Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Θεόδωρος ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Συνοδός εδάφους

  • Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΑΛΛΟΤΕ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΕ ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ, ΑΛΛΟΤΕ ΣΕ ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΕΣΤΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΚΡΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΥΚΟΛΕΣ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΉΣΤΑ ΓΝΩΣΤΑ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ.
  • ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΚΥΤΑΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΟΛΛΑ, ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟ, ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΣΤΕΡΙΟΥ, ΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΜΑΡΚΑΡΗ, ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗ, ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ (ΧΡΗΜΑΤΑ, ΠΛΑΣΤΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ, ΡΙΣΚΟ, ΨΕΜΑΤΑ) ΚΑΙ ΣΚΑΛΙΖΕΙ ΤΟ ΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΜΙΑ ΜΕΡΙΔΑ ΝΕΩΝ ΣΥΜΠΟΛΙΤΩΝ ΜΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΒΡΩΜΙΚΑ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ, ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ Σ΄ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΩΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ
Συνοδός εδάφους

Το Χ95 φρενάρισε απότομα κι εκείνη αρπάχτηκε απ΄ τη χειρολαβή. Δρασκέλισε το απότομο σκαλοπάτι και κοντοστάθηκε στην είσοδο των αναχωρήσεων. Εκείνος, ένα μέτρο παραπίσωτης·
Άντε προχώρα, ήθελε να γυρίσει να του πει, αλλά μετάνιωσε. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου και του είπε, Μπαίνω μέσα, έλα. Τα ελληνικά του ήταν σε κακό χάλι. Άλλες φορές, χρησιμοποιούσε στοιχειώδη αγγλικά. Είδε στον πίνακα ανακοινώσεων την πτήση, εντόπισε το γκισέ. Του ξανατηλεφώνησε. Εκείνος απάντησε τραυλίζοντας, κουβαλούσε ένα κακοδεμένο σακβουαγιάζ στην πλάτη. Μια φιγούρα διερχόμενη, ούτε που έβλεπε το πρόσωπό του. Το μόνο που ήθελε, ήταν να περάσει. Βάδισε παράλληλα μαζί του μέχρι το check-in και τον άφησε να προχωρήσει. Όσες φορές κι αν βίωσε αυτή τη στιγμή ένιωθε πάντα την ίδια αγωνία. Περίμενε κι εκείνος στην ουρά, άφησε το σακίδιο κάτω, ύστερα τον είδε να βγάζει το e-ticket και να το δίνει μαζί με το διαβατήριο. Είχε ξεχάσει με τι υπηκοότητα ταξίδευε. Μπορεί και βουλγαρική, τελευταία είχαν περάσει αρκετοί με βουλγαρικά διαβατήρια. Η υπάλληλος κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό (το γαμημένο) το διαβατήριο και μετά του είπε κάτι, με αυστηρό τρόπο. Από τα χείλη της μάντεψε: Σήκω φύγε, μη φωνάξω την Αστυνομία. Εκείνος υποχώρησε, έκανε δυο- τρία βήματα κι έτρεξε γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο. Άναψε κι αυτή ένα τσιγάρο- στην επιτρεπόμενη ζώνη. Σχημάτισε το νούμερο του Ντ. «Δεν πέρασε», του είπε. Γαμώτο,κρίμα το ξενύχτι,πάνε και τα τριακόσια ευρώ. Στον γυρισμό, μπήκε σ΄ ένα ταξί παρ΄ όλο που το σιχαινόταν, και αυτό και τους οδηγούς. Όταν ο ταξιτζής την περιεργάστηκε σαν ταρίφα, του είπε: Πάμε κατευθείαν Δάφνη. Άτυχος κι αυτός, θα μπορούσε να του πέσει κάτι καλύτερο, άσε που στον δρόμο του ζήτησε θυμωμένη να χαμηλώσει το ραδιόφωνο.

Βρέθηκε μ΄ ένα πηδηχτό βήμα έξω απ΄ το λεωφορείο, ενώ οι άλλοι δύο την παρακολουθούσαν με αγωνία μην και τους ξεφύγει. Φορούσαν κάτι γελοία καπέλα και έδειχναν να μη γνωρίζουν ούτε λέξη από τις γλώσσες επικοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είχε σε αποθηκευμένα μηνύματα τις οδηγίες. «Ακολούθα», «Στάσου», «Περίμενε», που, ανάλογα με την εθνικότητα, τα έστελνε ο Ντ. Τους παρέσυρε στο γκισέ, είχε μια σχετική ουρά, και τους έστειλε το πρώτο μήνυμα να προχωρήσουν παρέα. Όταν ήρθε η σειρά τους, η υπάλληλος πήρε τα διαβατήρια και τα έλεγξε, ενώ ταυτόχρονα μιλούσε με τη διπλανή της· έβγαλε την κάρτα επιβίβασης. Όλα καλά μέχρις εδώ. Ο ένας (τι βλάκας!) πήγε να τη χαιρετήσει κι εκείνη έστριψε δίνοντας πια την επόμενη οδηγία, να προχωρήσουν. Μόλις που τους έβλεπε λοξά καθώς έμπαιναν στην περιοχή «Α». Ο αστυνομικός στον έλεγχο έριξε μια αδιάφορη ματιά στις κάρτες επιβίβασης. Παραμέσα, στον έλεγχο διαβατηρίων, κάτι παρόμοιο θα συνέβη, έτσι υπέθεσε γιατί δεν έφτανε η ματιά της μέχρις εκεί. Προφανώς, είχε γίνει καλύτερη δουλειά στα διαβατήρια ή είχαν αγοραστεί από κάποιους που ζούσαν χρόνια στην Ελλάδα. Πέρασαν. Πολλές φορές τους έπιαναν στον έλεγχο επιβίβασης, ένα βήμα πριν από το σκάφος. Τις προάλλες κάποιος που ταξίδευε με ισπανικό διαβατήριο βρέθηκε αντιμέτωπος με ισπανόφωνη συνοδό. Κι εκείνη πήγε ν΄ αξιοποιήσει τη γλώσσα της με τον κρυμμένο ανατολίτη. Χτύπησε το κινητό της. Είχαν μπει στο σκάφος. Ανάσα. Έγραψε ένα μήνυμα για τον Ντ. «Οk». Βγήκε πάνω στις αφίξεις, στην υπαίθρια καντίνα, και ζήτησε έναν καπουτσίνο. Βολεύτηκε στην εξέδρα με τα τραπεζάκια και παρατηρούσε την άφιξη των λεωφορείων που κατέβαζε τους πιο ταπεινούς τουρίστες. Διέκρινε κάποιους που θα ταξίδευαν παρομοίως. Ο Ντ. σε ανύποπτο χρόνο της είχε πει ότι κάθε μέρα προωθούνται (όχι φυσικά από τον ίδιο μόνο) μέχρι τριακόσια άτομα, αλλά ούτε το ένα τρίτο δεν κατορθώνει να περάσει. Σηκώθηκε να φύγει. Το Μετρό, μήνες τώρα, δεν έφτανε μέχρι εδώ, δημόσια έργα και μπλεγμένοι δήμαρχοι. Πάντως, δεν θα έμπαινε σε ταξί. Είχαν την αίσθηση της απλυσιάς, βρωμούσαν τσιγαρίλα. Μπήκε στο λεωφο ρείο και έβγαλε αμέσως το ipod. Στη στάση ΙΚΕΑ ανέβηκε μια κυρία με μια τεράστια τσάντα και τη στρίμωξε. Είδε για λίγο τα πράσινα χωράφια που ξέφευγαν σαν παραφωνία, στο βάθος την Παλλήνη, μια τσιμεντένια ασπρίλα. Για φαντάσου. Εδώ τους έφερνε ο πατέρας της για ν΄ αγοράσουν χυλοπίτες και ζυμωτό ψωμί, στις αρχές του ενενήντα, και συνέχιζαν για καμιά κυριακάτικη βόλτα στη Βραυρώνα. Ο λυκειάρχης συνδύαζε την κυριακάτικη εξόρμηση με αρχαιολογικές ξεναγήσεις στα «βήματα του Παυσανία», όπως τις είχε ονομάσει. Όταν εκείνη πέρασε στη Γυμναστική Ακαδημία, απογοητεύτηκε.

Μια ζωή θα την έβγαζε στο προαύλιο η μονάκριβη, γυμνάζοντας νωθρά Ελληνόπουλα.

Αν ποτέ διοριζόταν.

Απλώθηκε στο ντιβάνι παίρνοντας τον φορητό υπολογιστή αγκαλιά. Μπήκε στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας και είδε τη δημοσιευμένη λίστα του ΑΣΕΠ. Εκατόν ογδόντα άτομα για μόνο μία θέση της ειδικότητάς της.

Άναψε τσιγάρο. Τριακόσια ευρώ για μια συναρπαστική βόλτα μέχρι το αεροδρόμιο, χίλια διακόσια ευρώ το μηνιάτικο για ένα βαρετό καθηγητιλίκι σε απομακρυσμένα γυμνάσια. Λάθος σπουδές- ή μήπως επιλογές; Βαριόταν στην ιδέα ότι θα δούλευε σ΄ ένα σχολείο με διευθυντή κάποιον, πιθανώς, σαν τον πατέρα της. Στο μεταξύ, έπρεπε να περάσει απ΄ το καφενείο στο Μεταξουργείο για να πάρει την ανταμοιβή της. Θα καθόταν στην καρέκλα της, ο μεσήλικος υπάλληλος θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό, ίσως και έναν γλυκό καφέ, και από δίπλα τα λεφτά, σαν ρέστα. Τόσο ανοιχτά, τόσο απλά. Προτιμούσε το πίσω τραπεζάκι, αντίκρυ στον ακάλυπτο χώρο μιας παλιάς βιοτεχνίας που είχε μετατραπεί σε μπαρ. Ο Ντ. σπάνια πατούσε στο μαγαζί, καθώς μεγάλωσαν οι δουλειές του. Μιλούσαν αρκετά τον πρώτο καιρό, αλλά καθώς παντρεύτηκε άλλαξε. Κουρεύτηκε, έκανε κοιλιά και συνόδευε τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Μια φορά τους πέτυχε στην Κωνσταντινουπόλεως, την τελευταία εβδομάδα που δούλευε στο «Αντίπολις-bar». Η γυναίκα τού Ντ. φορούσε μαντίλα και, όπως πρόλαβε να τη δει, πρέπει να ήταν πολύ μικρότερή του. Ήξερε, άραγε, ότι ο σύζυγός της διακινούσε καθημερινά ίσαμε δυο ντουζίνες συμπατριώτες του και όχι μόνο; Ίσως να μην της φαινόταν παράνομο, αφού εκείνοι πλήρωναν, κάτι που σήμαινε ότι το λαχταρούσαν. Σιγά την παρανομία, συμφώνησε και η Κατερίνα μπαίνοντας στη σκέψη της άλλης. Ολόκληρη η ιστορία του κόσμου στηρίζεται πάνω σε μετακινήσεις, μετοικήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς να δίνεται λογαριασμός ποιος πάει πού.

Άκουσε την τραχιά φωνή του Ντ. που- ομολογουμένως- την αναστάτωνε. Οι οδηγίες του ήταν για δυο εισιτήρια μέχρι τη Ρώμη. Αυτή τη φορά θα συνόδευε τον «πελάτη» στην πτήση. Και φυσικά, με διπλή αμοιβή. Έκλεισε τα εισιτήρια από το Ίντερνετ με την κάρτα της. Ο Ντ. ακουγόταν αγχωμένος. Απέφευγε να μιλάει πολύ μαζί της, αλλά κάθε φορά τα ίδια λόγια ακούγονταν όλο και πιο εκδηλωτικά. Δεν υπήρχε περίπτωση· ούτε στ΄ όνειρό του αυτός κι εκείνη. Άσε που ήταν και ζήτημα ιδεολογίας: απ΄ τη μια να σκεπάζει τη μουσουλμάνα κι απ΄ την άλλη να ξεντύνει τη χριστιανή. Δεν προλάβαινε να ξεκουραστεί, είχε πέσει πολλή δουλειά τελευταία. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ντ. έσπρωξε δεκαπέντε άτομα ομαδικά, ντύνοντάς τους με ομοιόμορφες αθλητικές φόρμες, σωστή ποδοσφαιρική ομάδα. Και πέρασαν- απίστευτο- όλοι μαζί ως τυνησιακό τιμ. Ποιος, άλλωστε, παρακολουθεί βορειοαφρικάνικο ποδόσφαιρο για ν΄ αναγνωρίζει ομάδες και παίκτες; Τηλεφώνησε στις φίλες της, τις χρειαζόταν για λόγια και παρέα. Εκείνη γλεντούσε την «επιτυχία», εκείνες παρακολουθούσαν τους κοσμικούς στα trendy εστιατόρια που τις έστελναν τα free press. Βέβαια, κάθε εβδομάδα δεν ήταν δυνατόν ν΄ ανακαλύπτουν ένα «αξέχαστο» μαγαζί, αλλά σκασίλα τους. Στο τηλέφωνο, ο πατέρας: «Σιγά μη διοριστείς· ούτε σε δέκα χρόνια» Συνέχισε: «Να τηλεφωνήσουμε στον Καρατζολέα... Τόσα χρόνια τι έκανε για μας; Τι τον ψηφίζουμε;». Τον ηρέμησε ότι όλα θα πάνε καλά και τους φαντάστηκε στο εξοχικό τους, στη Χιλιαδού, αραγμένους στην αυλή, έντρομους μην πιάσει φωτιά το δασάκι- ο καινούργιος πανικός της μάνας της που κοιμόταν με το λάστιχο του νερού τυλιγμένο, δίπλα στο κρεβάτι, σαν ανορεκτικό βόα.

Ο ταξιδιώτης ήταν κοντά στην ηλικία της, πάνω- κάτω στα είκοσι οκτώ. Την περίμενε στο Σύνταγμα, δίπλα στα λεωφορεία του αεροδρομίου. Αυτή τη φορά θα μιλούσαν, μιας και θα ταξίδευαν σαν ζευγάρι. Ήταν αρκετά καλοντυμένος, ψηλός, κάτι σε Λατίνο έφερνε, παρά μαρτυρούσε τη μεσανατολική καταγωγή του. Έπιασε τον εαυτό της να τον παρατηρεί· συνήθως δεν τους κοίταζε καν στο πρόσωπο. Ήταν μέρος της δουλειάς, της αποστολής της. Αναγνωρίστηκαν με παράλληλη τηλεφωνική κλήση. Εκείνος έσερνε μια Delsey με ροδάκια- ασήκωτη φαινόταν· και αυθεντική. Τον χαιρέτησε, «Όλα καλά;». Μιλούσε σπαστά ελληνικά.

Αγωνιούσε. Κρατούσε το εισιτήριό του στα χέρια της.

Ταυτόχρονα, κρατούσε και την τύχη του που δεν ήταν τίποτ΄ άλλο παρά η έξοδός του από τη χώρα της. Αφιλόξενη χώρα θα τη χαρακτήριζε και ακριβώς αυτό της εξασφάλιζε μια δουλειά. Ρίγησε κάπως: λογικά, ανήκε σε μιαν αλυσίδα διακίνησης λαθρομεταναστών.

Όταν έπιαναν κάποιους, κάποια στιγμή, οι λιγότερο υπεύθυνοι όπως αυτή την πλήρωναν, ούτε καν ο μπάτσος που τους προμήθευε τις σφραγίδες. Φανταζόταν τον πατέρα της να βλέπει την κόρη του με χειροπέδες. Πώς να τον πείσει ότι ήταν μια τυχαία γνωριμία, ένα βόλεμα. Μήπως, ωστόσο, κάτι την έτρωγε πιο βαθιά μέσα της για να χώνεται σε ξένες- κυριολεκτικά- υποθέσεις; Ξημέρωνε. Άδειοι οι δρόμοι. Δεν μιλούσε με τον διπλανό της. Με ποιο όνομα, άλλωστε, να του απευθυνόταν; Άσε που έπρεπε να μάθει να το λέει απέξω. Στο διαβατήριο φαινόταν ως Αιγύπτιος που ζει χρόνια στην Ελλάδα. Μάλλον Κούρδος ή Ιρακινός της έκανε. Τι σημασία είχε; Πάντως ήταν νόστιμος. Απέστρεψε το βλέμμα της. Τον έφερνε σε αμηχανία. Κατέβηκαν στην είσοδο αναχωρήσεων και προχώρησαν στο check-in. Εκείνη, χωρίς μια στάλα αμηχανία, άρπαξε τα δυο διαβατήρια και είπε στην κοπέλα, «Είμαστε μαζί», κι ύστερα έγειρε κάπως ράθυμα πάνω του. Εκείνος την αγκάλιασε απ΄ τη μέση· θα τη θυμόταν μέρες μετά αυτή τη χειρονομία: είχε τόση θέρμη που ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά· τόσο που αγνόησε τον έλεγχο της κοπέλας στο γκισέ, που ήδη ζύγιζε τη βαλίτσα. Η τρυφερότητα της σκηνής δεν πέ ρασε απαρατήρητη και από την υπάλληλο, που θεώρησε δεδομένο να τους περάσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Την άλλη μέρα γύρισε απ΄ τη Ρώμη κουρασμένη και σκεπτική. Ο ταξιδιώτης βρήκε εισιτήριο για Σουηδία και κατάφερε να περάσει και από τον ιταλικό έλεγχο, χάρις στην παρουσία της δίπλα του που τον αποχαιρετούσε. Της έδωσε ένα ζεστό φιλί και τον είδε να φεύγει.

Ξενύχτησε ώς τις έξι το πρωί στο Φιουμουντσίνο· στην επιστροφή, κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα θα περνούσε από το καφενείο για την αμοιβή, υπερδιπλάσια. Ο Ντ. την είχε γνωρίσει στο καφέ όταν δούλευε. Μόλις άνοιγε, ερχόταν κι έπινε έναν καπουτσίνο, της μιλούσε, την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. Ώσπου μια μέρα, σαν αστείο, τη ρώτησε αν ήθελε να κερδίσει εύκολα χρήματα. Δεν της έδωσε άλλα στοιχεία, άφησε τον χρόνο να κυλήσει.

Τότε της αποκάλυψε ότι ετοίμαζε ένα καφενείο, γι΄ αυτό ερχόταν, επέβλεπε την κατασκευή του. Ναργιλέδες, φαλάφελ και τέτοια. Η περιοχή κατά μήκος της Κεραμεικού ήταν γεμάτη. Έβαλε μέσα και Ίντερνετ και μάζευε τους δικούς του. Η ιδέα ότι θα έκανε κάτι παράνομο τη γοήτευε όσο και το ποσόν που θα εισέπραττε κάθε φορά. Εν τούτοις, εδώ και ώρα, ύστερα από το βαρύ κεφάλι που έκανε, αντιλαμβανόταν ότι το μυαλό της τριγύριζε ακόμα σ΄ εκείνον. Πώς έφτασε στη Σουηδία; Πού θα παραδιδόταν; Θα έκαναν δεκτή την αίτηση πολιτικού ασύλου; Μόλις θα έφτανε εκείνος, θα πετούσε το διαβατήριο και θα ήταν ένας ικέτης, ένας πρόσφυγας. Επομένως, ταξίδευε μ΄ έναν άνθρωπο που γνώριζε μόνο μιαν ενδιάμεση, προσωρινή ταυτότητα. Η ιδέα να σχηματίσει τον αριθμό του ήταν ανώφελη. Αλίμονο, εκείνος φτάνοντας, θα εξαφάνιζε κάθε ίχνος της χώρας απ΄ την οποία είχε έρθει. Και δεν είχε άδικο. Το τηλέφωνό του όχι μόνο δεν χτύπησε, αλλά απαντούσε σε αλλόγλωσσες φωνές. Κι εκείνο το φιλί στο αεροδρόμιο δεν ήταν άσχημο, σκεφτόταν καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο καφενείο. Τον θυμόταν να δακρύζει μόλις είχε σηκωθεί το σκάφος. Να εξανθρωπίζεται, με δάκρυα που δεν είχαν ταυτότητα. Για μια στιγμή νοστάλγησε τα ψέματα, τα πλαστά διαβατήρια, τα ρίσκα και μίσησε βαθιά εκείνο τον κατάλογο των υποψηφίων για μια δημόσια θέση. Εκείνοι είχαν λιγότερες πιθανότητες να πετάξουν σε μια νέα ζωή κι ας είχαν ταυτότητα και διαβατήρια.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Λιλή ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ: To βλέμμα του λύκου

To βλέμμα του λύκου

Παπαγεωργίου Βασίλης
Μπορεί ένα τυχαίο γεγονός, μια σπίθα στιγμής να σε συγκλονίσει τόσο, ώστε να σ' αλλάξει; Ο Θανάσης Φύσας, αν άκουγε κάτι τέτοιο μόλις την προηγούμενη μέρα, θα χαμογελούσε ειρωνικά - σκεπτικιστής απ' τα γεννοφάσκια του και απόφοιτος θετικών επιστημών - όμως αυτή ακριβώς η αιφνίδια μεταμόρφωση τού είχε συμβεί πριν μερικές ώρες! Αποκάλυψη. Φώτιση. Δεν ήταν θρησκευόμενος, αλλά δεν έβρισκε πιο κατάλληλες λέξεις να αποδώσει το βίωμά του.
Δεν είχε καλά καλά προσαρμοστεί στα καθήκοντά του ως δασάρχης στο δασαρχείο Λιδορικίου, κι είχε δεχτεί στο γραφείο του την αιφνιδιαστική επίσκεψη του Περικλή Χύτρα, του πιο πλούσιου κτηνοτρόφου της περιοχής. Χίλια αιγοπρόβατα δεν ήταν μικρή υπόθεση κι ήταν ο κύριος λόγος για το τσαμπουκαλίδικο κόρδωμα του Περικλή. Ο άλλος ήταν οι πολιτικές του διασυνδέσεις στο υπουργείο Γεωργίας. Το 'παιζε παράγοντας και το χόμπι του ήταν να κερνά τους συντοπίτες του, έστω και με το στανιό. Πάντως χάρη στην ανοιχτοχεριά του ήταν δημοφιλής, αν και σαφέστατα αντιπαθής. Ετσι πάντως φάνηκε στο δασάρχη με την πρώτη ματιά, μια εντύπωση που μάλλον ενισχύθηκε αργότερα.
Είχε έρθει να προτείνει, ή πιο σωστά να απαιτήσει, άδεια από το δασαρχείο για την εξόντωση των λύκων της περιοχής. Την επιχείρηση θα την εκτελούσε ο ίδιος μαζί μ' άλλους κυνηγούς. Κι αν ο κύριος δασάρχης ήξερε από καραμπίνες και τα ρέστα, τιμή τους να μπει κεφαλή.
Ηξερε από καραμπίνες - νέος κυνηγούσε στο χωριό του - κι ο Περικλής ενθουσιάστηκε. Ομως ο ενθουσιασμός του πάγωσε, όταν ο Θανάσης τον πληροφόρησε, σε ψυχρό υπηρεσιακό τόνο, πως, πρώτον, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της υπηρεσίας, η περιοχή δεν ήταν ενδιαίτημα λύκων και δεύτερον, οι λύκοι, σαν είδος υπό εξαφάνιση, προστατευότανε κατά το νόμο.
Ο Περικλής αναψοκοκκίνησε, αλλά κατέβαλε φιλότιμη προσπάθεια να αυτοκυριαρχηθεί. Αντέτεινε πως οι κύριοι των γραφείων δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Ο ίδιος όμως τον περασμένο χειμώνα είχε χάσει δέκα πρόβατα. Και βέβαια από λύκους! Κι ένας να ήταν, μόνο ένας, θα 'πρεπε να εξοντωθεί! Αποζημίωση; Πλάκα του 'κανε ο κύριος δασάρχης; Γελοίο το ποσόν κι από πάνω πού ν' το;
Ο Θανάσης ξαναεπικαλέστηκε το νόμο με βαριεστημένο ύφος κι έσκυψε στα χαρτιά του υπονοώντας ότι η συνάντηση είχε περατωθεί. Ο Περικλής βέβαια δεν ήταν απ' αυτούς που βάζουν την ουρά κάτω απ' τα σκέλια. Χτύπησε τα κοντόχοντρα πόδια του στο δρύινο πάτωμα, βρόντηξε τα χέρια στο γραφείο, πετάχτηκαν έξω οι φλέβες του λαιμού και γούρλωσαν τα μάτια του.
«Αυτοί οι π.... οι οικολόγοι φταίνε για όλα! Σφάξιμο θέλουν!» ξέσπασε. «Εχουν τρυπώσει παντού, τσιρίζουν πως οι λύκοι είναι άγγελοι. Ε, πεινάνε οι καημένοι, να μη φάνε τα πρόβατά μου; Κι αν πεινάσω εγώ, αν καταστραφώ; Α, δεκάρα τσακιστή δε δίνουν. Αν φαγωθώ, ακόμη καλύτερα. Μας παραφυλάνε μπας και σκοτώσουμε κανένα ζουλάπι! Και τότε παίρνουν φωτιά οι τηλεοράσεις, μας κάνουνε σούργελο! Οι χέστηδες οι πολιτικοί τρέμουν. Ποπό! Θα χάσουμε ψήφους, να το παίξουμε κι εμείς οικολόγοι! Και φτιάχνουν τα λαμόγια λυκονόμους! Κι εμάς μας βάζουνε πρόστιμα!..Την έπαθε ο ανιψιός μου!..».
Η σιωπή του δασάρχη φάνηκε να δρα κατευναστικά στον οργίλο κτηνοτρόφο.
«Ε, τι να κάνεις κι εσύ, κυρ-δασάρχη... Μια καρέκλα έχεις, δε σου περνά. Ασε... Θα καθαρίσω εγώ! Εχω άνθρωπο στο υπουργείο... Θα πάρουμε ειδική άδεια!».
Το είπε και το 'κανε ο Περικλής. Η ειδική άδεια είχε έρθει αρχές Γενάρη κι είκοσι ετοιμοπόλεμοι άντρες περίμεναν το σήμα του δασάρχη για ν' αρχίσει το σαφάρι.
Ξεκίνησαν ένα βραδάκι με ιδανικές συνθήκες. Το νέο χιόνι ήταν ακόμη αφράτο, οπότε τα ίχνη θα ήταν ευδιάκριτα, και το γεμάτο φεγγάρι έκανε τη νύχτα μέρα.
Ο Θανάσης, κατ' όνομα μόνο κεφαλή - το πρόσταγμα το είχε ουσιαστικά ο Περικλής - τάχηνε το βήμα του αφήνοντας πίσω τους άλλους. Αν και πενηντάρης διατηρούσε τις αντοχές του. Για αρκετή ώρα άκουγε τα γαυγίσματα των κηνυγόσκυλων, αγριοφωνάρες και χάχανα. Μισομεθυσμένοι είχαν ξεκινήσει από την ταβέρνα οι άντρες κι εξακολουθούσαν να πίνουν. Τσίπουρο οι μεγαλύτεροι. Οι νεότεροι, ουίσκι.
Το χιόνι γύρω του απλωνότανε ατσαλάκωτο κι ο λευκός γίγαντας, τα Βαρδούσια, έμοιαζε με υπερφυσικό καράβι που έπλεε στο φεγγαρόφωτο.
Αναψε τσιγάρο και τράβηξε βαθιά στα πνευμόνια τον καπνό. Στην εξοχή δεν ίσχυε βέβαια ο αντικαπνιστικός νόμος, αλλά ούτε και στο ξεχασμένο δασαρχείο, στην περιφέρεια γενικώς.

Τελικά η μετάθεση από την Αθήνα μάλλον σε καλό του 'χε βγει. Ηταν «graceindisguise», του 'ρθε στ' αγγλικά. Κι όχι μόνο γιατί μπορούσε να καπνίζει όσο γούσταρε στο ζεστό του γραφείο, αντί να τρεμουλιάζει έξω, στην παγωνιά...
Κι όμως! Είχε καταστενοχωρηθεί με την προοπτική ν' αποχωριστεί τη σύζυγο και την κόρη του - να τον ακολουθήσουν αυτές στην επαρχία ούτε λόγος - αλλά και το υπουργείο, τις κοινωνικές συναναστροφές... Η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική! Αναζωογονητική. Του φαινόταν σαν ν' ανάσαινε πιο ελεύθερα τώρα, σαν οι άνθρωποι στο ίδιο σπίτι να κλέβουνε ο ένας την ανάσα του άλλου, σαν η πολυκοσμία να σου στερεί ενέργεια. Κι είχε επιστρέψει στην παλιά του αγάπη. Στο διάβασμα. Απολάμβανε μάλιστα ό,τι στο σχολείο σκυλοβαριότανε: τις αρχαίες τραγωδίες. Ηταν πια σε ηλικία να εννοεί ότι η δυστυχία είναι καρπός σύγχυσης, πνευματικής τύφλωσης. Της άτης. Σε μετάφραση διάβαζε βέβαια τις τραγωδίες, αλλά έριχνε και καμιά ματιά στο πρωτότυπο.
Εγραφε κιόλας. Ποιήματα! Ανόητα ίσως, αλλά του δίνανε χαρά... Ποτέ δε θα 'κανε λόγο γι' αυτά στη σύζυγο και στην κόρη του...
Ξαφνικά θυμήθηκε εκείνη την παρατήρηση της μικρής: « Βρε μπαμπά, για ποιο λόγο σπαταλιέσαι τζάμπα; Εντάξει. Εκτισε ο άνθρωπος στα καμένα. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος... Μόνο εσύ κάνεις φασαρία. Θα την πάθεις, μπαμπά! Καταπατητής ή όχι, του περνάει!».
Η γυναίκα του είχε κουνήσει συμφωνώντας το κατάξανθο κεφάλι της μ' εκείνη τη συγκαταβατικότητα που επιδείκνυε σ' ό,τι δε σχετιζότανε με τα χαρτιά.
«Δεν ακούει, παιδί μου, ο πατέρας σου! Είναι βλέπεις αριστερός παλαιάς κοπής. Ο κόσμος προχωράει, αλλά αυτός αμετακίνητος!...».

Οταν του 'ρθε η μετάθεση, δεν του χίμηξαν, δεν τσίριξαν πως εκείνες του τα λέγανε. Σιώπησαν με μια λεπτότητα που τον είχε κατασυγκινήσει. Είχε μπει για μια στιγμούλα στον πειρασμό να τους ανοίξει την καρδιά του, να ξεκαθαρίσει πως η ανάγκη του να υπηρετεί τα πιστεύω του, να νιώθει άνθρωπος, τον κάνανε αριστερό, πως δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς, ακόμη κι αν ποτέ δεν είχε υπάρξει κόμμα. Ομως η στιγμούλα τού ξεγλίστρησε, γιατί στο μεταξύ εκείνες οι δυο είχαν πιάσει κουβέντα για κάτι δερμάτινες τσάντες σπουδαίας γαλλικής φίρμας, πασίγνωστης, από τα συμφραζόμενά τους, στο πανελλήνιο.
Ακουσε έναν πυροβολισμό κι αναπήδησε. Να τον είχανε πετύχει το λύκο; Κοίταξε την ώρα στο κινητό του. Μία. Να τηλεφωνούσε στον Ηρακλή να μάθει τι είχε γίνει... Δεν το 'κανε. Αν πράγματι είχε γίνει κάτι, ο Ηρακλής θα του το είχε κιόλας ανακοινώσει. Δε θα το κρατούσε μυστικό.
Εκανε να ξαναβάλει το κινητό στην τσέπη του μπουφάν του και τότε είδε τις κηλίδες. Μικρές και καφετιές. Εσκυψε να τις αγγίξει. Αίμα! Και ίχνη!.. Πατημασιές μεγάλες και το ένα νύχι πίσω. Λύκος! Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Να τον είχαν πληγώσει άλλοι κυνηγοί ή μήπως οι κόκκινες σταλαγματιές ήταν από κάποιο ζώο που είχε σκοτώσει και κουβαλούσε στη φωλιά του ο λύκος;
Γονάτισε, μπουσούλησε στα τέσσερα, ακολούθησε τα ίχνη, μεταμορφωμένος ξαφνικά σε κάποιον που δεν ξέρει από γραφεία και πόλεις, η αδρεναλίνη εκτοξευμένη στα ύψη, η προσοχή σε υπερένταση, οι αισθήσεις ορθάνοιχτες, η στιγμή το παν. Θηρευτής ήταν, αλλά θα μπορούσε να καταλήξει και θήραμα. Το φεγγαρόφωτο δε θα ξεχώριζε τον έναν απ' τον άλλο και το χιόνι θα συνέχιζε να λαμπυρίζει παγερά αδιάφορο για ρόλους και θεατρίνους.

Παρόλα τα στριφογυρίσματα και τους κύκλους - κόλπο των λύκων να μπερδεύουν τους διώκτες τους - τα ίχνη ανηφόριζαν προς το βουνό. Αναμενόμενο. Εκεί ήταν οι κρυψώνες. Εκεί οι πηγές. Το πρώτο καρτέρι είχε συμφωνηθεί να το στήνανε στην πηγή της Χήρας, την πιο κοντινή.
Ανηφόριζε δίχως να χάνει απ' τα μάτια του τα ίχνη. Είχε ξαναγίνει ο έφηβος κυνηγός. Ενα λαχταρούσε: να βρει πρώτος το λύκο και να τον σκοτώσει, να ξεμπροστιάσει τους ψευτοπαλικαράδες που χρειάζονταν να μεθύσουν, για να βγούνε παγανιά. Στεγνός αυτός κι ολομόναχος. Κι ο λύκος, μια ματωμένη γκριζωπή γούνα στα πόδια του!
Κινιότανε όσο πιο αθόρυβα γινότανε με την καραμπίνα έτοιμη, προτεταμένη. Το δάσος ήταν πολύ πυκνό τώρα. Ενας άλλος κόσμος. Απειλητικός. Ολο σκιές και σκοτάδι... Ακουσε νεροκελάρυσμα. Είχε φτάσει στην πηγή. Εμεινε ακίνητος κρατώντας την ανάσα του. Εστησε αυτί. Απόλυτη σιγή εκτός από τον ήχο του νερού.
Τα μάτια του λίγο λίγο συνήθιζαν το σκοτάδι. Δεν ήταν πια αδιαπέραστο. Είχε μια γαλακτερή απόχρωση και το φεγγάρι, καθώς γλιστρούσε επάνω απ' τις κορυφές των ελάτων, έριχνε εδώ κι εκεί άπλετο φως. Μια τέτοια στιγμή τον είδε. Ολοκάθαρα. Τον λύκο! Απέναντί του, στο κοίλωμα ενός βράχου. Ηταν ξαπλωμένος και τον κοίταζε. Προφανώς πληγωμένος. Ακίνητος. Τον κοίταζε σαν να ήθελε να τον μαγνητίσει. Ο λύκος.
Με την καρδιά στο στόμα σημάδεψε. Το φεγγάρι γλίστρησε πιο πέρα σαν να 'θελε να του κρύψει το στόχο. Τράβηξε τη σκανδάλη σχεδόν στα τυφλά. Ακουσε ένα ουρλιαχτό. Τον είχε πετύχει! Αναψε το φακό. Το χιόνι γύρω από το λύκο βαθυκόκκινο. Πρέπει να τον είχε βαρέσει στο ψαχνό...

Γρήγορα! Να τον αποτελειώσει. Πλησίασε προσεκτικά για τη χαριστική βολή. Ακίνητος ο λύκος τον κοίταζε με τα πρασινοκίτρινα μάτια του. Αναστατώθηκε. Σαν υπνωτισμένος κατέβασε την καραμπίνα. Ο λύκος τον κοίταζε βαθιά, πολύ βαθιά, εκεί που δεν είχε φτάσει ποτέ βλέμμα ανθρώπου. Ηρεμα, περήφανα και σοφά ήταν εκείνα τα μάτια σαν ο κάτοχός τους να γνώριζε ένα μυστικό που ο ίδιος αγνοούσε.
Μια πρασινοκίτρινη φλογίτσα έκαιγε στα μάτια του. Η φλογίτσα σωνόταν, πέθαινε η φωτιά της ζωής...
Του Θανάση του φάνηκε πως μαζί πέθαινε και κάτι απ' τον ίδιο... Δεν ήξερε ακόμη τι ήταν αυτό.
Γαυγίσματα σκύλων. Οι δικοί τους θα ήταν. Θα είχαν μυρίσει λύκο, αίμα. Ο αέρας είχε γυρίσει, έφερνε στα σκυλιά τις μυρουδιές...
Ο λύκος γρύλισε. Σπαρτάρησε. Αίμα κύλησε απ' το στόμα του. Η φλόγα των ματιών έσβησε για τα καλά και το κεφάλι έγειρε προς τα κάτω.
Ο Θανάσης γονάτισε, άγγιξε τον λύκο. Ζεστός ήταν ακόμη μες στην παγωνιά.
Τα γαυγίσματα ζύγωναν. Μαζί κι οι φωνές...
Τους είχαν περιτριγυρίσει. Με τις καραμπίνες, τα πιστόλια, τα μαχαίρια, τα σκουφιά, τις μπότες τους. Κατενθουσιασμένοι. Τον σήκωσαν από κάτω. Αγκαλιές, φιλιά, μπράβο, χνώτα που κρουστάλλιαζαν στην παγωνιά, που μύριζαν οινόπνευμα. Τα σκυλιά γάβγιζαν νευρικά, οσφρίζονταν το λύκο με μανία, γλείφανε λαίμαργα το αίμα του.
Κάποιος τράβηξε φωτογραφία. Δεν πρόλαβε να τον εμποδίσει. Την άλλη μέρα θα φιγουράριζε στον τοπικό Τύπο. «Ηρωας!».

Σ' έναν «ήρωα» συγχωρούνται οι παραξενιές κι έτσι δίχως εξηγήσεις, τους παράτησε στη χαρά τους και πήρε την κατηφόρα σχεδόν τρέχοντας.
Το ξημέρωμα τον βρήκε να περιπλανιέται στην εξοχή. Είχε πιάσει να χιονίζει πάλι, το βουνό ήταν σχεδόν αθέατο κι αυτός τόσο ανάλαφρος όσο δε θυμότανε να είχε ποτέ υπάρξει τις τελευταίες δεκαετίες.
Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του αλλόκοτα ξεκούραστος. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της τουαλέτας κι είδε στα μάτια του τα μάτια του λύκου. Η ίδια φλογίτσα ζωής τρεμόφεγγε και στα δικά του.
Παρά τα φαινόμενα, ήταν ένα και με το λύκο... Ενα μ' όλα.
Αναπόφευκτα η ζωή του θ' άλλαζε. Δε γινότανε αλλιώς και δε φοβότανε. Ηταν εξόριστος κι είχ' επιτέλους επιστρέψει στην πατρίδα. Μια ήρεμη δύναμη τον κατέκλυζε, μια αίσθηση αρμονίας και γαλήνης. Στην πραγματικότητα αυτό που είχε συμβεί ήταν πως είχε δει! Στην κυριολεξία...

Λιλή ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΥ