο χωρατό του Σωκράτη. Και περιμένανε να τους πει κι άλλα. Και κείνος σε λίγο: «Κι αφού κάνω τη σωστότερη, καθώς φαίνεται, κρίση, εγώ ταιριάζει να πάρω και τους μιστούς ολωνώνε σας».
8. Πωπώ! τι γένηκε τότες! Οι δικαστάδες λυσσάξανε. Αλλοι σηκώσανε τα μπαστούνια, άλλοι αρπάξανε πέτρα κι άλ λοι χυμήξανε πάνου στα κάγκελα με τα δέκα νύχια μπροστά για να τον ξεσκίσουνε κι όλοι φωνάζανε μαζί, που δεν ξεχώρι ζες λέξη. Ακούς εκεί ναν τους ζητάει τους τρεις οβολούς, τον τί μιο κόπο τους! Γι' αφτό λοιπόν αφήσανε τις δουλειές τους νοικοκυρέοι άνθρωποι και χασομέρησαν όλη μέρα για να διαφεντέψουνε την πατρίδα; Και δεν είτανε δα για τα λεφτά... μα τους ζητούσε να παρανομήσουν. Και να θέλανε, δεν είχανε μήτε αφτοί το δικαίωμα να χαρίσουνε το μιστό τους, μήτε κ' η πολιτεία να τους τόνε στερήσει... Μωρέ τούτος είναι μπιτ ξετσίπωτος κι άθεος και προδότης! Καλά και θα ιδεί! Για τούτο, μια κι ο ίδιος ο Σωκράτης δε διάλεγε το είδος της τιμωρίας του, τόνε καταδίκα σαν αφτοί, με τη δεύτερη ψηφοφορία τους (πάλε σύμφωνα με το Νόμο) να πιει το φαρμάκι.
9. Τότες ίσα ίσα λαμποκόπησε ολάκερος από κέφι και δύναμη. Απλός και σβέλτος, καθώς τόνε ξέραν οι περισσότεροι στα μεθύσια του, στους καβγάδες και στον πόλεμο, στάθηκε στέρεα στο βήμα και μισοκλείνοντας τα πονηρά του μάτια τους είπε σιγά σιγά τούτα, που μέλλει να διαβάσετε παρακάτου. [...]
Του
Κώστα ΒΑΡΝΑΛΗ

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Νίκος Καββαδίας: "Βάρδια"




Βάρδια έκτη
Portrait of a man
A la Comtesse Ariane de Jacquelin Dulphe
Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το 'χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι1 έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει ! Γιομίζει τα ρουθούνια μου, μα δεν μπορώ να σου πω ...Ιουδήθ2 ! Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από το Gomel3 και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν. Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του «Cyrenia»4, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι5. Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμά σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο6, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.
-- Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε, φόρεσέ το.
-- Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;
-- Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.
-- Θέλω τη θήκη μου.
Ιουδήθ!... Ολα τα πράματα έχουνε δική τους μυρωδιά.
Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα7, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο8 ... Streets are not safe at night. Avoidall saloons. Chagall: Ο Αρχιραβίνος.
-- Ατζαμή ! Φίλησέ με.
-- Μιαν άλλη φορά. Οταν ξαναβρώ τη γεύση μου.
-- Την έχασες; Πού;
-- Στο Barbados9... Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.
-- Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.
-- Δεν έχω δόντια. Τ' άφησα σ' ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin10.
-- Χάιδεψε.
-- Ιουδήθ... Με τι χέρια... έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ' ένα σπίτι στο Ικίκι11... Εκεί ανάμεσα... Μαζί κι ένα ζαφείρι... ένα μεγάλο ζαφείρι.
-- Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξε με, λοιπόν.
-- Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος, στο Βόλο. Τ' αλλάξαμε.
-- Κοίταξέ με με τα δικά του.
-- Ηταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.
-- Ασε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.
-- Ναι.
-- Πάμε. Κρυώνω.
-- Στάσου, να σου πω ένα παραμύθι.
-- Δε θέλω... Πάμε.
-- Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ενας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι...
-- Το σκορπιό;
-- Εσένα.
-- Πάμε σου λέω.
-- Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.
-- Λοιπόν... Μόνον ο γερο - Γιεχού12 δεν κοιμόταν. Διάβαζε δί­πλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βι­βλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ημουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ητανε δώ­δεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε... Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με τα μάτια κλεισμένα.
-- Κι οι δώδεκα;
-- Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Ομως απόψε... Οχι γιατί μ' αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.
-- Αύριο, στο Colombo13.
-- Τώρα.
-- Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Εχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως... Ξέρεις... Είμαι άρρωστος.
-- Δε με νοιάζει. Ακου... Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.
-- Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.
-- Κάνε όπως θέλεις. Ο,τι βρεις, κλέψε. Δείξε μού το μονάχα... Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin14 μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε.
Δε βλέπεις ούτε μια πιθαμή μπρος από την πλώρη ...παραπονιέται ο γραμματικός15. Δεν το ξανοίγει. Το πήζει ολοένα. Γκρινιάζει και φτύνει. Το τσιγάρο μουσκεύει και δεν τραβάει. Κάθε τόσο σέρνει το σύρμα της σφυρίχτρας κι η καμινάδα ξερνάει μουγκρητό. Πέντε δεύτερα. Κατόπι πενήντα πέντε. Βουβαμάρα.
Στήνει τα αυτιά του δεξιά, αριστερά, μπροστά. Τα χουφτώνει με το χέρι. Είναι και μιαν άλλη καμινάδα που κλαίει, που μόλις ακούγεται. Ο Πολύχρονης, ο σκάπουλος16, στέκεται στην πλώρη, στο κοράκι17, κι όταν σταματάει το σφύριγμα του «Πυθέα», φω­νάζει με την τρομπαμαρίνα18. Ολο και ζυγώνει... Τ' ακούω λίγο δεξιά τώρα.
Πάλι σφύριγμα. Νέκρα κατόπι. Κι η βοή του άλλου που κα­τεβαίνει.
-- Να 'σαι αλάρμ19, φωνάζει του τιμονιέρη. Οταν σου πω όλο δεξιά ή όλο αριστερά, θα πάρεις και συ βόρτα20 με δαύτο. Κατά­λαβες ;
-- Ναι.
Συλλογιέται... Για την τύχη μας αρρώστησε ο Διαμαντής. Εχει πυρετό. Ποιος του 'πε να πάει να ψωνίσει μαλαφράτζα21... Πάλι τυχερός τώρα με τα καινούργια φάρμακα... Σέρνει το σύρμα. Το αφήνει... Καινούργια. Κι εμείς να μην έχουμε τίποτα καινούργιο δω μέσα. Ούλα σάπια. Ετσι σφύριζε κι ο παππούς μου στο πούσι. Radar, βυθόμετρο... Πού τέτοια τύχη... Σε βγάνουνε παλικάρι... Ο Διαμαντής προλαβαίνει να τη γλιτώσει, εμείς σαπίσαμε. Υδράργυρος22...
Ξανασφυρίζει.
1. Πούσι: Ομίχλη, καταχνιά
2. Ιουδήθ: Μια Εβραία απ' το Gomel
3. Gomel: Πόλη της Λευκορωσίας
4. Cyrenia: Πλοίο των ελληνικών μεσογειακών γραμμών, εκτελούσε το δρομολόγιο Ιταλία - Ελλάδα - Αυστραλία. Ο Καββαδίας ταξίδεψε μ' αυτό την περίοδο 1949 - 1954
5. Μινικόι: Ενα απ' τα νησάκια της ΝΔ Βομβάης στον Ινδικό Ωκεανό
6. Κρουζέτο: Το λούκι γύρω γύρω στο κατάστρωμα για να τρέχουν τα νερά
7. Πίντα: Ενα απ' τα τρία πλοία του Χριστόφορου Κολόμβου
8. Γκέττο: Περιοχή πόλης (περιτειχισμένη) όπου κατοικούσαν αποκλειστικά Εβραίοι
9. Barbados: Νησί στην Καραϊβική
10. Cochin: Λιμάνι της ΝΔ Ινδίας
11. Ικίκι: Λιμάνι της Β. Χιλής
12. γέρο - Γιεχού: Συγγενής (πατέρας; παππούς;) της Ιουδήθ
13. Colombo: Η πρωτεύουσα της Σρι - Λάνκα
14. Pascin Jules: 1885 - 1930, ζωγράφος βουλγαρικής καταγωγής
15. Γραμματικός: Ο υποπλοίαρχος
16. Σκάπουλος: (βεν. scapolo) Ο ένας απ' τους δυο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν' αντικαταστήσει τον άλλο
17. Κοράκι: Η μύτη του πλοίου
18. Τρομπαμαρίνα: Τηλεβόας για τη μετάδοση ηχητικών σημάτων μεταξύ ιστιοφόρων σε καιρό ομίχλης
19. Αλάρμ: Σε επιφυλακή
20. Βόρτα: Φόρα, στροφή ή ανάπρωρη αλλαγή πορείας του ιστιοφόρου
21. Μαλαφράτζα: ιταλ. mal di Francia= η γαλλική αρρώστια: η σύφιλη
22. Υδράργυρος: Ο κυανιούχος υδράργυρος που χρησιμοποιήθηκε κατά της σύφιλης