Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Mario Vitti. Ενας νεοελληνιστής από την Ιστανμπούλ

  • Η ευδαιμονική ζωή στην Κωνσταντινούπολη, η προσγείωση στην ταλαιπωρημένη μεταπολεμική Ιταλία και η διαμόρφωση της κριτικής συνείδησης του διακεκριμένου ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας Μάριο Βίτι
Ενας νεοελληνιστής από την Ιστανμπούλ
Η γλαφυρή και πνευματώδης αυτοβιογραφική αφήγηση του Μάριο Βίτι αναπαριστά την ατμόσφαιρα στην Κωνσταντινούπολη του πρώτου μισού του 20ού αιώνα


Mario Vitti
Η πόλη όπου γεννήθηκα.
Ιστανμπούλ 1926-1946
Mετάφραση Λένα Καλλέργη.
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013,
σελ. 205, τιμή 10,65 ευρώ

Είναι πιθανόν ο Μάριο Βίτι να μη γινόταν ποτέ ο ακαταπόνητος ερευνητής, εκδότης, μελετητής και ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας που γνωρίζουμε αν δεν έφευγε από την Κωνσταντινούπολη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Οταν αποφοιτώντας από το σχολείο ο πατέρας του τού παρουσίασε δύο επιλογές - σπουδές Νομικής στη Ρώμη τώρα ή στην Αμερική δύο χρόνια αργότερα -, εκείνος προτίμησε τη Ρώμη: «Μου φαινόταν αδύνατον να αντέξω άλλα δύο χρόνια στην Πόλη. Καλύτερα να έφευγα αμέσως. Αυτή ήταν η επιλογή μου. Ηταν η πρώτη φορά που έκανα μια πραγματική επιλογή» γράφει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Η πόλη όπου γεννήθηκα. Ιστανμπούλ 1926-1946 (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013). Κυριευμένος από λαχτάρα για τα λογοτεχνικά πράγματα, ένιωθε περιορισμένος και σχετικά απομονωμένος στο περιβάλλον του χρηματιστή πατέρα του όπου δεν μπορούσε να κουβεντιάσει για όσα τον ενδιέφεραν με κανέναν εκτός από τους δασκάλους του. Τον Οκτώβριο του 1946 μπαρκάρει στο «Adriatica» με προορισμό την Ιταλία για να σπουδάσει - όπως και έκανε - στη Νομική. Εκεί θα γνωριστεί με τον καβαφιστή Φίλιπο Μαρία Ποντάνι (1913-1983), που το φθινόπωρο του 1947 θα σπείρει στη διάνοια του νεαρού Μάριο το πάθος για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που επρόκειτο να γίνει «ο λόγος της ύπαρξής» του.

Αφηγηματικό, το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει τη γενεαλογία της οικογένειας και κλείνει με την αναχώρηση για την Ιταλία. Γράφτηκε, προλογίζει ο Βίτι, «σαν οδηγός για τα παιδιά και τα εγγόνια μου» με την αφορμή ενός ταξιδιού «με όλη μου την οικογένεια στα λημέρια όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην Πόλη» - και πράγματι, γλαφυρή και πνευματώδης, η αφήγηση προσπαθεί να αναπαραστήσει το κλίμα μιας εποχής και να ακολουθήσει τους βηματισμούς μιας ζωής βιωμένης και προσωπικής χωρίς να παρεμβαίνει η αποστασιοποιημένη ματιά του ιστορικού. Η δομή αλλάζει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου με τη μορφή ετερόκλητων λημμάτων κατατίθενται τα παραλειπόμενα της πρώτης αφήγησης, συνδέσεις με το υπόλοιπο του βίου, αποτιμήσεις και κριτικές παρατηρήσεις για τον Κεμάλ και τον εθνικισμό των Τούρκων, για τη θρησκεία και την ταυτότητα, σπαράγματα αναμνήσεων από τους χαμάληδες της Τουρκίας και σχόλια για προσωπικότητες που στοιχειώνουν τον συγγραφέα στην επιστημονική του διαδρομή, όπως ο διανοούμενος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Λούκαρης, που μαζί του «χάθηκε για πάντα η ανεπανάληπτη ευκαιρία για την Ορθοδοξία να βγει από τον Μεσαίωνα».

Οσο καθόρισε την αυτοσυνείδηση, την εθνική ταυτότητα και την καριέρα του Βίτι η ζωή του στην Ιταλία, «τη μοναδική και αληθινή πατρίδα του», άλλο τόσο την καθόρισαν τα πρώτα χρόνια στην Πόλη. Μοναχοπαίδι ενός Λεβαντίνου και μιας Ρωμιάς με καταγωγή από το Φανάρι και την Καππαδοκία, ανατράφηκε σε ένα εύπορο περιβάλλον απόλυτης θρησκευτικής, γλωσσικής και εθνικής ανεξιθρησκίας. «Το θρησκευτικό αίσθημα ήταν πολύ χλιαρό στην οικογένειά μου, κι έτσι δεν είχε τίποτα που να μοιράζει τον κόσμο σε ομάδες» γράφει ο Βίτι. Δεν υπήρχε προσκόλληση σε παραδόσεις της Καθολικής ή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν ταυτίστηκε ποτέ με οποιαδήποτε μειονότητα. Φοίτησε στο ιταλικό σχολείο απέναντι από το σπίτι του, δυο βήματα από το Παλάτσο Βενέτσια της Ιταλικής Πρεσβείας, και διδάχτηκε τα ελληνικά συστηματικά με οικοδιδασκάλους - όπως και τα τουρκικά, για τις ανάγκες του σχολείου. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ιταλός εξάδελφός του Ερνέστο μπαίνει θριαμβευτής στην Αθήνα με τον ιταλικό στρατό και ο έλληνας Επαμεινώνδας εισβάλλει στο Ρίμινι με την ελληνική μεραρχία - η οικογένεια ανησυχεί εξίσου και για τους δύο.

Σε αυτό το μακάριο περιβάλλον γεννιέται το ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Ο νονός του, ένας φιλότεχνος γκέι μόδιστρος της Πόλης, του χαρίζει τόμους με ποιήματα του Πολ Βαλερί και η παραμάνα του η Αρτεμισία τον πηγαίνει βόλτα στα ταπεινά σπίτια των αγροτών στο Μποσταντσίμπασι, φέρνοντάς τον σε επαφή με το λαϊκό στοιχείο - μια επαφή που εξελίχθηκε στην έλξη του προς το ελληνικό δημοτικό τραγούδι και αποτυπώθηκε αργότερα στον τόμο Canti dei ribelli Greci (1956) με μεταφράσεις και μελέτες για τα κλέφτικα τραγούδια.

Αυτό που οδήγησε στην οικοδόμηση της κριτικής προσωπικότητας του μαρξιστή ιστορικού της λογοτεχνίας που γνωρίζουμε ήταν ακριβώς η δραματική προσγείωση από το ευδαιμονικό «πριν» της Ιστανμπούλ στην άθλια πραγματικότητα του «μετά», στη στέρηση και στη φτώχεια μιας Ιταλίας σκληρά δοκιμασμένης στον πόλεμο και μιας Ρώμης όπου το ψωμί μοιραζόταν με δελτία και η συγκοινωνία γινόταν με ημιφορτηγά που ξεχείλιζαν από κόσμο. Αυτό το κιαροσκούρο της νεότητάς του έθεσε σε λειτουργία την περιέργεια αφενός για τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς στην πολιτική, αφετέρου για τον ρόλο της ιδεολογίας στην τέχνη, που εκφράστηκαν στην Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, 1850-1943 (1974) και στη Γενιά του τριάντα. Ιδεολογία και μορφή (1977), δίνοντας στη νεοελληνική φιλολογία εφόδια για εξαιρετικά γόνιμες αναγνώσεις δύο κομβικών λογοτεχνικών παραδόσεων.
  • Η απατηλή Πόλη της μνήμης
«Δεν αισθάνθηκα καθόλου άβολα στον ελληνικό ή στον ιταλικό κόσμο όσον καιρό ζούσα στην Πόλη» γράφει ο Βίτι, επιβεβαιώνοντας τον διαχρονικό μύθο της πολυεθνικής, κοσμοπολίτικης και ανοιχτής Πόλης, της φιλόξενης σε ανθρώπους, κουλτούρες και ιδεολογίες. Ο μικρός Μάριο συναντά στον δρόμο ή στα Πριγκιποννήσια πότε τον Λέοντα Τρότσκι, πότε τον γερμανο-εβραίο φιλόλογο Εριχ Αουερμπαχ, εξόριστος από τη Σοβιετική Ενωση ο πρώτος, κυνηγημένος από τους ναζί ο δεύτερος. Εκεί ο φιλόλογος Δημήτρης Μάνος του δίνει να διαβάσει την αντιπολεμική Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, ένα βιβλίο που ήταν απαγορευμένο στη τότε μεταξική Ελλάδα. «Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Ορχάν Παμούκ μας απατά όταν περιγράφει την Πόλη όπως ήταν στη δική μου εποχή» από τη σκοπιά της αστικής καταγωγής του, γράφει ο Βίτι. Εξίσου απατηλή ενδέχεται να είναι η Πόλη της δικής του μνήμης. Ηδονική, πολυσυλλεκτική και πολύγλωσση, με γωνιές βουτηγμένες στην Ιστορία και χειμωνιάτικες λεωφόρους ποτισμένες από τη βροχή, η γαλήνια Πόλη του Μάριο Βίτι καταλήγει ένας μυθικός τόπος της μνήμης, ένας ουτοπικός τόπος της παιδικής ηλικίας που μετατράπηκε στα μεταπολεμικά χρόνια σε έναν «αστικό περιέκτη» που ερεθίζει τη φαντασία του τουρίστα, παραδέχεται ο Βίτι, αλλά δεν εμπνέει τον νόστο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου