Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ Αυτόν τον ήλιο μας έδειξε!


Διήμερο συνέδριο με τίτλο: «Κ. Βάρναλης, φως που πάντα καίει», οργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ στις 16 και 17 του Απρίλη
1903. Φοιτητής στην Αθήνα (πρώτος δεξιά)
«Ποιητή, σ' είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη» - είχε γράψει ο μεγάλος μας ποιητής Γιάννης Ρίτσος, για τον Κώστα Βάρναλη στα 1956, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων παρουσίας του τελευταίου στα ελληνικά Γράμματα. «Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ' είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ' αυτί, για ν' αφουγκράζεσαι πίσω απ' τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες»!Στο πλαίσιο του διήμερου συνεδρίου με τον τίτλο: «Κ. Βάρναλης, φως που πάντα καίει», που οργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ στις 16 και 17 του Απρίλη, ο «Ρ» συνεχίζει σήμερα το αφιέρωμα στον ποιητή της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια οφειλή προς τον μεγάλο αυτόν ποιητή, που πρώτος καθιέρωσε στη χώρα μας την επαναστατική ποίηση και αισθητική της εποχής μας, της εποχής των σοσιαλιστικών επαναστάσεων.
Βασικός στόχος του συνεδρίου είναι να φέρει στο προσκήνιο, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα το ατίθασο και πάντα σύγχρονο - στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος του - έργο του Κ. Βάρναλη. Το συνέδριο δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς, αλλά προπαντός απευθύνεται στην εργατική τάξη και την αυριανή βάρδιά της, γιατί η επαναστατική τέχνη είναι απαραίτητη όσο ποτέ στις σύγχρονες απαιτήσεις της πάλης της. Στα χέρια της εργατικής τάξης, η Τέχνη μπορεί να γίνει ένας πραγματικός οργανωτής του συναισθήματος των μαζών για την κοινωνική τους απελευθέρωση.
Η ζωή και το έργο του
1883 Γέννησή του στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας. Ηταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας του (Γιαννάκος) καταγόταν από τη Βάρνα και ήταν τσαγκάρης. Η μάνα του (Αλίσαβα - Ελισάβετ) καταγόταν από την Αχελώ (Αγχίαλο).
1912. Κράσι Κρήτης. Από αριστερά: Κώστας Βάρναλης, Χαρίλαος Στεφανίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη
1886 Θάνατος του πατέρα του.1887 Μαθητής στον Πύργο.
1898 Γράφεται στα «Ζαρίφεια Διδασκαλεία» (Γυμνάσιο) της Φιλιππούπολης. Σπουδάζει εκεί μέχρι το 1902. Διακρίνεται ως εξαίρετος μαθητής.
1902 Διορίζεται δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία 18 χρονών.
1903 Του δίνεται υποτροφία της Κοινότητας Βάρνας για σπουδές στη Φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Φοιτητής της Φιλοσοφικής μέχρι το 1908. Με τα «Ορεστιακά εντάσσεται στους δημοτικιστές, που του κοστίζει την οργή του γλωσσαμύντορα Γιώργου Μυστριώτη, ο οποίος τον μηδενίζει.
1904 Στο περιοδικό «Ακρίτας» του Σ. Σκίπη δημοσιεύει τα ποιήματα: «Καταρράκτης», «Μόνο», «Αγάπη, Τρισαγάπη μου» (τεύχη 14-16 Οκτώβρης - Δεκέμβρης) που θα περιληφθούν αργότερα στις «Κηρήθρες». Δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο «Σε μια μέρα της ζωής μου» δέκα ποιήματά του στο «Νουμά». Δευτεροετής φοιτητής, στέλνει στον Παλαμά τη συλλογή ποιημάτων του «Πυθμένες», χωρίς να κρατήσει αντίγραφο. Τη βρίσκει στη βιβλιοθήκη του Παλαμά ο Κ. Γ. Κασίνης και την εκδίδει το 1985.
1905 Εκδίδεται η ποιητική συλλογή του, «Κηρήθρες».
1907 Συμμετέχει μαζί με τους Μήτση Καλαμά, Νίκο Καρβούνη, Λαυρέντιο Κουμαριανό, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Λέανδρο Παλαμά, Γιώργο Πολίτη, Φώτο Πολίτη, Ρώμο Φιλύρα και Νίκο Χατζάρα στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού «Ηγησώ», στο οποίο δημοσιεύονται μόνο ποιήματα. Υπογράφοντας με το όνομά του δημοσιεύει σύντομα ποιήματα στα όλα κι όλα δέκα τεύχη του περιοδικού, με εξαίρεση το ποίημα «Τραγουδάκια από ένα μεγάλο τραγούδι»..
Κώστας Βάρναλης - Γιάννης Ρίτσος - Μάριος Βάρβογλης
1908 Παίρνει το δίπλωμά του και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα.1910 - 1918 Στο περιοδικό «Νέα Ζωή» της Αλεξάνδρειας δημοσιεύεται το ποίημα «Το τραγούδι των νέων». Δημοσιεύεται στο περιοδικό «Γράμματα» της Αλεξανδρείας το ποίημά του «Θυσία». Στο ίδιο περιοδικό «Γράμματα» δημοσιεύει τα ποιήματα «Πώς εθρήνησαν την Σαπφώ τα κορίτσια της όταν αγάπησε τον Αλκαίο» (1911), «Διονυσιακός Υμνος» (1913), «Ορέστης» (1914), «Στο πέρασμά σου» (1914). Συνεργάζεται ξανά με την «Νέα Ζωή» και δημοσιεύει τα ποιήματα «Ο καημός των ποδιών» και «Ο χορός του Πανός και της Οπώρας» (1915). Στο περιοδικό «Λόγος» δημοσιεύονται τα ποιήματα του «Πιερροτίνα», «Σερενάτα», «Φαντασία», «Κένταυροι» (1917). Στον «Βωμό» το «Στη νέα καλλιτέχνισσα» (1918). Στον «Πυρσό» το «Αλκιβιάδης» (1918). Μεταφράζει τις «Βάκχες» και ως το 1916 τον «Ηρακλή μαινόμενο» και τους «Ηρακλείδες» του Ευριπίδη, τον «Αίαντα» του Σοφοκλή, τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα και τον «Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου» του Φλομπέρ.
1911 Προάγεται σε σχολάρχη του σχολείου της Αργαλαστής Πηλίου. Εμπλέκεται έμμεσα στην υπόθεση των «Αθεϊκών», όταν υποδέχεται τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Δ. Σαράτση. Παραπέμπεται σε δίκη και αθωώνεται με βούλευμα. Μετατίθεται στα Μέγαρα.
1912-13 Επιστρατεύεται. Τοποθετείται στον Γ΄ Λόχο του Α΄ Τάγματος του Α΄ Συντάγματος, για να καταλήξει γραφιάς σε ανακριτικό γραφείο, μουλαράς στο Κέντρο Εφοδιασμού και διαγγελέας στο Α΄ Σύνταγμα. Τελικά τον στέλνουν στην Λήμνο, από όπου απολύεται τον Μάρτη του 1914.
1914 Επιστρέφει στα Μέγαρα - Σεπτέμβριο καλείται να φοιτήσει στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως που διευθύνει ο Γληνός.
1915 Σχολάρχης στην Κερατέα Αττικής - Επιστρατεύεται ξανά στη Λήμνο μέχρι τον Ιούλιο του 1916.
1917 Καθηγητής στο Α' Γυμνάσιο Πειραιά - δίνει διάλεξη στον «Παρνασσό» για τον Βιζυηνό - Επαινος του Παλαμά στο «Εμπρός». (Οι Α. Αργυρίου και Δ. Ποσαντζής στην Επιλεκτική Εργοβιογραφία του Κ. Βάρναλη που περιέχεται στο βιβλίο του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της κατοχής» αναφέρουν ότι το 1917 υπηρετεί στην Κερατέα).
1918 Γράφει το ποίημα «Στυλίτης».
Ενστερνίζεται τον Μαρξισμό
1919 Με κρατική υποτροφία πηγαίνει στο Παρίσι. Από το Παρίσι τον Αύγουστο στέλνει και δημοσιεύεται στο περιοδικό «Μαύρος Γάτος» το ποίημά του «Προσκυνητής», αφιερωμένο στον Ν. Πολίτη (αλλού 1917), ως «πρώτο άσμα», υποσχόμενος συνέχεια. Αυτή τη συνέχεια την ματαιώνει ο ίδιος, αφού η επίδραση των επαναστατικών ιδεών τον διαμορφώνουν όπως ο ίδιος λέει σε αντιιδεαλιστή. Ενστερνίζεται τον Μαρξισμό και αρχίζει η συνεργασία του με τους κομμουνιστές.
1920 Συνδέεται με τον χαράκτη Γ. Κεφαλληνό. Ανακαλείται η υποτροφία του. Διορίζεται στο Γ' Γυμνάσιο του Πειραιά.
1921 Στον «Εκπαιδευτικό Ομιλο» του Γληνού δίνει τρεις διαλέξεις με θέμα «Δημοτικισμός και Σοσιαλισμός». Γράφει στην Αίγινα το αριστουργηματικό «Φως που καίει», το πρώτο έργο του βασισμένο στον ιστορικό υλισμό.
1922 Δημοσιεύεται το «Φως που καίει» στα «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας, με το ψευδώνυμο «Δήμος Τανάλιας» και η «Λευτεριά» στο περιοδικό «Μούσα», αντικρούοντας τις αντικομμουνιστικές νύξεις του Παλαμά, στο ποίημά του «Το τραγούδι των προσφύγων».
1923 Δημοσιεύεται στο περιοδικό της ΟΚΝΕ «Νεολαία» το ποίημα «Οι Μοιραίοι». Εκδίδεται «Ο λαός των μουνούχων» («Γράμματα» Αλεξάνδρειας, με ψευδώνυμο «Δήμος Τανάλιας»). Νέα υποτροφία για το Παρίσι.
1924 Διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Δημήτρη Γληνού.
1925 Δημοσιεύει την μελέτη «το πρόβλημα της τέχνης για την επιστημονική αισθητική», στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», καθώς και άλλα θεωρητικά άρθρα. Εκδίδει την μελέτη «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (απάντηση στις θέσεις του Αποστολάκη, στο βιβλίο του «Η ποίηση στη ζωή μας»). Ενώ εργάζεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία τιμωρείται με εξάμηνη παύση εξαιτίας στίχων του από «Το φως που καίει» και του έργου «Ο λαός των μουνούχων».
Μαρασλειακά
1926 Για τη συμμετοχή του στα «Μαρασλειακά» τιμωρείται με δυσμενή μετάθεση στα Χανιά. Επειδή αντιδρά, απολύεται οριστικά. Η παύση του προκαλεί τη διαμαρτυρία των λογίων της Αλεξάνδρειας. Φεύγει για το Παρίσι απ' όπου στέλνει ανταποκρίσεις στην εφημερίδα «Πρόοδος» (αλλού 1925 απόλυση ως άπατρις εξορία και απαγόρευση υπογραφής στα γραπτά του).
1927 Επιστρέφει στην Αθήνα και εκδίδει την ποιητική σύνθεση «Σκλάβοι Πολιορκημένοι». Τμήματά της είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό του Κόντογλου «Φιλική Εταιρεία». Στο περιοδικό «Λογοτεχνική Επιθεώρηση» (των Χουρμούζιου και Πικρού) δημοσιεύει το ποίημα «Ο καλός πολίτης» και στην «Νέα Επιθεώρηση» των ίδιων τα ποιήματα «Ο Ιδεαλιστής» και «Εξαγνισμός». Συνεργάζεται με θεωρητικά κείμενα με το περιοδικό «Αναγέννηση» του Δ. Γληνού μέχρι και 1928.
1928 Δημοσιεύεται στην «Νέα Εστία» η μελέτη του «Η αξία του Σολωμικού έργου». Μεταφράζει το «Τραγούδι ενός φαντάρου» του Βιτράκ που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Καινούργια Ζωή».
1929 Παντρεύεται την Δώρα Μοάτσου. Γράφει λήμματα στη «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» του «Πυρσού», μέχρι το 1934, στο «Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη».
1930 - 1931 Συνεργάζεται με το περιοδικό «Πρωτοπόροι».
1931 - 1932 Μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι».
1932 Γράφει λήμματα στο «Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης» της εφημερίδας «Η Πρωία», μέχρι το 1934. Εκδίδει το βιβλίο «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη». (Αλλού 1931) Υπογράφει το Αντιπολεμικό Μανιφέστο με άλλους 29 διανοούμενους.
1933 Ιδρυτικό μέλος της Αντιχιτλερικής Επιτροπής Βοηθείας στα Θύματα του Ναζισμού. Επανεκδίδεται το «Φως που καίει» με ουσιαστικές αλλαγές.
1934 Προσκαλείται με τον Δ. Γληνό στο Α΄ Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων. Με την επιστροφή του από την Μόσχα γράφει τις εντυπώσεις του από την ΕΣΣΔ στην εφημερίδα «Ελεύθερος Ανθρωπος» με τον γενικό τίτλο «Τι είδα στην χώρα των Σοβιέτ». Επανεκδίδεται το δοκίμιο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική».
Εξορία και διωγμός
1935 Δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» τμήματα της αυτοβιογραφίας του με τον γενικό τίτλο «Τριάντα χρόνια ελληνικής ζωής. Τα φιλολογικά απομνημονεύματα ενός μεγάλου λογοτέχνου (Διά να αναζήσει μία ταραχώδης περίοδος της ιστορίας μας)». Συνεργάζεται με τον «Ριζοσπάστη» και τους «Νέους Πρωτοπόρους». Συμμετέχει στο Διεθνές Συνέδριο Συγγραφέων στο Παρίσι και γράφει τις εντυπώσεις του στα «Νεοελληνικά Γράμματα». Εξορίζεται, μαζί με τον Γληνό, από τον Οκτώβρη μέχρι και τον Δεκέμβρη στον Αη - Στράτη και στη Μυτιλήνη απαθανατίζει το γεγονός στο ποίημά του «Εξορία», και με ενθυμήματά του στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος».
1936 Φεύγει από την εφημερίδα «Ανεξάρτητος», επειδή αυτή έκανε αντικομμουνισμό και γίνεται μόνιμος συνεργάτης του «Ριζοσπάστη» μέχρι τη δικτατορία της 4ηςΑυγούστου. Από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου απαγορεύονται τα βιβλία του, στον ίδιο δεν επιτρέπεται να δημοσιογραφεί, αναγκάζεται να γράφει με ψευδώνυμο «Τ. κ. Ζ».
1937 Γράφει στην «Πρωία» ανώνυμα. Καλείται στην Ασφάλεια «δι' υπόθεσίν σας».
1938 Γράφει στην «Πρωία» ανώνυμα ως μόνιμος συντάκτης όπου δημοσιεύει τις «Φυσιογνωμίες λογοτεχνών».
1939 Αναλαμβάνει την στήλη «Τέχνη και Ζωή» στην «Πρωία». Εκδίδεται το «Ανθρωποι Ζωντανοί». Αποστέλλεται ως δημοσιογράφος στα άσυλα ψυχασθενών και γράφει τις εντυπώσεις του με τίτλο «Ανθρωποι αληθινοί».
1940 Συλλαμβάνεται από την ασφάλεια. Ο Μανιαδάκης τον απειλεί με εξορία αν συνεχίσει να γράφει κατά του φασισμού. «Δεν πολεμάμε τον φασισμό αλλά την Ιταλία», λέει στον Βάρναλη.
1942 - 1944 Συμμετέχει στο ΕΑΜ.
1944 -1947 Γράφει στον «Ριζοσπάστη», στον «Ρίζο της Δευτέρας» και την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση».
1946 Δημοσιεύει στον «Ριζοσπάστη» «Το ημερολόγιο της Πηνελόπης», μετά από εξάμηνη άδεια με αποδοχές που του έδωσε ο Ζαχαριάδης.
1950 Αρχίζει να γράφει το θεατρικό «Ατταλος ο Γ'», που ολοκληρώνεται στα 1954.
1953 Συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αλλαγή». Δημοσιεύει σ' αυτήν σε 55 συνέχειες την μονογραφία «Ηρώδης ο μέγας». Μέχρι το 1958 γράφει το χρονογράφημα στην εφημερίδα «Αυγή».
1955 Υπογράφει την ιδρυτική διακήρυξη της ΕΕΔΥΕ. Εκδίδονται τα «Ποιήματα» (εκλογή του μέχρι τότε ποιητικού του έργου).
1956 Εκλέγεται στο Γενικό Συμβούλιο της ΕΔΑ από την Α΄ Πανελλαδική της Συνδιάσκεψη. Εκδίδονται από τον «Κέδρο» τα «Ποιητικά» όπου περιλαμβάνονται «Το φως που καίει», οι «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» και πολύ περιορισμένη εκλογή ποιημάτων της πρώτης περιόδου ως το 1918, δημοσιευμένα σε περιοδικά με εκτενείς διορθώσεις του ποιητή. Εκδίδονται οι «Διχτάτορες», (γράφτηκαν το 1941, σε επιφυλλίδες). Γιορτάζονται τα λογοτεχνικά πενηντάχρονά του, από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στο θέατρο «Ιντεάλ», με ομιλητές καταξιωμένους ανθρώπους των Γραμμάτων.
1957 - 1958 Εκδίδεται σε δύο τόμους το έργο του «Αισθητικά - Κριτικά». Στο μικρό σημείωμα - πρόλογο - ο ίδιος ο Βάρναλης υπογραμμίζει ότι «σ' όλα τα θέματα τούτα ζητιέται εξήγηση επιστημονική (κοινωνιολογική) με μέθοδο επιστημονική (διαλεχτικός υλισμός)». Εκδίδονται τα «Σολωμικά» του. Στον τόμο «Πεζός λόγος» περιλαμβάνει δύο από τα τρία διηγήματα των «Μουνούχων» (είχε αποκηρύξει το ένα) και διορθωμένη την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη». Αναδημοσιεύεται στην «Επιθεώρηση Τέχνης» ο «Προσκυνητής» χωρίς τις διορθώσεις που είχε κάνει με επιστολή του κατά την πρώτη δημοσίευση.
1958 Επανεκδίδονται οι «Ανθρωποι ζωντανοί», στον ίδιο τόμο περιλαμβάνονται και οι «Ανθρωποι αληθινοί», που είχαν σα θέμα τους τις εντυπώσεις του από τα ψυχιατρεία της χώρας. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» τα ποιήματα «Παλιολαός», «Ο εχτρός», «Επιτάφιο», «Σκέρτσο». Δημοσιεύει στην «Αυγή» τα άρθρα «Δημοσθένης Βουτυράς», «Ο Κάλβος οδηγός» και τις αναμνήσεις του από τον Παλαμά.
Βραβείο «Λένιν»
1959 Του απονέμεται το βραβείο «Λένιν» για τη συμβολή του στον παγκόσμιο αγώνα για την ειρήνη. Εκλέγεται στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ από το Α΄ Συνέδριο της.
1962 Επανεκλέγεται στην Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ από το Β΄ Συνέδριο της.
1963 - 1965 Δημοσιεύει στην «Επιθεώρηση Τέχνης» τα άρθρα «Ο γυρισμός του Μυστριώτη» και «Μοναδικός, ανόμοιαστος, ανεπανάληπτος» (Καβάφης). Εκδίδονται οι «Δικτάτορες» και η τελευταία του ποιητική συλλογή «Ελεύθερος Κόσμος» (1965).
1964 Επίτιμος Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη.
1967 Υιοθετεί την δίχρονη Ευγενία.
1970 Δημοσιεύεται στην «Ισβέστια» και στην αντιδικτατορική εφημερίδα «Ελεύθερη Πατρίδα» που έβγαινε στο Λονδίνο, χαιρετισμός του για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Β. Ι. Λένιν.
1972 Εκδίδεται το θεατρικό του έργο «Ατταλος ο Γ'».
1974 Πεθαίνει στις 16 Δεκεμβρίου στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και κηδεύεται στις 18 Δεκέμβρη στο Α΄ Νεκροταφείο. Η κηδεία του μετατρέπεται σε παλλαϊκή εκδήλωση.
1975 Σε ένδειξη τιμής και μνήμης εκδίδεται η αδημοσίευτη ποιητική συλλογή του «Οργή λαού» με ποιήματα που γράφτηκαν στην περίοδο της δικτατορίας 1967 - 1974.
1976 Επανεκδίδεται ο «Προσκυνητής» που είχε αποκηρύξει ως ιδεαλιστικό ο ίδιος ο Βάρναλης.
1980 Εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε βιβλίο τα «Φιλολογικά Απομνημονεύματα», που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» το 1935.
1985 Εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή «ΠΥΘΜΕΝΕΣ». Ο Βάρναλης είχε στείλει τους «ΠΥΘΜΕΝΕΣ» στον Παλαμά, ζητώντας απ' αυτόν την κριτική και τις συμβουλές του, επιθυμία στην οποία ο Παλαμάς ανταποκρίθηκε. Εντοπίστηκαν στο αρχείο του Παλαμά.
1990 Επανεκδίδονται οι «Σκλάβοι Πολιορκημένοι».
2000 Επανεκδίδεται «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική».
2003 Επανεκδίδεται «Το φως που καίει».
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 20 Μάρτη 2011

Ορίστηκε ο κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του Ν. Καζαντζάκη


Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, μοναδικός κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του Ν. Καζαντζάκη είναι ο θετός υιός της Ελένης Καζαντζάκη, Πάτροκλος Σταύρου. 

Ο μοναδικός δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων του όλου έργου του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη είναι το υιοθετημένο παιδί της Ελένης Καζαντζάκη, Πάτροκλος Σταύρου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 346/2011 αμετάκλητη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου.

Οι αρεοπαγίτες θέτοντας τέρμα στην επτάχρονη δικαστική διένεξη, απέρριψαν τις αιτήσεις των αδελφών Θεοδώρας Σακλαμπάνη-Προγκίδη (ζει μόνιμα στο Παρίσι) και της Αναστασίας Σακλαμπάνη-Τσουχνικά (ζει μόνιμα στο Μόναχο), εγγονών της αδελφής του Νίκου Καζαντζάκη, Αναστασίας Σακλαμπάνη.

Ο μεγάλος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου 1883 και απεβίωσε στις 26 Οκτωβρίου 1957, σε ηλικία 74 ετών, στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας, κατόπιν μακροχρόνιας νόσου (λευχαιμίας).

Πρώτη γυναίκα του Καζαντζάκη (1911) ήταν η ποιήτρια, πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Γαλάτεια Καζαντζάκη, κόρη του λόγιου εκδότη Στυλιανού Αλεξίου, με την οποία χώρισε το 1926.
Η Ελένη Σαμίου παντρεύτηκε τον Καζαντζάκη το 1945. Είχαν συνδεθεί όμως ήδη από το 1924, όταν εκείνη ήταν 21 ετών και ο Καζαντζάκης 41 ετών. Από το 1946 το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Νότιας Γαλλίας. Μετά το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη το 1957, η Ελένη μετακόμισε στη Γενεύη όπου και έμεινε ως το 1989. Την ίδια χρονιά, κατόπιν τροχαίου ατυχήματος, η Ελένη εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και μάλιστα στο σπίτι που είχε στη Βούλα ο Πάτροκλος και η Μαίρη Σταύρου.
Το 1982 η Ελένη Καζαντζάκη υιοθέτησε τον Πάτροκλο Σταύρου και το 1995 με συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής έδωσε τα πνευματικά δικαιώματα επί του έργου του Νίκου Καζαντζάκη στο θετό γιο της.

Ο μεγάλος συγγραφέας είχε δύο αδελφές. Την Ελένη Θεοδοσιάδη, η οποία πέθανε άτεκνη σε ηλικία 104 ετών και την Αναστασία Σακλαμπάνη, η οποία είχε απογόνους. Όμως, οι εγγονές της Σακλαμπάνη, αδελφές Θεοδώρα Προγκίδη και Αναστασία Τσουχνικά αποφάσισαν να διεκδικήσουν τα πνευματικά δικαιώματα του Ν. Καζαντζάκη. Έτσι άρχισε η δικαστική διαμάχη.

Υπενθυμίζεται ότι ο Πάτροκλος Σταύρου (φωτογραφία) διετέλεσε υφυπουργός του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των τριών επόμενων Προέδρων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ έχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο του. Επίσης, η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορά της και η Ελληνική πολιτεία τον τίμησε με την απονομή του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο δικηγόρος του Πάτροκλου Σταύρου, Αντ. Βγόντζας, σε ανακοίνωσή του επισημαίνει ότι το υπουργείο Πολιτισμού έχει συστήσει επιτροπή για την έκδοση, μετάφραση, κ.λπ. του έργου του μεγάλου έλληνα συγγραφέα. Και υπογραμμίζει ο δικηγόρος ότι ο κ. Σταύρου έχει ήδη προσφύγει στη Διοικητική Δικαιοσύνη για την ακύρωση της απόφασης αυτής του υπουργείου Πολιτισμού.

Οδυσσέας Ελύτης - 100 χρόνια από τη γέννησή του

Νέα βιβλία και εκδηλώσεις - Ιουλίτα Ηλιοπούλου
  • Μια χρονιά με τον Οδυσσέα Ελύτη
Πόσο αφοσιωμένος, πόσο ταγμένος μπορεί να είναι κάποιος στο έργο ενός ποιητή και στη διάδοση του; Οταν πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποίησης ενός τόπου, τότε εκείνος που αφιέρωσε τη ζωή του σ' αυτόν τον σκοπό, χωρίς άλλο χρίζεται θεματοφύλακας ενός εθνικού κεφαλαίου.
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη, εξακολουθεί να είναι το ίδιο αφοσιωμένη και ταγμένη στην αρχειοθέτηση και διάδοση του έργου του με την ίδια πίστη και εγκαρτέρηση όπως όταν εκείνος ζούσε ανάμεσά μας. Ισως δεν είναι τυχαίο ότι συχνά εκφράζεται για εκείνον σε παρόντα χρόνο! Και αν για εκείνην υπήρξε δάσκαλος, σύντροφος και καθοδηγητής, για όλους τους υπόλοιπους ήταν ένας εμβληματικός ποιητής και μια ανυπέρβλητη παρουσία. Φέτος, εκατό χρόνια από τη γέννησή του, μια σειρά εκδηλώσεων και εκδόσεων, με τη συμβολή της Ηλιοπούλου αλλά και διαφόρων φορέων, έρχονται να μας θυμίσουν τη σκέψη και τον ξεχωριστό λόγο αυτού του μεγάλου Ελληνα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Ο Οδυσσέας Ελύτης πέθανε το 1996, την εποχή που είχε ξεκινήσει όλη εκείνη η επίπλαστη ευμάρεια και η ολοκληρωτική παράδοση των Ελλήνων στον επιθετικό πλούτο και την απόλυτη απαξίωση σε παμπάλαιες αρχές και αξίες. Θυμάστε πώς σχολίαζε την πορεία που είχε πάρει η Ελλάδα;

ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ: Καλύτερα μιλούν οι πράξεις μας από την όποια θέση μπορούμε να πάρουμε κάθε φορά για τα πράγματα. Νομίζω λοιπόν ότι και ο ίδιος ζώντας με το λίγο και το ακριβές, με τα τελείως απαραίτητα, έπραττε αντίθετα από εκείνο το ρεύμα πλουτισμού που συνέβαινε εκείνη την περίοδο, ένας πλουτισμός που δεν γίνεται πάντα με νόμιμα μέσα και στρέφει το ενδιαφέρον των ανθρώπων στο να ταυτίζουν την ποιότητα της ζωής με την ευμάρεια. Κατάσταση που οδήγησε τα πράγματα στα σημερινά φαινόμενα. Ο ίδιος ο Ελύτης ζούσε αποτραβηγμένος από αυτό το υλικό μέρος. Ζούσε πάντοτε πολύ ασκητικά, είτε σε περιόδους που όντως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς είτε σε περιόδους που μπορούσε. Συνεπής μ' αυτά που διακήρυττε μέσα από το έργο του.
Χ.Π.: Πώς έβλεπε την κατεύθυνση που είχαν πάρει τα πράγματα;

Ι.Η.: Είχε μια βαθιά θλίψη και απογοήτευση γι' αυτό το έλλειμμα ήθους και πνευματικότητας που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει πάρα πολλές εκφάνσεις της ζωής, της πολιτικής και του τρόπου που συχνά τα μέσα ενημέρωσης δημιουργούν αξίες χωρίς αντίκρισμα. Σαφώς και είχε μια κριτική στάση απέναντι σ' όλα αυτά, ιδίως όταν συνέβαιναν με προκλητικό τρόπο. Αλλά ο δικός του τρόπος αντίδρασης ήταν πάντα μέσω του έργου του. Δηλαδή, οι απόψεις του περνούσαν μέσα από την ποιητική λειτουργία, κι εδώ να θυμίσω ότι δούλευε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα γραφτά του μπορούμε να αναζητήσουμε πολλές από τις θέσεις του, όπως για παράδειγμα στο τελευταίο του βιβλίο Εκ του πλησίον, όπου χρονικά αποτυπώνονται οι σκέψεις του, ακριβώς της τελευταίας περιόδου που έζησε, δηλαδή μεταξύ 1995 και 1996.
Χ.Π.: Αναλογιζόμενος τη σημερινή κατάσταση, μου 'ρχεται στο νου εκείνη η Ελλάδα που ο Ελύτης διέσχισε νέος φοιτητής ανακαλύπτοντας μια χώρα απέραντης ομορφιάς και μεγάλου ήθους. Το πέρασε αυτό στα γραπτά του και τώρα όλα αυτά πια ανήκουν σε ένα μακρινό παρελθόν...

Ι.Η.: Δεν νομίζω ότι ο Ελύτης ωραιοποιούσε συγκεκριμένες εποχές. Αν θέλετε, πρόβαλε συγκεκριμένες αξίες ελληνικές κι ευρύτερα πανανθρώπινες, που μπορεί να προέρχονται από τον φυσικό χώρο, ακόμα και από την ίδια τη γλώσσα, αλλά λιγότερο από το πώς μια εποχή λειτούργησε μέσα σ' αυτές. Ο σκοπός της ποίησης ήταν να δείξει τη δυναμική αυτών των αξιών στον χρόνο. Οχι να αποτυπώσει την πρόσληψή τους από μια συγκεκριμένη κοινωνία. Σ' όλο του το έργο αυτό ακριβώς θέλει να επισημάνει: την ύπαρξη ηθικών αξιών, αρχετυπικών αρχών -όπως είναι η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η αθωότητα- που η τρέχουσα πραγματικότητα γύρω μας δεν μας επιτρέπει να τις δούμε, να τις ενστερνιστούμε. Επιδιώκει με κάθε φράση του να προβάλει την ύπαρξη αναφαίρετων για τον άνθρωπο δικαιωμάτων που μοιάζει να μη διεκδικούμε. Στο έργο του ένα κυρίαρχο στοιχείο είναι η εναντίωση στην τρέχουσα αντίληψη της ζωής, η ανάγκη επαναπροσδιορισμού του ρόλου μας, επανεκτίμησης του μυστηρίου της ύπαρξης. Αρα, λοιπόν, θα έλεγα πως πρόβαλε διαχρονικές αξίες, έναντι των οποίων κάθε φορά ο άνθρωπος έρχεται να πάρει μια θέση: ηθική, αισθητική, βιωματική.
Χ.Π.: Μοιάζει βέβαια η εποχή του να τον καθόρισε...

Ι.Η.: Ναι, στον βαθμό που τον σφράγισε χωρίς να τον παραχαράξει, για να θυμηθώ τα λόγια του. Πέραν αυτού θα 'λεγα πως η παιδική ηλικία, που είναι πάντα εκείνη που καθορίζει ουσιαστικά τον άνθρωπο και την εξέλιξή του, στάθηκε σημαντική για τον Ελύτη. Τότε διαμόρφωσε τη νησιωτική του συνείδηση, τότε εγγράφτηκαν τα βασικά στοιχεία του προσωπικού του μύθου.
Χ.Π.: Ολα αυτά δεν είναι που τον οδήγησαν στον έντονο ελληνοκεντρισμό;

Ι.Η.: Το θέμα του ελληνοκεντρισμού είναι ευρύ και ίσως δεν έχει εξεταστεί σωστά. Παίρνει μια συγκεκριμένη φόρμα, άλλοτε ταυτίζεται με τη γενιά του '30 κι άλλοτε τοποθετείται σε μια περιοριστική κατηγορία. Υπήρξαν κατά καιρούς παρερμηνείες και υπερβολές όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για άλλα πρόσωπα της γενιάς του. Για τον Ελύτη η Ελλάδα είναι ένα αισθητικό γεγονός, μια ενιαία αίσθηση που ξεπερνά την εμπειρική αντικειμενικότητα.
Χ.Π.: Πάντως δεν θα ήταν απίθανο αυτή την κατρακύλα της ελληνικής κοινωνίας να την έβλεπε και σαν μια ευκαιρία να επιστρέψουμε στο ήθος που κάποτε υπήρχε και σήμερα έχουμε απολέσει.

Ι.Η.: Το γεγονός ότι μια ακραία κατάσταση οδηγεί σε επιστροφή στις πηγές είναι κάτι που αναφέρεται στο έργο του Ελύτη. Αλλωστε η ίδια η ποίηση υποστηρίζει ότι είναι η τέχνη που οδηγεί τον άνθρωπο στις πηγές της ζωής και του θαύματος. Οντως, όσο απογοητευτική είναι μια κατάσταση, υπάρχει πάντα μια θετική όψη. Να οδηγηθεί κανείς σε πιο γνήσιες και διαρκείς αξίες της ζωής.
Χ.Π.: Ισως όλα αυτά να μην είχαν την ίδια σημασία αν η επέτειος αυτή που ετοιμάζετε δεν συνέπιπτε με χρόνια τόσο απελπιστικά δύσκολα για την Ελλάδα. Η σκέψη του Ελύτη γίνεται γέφυρα με την κοινωνία, ώστε να δει την ουσία του.

Ι.Η.: Χαίρομαι που το λέτε, γιατί είναι ακριβώς ο λόγος που προτιμώ να λέω όχι «Ετος Ελύτη», αλλά «Μια χρονιά με τον Ελύτη». Γιατί θα ήταν ευχής έργον να μπορούσαμε να επενδύσουμε σε αξίες που βρίσκονται μέσα στο έργο του. Να μπορούσαμε να πούμε ότι θα είναι μια χρονιά πιο κοντά στην αθωότητα, την αφιλοκέρδεια, την αναζήτηση του ουσιώδους. Υπ' αυτήν την έννοια όλη αυτή η αναφορά μπορεί να αποβεί πολλή χρήσιμη αφήνοντας την ουσία της τέχνης του να μπει στη ζωή.
Χ.Π.: Τι νομίζετε ότι δεν έχει φτάσει στο μεγάλο κοινό; Ποια πλευρά του έργου τού Ελύτη παραμένει παραγνωρισμένη και ανερμήνευτη;

Ι.Η.: Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω, αλλά ξέρω τι είδους μελέτες έχουν γραφτεί. Για ένα τόσο πολυεπίπεδο έργο -για το οποίο έχουν γραφτεί αρκετά-, θα μπορούσαν να γραφτούν ακόμα περισσότερα και ειδικότερα. Οταν ήμουν φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο ο καθηγητής Κ. Μητσάκης μάς έλεγε χαρακτηριστικά ότι το έργο του Ελύτη παρέχει υλικό για να γραφτούν χιλιάδες διατριβές. Εννοώντας να εξεταστούν επιμέρους θέματα. Οσον αφορά το πλατύ κοινό, ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες που καθένας έχει, δέχεται, επηρεάζεται, εμπλουτίζεται, ανοίγει διάλογο με το έργο. Ξέρω ότι υπάρχουν διαστάσεις του έργου, όπως η μεταφυσική διάσταση, ακόμα και η πολιτική του, που δεν είναι προφανείς για ένα ευρύτερο κοινό. Το κοινό που αγαπάει τον Ελύτη μπορεί να διάβασε το Μονόγραμμα, αλλά να μην έχει σταθεί στο Τρία ποιήματα σε τιμή ευκαιρίας, ποιήματα με πολλά επίπεδα. Κι ενώ θεωρητικά όλοι ξέρουν το Αξιον Εστί, μπορεί ελάχιστοι να το ξέρουν σε βάθος.
Χ.Π.: Το ξέρουν ως τραγούδι, αν αυτό σημαίνει κάτι...

Ι.Η.: Το τραγουδάνε, αλλά ενδεχομένως να μην έχουν διαβάσει το βιβλίο. Να μην έχουν μπει στην κατανόηση, στο δεύτερο επίπεδο των πραγμάτων. Επομένως, αν και φαίνεται ελλιπές ότι μπορεί να αγνοούν τα νοήματα, επειδή είναι ένα έργο με πολλά επίπεδα, είναι φυσικό να λειτουργεί μες στον χρόνο και να είναι ανοιχτό σε πολλές αναγνώσεις. Αλλωστε η συνάντηση που έχει ο ίδιος άνθρωπος με ένα ποίημα σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του είναι εντελώς διαφορετική.
Χ.Π.: Εσείς δεν έχετε κάποια αγαπημένη του συλλογή που να έχετε την αίσθηση ότι δεν έτυχε της αναγνώρισης που θα θέλατε;

Ι.Η.: Μια συλλογή που για μένα όντως έχει ιδιαίτερη σημασία και για την οποία θα έπρεπε θεωρητικά να είχαν γραφτεί πολύ περισσότερα, είναι τα Τρία ποιήματα σε τιμή ευκαιρίας. Εχουν γραφτεί λιγότερα και είναι σχεδόν άγνωστη στο ευρύτερο κοινό.
Χ.Π.: Πόσο δύσκολο έχει αποδειχθεί να μεταφραστεί ο Ελύτης σε άλλες γλώσσες;

Ι.Η.: Κατ' αρχάς, το Αξιον Εστί, παρ' όλη τη φημισμένη ελληνικότητά του, είναι η πλέον μεταφρασμένη συλλογή του και μάλιστα στις πιο απίθανες γλώσσες, όπως εσθονικά, αραβικά, κινεζικά, χώρια βέβαια από τις ευρωπαϊκές. Ζήτησα από τον κινέζο μεταφραστή του να δώσει μια ομιλία για το πώς τόσο ο ίδιος όσο και οι αναγνώστες στην Κίνα, έχοντας τόσο διαφορετικές προσλαμβάνουσες, μπορούν να κατανοήσουν το έργο και να συγκινηθούν. Ισως ακριβώς γιατί δεν είναι εν τέλει η ελληνικότητα που χαρακτηρίζει τον Ελύτη,αλλά περισσότερο κάποιες αξίες φυσικές, αισθητικές, ηθικές, οι οποίες είναι πανανθρώπινες.
Χ.Π.: Στον Ελύτη έχει κανείς να αντιμετωπίσει και λέξεις εντελώς ανοίκειες...

Ι.Η.: Εδώ ερχόμαστε στο σημαντικό πρόβλημα της μετάφρασης. Πώς μια ποίηση με διάσταση γλωσσοκεντρική, που λειτουργεί μέσα από τη γλώσσα παράγοντας νέα σύνθετα, που ανακαλεί λέξεις από παλαιότερες φάσεις της ελληνικής, πώς είναι δυνατόν να μεταφραστεί. Ε, είναι μεγάλο πρόβλημα και έχει μιλήσει ο ίδιος γι' αυτό. Ηξερε πολύ καλά ότι περνάει ένα μόνο ποσοστό στην άλλη γλώσσα. Ξέροντας πολύ καλά γαλλικά, συχνά απέρριπτε γαλλικές μεταφράσεις, ωστόσο κι εκεί που έδινε την άδειά του, ήξερε ότι υπήρχε απώλεια. Απώλεια σε βαθμό παρανόησης κάποιες φορές. Ενδεχομένως να μη συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν ο μεταφραστής είναι πολύ καλός γνώστης της ελληνικής, αλλά δεν αρκεί αυτή η παράμετρος, ούτε η αγάπη και αφοσίωση για το έργο του Ελύτη. Χρειάζεται να είναι πραγματικός ποιητής ο μεταφραστής, να παίρνει ελευθερίες ώστε να παραδίδει στη γλώσσα του πάλι ένα ποίημα.
Χ.Π.: Εχετε ενδείξεις σε ποια γλώσσα μεταφράστηκε ιδανικότερα;

Ι.Η.: Θα έπρεπε να ξέρω η ίδια πολλές γλώσσες για να σας πω. Ξέρω ότι έχει μεταφραστεί πολύ στα ισπανικά, σε διαφορετικές χώρες της Λατινικής Αμερικής, στα ιταλικά και αγγλικά από ικανούς μεταφραστές.
Χ.Π.: Μιλήστε μου για το αφιέρωμα που ετοιμάζετε.

Ι.Η.: Προσπαθώ να μην έχει μόνο τον χαρακτήρα μιας γιορτής, αλλά να υπάρχει μια ποικιλία εκδηλώσεων και γεγονότων που να καλύψουν κάποια κενά. Ευχής έργον θα ήταν να παραχθεί κάτι καινούριο, να προωθηθούν η κατανόηση και η ερμηνεία του έργου. Δουλεύω εδώ κι έναν χρόνο ένα βιβλίο που ήθελα να είναι μια σύνοψη της σκέψης του Ελύτη. Οχι μια ανθολογία, αλλά μια επιλογή κειμένων, εικόνων, που έχουν να κάνουν με τον μύθο, τις σκέψεις και την αισθητική του. Το βιβλίο αυτό βρίσκεται στην τελική ευθεία, λέγεται Οδυσσέας Ελύτης, ο ναυτίλος του αιώνα, θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ικαρος και προσπαθεί να δώσει πολλές πληροφορίες στον αναγνώστη, πολλά ερεθίσματα για μια δική του αναγνωστική περιπέτεια...
Χ.Π.: Κάτι σαν λεύκωμα; Συγκεντρώνει τα κολάζ - «συνεικόνες» ;

Ι.Η.: Δεν θα το ονόμαζα λεύκωμα, γιατί έχει και πολλά κείμενα. Αλλά συγκεντρώνει πράγματι πολύ φωτογραφικό υλικό και κάποια εικαστικά του έργα, όπως και έργα ζωγράφων που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της αισθητικής του. Πικάσο, Ματίς, Μπρακ, ζωγράφοι στους οποίους αναφέρεται έμμεσα ή άμεσα. Παράλληλα θα παραθέτει ένα χρονολόγιο που έχει να κάνει με τη ζωή του σε σχέση με τον αιώνα. Περνούν όλα τα σημαντικά κοινωνικά, πολιτικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του αιώνα σε παραλληλία με τη ζωή και το έργο του. Αλλος θεματικός άξονας θα έχει να κάνει με τη γενιά του '30, ένας άλλος με τα ευρωπαϊκά ρεύματα, όπως ο κυβισμός και ο υπερεαλισμός.
Χ.Π.: Υπήρξε άλλωστε κριτικός τέχνης στην Καθημερινή.

Ι.Η.: Η σχέση του με τη ζωγραφική είναι βαθιά, τόσο σε επίπεδο θεωρητικό όσο και σε επίπεδο ερεθισμάτων που δεχόταν.
Χ.Π.: Δεν φοβόταν να εκτεθεί και να κριθεί για τα κολάζ του;

Ι.Η.: Οχι, απόδειξη ότι εκτέθηκε πολλές φορές. Τα δημοσιοποίησε, δεν κράτησε την εικαστική του έκφραση κρυφή. Πάντα δήλωνε ότι δεν είναι ζωγράφος, ότι ήταν άλλο από την περίπτωση του Εγγονόπουλου, που ήταν ποιητής και ζωγράφος ισότιμα. Εχουμε την περίπτωση ενός ανθρώπου που είναι ποιητής και στο περιθώριο της δουλειάς του, για ξεκούραση, επιδίδεται σ' αυτήν την έκφραση την εικαστική, σαν παιχνίδι, που ωστόσο το δημοσιοποιεί, αλλά για το οποίο δεν χρειαζόταν να «λογοδοτήσει». Είναι το πεδίο στο οποίο αισθανόταν ελεύθερος ν' αφήσει και το λάθος του. Οπως έχουμε τα σχέδια του Λόρκα, για παράδειγμα.
Χ.Π.: Οπότε να περιμένουμε να δούμε αδημοσίευτα κολάζ;

Ι.Η.: Θα μπορούσα να πω ναι. Αλλωστε και στο Δωμάτιο με τις εικόνες (Ικαρος) -το πρώτο του βιβλίο στο οποίο συγκέντρωσε κολάζ- υπάρχουν συνεικόνες που δεν υπάρχουν στον Κήπο με αυταπάτες (Υψιλον/βιβλία). Βιβλίο στο οποίο έκανε μια επιλογή ο ίδιος συμπεριλαμβάνοντας πολλά αδημοσίευτα έργα. Τώρα, λοιπόν, θα δημοσιεύσουμε κάποια ζωγραφική για πρώτη φορά. Αλλωστε παράλληλα με το βιβλίο ετοιμάζουμε μια έκθεση στο Ιδρυμα Θεοχαράκη, με τίτλο «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη», με χειρόγραφα, πρώτες εκδόσεις, εικαστικά -τέμπερες και συνεικόνες-, φωτογραφίες, μια έκθεση ντοκουμέντων που θα προσπαθεί να δώσει πολλές πληροφορίες - αλλά και κάτι από τη μαγεία του Ελύτη.
Χ.Π.: Υπάρχουν ανέκδοτα ή αποκηρυγμένα ποιήματα;

Ι.Η.: Τα μόνα ανέκδοτα κείμενα που υπήρχαν ήταν αυτά που δημοσιεύτηκαν το 1998 στο βιβλίο Εκ του πλησίον. Ο Ελύτης ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήθελε να αφήσει κατάλοιπα. Ηθελε όταν κάτι θεωρούσε ότι τελείωσε, να το δημοσιεύει. Από την άλλη μεριά, αυτά που ήταν ημιτελή τα έσκιζε. Είχε τη δύναμη να τα καταστρέφει. Τα μόνα ποιήματα που δεν δημοσίευσε, γιατί ακριβώς ήταν ημιτελή, ήταν Η καλοσύνη στις Λυκοποριές και η Αλβανιάδα. Δεν τα συμπεριέλαβε ποτέ στην «Ποίηση» αλλά μπορεί ένας μελετητής να τα βρει στις προδημοσιεύσεις τους σε περιοδικά της εποχής, όπως στην Πανσπουδαστική.
Χ.Π.: Θα έχουν ενδιαφέρον ως πρωτόλεια...

Ι.Η.: Δεν τα ολοκλήρωσε. Οταν άρχισε το Αξιον Εστί τα είχε ήδη εγκαταλείψει.
Χ.Π.: Το οποίο χρειάστηκε δώδεκα χρόνια για να το ολοκληρώσει.

Ι.Η.: Ναι. Συνέβαινε αυτό. Και για ένα από τα τελευταία του βιβλία, τα Ελεγεία της Οξώπετρας συναντάμε την αφετηρία του στο τέλος της δεκαετίας του '60, ενώ κανείς φαντάζεται ότι γράφτηκε τέλη '80 αρχές '90. Κι όμως, τον τίτλο του βιβλίου, κάποιους στίχους, κάποιους τίτλους ποιημάτων, χωρίς τα ποιήματα, τα συναντάμε πολύ νωρίς. Πολλές φορές ξεκινούσε κάτι και το εγκατέλειπε, όχι για πάντα, αλλά για να το συμπληρώσει με αργό ρυθμό. Ως αναγνώστης αντιδρούσε όταν έβλεπε κάτω από ένα ποίημα ημερομηνία. Το θεωρούσε αδιανόητο να γραφτεί μέσα σε ένα απόγευμα. Γιατί είχε έναν τρόπο γραφής διαφορετικό. Δούλευε τα ποιήματα μέσα στον χρόνο. Οπότε, αναθεωρημένα ή αποκηρυγμένα δεν υπάρχουν γιατί ό,τι δημοσιεύτηκε είχε ολοκληρωθεί. Στα Ανοιχτά χαρτιά δίνει παραδείγματα ποιημάτων του που δεν συμπεριέλαβε στους Προσανατολισμούς. Κι όμως, τα δίνει εκεί για να δείξει το στίγμα της εποχής. Να δείξει τον διάλογο που είχε με το υπερρεαλιστικό κίνημα.
Χ.Π.: Ετοιμάζετε και ένα βιβλίο με τίτλο Συν τοις άλλοις. Αυτό τι είναι;

Ι.Η.: Αυτό θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Υψιλον και είναι συγκεντρωμένες συνεντεύξεις από το 1942 μέχρι το 1992. Συνεντεύξεις όπου θίγει καίρια θέματα, για τη λειτουργία της τέχνης, την πολιτική, τη μετάφραση κ.τ.λ. Τόσο ο τίτλος όσο και η επιλογή είχαν γίνει από τον ίδιο. Παρ' όλα αυτά έγινε μια επεξεργασία, ώστε να μην υπάρχουν επικαλύψεις. Από τις περίπου 45 συνεντεύξεις που είχαμε στη διάθεσή μας, έχουν μείνει 37.
Χ.Π.: Κι ακολουθεί η μεγάλη συμβολή του Μεγάρου, στο οποίο, εκτός από διαλέξεις, θα παρουσιαστεί ένα πρόγραμμα σε μουσική του Γιώργου Κουρουπού και ποίηση Ελύτη. Σε ποια συλλογή ανήκει;

Ι.Η.: Δεν βασίζεται σε μια συγκεκριμένη συλλογή, γιατί θέλαμε λόγω της επετείου να παρουσιάσουμε όσο καλύτερα μπορεί κανείς τον κόσμο του Ελύτη μέσα από διαφορετικές στιγμές της δημιουργίας του. Ο λυρικός Ελύτης θα παρουσιαστεί μέσα από τον λόγο του και μέσα από τον λυρισμό της μουσικής του Γώργου Κουρουπού.
Χ.Π.: Εχετε αναγγείλει και την έκδοση ενός βιβλίου με cd. Περί τίνος πρόκειται;

Ι.Η.: Θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με cd με τίτλο Με το λύχνο του άστρου. Πρόκειται για την αποτύπωση ενός προγράμματος που παρουσιάσαμε σε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με τον Σπύρο Σακκά και τον Γιώργο Κουρουπό, μελοποιημένη ποίηση Ελύτη από Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Κουρουπό, σε συνδυασμό με ποιήματα που διαβάζω εγώ.
Χ.Π.: Θέλω να σας ρωτήσω και κάτι πιο προσωπικό. Πώς προλαβαίνετε να επιμελείστε όλη αυτήν την εργασία και φροντίδα που χρειάζεται το έργο του Ελύτη και να μην εγκαταλείπετε τη δική σας δημιουργική πλευρά;

Ι.Η.: Προσπαθώ ούτε το ένα να εγκαταλείπω ούτε το άλλο να παραμελώ. Ανεξάρτητα από το πώς με βλέπουν οι άλλοι. Γιατί οι άνθρωποι βάζουν ετικέτες και δεν σ' αφήνουν να υπάρχεις αυτόνομα. Αν υπάρχει πρόβλημα ή στον βαθμό που υπάρχει, είναι από τον τρόπο που οι άλλοι σε αντιμετωπίζουν. Εγώ εργάζομαι και για τα δυο. *

Ελλάδα σε μετάφραση


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ - ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ
Τα βήματα των πρωτοπόρων μεταφραστών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, σε καιρούς που περίσσευε η ελληνολατρία και υπολειπόταν το συμφέρον, ακολουθεί μια νέα πρωτοβουλία της Ακαδημίας Αθηνών, το πρόγραμμα με τον επιφανειακά «ξερό» τίτλο «Εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση νέων μεταφραστών της ελληνικής λογοτεχνίας».
Ακαδημία Αθηνών δεν σημαίνει μόνο Σωκράτης και Πλάτωνας. Οι νέοι καιροί θέλουν τη νέα ελληνική λογοτεχνία παρούσα
Οδηγοί της για το άνοιγμα της εν πολλοίς άγνωστης νεοελληνικής λογοτεχνίας στο διεθνές πολιτιστικό τοπίο αποτελούν τα λαμπρά παραδείγματα του Φίλιπ Σέραρντ, του Εντμουντ Κίλι και του Ζακ Λακαριέρ. Και οι τρεις τους, επειδή ήταν αφιερωμένοι στη μετάφραση και στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, θύμιζαν το καβαφικό «ζωηρό παιδί φανατικό για γράμματα».
Αυτά τα νέα παιδιά της δικής μας νέας εποχής, τα οποία θα είναι φανατικά για ελληνικά γράμματα, αναζητά το πρόγραμμα της Ακαδημίας, ελπίζοντας ότι η νεοελληνική λογοτεχνία θα προβληθεί στον εκτός ελλαδικών συνόρων κόσμο.
Ετσι απευθύνεται κυρίως σε νέους ξένους μεταφραστές και σε Ελληνες πρώτης και δεύτερης γενιάς, οι οποίοι, όμως, δεν θα είναι «παρθένοι» από πανεπιστημιακές σπουδές. Αυτό σημαίνει ότι το πρώτο τους πτυχίο θα πρέπει να έχει σχέση με κάποιο συναφή επιστημονικό κλάδο (κλασικές, νεοελληνικές, μεταφραστικές σπουδές, ξένες γλώσσες και φιλολογίες). Αλλες δύο βασικές προϋποθέσεις, για να ενταχθούν οι υποψήψιοι στο πρόγραμμα, είναι να ξέρουν καλά ελληνικά ή να έχουν έφεση στην εκμάθησή τους. Κι ακόμη να έχουν να δείξουν μεταφραστικό έργο. Πρώτιστος στόχος του προγράμματος είναι να «πείσουμε» τις μεγάλες γλώσσες ότι αξίζει τον κόπο να στρέψουν την προσοχή τους στη νέα ελληνική λογοτεχνική δημιουργία.
Το πρόγραμμα παρουσίασε ο ακαδημαϊκός και πεζογράφος Θανάσης Βαλτινός, ο οποίος έχει κάθε λόγο να είναι αισιόδοξος, αφού η Ακαδημία Αθηνών θα συνεργαστεί με τα εποπτευόμενα ιδρύματά της, Πέτρου Χάρη και Κώστα και Ελένης Ουράνη, τα οποία θα βάλουν και το χέρι στην τσέπη. Ο ακριβής προϋπολογισμός δεν έχει ακόμη καθοριστεί, αφού ακολουθείται η λογική «προχωράμε και βλέπουμε».
Πάντως, όπως μας διαβεβαίωσε ο Θανάσης Βαλτινός, τα δύο ιδρύματα είναι διατεθειμένα να καλύψουν οικονομικά με το ποσόν των 1.200 ευρώ μηνιαίως τους υπότροφους σπουδαστές. Υπολογίζεται ότι το πρόγραμμα θα έχουν τη δυνατότητα να το παρακολουθήσουν πέντε έως έξι σπουδαστές ανά έτος, με διάρκεια παραμονής τους στην Ελλάδα, που θα κυμαίνεται από ένα μέχρι τέσσερα έτη.
Η φιλοσοφία του προγράμματος υπακούει στους αυτονόητους τρόπους επιβίωσης της νεοελληνικής λογοτεχνίας στον χαοτικό παγκόσμιο χάρτη. «Η εκπαίδευση νέων μεταφραστών είναι ζωτικής σημασίας για την προβολή και τη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό», την περιέγραψε ο Θανάσης Βαλτινός. Και διευκρίνισε «ότι βασικός παράγοντας για την επιτυχή πορεία ενός ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό είναι η καλή μετάφραση».
Για να γίνει πράξη το πρόγραμμα χρειάζεται τον κατάλληλο άνθρωπο στην κατάλληλη θέση. Η Ακαδημία Αθηνών έχει καταλήξει για τη θέση του διευθυντή και του συντονιστή στον βρετανικής καταγωγής, με ελληνική υπηκοότητα, Ντέιβιντ Κόνολι, καθηγητή Μεταφρασεολογίας, στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης. Ομως, υπάρχει νομότυπο κώλυμα, γιατί από τη στιγμή που προτιμήσει τη νέα του θέση, θα πρέπει να βρεθεί φόρμουλα «δανεισμού» ή απόσπασης από το πανεπιστήμιο. Τα γραφεία του προγράμματος θα στεγαστούν στην οδό Βαλαωρίτου 9.
  • Συνεργασίες
Είναι αυτονόητο ότι η Ακαδημία δεν θα ανακαλύψει μόνη της τη νέα μεταφραστική ήπειρο. Θα συνεργαστεί με υπάρχοντες θεσμούς και οργανισμούς, που διαθέτουν προϊστορία και τεχνογνωσία. Πρώτοι και καλύτεροι αρωγοί της θα σταθούν το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης. Από αυτό το πρόγραμμα ασφαλώς και δεν θα λείπουν τα ξένα ινστιτούτα, που βρίσκονται στην Ελλάδα (π.χ. Γαλλικό, Θερβάντες, Γκέτε, Ιταλικό). Ομως, όλο το θέμα δεν θα παραμείνει αποκλειστικά υπόθεση ελληνική. Οι προτάσεις που θα έρθουν από έδρες και από τμήματα ελληνικών σπουδών των ξένων πανεπιστημίων θα είναι παραπάνω από χρήσιμες, όπως και από τις ξένες εταιρείες μεταφραστών και μεταφρασιολόγων. *

Δέσποινα Λαλά - Κριστ


Η Δέσποινα Λαλά - Κριστ γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς πρόσφυγες Μικρασιάτες και μεγάλωσε στον Υμηττό. Σπούδασε στις ΗΠΑ λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Βιβλία της: Μυθιστορήματα: «Νόστος» (Κέδρος), «Τα απομεινάρια του Θεού» (Καστανιώτης), «Το μυστικό της συγγραφέως» (Καστανιώτης). Παιδικά: «Μια Μαργαρίτα» (Κέδρος), «Καπνός και Βλακείες» (Κέδρος), «Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων» (Καστανιώτης). Για Νέους: «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω», απ' όπου και το σημερινό διήγημα (Σύγχρονη Εποχή), «Ενας μικρός Θεός περίσσεψε» (Κέδρος). Κριτική: «Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά» (Καστανιώτης).

Δέσποινα Λαλά - Κριστ: "Η πρώτη θυσία"



Γρηγοριάδης Κώστας
Ο άνθρωπος έμεινε εκεί βουβός και πικρός. Το σκοινί βρισκόταν ακόμα πεσμένο στη μέση της αυλής. Εκεί που το είχε πετάξει το πρωί το αφεντικό. Και αυτός δεν τολμούσε να στρέψει το βλέμμα κατά κει. Ωρες ακίνητος, καθισμένος στο σκαμνί, κολλητό στον τοίχο του χαμηλού σπιτιού. Κοίταγε ο γέρος. Κοίταγε επίμονα τα παπούτσια του τα χαλασμένα. Σήκωνε το δάχτυλο του δεξιού ποδιού και σηκωνόταν όλο το πάνω μέρος. Το τακούνι φαγωμένο. 
Ο σκύλος δίπλα με το κεφάλι ακουμπισμένο στο μπατζάκι περίμενε. Ο γέρος δε γύρισε ούτε μια φορά το βλέμμα προς αυτόν. Δεν άπλωσε ούτε μια φορά το χέρι προς αυτόν.
Τα σύννεφα μολυβιά κατέβαιναν βαριά προς τη γη.
Πρώτα σηκώθηκε ο άνθρωπος. Τα λόγια του αφεντικού μαστίγωμα στις πληγές της φτώχειας του.
«Γι' αυτό είσαι έτσι, ρε κακομοίρη. Είκοσι χρόνια μαζί μου και δεν έμαθες τίποτα από μένα. Αντε ρε κακομοίρη».
Χοντρές οι λέξεις τρυπούσαν τ' αυτιά του. Και το σκοινί που τ' άφησε το πρωί, κουλούρα σίδερου τρύπαγε την αυλή.
«Κι εσύ ξόφλησες, τι νομίζεις, βρε κακομοίρη». Η τελευταία φράση τ' αφεντικού καθώς χανόταν μέσ' τ' αυτοκίνητό του απ' την αυλή.
Είκοσι χρόνια δούλεψη κοντά σ' έναν τέτοιον άνθρωπο, σκεφτότανε ο γέρος. Είκοσι χρόνια δούλεψη.
Σηκώθηκε. Τα βήματα αργά. Οι κινήσεις καθόλου ή ελάχιστες. Προχώρησε προς το σκοινί. Εσκυψε και ξέχασε να πιάσει την πονεμένη μέση του. Μόνο με το δεξί έπιασε το σκοινί, έτσι όπως ήταν τυλιγμένο το πέρασε στον ώμο τ' αριστερού χεριού και η φράση τον τύλιξε σφιχτά: «Κι εσύ ξόφλησες, τι νομίζεις, βρε κακομοίρη».
Ο σκύλος δίπλα. Θαρρείς δεμένος στο μπατζάκι. Εσυρε τα πόδια προς το δάσος. Το σκοινί στον ώμο και το σκύλο δεμένο στο μπατζάκι. Αργησε να βρει το δέντρο που 'θελε.
Εψαξε ώρα πολλή. Το διάλεξε επιτέλους. Ενα ψηλό, γερό, νεαρό δέντρο. Εδεσε την άκρη του σκοινιού γύρω από αυτό και τράβηξε με δύναμη. Το δέντρο δεν κουνήθηκε. Τράβηξε το σκοινί ξανά και ξανά, μα εκείνο δεν κουνήθηκε. Αφησε το σκοινί να πέσει στο χώμα κι έψαξε για τσιγάρο. Μισό του είχε απομείνει. Αναψε το τσιγάρο και κάθησε στη ρίζα του πεύκου με την πλάτη ακουμπισμένη στον κόσμο. Ο σκύλος περίμενε για λίγο όρθιος, μετά κάθησε κι αυτός δίπλα στο γέρο με την μουσούδα ακουμπισμένη πάντα στο μπατζάκι.
Οι πρώτες ψιχάλες που 'πεσαν αγγίξανε το σκύλο. Σηκώθηκε, κούνησε δειλά την ουρά και κοίταξε το γέρο. Αυτός βαθιά μέσα στη σκέψη άκουγε τ' αφεντικό. «Τίποτα δεν έμαθες κοντά μου τόσα χρόνια. Ξόφλησε, ρε, πια ο σκύλος. Ξό-φλη-σε πώς να στο πω, ρε. Ελληνικά μιλάω. Κυνήγι θα πάμε τώρα; Οι Γερμανοί μέσ' στην Αθήνα και μεις θα συντηρούμε κυνηγόσκυλο;»
«Πάνε πια», σκεφτότανε ο γέρος «δεν παίρνουν μπάλωμα πια. Ούτε τακούνι δεν έμεινε, ούτε σόλα. Θα τα χώσω ποδάρια και παπούτσια μαζί, θα τα χώσω στα μανίκια του παλιού μου σακακιού και θα τα δέσω με γερά σκοινιά. Θα τον βγάλω το χειμώνα. Μπορεί και να μην είναι βαρύς ο φετινός χειμώνας». Κοίταξε τον ουρανό. Προσπάθησε να μαντέψει. Οι ψιχάλες πάγωναν στην πλάτη του σκύλου. Αυτός όρθιος κοίταγε το γέρο του. Εκανε να γαβγίσει, μετάνοιωσε, χασμουρήθηκε και ξανακάθησε στη θέση του. Απ' τον καιρό που έφυγε η γριά - θεός σχωρέστηνε την κερά - έτσι καθότανε ο σκύλος. Κοντά στο γέρο, πολύ κοντά με τη μουσούδα στο μπατζάκι, και με το ροζιασμένο χέρι του γέρου πάνω στην κεφαλή του σκύλου. Σήμερα, όλη μέρα δεν τον άγγιξε ούτε μια φορά. Τ' απόφευγε ο γέρος.
«Η πείνα έρχεται», σκεφτόταν ο γέρος. «Ξέρω εγώ όταν έρχεται η πείνα, τ' αρπαχτικό πουλί που κρύβει τον ήλιο με τις μακριές του φτερούγες. Η πείνα μαυρίζει την ψυχή του ανθρώπου. Την ξέρω εγώ την πείνα. Την έχω δει πολλές φορές. Και στην πατρίδα, και στην προσφυγιά, και στον πρώτο πόλεμο, και μετά και ξανά μετά και σε τούτον πάλι. Η πείνα φαίνεται από τα μάτια του κόσμου. Μεγαλώνουν τα μάτια των ανθρώπων. Μεγαλώνουν και στρογγυλεύουν. Δεν κοιτάνε ποτέ κατάματα κανέναν. Ολο κουνιούνται τα μάτια των ανθρώπων, πετάνε εδώ κι εκεί, δε σταματάνε πουθενά, δεν ακουμπάνε κανέναν, μόνο ψάχνουν».
Η βροχή δυνάμωσε. Σαν να τον ξύπνησε η βροχή. Σηκώθηκε προσεκτικά. Δεν άγγιξε το σκύλο. Επιασε το σκοινί. Καμώθηκε πως δεν άκουγε τη βροχή, δεν άκουγε το σούρσιμο των πεύκων, δεν άκουγε τη φωνή που στρίγγλιζε μέσ' στο σώμα του. «Ξόφληησεεεεες, βρε κακομοίρηηηη». Βρήκε τη μέση του σκοινιού. Υπολόγισε κάποια απόσταση από το δέντρο, τα δάχτυλα του έτρεμαν καθώς άγγιξε το κεφάλι του σκύλου, τη μουσούδα και σαν χάδι του πέρασε τη θηλιά. Επιασε την άκρη του σκοινιού και χωρίς να κοιτάξει προχώρησε προς τα κάτω. Ο σκύλος έκανε να τον ακολουθήσει. Δεν μπόρεσε. Ηταν δεμένος στο πεύκο και στη θηλιά. Κούνησε λίγο την ουρά, κούνησε το κεφάλι να βγάλει τη θηλιά, κι άρχισε να γαβγίζει. Ενα μικρό γάβγισμα, σαν παίξιμο, σαν παρακαλετό. Επειτα έμεινε ακίνητος και κοίταγε το γέρο που ήταν λίγο πιο κει, και που κρατούσε την άλλη άκρη του σκοινιού. Ο γέρος δεν κοίταζε το σκύλο. Στάθηκε απέναντι και κοίταγε το χώμα. «Σκύλε μου», η φωνή ακούστηκε βραχνή, αλλόκοτη και ξένη και στους δυο. «Σκύλε μου, πάλι πόλεμο έχουμε. Εγώ γεννήθηκα στον πόλεμο και γέρασα μ' αυτόν. Σκύλε μου», ξανάπε κι ο σκύλος κάπως σαν να ησύχασε. Κουνήθηκε να πάει κατά κει. Κοντά στο γέρο του, αλλά δεν μπόραγε. Εμεινε στητός κουνώντας την ουρά του. Περίμενε ο σκύλος κι ο γέρος έφερνε βόλτα το σκοινί στη χούφτα του.
Η βροχή δυνάμωνε.
Ο γέρος έχωνε τα φαγωμένα τακούνια στο μαλακό χώμα. «Ο άνθρωπος δε γίνεται ποτέ του άνθρωπος με πόλεμο», τελείωσε ο γέρος και άρχισε να τραβάει το σκοινί. Ο σκύλος κατάλαβε. Εκανε να πάει προς τα πίσω, προς τα εμπρός, κούναγε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, προσπαθούσε να βγάλει τη θηλιά που όλο έσφιγγε το λαιμό, και το σκοινί χωνόταν πιο βαθιά στο δέρμα του λαιμού, στο δέρμα του χεριού, το σκοινί σκληρό αυλάκωνε τις σάρκες, τη χούφτα του ανθρώπου, έκοβε του σκύλου την αναπνοή, ορθώθηκε αυτό στα πισινά του πόδια τέντωσε το κεφάλι να βγάλει το σκοινί, ο άνθρωπος σήκωσε τα χέρια ψηλά πάνω απ' το κεφάλι και τράβαγε κι ο σκύλος ούρλιαζε και τράβαγε κι ο άνθρωπος ούρλιαζε το ουρλιαχτό του σκύλου και τα μάτια γούρλωσαν κι έσταζαν τα χέρια αίμα μ' ανάκατη βροχή στο πρόσωπο του ανθρώπου κι όλο τράβαγε και ούρλιαζε μέχρι που πια δεν είχε περίσσια δύναμη.
Επεσε ο γέρος εκεί μπροστά στο σκύλο χωρίς πνοή.
Η βροχή δυνάμωνε. Καθάριζε τα αίματα, έπλενε τα κορμιά τους.
[ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 20 Μάρτη 2011]