Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Ρήγας Γκόλφης: Ο Γήταυρος

Ο Γήταυρος

Γρηγοριάδης Κώστας
Φιντής (κοιτάζοντας τον Σταύρο). Είμαι βέβαιος πως όταν έπαιρνες την απόφαση να φύγεις από το σπίτι σου, νόμιζες εύκολη τη ζωή μέσα στον κόσμο. Το πώς θα γύριζες όμως πάλι εδώ το φανταζόμουνα από την πρώτη στιγμή που έφυγες.
Σταύρος. Κι ωστόσο εσείς μου μηνύσατε.
Φιντής. Οταν έμαθα ύστερα από τόσα χρόνια, κατά τύχη μια μέρα, σε ποιο μέρος βρισκόσουνα και πώς είχες καταντήσει - ένας εργάτης, ένας χαμάλης - άκουσα μέσα μου μια φωνή που μου έλεγε πως δεν έπρεπε τ΄ όνομά μου να σέρνεται στη φτωχολογιά των δρόμων από το παιδί μου. Για την κοινωνική μου υπόληψη δεν το ήθελα.
Σταύρος. Αυτό σας έκαμε να μου μηνύσετε ναρθώ; Δεν το είχα σκεφτεί. Νόμιζα πως η λύπη για το παιδί σας...
Φιντής (διακόφτοντας). Εσύ δεν ήσουνα άξιος λύπης. Σου είχα τοιμάσει ένα δρόμο που θα σ΄ έφερνε αν ήθελες να τον ακολουθήσεις, σε μια υπέροχη κοινωνική θέση. Χρήματα για σένα μπορούσα να ξοδέψω όσα κι α μου ζητούσες, αν ήθελες να σπουδάσεις, να γίνεις ένας επιστήμονας. Είχαμε ανάγκη ν΄ ανεβούμε πιο αψηλά στην κοινωνία απ΄ ό,τι είμαστε τώρα. Εσύ δε θέλησες να το νιώσεις ποτέ αυτό.
Σταύρος (ήσυχα). Τέτοια φιλοδοξία, αληθινά δεν την είχα ποτέ μου. Δεν έβλεπα το λόγο και τότε όπως και τώρα, το λόγο που σας κάνει να νομίζετε πως την κοινωνική θέση την αποχτά κανείς με την επιστήμη. Και να το λέτε σεις αυτό, που όλη σας η γενιά ήτανε αναθρεμμένη στην πραχτική δουλειά, και που με τη δουλειά αυτή πήγε μπροστά. Αν ο πατέρας σας δε σας άφηνε το πρώτο εκείνο το μικρό εργοστάσιο, θα μπορούσατε να περηφανεύεστε σήμερα για το στρώσιμο της εργασίας σας και για την καλή κατάσταση της περιουσίας σας. Α σας έκανε επιστήμονα...
Φιντής (διακόφτοντας). Για σένα όμως δεν ήταν έτσι τα πράματα. Είχες πίσω από τον πατέρα σου μια περιουσία ολάκερη.
Σταύρος. Η επιστήμη σήμερα, πατέρα, χρεοκόπησε στον τόπο μας. Η πολλή επιστήμη και μάλιστα η νοθεμένη επιστήμη που έχει σ΄ εμάς πέραση. Χρειαζόμαστε δουλειά, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, δουλειά που να μας μπάσει δύναμη και να μας φέρει την οικονομική προκοπή στη χώρα, που ρέβει σήμερα από τη στασιμότητα και τη σαπίλα. Να, ωραία φιλοδοξία, και να, στάδιο για να ωφελήσει κανένας την κοινωνία, όχι του παρά και της επίδειξης, μα την κοινωνία της πείνας, που είναι και η πιο μεγάλη.
Φιντής. Βλέπεις χαμηλά και ταπεινά. Τι με νοιάζει εμένα για την κοινωνία της πείνας. Ας βρει ψωμί να φάει, αλλιώς ας πεθάνει. Εγώ κοιτάζω την οικογένειά μου, τ΄ όνομά μου, την περιουσία μου κι ακόμα τον τρόπο που να φτάσω αψηλά.
Σταύρος. Ο καλύτερος τρόπος, πατέρα, για να φτάσει κανείς αψηλά, όχι ψεύτικα μα αληθινά, είναι ν΄ αρχίσει από τα σκαλοπάτια εκείνα που φαντάζουν όπως λέτε σε σας χαμηλά και ταπεινά.
Φιντής (που δεν πρόσεξε και πολύ σ΄ αυτά τα λόγια). Ας είναι. Αυτά τα πράματα ας τ΄ αφήσουμε. Είναι τώρα πια αργά για σένα ό,τι κι αν σου πω. Θα μου δώσεις δίκιο όταν ανακατωθείς στη δουλειά μου, και θάχεις να παλεύεις κάθε μέρα με χίλιους οχτρούς, που κοιτάζουν από παντού να σε καταστρέψουν.
Σταύρος. Με χίλιους οχτρούς;
Φιντής. Ναι, κάθε εργάτης είναι κι ένας οχτρός σου. Και στο εργοστάσιο έχω τώρα χίλιους τέτοιους.
Σταύρος. Το πιστεύετε αληθινά, πως όλοι αυτοί είναι οχτροί σας;
Φιντής. Αν το πιστεύω αληθινά;... Από τα μικρά μου χρόνια έχω να κάμω μ΄ αυτούς... (Αλλάζει τόνο.) Λογαριάζω, Σταύρο, να σε πάρω στο εργοστάσιο πια. Βλέπεις ο πατέρας σου υποχωρεί πρώτος, απέναντί σου. Ηθελες πραχτικό επάγγελμα, λοιπόν σου το προσφέρω. Θέλω και γω κάπως να ησυχάσω από την αιώνια επιτήρηση και αγωνία.
Σταύρος. Αυτό είναι για μένα πατέρα, η μεγαλύτερη χαρά. Ελπίζω να σας κάμω να ξεχάσετε τα περασμένα. Και θα δείτε πόσο αφοσιωμένος θα είμαι στην εργασία. Θα γνωρίσω όλους τους εργάτες μας από κοντά, θα εχτιμήσω την αξία του καθενός, θα αδερφωθώ μαζί τους, και θα κατορθώσω στο τέλος να σας βγάλω την ιδέα που έχετε, πως αυτοί είναι εχτροί σας.
Φιντής. Αυτή την ιδέα αντί να τη βγάλεις από μένα - σου είπα - θα την αποχτήσεις και συ άμα ανακατωθείς μαζί τους. Η δουλειά τους φαίνεται σα βασανιστήριο της κόλασης, κι όσο περισσότερο δείχνει κανείς πως ακούει τα παράπονά τους, περισσότερο μεγαλώνει η κάθε απαίτησή τους. Φαντάσου πως τώρα τελευταία θέλουν να με αναγκάσουν να τους λιγοστέψω και τις ώρες της εργασίας.
Σταύρος. Οσο γι΄ αυτό, πατέρα, νομίζω πως δεν έχουν άδικο. Δώδεκα ώρες πάνου κάτου, δουλειά το μερονύχτι, τους αφανίζει. Δεν είναι μικρό πράμα, δώδεκα ολάκερες ώρες νάχεις να παλεύεις με το σίδερο. Το άψυχο αυτό πράμα για να λυγίσει, να κοπεί, να πάρει σκήμα, θέλει να φάει ζωές.
Φιντής. Σταύρο, τι είναι αυτά που λες;
Σταύρος. Λέω απλούστατα, πως έχουν δίκιο να ζητούν λιγόστεψη στις ώρες της δουλειάς.
Φιντής. Μα αυτό είναι ενάντιο στα συφέροντά μας.
Σταύρος. Το μεγαλύτερο συφέρο καθενός είναι το συφέρο της ανθρωπότητας. Κι αυτοί που εργάζουνται στο εργοστάσιό σας, μην ξεχνάτε, πατέρα, πως είναι οι απόκληροι αυτής της ανθρωπότητας, που όσο κι α σας κάνουνε να πλουτίζετε, έχουν όμως δικαίωμα σε μια στοιχειώδικη φιλανθρωπία από μέρος σας.
Φιντής. Αυτοί με κάνουν και πλουτίζω; Αυτοί ή τα κεφάλαιά μου, τα μηχανήματά μου, η περιουσία μου, που την έχω ρίξει στους πέντε δρόμους, και που γι΄ αυτό βρίσκουνε ψωμί και τρώνε αυτοί οι τιποτένιοι;...
Σταύρος (με κάποιο θυμό). Η περιουσία σας που τη ρίξατε στους πέντε δρόμους, καθώς λέτε, μεγάλωσε και θέριεψε μέσα σ΄ αυτούς τους πέντε δρόμους, όχι βέβαια μονάχη της, μα με το αίμα αυτουνών, που τώρα τους βρίζετε κιόλας.
Φιντής. Δε σε καταλαβαίνω, Σταύρο, μα την αλήθεια, δε σε καταλαβαίνω.
Σταύρος. Κι όμως αυτά που λέω είναι τόσο απλά. Δε με καταλαβαίνετε, γιατί δε θέλετε, γιατί ίσως και δεν μπορείτε να με καταλάβετε. Δε συλλογιστήκατε ποτέ πόσοι απ΄ αυτούς φύγανε από το εργοστάσιό σας σακατεμένοι και χιλιοπαθιασμένοι, ενώ μπήκανε εκεί μέσα μ΄ όλη τη γεροσύνη και τη φωτιά της νιότης. Δε συλλογιστήκατε ποτέ πως η μόνη τους ανταμοιβή ύστερα από τόσω χρονών εργασία, είναι η πείνα, η άτιμη πείνα. Αμα τους περιτριγυρίσουνε τα γερατειά, και πάψει πια η ικανότητά τους για τη δουλειά... (ξαφνικά). Πάψτε να είστε τόσο άδικος γι΄ αυτούς, πατέρα. Ακούστε με και μένα. Ας τους λιγοστέψουμε τις ώρες της εργασίας όπως ζητάνε, ας τους κάνουμε και καμιά άλλη παραχώρηση, ας τους...
Φιντής (διακόφτοντας με θυμό). Και καμιά άλλη παραχώρηση; Εσύ είσαι τρελός. Εσύ είσαι τρελός. Μπας και ήρθες εδώ, καταραμένε, για να μου καταστρέψεις την περιουσία μου, να μου πάρεις τα κόπια μου, και να τα μοιράσεις σ΄ αυτούς;
Σταύρος. Ισως τα κόπια σας να είναι πιο πολύ κόπια αυτουνών, παρά δικά σας.
Φιντής (μονάχος του, σαν απελπισμένος). Πάντα ο ίδιος, πάντα ο ίδιος. Δεν μπόρεσε ν΄ αλλάξει, Θεέ μου.
Σταύρος. Κι όμως αν ξέρατε τι θα πει σκλαβιά...
Φιντής (διακόφτοντας). Μιλάς για σκλαβιά, γι΄ αυτούς που κατάντησαν να είναι πιο λεύτεροι κι από μένα. Η πολιτεία τους έκαμε βασιλιάδες, και λύνουνε και δένουνε, και κατεβάζουν αρχόντους με τον ψήφο τους. Πού ματακούστηκε να κυβερνάει έναν τόπο η φτωχολογιά και η αργατιά.
Σταύρος. Τους λευτέρωσε η πολιτεία, είναι αλήθεια, μα τους σκλάβωσε ο παράς. Αυτό όμως το σκλάβωμα είναι πολύ χειρότερο από κάθε άλλο. Δε θα περάσει πολύς καιρός που θα ξεσκλαβωθούνε κι απ΄ αυτό... Αλίμονο σε σας τότε κύριε Φιντή.
Φιντής. Εσύ είσαι ένας επαναστάτης, ένας αναρχικός, που ήρθες εδώ μέσα για να με φοβερίσεις. Α! δεν μπορώ να σε υποφέρω πια, θα φωνάξω την αστυνομία να σε πετάξει από μπροστά μου. (Πέφτει σε μια καρέκλα.)
Πάψη.
Σταύρος (ήσυχα ύστερα από λίγη σκέψη). Δεν είναι ανάγκη να το κάμει αυτό η αστυνομία. Θα το κάμω μόνος μου, τώρα που σας γνώρισα καλά και κατά βάθος. Μια φορά ήμουνα παιδάκι και δε σας είχα καταλάβει αλλιώς βέβαια δε θα με βλέπατε ποτέ να ξαναπατήσω το κατώφλι σας. Κι αν με είδατε σήμερα να 'ρχουμαι εδώ, τόκαμα αυτό μόνο και μόνο με την ελπίδα πως με ό,τι μέσο μού περνούσε από το χέρι θα μπορούσα να γλυκάνω τη δυστυχία τω δυστυχισμένω σας. (Δυνατότερα, ύστερα από λίγο.) Τόσα χρόνια μακριά από σας, δούλεψα με τα χέρια μου για να ζήσω. Πείνασα, δίψασα, υπόφερα, και είδα από σιμά μέσα στα εργοστάσια κι εγώ, ένας απλός εργάτης, είδα από σιμά τη μεγάλη καταπίεση του παρά, είδα από σιμά τα βάσανα, τις πίκρες, τις αδικίες, τους θανάτους. Είδα από σιμά την αγριότητα, την ατιμία, και μπήκα και γω, και βουτήχτηκα και γω, και έπαθα και γω. Κλείνω μέσα μου αυτή τη στιγμή τον πόνο όλων όσοι τυραννιούνται κάτου από τα σκληρά πατήματα εσάς των πλούσιων... Α! με λέτε ένα επαναστάτη, ένα αναρχικό. Μα δεν είμαι τίποτα απ΄ αυτά. Είμαι μονάχα ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος που εσείς δεν είστε.
Φιντής (συλλογισμένος). Αλίμονό σου, αλίμονό σου, τρισαλίμονό σου!..
Σταύρος (χτυπάει το κουδούνι).
(Μπαίνει ο υπηρέτης.)
Σταύρος. Τοίμασε σε παρακαλώ τα πράματά μου και κατέβασέ τα κάτου στην οξώπορτα.
Υπερέτης. Αμέσως. (Φεύγει).
Πάψη.
Σταύρος (προς το Φιντή). Φεύγω αυτή τη στιγμή για να μην ξαναγυρίσω πια. Ετσι πιστεύω, να μη κιντυνεύουνε πλέον τα κόπια σας και τα πλούτη σας. Αν όμως τώρα μέσα μου αιστάνουμαι ένα σπαραγμό, είναι γιατί αφήνω πίσω μου τη λύπη σε δυο πρόσωπα που τα στολίζουνε τα αθώα γερατειά και τα αγνά νιάτα. Ω! τη γιαγιά μου και την αδερφούλα μου δε θέλω ούτε να τις αποχαιρετήσω, φοβάμαι μήπως η αγάπη τους, και άθελά μου με κρατήσει εδώ. Παίρνω όμως μαζί μου τη μνήμη της μάνας μου που είναι για μένα ένας θησαυρός και που δεν μπορείτε πια να μου την κρατήσετε εσείς.
(Ο Σταύρος φεύγει. Ο Φιντής σε όλο αυτό το διάστημα έχει γείρει το κεφάλι του απάνου στα χέρια, σα να σκέφτεται αδιάκοπα. Δείχνει πως είναι πολύ ταραγμένος.)
(...)
(Μπαίνει ο υπηρέτης βιαστικά).
Υπηρέτης (προς το Φιντή). Κύριε, κύριε, είναι κάτου κάποιος άνθρωπος του εργοστάσιου και θέλει, λέει, να σας δει αμέσως τώρα, αυτή τη στιγμή. Είναι ανάγκη.
Φιντής. Τι ζητάει πάλι κι αυτός; (Υστερα από λίγο). Ας έρθει τελοςπάντω να ιδούμε τι θέλει. Α! έχουνε καταντήσει πια ανυπόφοροι.
(Ο υπερέτης φεύγει. Σηκώνεται σιγά σιγά η Γιαγιά, παίρνει την Αννούλα από το χέρι και φεύγουν. Σε λίγο μπαίνει ο Μηχανικός).
Μηχανικός. Κύριε Φιντή, δε φτάνει μονάχα να θέλει κανείς για να πάει ψηλά. Αχ! έχει να κάμει πολύ και η τύχη.
Φιντής. Τι θέλεις να πεις; Δε σε καταλαβαίνω.
Μηχανικός. Και μολαταύτα εγώ γλύτωσα... Α! να είσαστε εκεί πέρα, τη φοβερή εκείνη στιγμή, θα νομίζατε πως όλες οι τρύπες της κόλασης ανοίξανε για να θάψουνε τον κόσμο κάτου από τη φλόγα, πως μας πέσανε κατακέφαλα χίλιες χιλιάδες κεραυνοί, πως μαζεύτηκαν γύρω όλα τα δαιμονικά και τραβούσανε τις στέγες, και ξεκάρφωναν τα σίδερα, και έλυναν τους αρμούς τω μηχανώνε, πως όλοι οι αγέρηδες τρέξανε εκεί με τα πιο στριγγά σφυρίγματά τους, πως τα κοράκια όλου του κόσμου μαυρίσανε για μια στιγμή τον ουρανό κρώζοντας θανατερά... Πάει το μηχανοστάσιο, κύριε Φιντή· πάνε όλα.
Φιντής. Λέγε μου καθαρά τι συμβαίνει, λέγε μου γλήγορα τι συμβαίνει.
Μηχανικός (κάθεται). Σταθείτε να μαζώξω το μυαλό μου, και θα σας τα πω όλα με τη σειρά. (Σε λίγο). Α! ναι, θυμάστε που το μεσημέρι μου είπατε με κάθε θυσία, να προχωρήσουμε στη δουλειά, να κινήσουμε δηλαδή το μεγάλο ψαλίδι, για να κόψει εκείνες τις σιδερένιες πλάκες; Εκαμα όπως με διατάξατε. Η δουλειά πήγαινε ταχτικά όλο το απόγιομα. Μα κοντά την ώρα να σκολάσουμε, λίγο πρι βασιλέψει ο ήλιος, αναγκαστήκαμε για τα πιο χοντρά σίδερα να σηκώσουμε ένα βαθμό ακόμα την πίεση. Τη σηκώσαμε, κι εγώ έφυγα από την ατμομηχανή και πήγα στο πλαγινό μέρος του μηχανοστασίου για να δω πώς προχωρούσε η δουλειά. Δεν πέρασε πολύ ώρα κι ακούμε ένα φοβερό κρότο. Νομίζαμε πως κάτου από τα πόδια μας έφευγε η γις. Κεραμίδια έπεφταν από δω, ξύλα από κει, τζάμια σπάγανε, πόρτες ανοιγόκλειναν. Από τα παράθυρα, από τις μάντρες, από τα κατώγια πήδαγαν οι εργάτες, και γινότανε ένα κακό απερίγραφτο... Εκείνη την ώρα τάχασα, και δεν ξέρω πώς, μια ζάλη έπιασε όλο μου το κεφάλι και σωριάστηκα χάμου. Σε λίγο κάτι άγριες φωνές που ακούγονταν από το μέρος της ατμομηχανής, μ΄ έκαμαν να σηκωθώ τρομαγμένος. Πήγα προς τα εκεί. Τι να ιδώ; Τα καζάνια είχανε πάθει έκρηξη, και είχανε τιναχτεί στον αέρα μαζί με τα λογής λογής σίδερα και οι πέντε εργάτες που τους είχα στην ατμομηχανή. Ενα πόδι εδώ, ένα χέρι εκεί, ένα κομμάτι σάρκας παρακάτου. Φρίκη, κύριε Φιντή, φρίκη!... Μα δεν ήτανε μόνο αυτό. Κι άλλοι πέντε απάνου στην ταραχή, απάνου στο στρίμωγμα, απάνου στην καταστροφή, είχανε μείνει νεκροί. Ενας έπαθε από ασφυξία φαίνεται, ένα μικρόνε εργάτη τον πατήσανε, τους άλλους τους σκοτώσανε τα δοκάρια τη στιγμή που γκρεμίστηκε η στέγη. Δεν ξέρω αν μέσα στα χαλάσματα είναι κι άλλοι νεκροί και πληγωμένοι. Μα υπάρχει αφιβολία πώς θα είναι; (...)
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 5 Απρίλη 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου