Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Θεόδωρος ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Συνοδός εδάφους

  • Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. ΑΛΛΟΤΕ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΕ ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΙΟ, ΑΛΛΟΤΕ ΣΕ ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΕΣΤΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΚΡΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΛΥΣΙΔΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΟΚΥΠΤΕΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΗΘΕΙΣ ΕΥΚΟΛΕΣ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΉΣΤΑ ΓΝΩΣΤΑ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ.
  • ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΚΥΤΑΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΝΟΛΛΑ, ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟ, ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΣΤΕΡΙΟΥ, ΤΗ ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΜΑΡΚΑΡΗ, ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗ, ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ (ΧΡΗΜΑΤΑ, ΠΛΑΣΤΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ, ΡΙΣΚΟ, ΨΕΜΑΤΑ) ΚΑΙ ΣΚΑΛΙΖΕΙ ΤΟ ΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΜΙΑ ΜΕΡΙΔΑ ΝΕΩΝ ΣΥΜΠΟΛΙΤΩΝ ΜΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΒΡΩΜΙΚΑ ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ, ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ Σ΄ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΩΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ
Συνοδός εδάφους

Το Χ95 φρενάρισε απότομα κι εκείνη αρπάχτηκε απ΄ τη χειρολαβή. Δρασκέλισε το απότομο σκαλοπάτι και κοντοστάθηκε στην είσοδο των αναχωρήσεων. Εκείνος, ένα μέτρο παραπίσωτης·
Άντε προχώρα, ήθελε να γυρίσει να του πει, αλλά μετάνιωσε. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου και του είπε, Μπαίνω μέσα, έλα. Τα ελληνικά του ήταν σε κακό χάλι. Άλλες φορές, χρησιμοποιούσε στοιχειώδη αγγλικά. Είδε στον πίνακα ανακοινώσεων την πτήση, εντόπισε το γκισέ. Του ξανατηλεφώνησε. Εκείνος απάντησε τραυλίζοντας, κουβαλούσε ένα κακοδεμένο σακβουαγιάζ στην πλάτη. Μια φιγούρα διερχόμενη, ούτε που έβλεπε το πρόσωπό του. Το μόνο που ήθελε, ήταν να περάσει. Βάδισε παράλληλα μαζί του μέχρι το check-in και τον άφησε να προχωρήσει. Όσες φορές κι αν βίωσε αυτή τη στιγμή ένιωθε πάντα την ίδια αγωνία. Περίμενε κι εκείνος στην ουρά, άφησε το σακίδιο κάτω, ύστερα τον είδε να βγάζει το e-ticket και να το δίνει μαζί με το διαβατήριο. Είχε ξεχάσει με τι υπηκοότητα ταξίδευε. Μπορεί και βουλγαρική, τελευταία είχαν περάσει αρκετοί με βουλγαρικά διαβατήρια. Η υπάλληλος κράτησε ένα ολόκληρο λεπτό (το γαμημένο) το διαβατήριο και μετά του είπε κάτι, με αυστηρό τρόπο. Από τα χείλη της μάντεψε: Σήκω φύγε, μη φωνάξω την Αστυνομία. Εκείνος υποχώρησε, έκανε δυο- τρία βήματα κι έτρεξε γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο. Άναψε κι αυτή ένα τσιγάρο- στην επιτρεπόμενη ζώνη. Σχημάτισε το νούμερο του Ντ. «Δεν πέρασε», του είπε. Γαμώτο,κρίμα το ξενύχτι,πάνε και τα τριακόσια ευρώ. Στον γυρισμό, μπήκε σ΄ ένα ταξί παρ΄ όλο που το σιχαινόταν, και αυτό και τους οδηγούς. Όταν ο ταξιτζής την περιεργάστηκε σαν ταρίφα, του είπε: Πάμε κατευθείαν Δάφνη. Άτυχος κι αυτός, θα μπορούσε να του πέσει κάτι καλύτερο, άσε που στον δρόμο του ζήτησε θυμωμένη να χαμηλώσει το ραδιόφωνο.

Βρέθηκε μ΄ ένα πηδηχτό βήμα έξω απ΄ το λεωφορείο, ενώ οι άλλοι δύο την παρακολουθούσαν με αγωνία μην και τους ξεφύγει. Φορούσαν κάτι γελοία καπέλα και έδειχναν να μη γνωρίζουν ούτε λέξη από τις γλώσσες επικοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είχε σε αποθηκευμένα μηνύματα τις οδηγίες. «Ακολούθα», «Στάσου», «Περίμενε», που, ανάλογα με την εθνικότητα, τα έστελνε ο Ντ. Τους παρέσυρε στο γκισέ, είχε μια σχετική ουρά, και τους έστειλε το πρώτο μήνυμα να προχωρήσουν παρέα. Όταν ήρθε η σειρά τους, η υπάλληλος πήρε τα διαβατήρια και τα έλεγξε, ενώ ταυτόχρονα μιλούσε με τη διπλανή της· έβγαλε την κάρτα επιβίβασης. Όλα καλά μέχρις εδώ. Ο ένας (τι βλάκας!) πήγε να τη χαιρετήσει κι εκείνη έστριψε δίνοντας πια την επόμενη οδηγία, να προχωρήσουν. Μόλις που τους έβλεπε λοξά καθώς έμπαιναν στην περιοχή «Α». Ο αστυνομικός στον έλεγχο έριξε μια αδιάφορη ματιά στις κάρτες επιβίβασης. Παραμέσα, στον έλεγχο διαβατηρίων, κάτι παρόμοιο θα συνέβη, έτσι υπέθεσε γιατί δεν έφτανε η ματιά της μέχρις εκεί. Προφανώς, είχε γίνει καλύτερη δουλειά στα διαβατήρια ή είχαν αγοραστεί από κάποιους που ζούσαν χρόνια στην Ελλάδα. Πέρασαν. Πολλές φορές τους έπιαναν στον έλεγχο επιβίβασης, ένα βήμα πριν από το σκάφος. Τις προάλλες κάποιος που ταξίδευε με ισπανικό διαβατήριο βρέθηκε αντιμέτωπος με ισπανόφωνη συνοδό. Κι εκείνη πήγε ν΄ αξιοποιήσει τη γλώσσα της με τον κρυμμένο ανατολίτη. Χτύπησε το κινητό της. Είχαν μπει στο σκάφος. Ανάσα. Έγραψε ένα μήνυμα για τον Ντ. «Οk». Βγήκε πάνω στις αφίξεις, στην υπαίθρια καντίνα, και ζήτησε έναν καπουτσίνο. Βολεύτηκε στην εξέδρα με τα τραπεζάκια και παρατηρούσε την άφιξη των λεωφορείων που κατέβαζε τους πιο ταπεινούς τουρίστες. Διέκρινε κάποιους που θα ταξίδευαν παρομοίως. Ο Ντ. σε ανύποπτο χρόνο της είχε πει ότι κάθε μέρα προωθούνται (όχι φυσικά από τον ίδιο μόνο) μέχρι τριακόσια άτομα, αλλά ούτε το ένα τρίτο δεν κατορθώνει να περάσει. Σηκώθηκε να φύγει. Το Μετρό, μήνες τώρα, δεν έφτανε μέχρι εδώ, δημόσια έργα και μπλεγμένοι δήμαρχοι. Πάντως, δεν θα έμπαινε σε ταξί. Είχαν την αίσθηση της απλυσιάς, βρωμούσαν τσιγαρίλα. Μπήκε στο λεωφο ρείο και έβγαλε αμέσως το ipod. Στη στάση ΙΚΕΑ ανέβηκε μια κυρία με μια τεράστια τσάντα και τη στρίμωξε. Είδε για λίγο τα πράσινα χωράφια που ξέφευγαν σαν παραφωνία, στο βάθος την Παλλήνη, μια τσιμεντένια ασπρίλα. Για φαντάσου. Εδώ τους έφερνε ο πατέρας της για ν΄ αγοράσουν χυλοπίτες και ζυμωτό ψωμί, στις αρχές του ενενήντα, και συνέχιζαν για καμιά κυριακάτικη βόλτα στη Βραυρώνα. Ο λυκειάρχης συνδύαζε την κυριακάτικη εξόρμηση με αρχαιολογικές ξεναγήσεις στα «βήματα του Παυσανία», όπως τις είχε ονομάσει. Όταν εκείνη πέρασε στη Γυμναστική Ακαδημία, απογοητεύτηκε.

Μια ζωή θα την έβγαζε στο προαύλιο η μονάκριβη, γυμνάζοντας νωθρά Ελληνόπουλα.

Αν ποτέ διοριζόταν.

Απλώθηκε στο ντιβάνι παίρνοντας τον φορητό υπολογιστή αγκαλιά. Μπήκε στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας και είδε τη δημοσιευμένη λίστα του ΑΣΕΠ. Εκατόν ογδόντα άτομα για μόνο μία θέση της ειδικότητάς της.

Άναψε τσιγάρο. Τριακόσια ευρώ για μια συναρπαστική βόλτα μέχρι το αεροδρόμιο, χίλια διακόσια ευρώ το μηνιάτικο για ένα βαρετό καθηγητιλίκι σε απομακρυσμένα γυμνάσια. Λάθος σπουδές- ή μήπως επιλογές; Βαριόταν στην ιδέα ότι θα δούλευε σ΄ ένα σχολείο με διευθυντή κάποιον, πιθανώς, σαν τον πατέρα της. Στο μεταξύ, έπρεπε να περάσει απ΄ το καφενείο στο Μεταξουργείο για να πάρει την ανταμοιβή της. Θα καθόταν στην καρέκλα της, ο μεσήλικος υπάλληλος θα της έφερνε ένα ποτήρι νερό, ίσως και έναν γλυκό καφέ, και από δίπλα τα λεφτά, σαν ρέστα. Τόσο ανοιχτά, τόσο απλά. Προτιμούσε το πίσω τραπεζάκι, αντίκρυ στον ακάλυπτο χώρο μιας παλιάς βιοτεχνίας που είχε μετατραπεί σε μπαρ. Ο Ντ. σπάνια πατούσε στο μαγαζί, καθώς μεγάλωσαν οι δουλειές του. Μιλούσαν αρκετά τον πρώτο καιρό, αλλά καθώς παντρεύτηκε άλλαξε. Κουρεύτηκε, έκανε κοιλιά και συνόδευε τη γυναίκα του στο σούπερ μάρκετ. Μια φορά τους πέτυχε στην Κωνσταντινουπόλεως, την τελευταία εβδομάδα που δούλευε στο «Αντίπολις-bar». Η γυναίκα τού Ντ. φορούσε μαντίλα και, όπως πρόλαβε να τη δει, πρέπει να ήταν πολύ μικρότερή του. Ήξερε, άραγε, ότι ο σύζυγός της διακινούσε καθημερινά ίσαμε δυο ντουζίνες συμπατριώτες του και όχι μόνο; Ίσως να μην της φαινόταν παράνομο, αφού εκείνοι πλήρωναν, κάτι που σήμαινε ότι το λαχταρούσαν. Σιγά την παρανομία, συμφώνησε και η Κατερίνα μπαίνοντας στη σκέψη της άλλης. Ολόκληρη η ιστορία του κόσμου στηρίζεται πάνω σε μετακινήσεις, μετοικήσεις και τις περισσότερες φορές χωρίς να δίνεται λογαριασμός ποιος πάει πού.

Άκουσε την τραχιά φωνή του Ντ. που- ομολογουμένως- την αναστάτωνε. Οι οδηγίες του ήταν για δυο εισιτήρια μέχρι τη Ρώμη. Αυτή τη φορά θα συνόδευε τον «πελάτη» στην πτήση. Και φυσικά, με διπλή αμοιβή. Έκλεισε τα εισιτήρια από το Ίντερνετ με την κάρτα της. Ο Ντ. ακουγόταν αγχωμένος. Απέφευγε να μιλάει πολύ μαζί της, αλλά κάθε φορά τα ίδια λόγια ακούγονταν όλο και πιο εκδηλωτικά. Δεν υπήρχε περίπτωση· ούτε στ΄ όνειρό του αυτός κι εκείνη. Άσε που ήταν και ζήτημα ιδεολογίας: απ΄ τη μια να σκεπάζει τη μουσουλμάνα κι απ΄ την άλλη να ξεντύνει τη χριστιανή. Δεν προλάβαινε να ξεκουραστεί, είχε πέσει πολλή δουλειά τελευταία. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ντ. έσπρωξε δεκαπέντε άτομα ομαδικά, ντύνοντάς τους με ομοιόμορφες αθλητικές φόρμες, σωστή ποδοσφαιρική ομάδα. Και πέρασαν- απίστευτο- όλοι μαζί ως τυνησιακό τιμ. Ποιος, άλλωστε, παρακολουθεί βορειοαφρικάνικο ποδόσφαιρο για ν΄ αναγνωρίζει ομάδες και παίκτες; Τηλεφώνησε στις φίλες της, τις χρειαζόταν για λόγια και παρέα. Εκείνη γλεντούσε την «επιτυχία», εκείνες παρακολουθούσαν τους κοσμικούς στα trendy εστιατόρια που τις έστελναν τα free press. Βέβαια, κάθε εβδομάδα δεν ήταν δυνατόν ν΄ ανακαλύπτουν ένα «αξέχαστο» μαγαζί, αλλά σκασίλα τους. Στο τηλέφωνο, ο πατέρας: «Σιγά μη διοριστείς· ούτε σε δέκα χρόνια» Συνέχισε: «Να τηλεφωνήσουμε στον Καρατζολέα... Τόσα χρόνια τι έκανε για μας; Τι τον ψηφίζουμε;». Τον ηρέμησε ότι όλα θα πάνε καλά και τους φαντάστηκε στο εξοχικό τους, στη Χιλιαδού, αραγμένους στην αυλή, έντρομους μην πιάσει φωτιά το δασάκι- ο καινούργιος πανικός της μάνας της που κοιμόταν με το λάστιχο του νερού τυλιγμένο, δίπλα στο κρεβάτι, σαν ανορεκτικό βόα.

Ο ταξιδιώτης ήταν κοντά στην ηλικία της, πάνω- κάτω στα είκοσι οκτώ. Την περίμενε στο Σύνταγμα, δίπλα στα λεωφορεία του αεροδρομίου. Αυτή τη φορά θα μιλούσαν, μιας και θα ταξίδευαν σαν ζευγάρι. Ήταν αρκετά καλοντυμένος, ψηλός, κάτι σε Λατίνο έφερνε, παρά μαρτυρούσε τη μεσανατολική καταγωγή του. Έπιασε τον εαυτό της να τον παρατηρεί· συνήθως δεν τους κοίταζε καν στο πρόσωπο. Ήταν μέρος της δουλειάς, της αποστολής της. Αναγνωρίστηκαν με παράλληλη τηλεφωνική κλήση. Εκείνος έσερνε μια Delsey με ροδάκια- ασήκωτη φαινόταν· και αυθεντική. Τον χαιρέτησε, «Όλα καλά;». Μιλούσε σπαστά ελληνικά.

Αγωνιούσε. Κρατούσε το εισιτήριό του στα χέρια της.

Ταυτόχρονα, κρατούσε και την τύχη του που δεν ήταν τίποτ΄ άλλο παρά η έξοδός του από τη χώρα της. Αφιλόξενη χώρα θα τη χαρακτήριζε και ακριβώς αυτό της εξασφάλιζε μια δουλειά. Ρίγησε κάπως: λογικά, ανήκε σε μιαν αλυσίδα διακίνησης λαθρομεταναστών.

Όταν έπιαναν κάποιους, κάποια στιγμή, οι λιγότερο υπεύθυνοι όπως αυτή την πλήρωναν, ούτε καν ο μπάτσος που τους προμήθευε τις σφραγίδες. Φανταζόταν τον πατέρα της να βλέπει την κόρη του με χειροπέδες. Πώς να τον πείσει ότι ήταν μια τυχαία γνωριμία, ένα βόλεμα. Μήπως, ωστόσο, κάτι την έτρωγε πιο βαθιά μέσα της για να χώνεται σε ξένες- κυριολεκτικά- υποθέσεις; Ξημέρωνε. Άδειοι οι δρόμοι. Δεν μιλούσε με τον διπλανό της. Με ποιο όνομα, άλλωστε, να του απευθυνόταν; Άσε που έπρεπε να μάθει να το λέει απέξω. Στο διαβατήριο φαινόταν ως Αιγύπτιος που ζει χρόνια στην Ελλάδα. Μάλλον Κούρδος ή Ιρακινός της έκανε. Τι σημασία είχε; Πάντως ήταν νόστιμος. Απέστρεψε το βλέμμα της. Τον έφερνε σε αμηχανία. Κατέβηκαν στην είσοδο αναχωρήσεων και προχώρησαν στο check-in. Εκείνη, χωρίς μια στάλα αμηχανία, άρπαξε τα δυο διαβατήρια και είπε στην κοπέλα, «Είμαστε μαζί», κι ύστερα έγειρε κάπως ράθυμα πάνω του. Εκείνος την αγκάλιασε απ΄ τη μέση· θα τη θυμόταν μέρες μετά αυτή τη χειρονομία: είχε τόση θέρμη που ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά· τόσο που αγνόησε τον έλεγχο της κοπέλας στο γκισέ, που ήδη ζύγιζε τη βαλίτσα. Η τρυφερότητα της σκηνής δεν πέ ρασε απαρατήρητη και από την υπάλληλο, που θεώρησε δεδομένο να τους περάσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Την άλλη μέρα γύρισε απ΄ τη Ρώμη κουρασμένη και σκεπτική. Ο ταξιδιώτης βρήκε εισιτήριο για Σουηδία και κατάφερε να περάσει και από τον ιταλικό έλεγχο, χάρις στην παρουσία της δίπλα του που τον αποχαιρετούσε. Της έδωσε ένα ζεστό φιλί και τον είδε να φεύγει.

Ξενύχτησε ώς τις έξι το πρωί στο Φιουμουντσίνο· στην επιστροφή, κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα θα περνούσε από το καφενείο για την αμοιβή, υπερδιπλάσια. Ο Ντ. την είχε γνωρίσει στο καφέ όταν δούλευε. Μόλις άνοιγε, ερχόταν κι έπινε έναν καπουτσίνο, της μιλούσε, την έκοβε από πάνω μέχρι κάτω. Ώσπου μια μέρα, σαν αστείο, τη ρώτησε αν ήθελε να κερδίσει εύκολα χρήματα. Δεν της έδωσε άλλα στοιχεία, άφησε τον χρόνο να κυλήσει.

Τότε της αποκάλυψε ότι ετοίμαζε ένα καφενείο, γι΄ αυτό ερχόταν, επέβλεπε την κατασκευή του. Ναργιλέδες, φαλάφελ και τέτοια. Η περιοχή κατά μήκος της Κεραμεικού ήταν γεμάτη. Έβαλε μέσα και Ίντερνετ και μάζευε τους δικούς του. Η ιδέα ότι θα έκανε κάτι παράνομο τη γοήτευε όσο και το ποσόν που θα εισέπραττε κάθε φορά. Εν τούτοις, εδώ και ώρα, ύστερα από το βαρύ κεφάλι που έκανε, αντιλαμβανόταν ότι το μυαλό της τριγύριζε ακόμα σ΄ εκείνον. Πώς έφτασε στη Σουηδία; Πού θα παραδιδόταν; Θα έκαναν δεκτή την αίτηση πολιτικού ασύλου; Μόλις θα έφτανε εκείνος, θα πετούσε το διαβατήριο και θα ήταν ένας ικέτης, ένας πρόσφυγας. Επομένως, ταξίδευε μ΄ έναν άνθρωπο που γνώριζε μόνο μιαν ενδιάμεση, προσωρινή ταυτότητα. Η ιδέα να σχηματίσει τον αριθμό του ήταν ανώφελη. Αλίμονο, εκείνος φτάνοντας, θα εξαφάνιζε κάθε ίχνος της χώρας απ΄ την οποία είχε έρθει. Και δεν είχε άδικο. Το τηλέφωνό του όχι μόνο δεν χτύπησε, αλλά απαντούσε σε αλλόγλωσσες φωνές. Κι εκείνο το φιλί στο αεροδρόμιο δεν ήταν άσχημο, σκεφτόταν καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο καφενείο. Τον θυμόταν να δακρύζει μόλις είχε σηκωθεί το σκάφος. Να εξανθρωπίζεται, με δάκρυα που δεν είχαν ταυτότητα. Για μια στιγμή νοστάλγησε τα ψέματα, τα πλαστά διαβατήρια, τα ρίσκα και μίσησε βαθιά εκείνο τον κατάλογο των υποψηφίων για μια δημόσια θέση. Εκείνοι είχαν λιγότερες πιθανότητες να πετάξουν σε μια νέα ζωή κι ας είχαν ταυτότητα και διαβατήρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου