Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Μεταφράζοντας Φόκνερ


  • Η επανέκδοση του αριστουργήματος «Αβεσαλώμ, Αβεσαλώμ» επαναφέρει το θέμα της μεταφραστικής τύχης του αμερικανού συγγραφέα στην Ελλάδα. Ανάμεσα στους μεταφραστές τουο Κοσμάς Πολίτης, ο Νίκος Μπακόλας, ο Μένης Κουμανταρέας.

    • Το ταξίδι στην Ελλάδα 

    Στις 25 Σεπτεμβρίου 1997, ο Ουίλιαμ Φόκνερ θα γιόρταζε τα 100 του χρόνια, αν ζούσε. Μια παράξενη σιωπή έχει πάρει τη θέση των εορτασμών με αφορμή αυτή την επέτειο. Και όμως, αν έπρεπε να διαλέξουμε έναν αμερικανό συγγραφέα ως τον πιο σημαντικό του 20ού αιώνα, αναμφίβολα θα καταλήγαμε στον Φόκνερ. Από τους συγγραφείς της αγγλικής γλώσσας ίσως μόνον ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ και ο Τζέιμς Τζόις μπορούν να θεωρηθούν ισάξιοί του ως προς τη μυθοπλαστική τους δεξιότητα και την επίδραση που άσκησαν στις επόμενες γενιές. Η σιωπή αυτή λοιπόν δεν μπορεί παρά να δηλώνει το δέος των κριτικών και του κοινού μπροστά σε ένα μεγαλειώδες, διαχρονικό και αινιγματικό έργο.




    Στην Ελλάδα, ένα μέρος της σιωπής εξηγείται καλύτερα, αν λάβουμε υπόψη τη μεταφραστική τύχη που είχαν τα κείμενα του Φόκνερ. Βέβαια, πρόκειται για κείμενα σύνθετα και απαιτητικά, όπου συνυπάρχουν λαϊκοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί και γλαφυρή ρητορεία, πρωτοποριακή γραφή και παραδοσιακός τρόπος αφήγησης, χρονικές ανακολουθίες και πυκνή συντακτική δομή, φανταστικά τοπωνύμια και τοτεμικά σύμβολα, που οροθετούν τη θρυλική Γιοκναπατάφα, καθώς και πλήθος χαρακτήρες με συγγενικές σχέσεις και ίδια ονομασία. Μέσα σε αυτόν τον παράξενο κόσμο ­ του οποίου οι ρίζες χάνονται σε μια μυθική αρχή ­ είναι πραγματικά δύσκολο, τόσο για τον μεταφραστή όσο και για τον αναγνώστη, να προσανατολιστεί και να μην ξεστρατίσει.

    Ηδη, το μυθιστόρημα που τον έκανε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, «Η Βουή και το Πάθος» (1929), θεωρήθηκε από τους κριτικούς ηθελημένα δυσνόητο, τη σημασία του οποίου «μόνον ο Θεός και ο δημιουργός του μπορούν να καταλάβουν». Τα τέσσερα κεφάλαια που αποτελούν το βιβλίο διηγούνται όλα την ίδια ιστορία, αλλά το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο τι λένε τα τρία αδέλφια και η μαύρη υπηρέτρια, που είναι οι αφηγητές, αλλά στον τρόπο που ο καθένας από αυτούς εκφράζεται.



    Ετσι έχουμε τέσσερις διαφορετικές φωνές: του καθυστερημένου Μπέντζι με τις άλογες περιπλανήσεις του, τον εσωτερικό μονόλογο του Κουέντιν, την εγωκεντρική εκδοχή του Τζέισον και την πιο αντικειμενική άποψη της μαύρης Ντίλσεϊ. Στη μετάφρασή του στα ελληνικά, ο Νίκος Μπακόλας (Εξάντας, 1980, 1993) σκύβει με αγάπη και σεβασμό στο κείμενο και πετυχαίνει να κρατήσει ζωντανή τη διαφορά ανάμεσα στις τέσσερις αφηγήσεις. Το πολυσέλιδο παράρτημα όμως, το οποίο πρόσθεσε αργότερα ο Φόκνερ στο τέλος του μυθιστορήματος με σκοπό να εξηγήσει τη συγγένεια των ηρώων, στην ελληνική έκδοση προηγείται, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αισθάνεται χαμένος ανάμεσα σε ονόματα και ημερομηνίες προτού καν αρχίσει την ανάγνωση του πρώτου κεφαλαίου, που είναι και το πιο πολύπλοκο.

    Εξάλλου, η μετάφραση του εισαγωγικού σημειώματος του Μάλκομ Κόλεϊ περιέχει σοβαρά λάθη, που θα μπορούσε να έχουν αποφευχθεί στις επανεκδόσεις (π.χ. στην αναφορά στο «Καθώς Ψυχορραγώ» περιγράφεται λανθασμένα ο θάνατος και η ταφή ενός άντρα και όχι μιας γυναίκας όπως στο πρωτότυπο). Επίσης, ο Νίκος Μπακόλας είναι ο μεταφραστής τού πιο γνωστού από τις σχολικές ανθολογίες διηγήματος του Φόκνερ, «Ενα Ρόδο για την Εμιλι». Την προσεκτική μετάφραση συμπληρώνει η εικονογράφηση του Μανώλη Ζαχαριουδάκη (Κέδρος, 1995).
    Οταν ένας έμπειρος και ευσυνείδητος συγγραφέας, όπως ο Μένης Κουμανταρέας, αναλαμβάνει την απόδοση στα ελληνικά ενός τόσο ιδιόρρυθμου και απαιτητικού έργου όσο το «Καθώς Ψυχορραγώ» (Κέδρος, 1970, 1983), η κατάληξη δεν μπορεί παρά να είναι συναρπαστική. Το μυθιστόρημα αφηγείται το οδοιπορικό μιας αγροτικής οικογένειας, που παλεύει με τα στοιχεία της φύσης και του ασυνείδητου, για να φθάσει στον οικογενειακό τάφο και να θάψει τη μάνα.

    Η απληστία και η αθωότητα, η απομάκρυνση από τις ρίζες, η εισβολή του πολιτισμού στην επαρχία, όλα εμπλέκονται σε αυτό το ταξίδι, που είναι «επικό, τραγικό και συνάμα γελοίο». Ταυτόχρονα, εναλλάσσονται η νατουραλιστική γραφή με πρωτοποριακά στοιχεία, το λογικό με το άλογο και οι αφηγήσεις των ηρώων με μορφή εσωτερικού μονολόγου. Τις «ηδονικές» δυσκολίες ενός τέτοιου κειμένου επισημαίνει πρώτος ο Κουμανταρέας στον πρόλογό του, κάνοντας τον αναγνώστη μέτοχο των προβλημάτων και των αποφάσεων που αναγκάστηκε να πάρει στη διάρκεια της μετάφρασης.
    Την εμπορική αποτυχία των δύο προηγούμενων βιβλίων του προσπάθησε να ξεπεράσει ο Φόκνερ με το επόμενο μυθιστόρημα, το «Ιερό» (1931), επιχειρώντας να γίνει αποδεκτός από το ευρύτερο κοινό γράφοντας ένα σκανδαλοθηρικό βιβλίο. Η υπόθεση ανατρέχει σε πραγματικά γεγονότα και περιγράφει την αποπλάνηση μιας νεαρής φοιτήτριας και τον βιασμό της με ένα παράξενο αντικείμενο από έναν σεξουαλικά ανίκανο γκάγκστερ. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξερευνήσει τα σεξουαλικά απωθημένα και τα διαστρεβλωμένα πάθη των ανθρώπων.

    Η αιμομειξία, η σεξουαλική ανικανότητα, η βία είναι συνήθη θέματα στο έργο του. Η δημοσίευση του βιβλίου δίχασε όμως τους κριτικούς: άλλοι τον κατηγόρησαν για αμοραλισμό και αποκάλεσαν τον συγγραφέα «νατουραλιστικό τέρας» και άλλοι επαίνεσαν τη δύναμη της γραφής του. Στα ελληνικά το βιβλίο μεταφράστηκε από τους Τάσο Δαρβέρη και Κώστα Νικολαΐδη (Μέδουσα, 1993) και συνοδεύεται από σύντομο εισαγωγικό σημείωμα. Μας ξενίζει όμως η απόδοση του αγγλικού τίτλου «Sanctuary» σε Αδυτο αντί Ιερό.
    Με τη δημοσίευση του επόμενου μυθιστορήματος, «Φως τον Αύγουστο» (1932), ο Φόκνερ αρχίζει να απολαμβάνει την εξάπλωση της φήμης του και το ενδιαφέρον που δείχνουν οι κριτικοί για το έργο του. Το μυθιστόρημα αφηγείται αριστοτεχνικά τη ζωή τριών διαφορετικών ανθρώπων, της νεαρής Λένας η οποία προσπαθεί να εντοπίσει τον πατέρα του παιδιού της, του Τζο Κρίσμας ο οποίος αναζητεί την πραγματική φυλετική του ταυτότητα, και του ιερέα Χαϊτάουερ ο οποίος μέσα από πράξεις αυτοθυσίας ζητεί άφεση αμαρτιών.

    Η Βικτωρία Τραπάλη, που μετέφρασε το έργο στα ελληνικά (Εξάντας, 1987), έχει κάνει σοβαρή δουλειά. Δεν λείπουν όμως οι αυθαίρετες παρεμβάσεις στους χρόνους, στην επαρχιώτικη διάλεκτο και κυρίως στα ονόματα. Μας φαίνεται ατυχής η μετάφραση του ονόματος του κεντρικού ήρωα από Κρίσμας σε Χριστούγεννας. Γιατί όχι τότε και του Χαϊτάουερ σε Ψηλόπυργος;

    Το αριστούργημα του Φόκνερ παραμένει όμως το «Αβεσαλώμ, Αβεσαλώμ»! (1936). Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία του Τόμας Σάτπεν, ενός μυστηριώδους ατόμου με αμφίβολο παρελθόν, που κάνει την εμφάνισή του στη Γιοκναπατάφα, με σκοπό να χτίσει ένα αρχοντικό, να παντρευτεί και να ζήσει εκεί ως αφέντης. Επιχειρεί δηλαδή να εξουσιάσει την Ιστορία δημιουργώντας άσπιλους, χωρίς ίχνος «νέγρικου» αίματος, απογόνους. Οπως και ο οίκος των Ατρειδών όμως, η δυναστεία του Σάτπεν αφανίζεται εξαιτίας της ύβρεως που διαπράττει ο ιδρυτής της με το να περιφρονεί τα πατρικά του καθήκοντα, όταν αυτά στέκονται εμπόδιο στο «σχέδιό» του. Αντίθετα με τις προσδοκίες του, τα παιδιά του Σάτπεν δεν είναι φυλετικά «καθαρά» και όταν εκείνος αρνείται να αναγνωρίσει τον μιγά γιο του, τότε αυτός απειλεί την οικογένεια με αιμομειξία και φονεύεται από τον ετεροθαλή αδελφό του για να μην τη διαπράξει.

    Αυτή η αλληγορική ιστορία, όπου διαπλέκονται όλα τα κοινωνικά και φυλετικά προβλήματα του Νότου, είναι γραμμένη με τον γνωστό πλέον φοκνερικό τρόπο, δηλαδή αφήγηση από πολλαπλές οπτικές γωνίες με αφηγητές διαφορετικής ηλικίας και με διαφορετική συναισθηματική φόρτιση που δημιουργούν έναν κόσμο κατόπτρων και αντανακλάσεων. Η μετάφραση της Ελλης Μαρμαρά (Οδυσσέας, 1980, 1997) παραμένει πιστά προσηλωμένη στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα να χάνεται το πάθος και η ένταση του κειμένου. Ενα τέτοιο βιβλίο απαιτεί, εκτός από γνώση της αγγλικής, γνώση του συνολικού έργου του Φόκνερ και του πολιτισμικού υπόβαθρου που το γεννά.
    Κλείνοντας τα 40 του χρόνια, ο Φόκνερ περνά μια προσωπική κρίση, που αντικατοπτρίζεται στη νουβέλα τα «Αγρια Φοινικόδεντρα», με πρωταγωνιστές έναν άντρα και μια γυναίκα που παλεύουν να περισώσουν την καταδικασμένη τους αγάπη. Προτού βρει όμως την τελική της μορφή, η νουβέλα περιπλέκεται με μια δεύτερη, τον «Ψηλό Κατάδικο», που απέχει θεματικά και χρονολογικά από την πρώτη. Οι δυο ιστορίες αναπτύσσονται παράλληλα σε εναλλασσόμενα κεφάλαια και εκδίδονται ως ενιαίο μυθιστόρημα με γενικό τίτλο τα «Αγρια Φοινικόδεντρα» (1939). Ο Κοσμάς Πολίτης πετυχαίνει να διατηρήσει τις υφολογικές διαφορές ανάμεσα στις δύο νουβέλες και μας δίνει μια μετάφραση ομαλή που δεν αντιστρατεύεται τους ρυθμούς της δικής μας γλώσσας (Γράμματα, 1986).
    Οι λευκοί ακτήμονες Σνόουπς, που ύπουλα κατακτούν τον Νότο και παραγκωνίζουν τους ήδη αποδυναμωμένους ­ από τον εμφύλιο και τον παρακμάζοντα θεσμό της δουλείας ­ αριστοκράτες, είναι οι πρωταγωνιστές του «Χωριού» (1940). Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα της τριλογίας των Σνόουπς έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Γρηγόρη Παπαδογιάννη (Δελφίνι, 1991) με τίτλο το «Χωριουδάκι». Τα έργα αυτά ανήκουν στη δεύτερη φάση της συγγραφικής καριέρας του Φόκνερ όπου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, απουσιάζει η έμπνευση και η πρωτοτυπία, χαρακτηριστικά των μυθιστορημάτων της προηγούμενης δεκαετίας. Ο Παπαδογιάννης είναι ο μεταφραστής και ενός παλαιότερου έργου, του «Ακατάβλητου» (1938), στο οποίο κυριαρχεί η θρυλική μορφή του εμφυλίου, ο συνταγματάρχης Σαρτόρις, στον οποίο αναφέρεται και ο τίτλος. Γι' αυτό δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία του πληθυντικού στον ελληνικό τίτλο, «Οι Ακατανίκητοι» (Σύγχρονη Εποχή, 1991).
    Το 1942 δημοσιεύονται επτά νουβέλες με τίτλο «Πορεύου Μωυσή». Ανάμεσά τους και «Η Αρκούδα», ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του φοκνερικού οικοδομήματος. Πρόκειται για μια ιστορία μύησης στην ενήλικη ζωή και στην πολιτιστική κληρονομιά του Νότου. Παρά τις προσπάθειες του Βασίλη Καλλιπολίτη, η μετάφραση δεν διαθέτει ευκαμψία και απλότητα, όπως αρμόζει σε ένα κείμενο, του οποίου ο ήρωας είναι ένας 16χρονος έφηβος.
    Τέλος, στα ελληνικά κυκλοφορούν και ορισμένες συλλογές διηγημάτων του Φόκνερ, όπως ο «Χάλκινος Κένταυρος και Αλλα Διηγήματα» (Πατάκης, μετάφραση Εύης Γεωργούδη), που δεν έχει παρουσιαστεί ως αυτοτελές βιβλίο στα αγγλικά και οι «Ιστορίες Μυστηρίου» (Γράμματα, 1988, μετάφραση Στέλλας Τσίρκα), των οποίων ο εμπορικός τίτλος καθόλου δεν σχετίζεται με τον πρωτότυπο «Knight's Gambit» (Το Τέχνασμα ενός Ιππότη).
    Στις 17 Μαρτίου 1957 (ακριβώς πριν από 40 χρόνια) ο Φόκνερ δέχεται την πρόσκληση του Πανεπιστημίου Αθηνών να ταξιδέψει στην Ελλάδα για να παραλάβει το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και να παραστεί στην πρεμιέρα του θεατρικού του έργου «Ρέκβιεμ για μια Μοναχή», που θα ανέβαζε ο Δημήτρης Μυράτ στο θέατρο «Κοτοπούλη». Η δεκαπενθήμερη επίσκεψη του συγγραφέα στην Ελλάδα γοήτευσε τόσο τον ίδιο όσο και τους Ελληνες που τον γνώρισαν. Παρ' όλο που ήδη από το πρώτο απόγευμα βρισκόταν σε κατάσταση μέθης από ούζο, στη συνέντευξη Τύπου ήταν νηφάλιος και εξέφρασε τον θαυμασμό του για την Ελλάδα. «Η χώρα σας» είπε «γέννησε τον πολιτισμένο άνθρωπο. Οι πρόγονοί σας είναι οι μητέρες και οι πατέρες του πολιτισμού και της ελευθερίας. Τι περισσότερο θέλετε από μένα, έναν αμερικανό αγρότη;». Την επομένη έφυγε για δύο μέρες στους Δελφούς, σταματώντας στη διαδρομή για ούζα. Ακολούθησε μια ειδυλλιακή κρουαζιέρα με το γιοτ του βιομηχάνου Μποδοσάκη στο Ναύπλιο, στις Μυκήνες και στις Κυκλάδες.

    Σε όλη τη διάρκεια της κρουαζιέρας ο Φόκνερ βρισκόταν στο κατάστρωμα απολαμβάνοντας τον ήλιο, το ούζο και τις ανέσεις του γιοτ. Γύρισαν στην Αθήνα εγκαίρως για την απονομή του Αργυρού Μεταλλίου (το Χρυσό δόθηκε στη μαχόμενη Κύπρο) και την καθιερωμένη ευχαριστήρια ομιλία: «Οταν ο ήλιος του Περικλή δημιούργησε τον πολιτισμένο κόσμο» είπε «η σκιά λύγισε και έφθασε ως την Αμερική. Τώρα ένας Αμερικανός φέρνει τη σκιά αυτή πίσω στην πηγή του φωτός». Ηταν μια ωραία εικόνα την οποία Φόκνερ, απορροφημένος από τις γύρω του ομορφιές και το ούζο, δεν βρήκε την ευκαιρία να αναπτύξει. Το επόμενο πρωινό παρουσιάστηκε φρέσκος μπροστά τους φοιτητές της Αμερικανικής Φιλολογίας, έτοιμος να απαντήσει στις ερωτήσεις τους. Δεν παρέλειψε να σχολιάσει την ομορφιά των Ελληνίδων. Ηταν ένα ταξίδι όπου τα πάντα είχαν για μια στιγμή αναστηθεί ­ οι μνήμες, η ιστορία και η γλώσσα. Επιστρέφοντας στη Σαρλότβιλ της Βιρτζίνιας, ο Φόκνερ έλεγε στους μαθητές του ότι το ταξίδι στην Ελλάδα ανταποκρίθηκε πλήρως στις προσδοκίες του: αναγνώρισε το ελληνικό φως, το κρασάτο πέλαγος του Ομηρου, τον τόπο όπου ένιωθες τους θεούς δίπλα σου και παντοδύναμους.

    • ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Ιανουαρίου 1998
     Η κυρία Ντόρα Τσιμπούκη είναι επίκουρη καθηγήτρια της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου