Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Φώκνερ, ο μεγάλος Νότιος που επηρέασε τους Ελληνες

Ουίλιαμ Φώκνερ
Η βουή και η μανία
Μετ.: Παύλος Μάτεσις
Eκδ. «Καστανιώτης»  
Oταν ο Σαρτρ έγραφε το 1938 για το «Σαρτόρις» του Φώκνερ (τη συντομευμένη εκδοχή του πολυσέλιδου έργου «Λάβαρα στη σκόνη», το οποίο είχε απορρίψει ο εκδότης του και αποτελεί το προοίμιο του ανεστραμμένου έπους του Νότου), ότι «η μεταφυσική του Φώκνερ είναι η μεταφυσική του χρόνου», ο Φώκνερ μόλις είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός στη χώρα του. Οι σύγχρονοί του, και ειδικά οι Νότιοι συντοπίτες του, τον αγνοούσαν επί μακρόν επιδεικτικά, επειδή η εικόνα του παρηκμασμένου Νότου στο έργο του ερχόταν σε σύγκρουση με τους ευγενείς, νοσταλγικούς τους πόθους. Το 1946 όμως, όταν πια η δημιουργική του ορμή θα έχει αρχίσει να καταλαγιάζει, η συγκεντρωτική έκδοση των έργων του από τον Μάλκολμ Κόλεϊ («Portable Faukner») θα του ανοίξει τον δρόμο της δόξας. Eνα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματά του, αν όχι το μεγαλύτερο κατά πολλούς, παραμένει η «Βουή και η μανία» (1929): το έργο που άρχισε να γράφει «για το κέφι του», φουρκισμένος με την απόρριψη και τη συντόμευση των «Λαβάρων», η «ιστορία ενός τραγικού μικρού κοριτσιού» που αρχικά τιτλοφορούνταν «Λυκόφως» (Twilight) και εκδόθηκε πάραυτα από τον νέο του εκδότη.
  • Tέσσερις μονόλογοι
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα απεικονίζει την πτώση του ένδοξου πάλαι ποτέ οίκου των Κόμπσον, στον μετεμφυλιακό Νότο της οικονομικής συρρίκνωσης και της κονιορτοποίησης των παραδοσιακών, συντηρητικών αξιών. Η πολύτροπη διάλυση της οικογένειας Κόμπσον περιγράφεται με μια πολυεστιακή αφήγηση, μέσα από τέσσερις μονολόγους, των τριών αδελφών και της Ντίλσυ, της μαύρης υπηρέτριας του σπιτιού. Πρόσωπο–κλειδί της πλοκής, η αδελφή, η Κάντυ, την οποία λατρεύει σαν μητέρα ο καθυστερημένος και μουγκός Μπέντζυ, σαν θηλυκό ο διανοούμενος και αυτόχειρας Κουέντιν, και την οποία φθονεί θανάσιμα ο τρίτος αδελφός, ο Τζέησον (τη μοχθηρία του οποίου απέδωσε θαυμάσια ο Γιουλ Μπρίνερ στην ομώνυμη ταινία του Μάρτιν Ριτ).
Η υστερία της μητέρας και ο κυνισμός του πατέρα δίνουν τον τόνο της ανατροφής σε τέσσερα πολύ διαφορετικά παιδιά, που οσμίζονται τη γενικότερη σήψη που τα περιβάλλει. Η Κάντυ θα μείνει έγκυος, θα παντρευτεί κάποιον άλλον και όχι τον πατέρα του παιδιού της, ο οποίος μόλις πληροφορηθεί τα καθέκαστα θα τη χωρίσει· και η κόρη της θα ζήσει στο πατρικό της σπίτι, έως ότου κλεφτεί με έναν πλανόδιο καλλιτέχνη. Η παρουσία και η απουσία της βρίσκονται στο επίκεντρο του συνειρμικού και θραυσματικού μονολόγου του Μπέντζυ, της αναδρομής που ο Κουέντιν κάνει στο παρελθόν την τελευταία ημέρα της ζωής του, της οργής του άκληρου Τζέησον, τελευταίου των Κόμπσον.
Ο Μπέντζυ επικοινωνεί εξ ορισμού αποσπασματικά με την πραγματικότητα, αισθητηριακά ως επί το πλείστον, με τις μυρωδιές, τους ήχους, τα χρώματα. Ο Κουέντιν, φοιτητής στο Χάρβαρντ με τους τελευταίους πόρους της οικογένειας, ξεφορτώνεται τη δική του πραγματικότητα, καμωμένη από κοινωνικά στερεότυπα, ανομολόγητα ένστικτα και διαψεύσεις, την αλήθεια ενός ανθρώπου «χωρίς ιδιότητες», στον πάτο μιας λίμνης. Η κόρη της Κάντυ, η Κουέντιν, παίρνει μαζί της φεύγοντας τις οικονομίες του Τζέησον, ένα μέρος από τις οποίες της ανήκε δικαιωματικά, καταδικάζοντάς τον στη δική του κόλαση.
  • Aφόρητα σκληρό
Γραμμένο σε χρόνους παρελθοντικούς και συντελεσμένους, με το μέλλον να απουσιάζει επιδεικτικά, «Η βουή και η μανία» είναι ένα αποκαλυπτικό μυθιστόρημα για τον Νότο, αλλά και για την ανθρώπινη φύση. Αφόρητα σκληρό, σε όλα τα επίπεδα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις κατάργησης της συγκινησιακής αντίδρασης με τις αφηγηματικές τεχνικές του. Κατακερματισμός του χρόνου από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλά και εντός των κεφαλαίων, συνεχή φλας μπακ, βίωση του παρόντος ως τετελεσμένου, απουσία μελλοντικών χρόνων, σύνθετοι εσωτερικοί μονόλογοι συνειρμικής συνοχής, οι οποίοι προσκαλούν τον αναγνώστη να συναρμολογήσει κομμάτι–κομμάτι τα στοιχεία τους και να απεικονίσει τις διαφορετικές οπτικές γωνίες, από τις οποίες συντίθεται εντέλει η αλήθεια – της ανέφικτης σωτηρίας. Ο ίδιος ο Φώκνερ έλεγε ότι μερικές φράσεις του ήταν τόσο πολύπλοκες, που και ο ίδιος δυσκολευόταν να καταλάβει το νόημά τους.
Αυτό το βιβλίο λοιπόν, το αγαπημένο τού συγγραφέα, ο οποίος το θεωρούσε την «πιο λαμπρή του αποτυχία», υπήρξε ένα από τα μανιφέστα του μοντερνισμού στη δεκαετία 1940–1950, όταν ο Φώκνερ άρχισε να γίνεται γνωστός και στην Ελλάδα. Ο Στρατής Τσίρκας, στα «Ημερολόγιά» του, εξομολογείται ότι αναζητώντας τεχνικές για την «Τριλογία» του κατέφυγε και στον Φώκνερ. Και δεν είναι τυχαίο σίγουρα ότι η ελληνική κριτική τον κατηγόρησε ότι ιδιοποιήθηκε τις τεχνικές αλλά και την ατμόσφαιρα του Φώκνερ (ο Μανώλης Χαλβατζάκης, στο περιοδικό «Διαγώνιος», τιτλοφόρησε το άρθρο του για τον Τσίρκα «Ουίλλιαμ Φώκνερ και απομιμήσεις»)· ούτε ότι στο εξωτερικό, δικαίως ή αδίκως, προβλήθηκε ως ο «Eλληνας Φώκνερ».
  • Oι Eλληνες λόγιοι
Oλα αυτά δείχνουν την πρώιμη εξοικείωση των Eλλήνων λογίων με τη δουλειά του Φώκνερ και την επίδραση που πραγματικά ασκούσε στους περί τον μοντερνισμό προβληματιζόμενους Eλληνες πεζογράφους. Ο Νίκος Μπακόλας το 1963 και ο Τάκης Μενδράκος το 1974 θα μεταφράσουν το «The sound and the fury». Από τότε και ώς σήμερα, πολλά μεταφρασμένα έργα του Φώκνερ φέρουν την υπογραφή σημαντικών συγγραφέων, όπως ο Κοσμάς Πολίτης, ο Μένης Κουμανταρέας, η Κωστούλα Μητροπούλου, και πάλι ο Νίκος Μπακόλας, που με τη μετάφρασή τους αποτίουν φόρο τιμής στον σκαπανέα της μοντερνιστικής αφήγησης αλλά και στην οικουμενικότητα του έργου του.
Από όλους αυτούς παραλαμβάνει σήμερα τη σκυτάλη ο Παύλος Μάτεσις, σε μια περίοδο που αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για τον Φώκνερ, προφανώς ως αντίδραση στην κυρίαρχη αφήγηση–κονσέρβα, αλλά και για τη μετάφρασή του, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, λόγω της διαλέκτου της περιοχής αλλά και της ιδιολέκτου των ηρώων, συναρτώμενης προς την κοινωνική τους τάξη (ας μην ξεχνάμε τη διαλεκτική μετάφραση–πρόταση του Μένη Κουμανταρέα στο «Καθώς ψυχορραγώ»). Η δική του «συγγραφή μετάφρασης», όπως ονομάζει τη μεταφραστική του εργασία ο Π. Μάτεσις, στηρίζεται στη διαφοροποίηση των ιδιολέκτων των ηρώων, μέσα στο άρτιο σύστημα μιας καλοδουλεμένης γλώσσας, την οποία χρωματίζουν συντακτικοί τύποι και εκφράσεις της ελληνικής υπαίθρου, χωρίς να της προσδίδουν όμως συνολικά διαλεκτική χροιά. Το αποτέλεσμα, ιδιαιτέρως επιτυχημένο, σέβεται το πρωτότυπο και μιλάει στην καρδιά του σύγχρονου αναγνώστη.
  • ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05/10/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου