Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Γκιστάβ Φλομπέρ: Αποκρούοντας τα «γεννήματα του νου»


ΓΚΙΣΤΑΒ ΦΛΟΜΠΕΡ
Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου
ΜΤΦΡ.: ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ
«ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ», ΣΕΛ. 310

«Στον Αγιο Αντώνιο εγώ ο ίδιος ήμουν ο Άγιος Αντώνιος», σημειώνει σε επιστολή του το 1852 ο Φλομπέρ για το εν εξελίξει έργο του «Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου». Ρήση που εν πολλοίς φέρει στο νου την περίφημη δήλωσή του για τη «Μαντάμ Μποβαρί». Αν όμως λάβουμε υπόψη μας την περιπέτεια του εν λόγω έργου μέχρι την τελική έκδοσή του το 1874 (τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του), είναι προφανές πως δεν πρόκειται για μία ακόμα επιφανειακή ταύτιση του συγγραφέα με τον ήρωά του, αλλά για μια βαθύτερη σχέση που αναπτύχθηκε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια της γραφής του: Οταν ο Αντώνιος σε μία από τις τελευταίες φράσεις του βιβλίου αναφωνεί πως επιθυμεί να γίνει ύλη, υπάρχει και ο υπαινιγμός ενός επείγοντος αιτήματος του δημιουργού: η μεταστοιχείωση της ατομικής του συνείδησης, των φαντασιώσεών του και των καημών του νου του σε κάτι που θα τον υπερβαίνει, σε μια αποδεκτή αισθητικά μορφή. Οπως ο ήρωάς του έτσι και ο Φλομπέρ επιθυμεί, ύστερα από επάλληλες δοκιμασίες, να μετουσιώσει την πνευματική του περιπέτεια σε έργο, δηλαδή σε ύλη, με την ολοκλήρωση του «ονείρου της γραφής του».

Ο Πολ Βαλερί συσχετίζοντας τον «Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου» με τον «Φάουστ» του Γκέτε, επειδή και στα δύο έργα εμφανίζεται το θέμα της αντιπαράθεσης του ανθρώπου με τον Διάβολο, σχολίασε τη μεγάλη σε διάρκεια διαδικασία γραφής του βιβλίου ως «το προσωπικό αντίδοτο του συγγραφέα ενάντια στην πλήξη (όπως είχε και ο ίδιος παραδεχτεί) της συγγραφής ηθογραφικών μυθιστορημάτων και της ανέγερσης υφολογικών μνημείων πάνω στην πεζότητα της μπουρζουάδικης ζωής».

Η περιπέτεια της γραφής του μακρόπνοου αυτού έργου, εμπνευσμένου από τον γνωστό πίνακα του Μπρέγκελ, άρχισε πριν από τα είκοσί του χρόνια, καθώς το 1849, σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, ο Φλομπέρ ολοκλήρωσε την πρώτη του εκδοχή και κάλεσε τους φίλους του να το ακούσουν, οι οποίοι το απέρριψαν εξαιτίας του «υπερβολικού λυρισμού και της έλλειψης ακρίβειας». Ο Φλομπέρ πείθεται να το αφήσει προσωρινά και στρέφεται στη σύνθεση ενός μυθιστορήματος με σύγχρονο περιεχόμενο και ρεαλιστική γραφή, που δεν ήταν άλλο από τη «Μαντάμ Μποβαρί», για να επανέλθει αργότερα στην επεξεργασία του κειμένου του «Πειρασμού...», η ολοκλήρωση του οποίου πήρε πολλά χρόνια από την καριέρα του.

  • Μεταστροφή στη «θρησκεία της Τέχνης»
Η θρησκεία, η έννοια της αγιοσύνης, ο μοναχισμός και η χριστιανική τριαδικότητα είναι θέματα που απασχόλησαν τον Φλομπέρ και σε άλλα του έργα, ενώ πολλοί σχολιαστές του «Πειρασμού...» επισημαίνουν πως σε αυτό διαφαίνεται η διάθεση του Φλομπέρ να ξεφύγει από την εποχή του, τον 19ο αιώνα, μια εποχή που έχει σημαδευτεί από τις ευτελείς αξίες και τον επιφανειακό τρόπο ζωής των μπουρζουάδων. Ο Σαρτρ σχολιάζει τον «Πειρασμό...» ως τη «μεταστροφή» του Φλομπέρ από τη θρησκεία στη «θρησκεία της τέχνης», αναζητώντας κάποια «επιστήμη ή μέθοδο» για να στεγάσει τους πειραματισμούς του. Ισως σε αυτή του την αναζήτηση να οφείλεται και η υβριδική μορφή του κειμένου, που είναι γραμμένο εν μέρει ως ποιητική πρόζα και εν μέρει ως θεατρικό δράμα, με πολλές, για την εποχή, τυπογραφικές καινοτομίες.

Σε όλο το έργο παρελαύνει ένα πλήθος από προφήτες, μάγους, θεότητες, σοφούς, αιρετικούς, είδωλα από διάφορες εθνότητες και εποχές και όλοι εκθέτουν τις πεποιθήσεις τους, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα την ευρυμάθεια και τη βαθιά γνώση του συγγραφέα στα θρησκευτικά ζητήματα. Αυτός ο ατελείωτος κατάλογος θα ήταν βαρετός αν μαζί με την παρουσίαση όλων αυτών των χαρακτήρων και των εμβληματικών μορφών απ' όλες σχεδόν τις θρησκείες, ο Φλομπέρ δεν παρουσίαζε ταυτόχρονα και το προσωπικό δράμα του Αντωνίου, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τη συνεχώς επιδεινούμενη ψυχολογική του κατάσταση που του προκαλούν τα οράματά του.
  • Οι μεταμορφώσεις της λαγνείας
Στο πρώτο κεφάλαιο, που είναι και ένα είδος πρελούδιου, παρουσιάζεται ο Αγιος Αντώνιος που έχει αποσυρθεί στη Θηβαΐδα, να στοχάζεται και να αμφιβάλλει για την αξία της αναχωρητικής του ζωής, να ανασύρει μνήμες του πρότερου βίου του και να προβληματίζεται πάνω σε κάποια εδάφια της Βίβλου που αφορούν τον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και τη βασίλισσα του Σαβά, πρόσωπα που αργότερα θα επανεμφανιστούν ως μέρος ενός ραδιούργου αποπλανητικού σχεδίου. Οι στοχασμοί του τον οδηγούν στο ερώτημα «...θα μπορούσαμε λοιπόν να αλλάξουμε ό,τι μοιάζει να είναι η ακίνητη, η αμετάβλητη τάξη πραγμάτων;».

Στο δεύτερο κεφάλαιο περιγράφεται η τρομερή προσπάθεια του Αγίου Αντωνίου να αποκρούσει το καθένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και ακολουθεί ένας διάλογος με τον Ιλαρίωνα, τον παλιό μαθητή του, ο οποίος αμφισβητεί τις θέσεις του τόσο για τις σωματικές και τις πνευματικές δοκιμασίες όσο και για συγκεκριμένα εδάφια της Βίβλου.

Τα θέματα της πίστης, της φιλοσοφίας και της επιστήμης εναλλάσσονται σαν φούγκα σε ολόκληρο το έργο, με διαδοχικές παραλλαγές των αρχικών θεμάτων που δηλώνονται από το πρώτο κεφάλαιο, ενισχυμένα από τη συναισθηματική φόρτιση του Αγίου Αντωνίου μπροστά στις εικόνες και τα οράματα που του προκαλούν μια εντατική σαρκική επιθυμία και τον εξαντλούν πνευματικά και από τα αδιέξοδα που ακολουθούν τις αναζητήσεις του. Επίσης, προς το τέλος του πρώτου κεφαλαίου ο Αντώνιος συστήνει ένα από τα κεντρικά και επαναλαμβανόμενα θέματα του βιβλίου, το θέμα της γυναίκας, η οποία ενσαρκώνει τον ισχυρότερο πειρασμό και είναι υπεύθυνη για τη σκληρή μάχη ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, που είναι και η βάση των δεινών του Αντωνίου.

Η βασίλισσα του Σαβά που αρχικά κάνει την εμφάνισή της στο πρώτο κεφάλαιο, είναι η κεντρική γυναικεία ενσάρκωση στο δεύτερο και βασανίζει τον Αγιο με την υπόσχεση της ηδονής, στην οποία εκείνος δεν υποκύπτει, αλλά στη συνέχεια η γυναίκα θα υποστεί ποικίλες μεταμορφώσεις, θα γίνει η Ελένη, η Λουκρητία, η Δαλιδά και πιο κάτω, στο πέμπτο κεφάλαιο, θα μετουσιωθεί στις αρχαίες θεές, στην Αρτεμη της Εφέσου και στην Αναδυόμενη Αφροδίτη. Η κορύφωση της τυραννικής επιθυμίας θα έρθει στο έβδομο κεφάλαιο όπου ο Αντώνιος συλλογίζεται τη νεαρή αδελφή του Αμμωνάρια και διαμαρτύρεται σπαρακτικά: «Δεν αντέχω άλλο τον εαυτό μου!» μαστιγώνοντας το απείθαρχο κορμί του για τις αισθήσεις του που αποκαλύπτουν και τις κρυφές του παρορμήσεις, παρορμήσεις επιθετικές, οι οποίες ευθύνονται για την απώλεια του ελέγχου και της αυτοκυριαρχίας του. Η γυναίκα, πιο κάτω, θα μεταμορφωθεί σε ένα τερατώδες σύμπλεγμα λαγνείας και θανάτου, μιας γριάς και μιας νέας, της Χίμαιρας και της Σφίγγας και άλλων μυθολογικών τεράτων, υπεύθυνη για έναν αριθμό καταστροφών.

Στο έκτο κεφάλαιο παρουσιάζεται και το γκροτέσκο όραμα του Αγίου που θα γίνει κοινός τόπος στην τέχνη και στη λογοτεχνία της επόμενης γενιάς, προαναγγέλλοντας ένα από τα πλέον γνωστά μοτίβα των ρομαντικών: «Μια νεκροκεφαλή με ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα, πάνω σε ένα γυναικείο κορμί άσπρο σαν σεντάφι».

Τα «εξωτικά» πλάσματα και θέματα που παρουσιάζονται τα οικειοποιήθηκαν αργότερα πολλοί συγγραφείς και ζωγράφοι: η βασίλισσα του Σαβά και όλων των ειδών οι επικίνδυνες γυναίκες, οι δηλητηριώδεις θεότητες, οι σφίγγες, οι χίμαιρες, οι σκοτεινές παγανιστικές τελετές, η αδιάσπαστη ενότητα του έρωτα και του θανάτου, η αναζήτηση της έμπνευσης στις ταπεινώσεις και στην αυτοτιμωρία αλλά και το θέμα της μορφής και της μεθόδου αποτελούν κεντρικά αιτήματα στον «Πειρασμό...»

Σε μια απόπειρα να αποδείξει πως η ύπαρξη είναι ανώφελη, ο Διάβολος, προσβάλλοντας τις θεμελιώδεις βάσεις της αντίληψης, λέει στον Αντώνιο πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος του Σύμπαντος γιατί είναι φυλακισμένος μέσα στην υποκειμενικότητά του και «η μορφή μπορεί να είναι μια πλάνη των αισθήσεών σου, και η υπόσταση μια φαντασιοπληξία του μυαλού σου», αλλά η αποκήρυξη κάθε πίστης αναζωογονεί την πίστη του Αντώνιου και εντείνει τη λαχτάρα του να διεισδύσει σε κάθε άτομο, «να γίνει ύλη».

Η σωτηρία του βρίσκεται στην αποκάλυψη πως η υποκείμενη σε σφάλματα ανθρώπινη φαντασία μπορεί να δώσει φόρμα στη μεταβλητή ύλη. Η φαντασία μπορεί να εμφανίσει τέρατα και σωτήρες, αλλά η ίδια η φαντασία έχει τη δύναμη να τον αποζημιώσει δημιουργώντας μια τάξη - ένα από τα μηνύματα του «Πειρασμού...».

Το μυθιστόρημα του Φλομπέρ είναι κατά κύριο λόγο και μια αλληγορία για τη λύτρωση του κατακερματισμένου εαυτού. Τα οράματα του Αντώνιου εμπεριέχουν τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις φαντασιώσεις του, οι οποίες ενώνονται μέσα από την οργανωτική και συνθετική δύναμη ενός δημιουργικού νου.

Ο ρυθμός του απαιτητικού αυτού έργου με τις πολυάριθμες αναφορές αποδόθηκε εμπνευσμένα από τον μεταφραστή, με συνέπεια και επινοητικότητα - η μεταφορά στη γλώσσα μας είναι αποτέλεσμα αφοσίωσης και επιμελούς εργασίας.
  • ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ
  • [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 02/03/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου