Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Το παιχνίδι του φόνου [Patricia Highsmith: Ξένοι στο τρένο]

Δύο άνδρες σχεδιάζουν να απαλλαγούν ο ένας από τη γυναίκα του και ο άλλος από τον πατέρα του ανταλλάσσοντας ρόλους

Ξένοι στο τρένο
Μετάφραση: Λένα Μιλιλή
Εκδόσεις: Ροές, 2002
Σελίδες: 356
Η Πατρίσια Χάισμιθ (1921-1995) θεωρείται η κατεξοχήν συγγραφέας του σασπένς και της αγωνίας, κυρίως όμως εκείνη που μπορεί να ανατέμνει δεξιοτεχνικά την ψυχή των ηρώων της. Χωρίς εμφανείς επιρροές από άλλους ομοτέχνους της (και ασφαλώς χωρίς καμία σχέση με το στυλ της Αγκαθα Κρίστι), κατάφερε να δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο, έναν «κλειστοφοβικό και παράλογο κόσμο στον οποίο εισερχόμαστε κάθε φορά με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου», όπως λέει ο Γκράχαμ Γκριν, ο οποίος τη θεωρεί «ποιήτρια του δέους».
Το Ξένοι στο τρένο (1950), το αριστούργημά της (χρειάστηκαν αρκετά χρόνια κοπιαστικής εργασίας στο περιθώριο της ζωής της στη Νέα Υόρκη για να το ολοκληρώσει), το οποίο διασκεύασε ο Αλφρεντ Χίτσκοκ για τον κινηματογράφο, δίνοντάς του ένα διαφορετικό τέλος με happy-end, την ώθησε να εγκαταλείψει τις δουλειές που έκανε για βιοπορισμό και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Η Χάισμιθ, η οποία δεν αφηγείται απλώς κάποιες ιστορίες μυστηρίου αλλά ως συνειδητοποιημένη παρατηρήτρια της σύγχρονης κοινωνίας αναλύει τις μεταπολεμικές μορφές νευρώσεων, για να γράψει αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα που της άνοιξε τις θύρες της επιτυχίας, επηρεάστηκε από τον Ντίκενς, τον Ντοστογέφσκι και τον Χένρι Τζέιμς.
Χωρίς να είναι στρατευμένη - ωστόσο είχε επηρεαστεί από τις μαρξιστικές ιδέες και είχε αντιταχθεί τόσο στον πόλεμο του Βιετνάμ όσο και στην κατάληψη παλαιστινιακών εδαφών από το Ισραήλ και στην εξολόθρευση των Κούρδων -, στα βιβλία της στηλιτεύει την απληστία, τον μικροαστισμό, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. «Ντρέπομαι για το γεγονός ότι η χώρα μου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ξοδεύουν τόσα χρήματα για να υποστηρίξουν μια πολιτική γενοκτονίας» δήλωσε σε μια συνέντευξή της στο «Magazine Litteraire», το 1988, για τη στάση των ΗΠΑ στο Παλαιστινιακό.
Το Ξένοι στο τρένο είναι η ιστορία μιας τυχαίας συνάντησης δύο άγνωστων μεταξύ τους ανδρών, οι οποίοι δένονται με ένα παράξενο αίσθημα φιλίας που περιέχει ομοφυλοφιλικά στοιχεία και οδηγούνται στο έγκλημα. Ο 29χρονος Γκάι, επιτυχημένος αρχιτέκτων, πηγαίνοντας με τρένο στο Τέξας για να συναντήσει τη γυναίκα του, τη Μύριαμ, για να συζητήσουν το επικείμενο διαζύγιό τους, δεν μπορεί να φανταστεί ότι ο 25χρονος Μπρούνο, με τα θηλυπρεπή χαρακτηριστικά, ο γόνος εύπορης οικογένειας, ο οποίος τον «ανακρίνει» και ταυτόχρονα του εξομολογείται τα προβλήματα με τον πατέρα του, θα είναι ο μοιραίος άνθρωπος στη ζωή του.
Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Μπρούνο προτείνει στον Γκάι να ανταλλάξουν φόνους, δηλαδή να σκοτώσει αυτός τη Μύριαμ και εκείνος τον πατέρα του, ώστε να εξασφαλίσουν το τέλειο άλλοθι και επομένως την ατιμωρησία. Το σχέδιο φαίνεται μεγαλοφυές, ο Γκάι όμως το απορρίπτει, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να αποφύγει το κυνηγητό που του κάνει στη συνέχεια ο Μπρούνο, ο οποίος πράγματι σκοτώνει τη Μύριαμ. Υστερα από αυτό το γεγονός, το οποίο απελευθερώνει μεν τον Γκάι από την ασφυκτική πίεση της γυναίκας του αλλά τον καθιστά άθυρμα στις διαθέσεις του Μπρούνο, αρχίζει ο γολγοθάς του αρχιτέκτονα, ο οποίος ύστερα από μια έντονη εσωτερική πάλη υποκύπτει τελικά στον εκβιασμό και πυροβολεί τον πατέρα του νεαρού.
Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στο γνωστό από τα επόμενα μυθιστορήματα της Χάισμιθ κλίμα, κυρίως εκείνα στα οποία πρωταγωνιστεί ο Τομ Ρίπλεϊ, όπου ο ήρωας - εδώ, ο Γκάι - προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τον θανάσιμο εναγκαλισμό μιας απειλής που του κατατρώει τα σωθικά, χωρίς ωστόσο να το κατορθώνει. Η συγγραφέας αφηγείται τριτοπρόσωπα, ακολουθώντας τις κινήσεις και τις σκέψεις του Γκάι. Αυτός ο ήρωας την ενδιαφέρει πρωτίστως, αυτός χρειάζεται την προσοχή μας, αφού αυτός μεταλλάσσεται βαθμιαία σε δολοφόνο κάτω από την ισχυρή επιρροή του Μπρούνο και την καταλυτική επίδραση των γεγονότων. Ισως πολλοί να θεωρήσουν τον Μπρούνο κεντρικό ήρωα (πράγμα που συμβαίνει στην ταινία του Χίτσκοκ), όμως η εμφανής ψυχοπάθειά του τον κάνει ακατάλληλο για να ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί του.
Αναλύοντας τους δύο χαρακτήρες, η Χάισμιθ θέλει τον Γκάι διανοούμενο (που δεν προτιμά τις διανοούμενες γυναίκες), εργατικό, σοβαρό, φιλόδοξο, αλλά και σκεπτικιστή, δειλό, άτολμο, αναποφάσιστο, που παλεύει με τον εαυτό του, προσπαθώντας να βρει την ισορροπία του, και τον Μπρούνο τεμπέλη, φλύαρο, θρασύ, ωμό, σκληρό και διεφθαρμένο, χωρίς καμία αναστολή. Για τον πατέρα του Μπρούνο δεν μαθαίνουμε πολλά, για τη γυναίκα του Γκάι όμως η συγγραφέας μάς δίνει πολλές πληροφορίες, ώστε να την κάνει αντιπαθητική (παρουσιάζεται ως ανερμάτιστη, άπιστη, κακή, αδίστακτη, κακόβουλη) και με την πρόθεση να σκεφθεί ο αναγνώστης ότι της αξίζει να δολοφονηθεί. Επομένως και εδώ ανιχνεύεται ο μισογυνισμός της Χάισμιθ, η οποία στη συλλογή διηγημάτων της Ιστορίες για μισογύνηδες βάζει ένα σωρό αντιπαθητικές γυναίκες να δολοφονούνται ή να έχουν άσχημο τέλος.
Ασφαλώς το βιβλίο δεν μπορεί να συγκριθεί με την ομότιτλη ταινία, δεδομένου ότι στηρίζεται κυρίως στην ανάλυση της σκέψης των ηρώων, ιδίως του Γκάι, ο οποίος ενίοτε απηχεί τις ουμανιστικές απόψεις της συγγραφέως, όπως επί παραδείγματι στη σελίδα 308: «... πώς αλλιώς θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει γιατί ανεχόταν συνεχώς η ανθρωπότητα τους πολέμους, γιατί την ενθουσίαζαν από την αρχή της ιστορίας οι πόλεμοι, αν δεν ένιωθε κάποια αρχέγονη ευχαρίστηση για τους σκοτωμούς;». Οπωσδήποτε στο παρόν μυθιστόρημα η Χάισμιθ πραγματεύεται το ζήτημα της ενοχής και των τύψεων, το σήμα κατατεθέν όλων των έργων της, στο τέλος δε αποδίδει δικαιοσύνη, τιμωρώντας εκείνους που δεν διαθέτουν θετικά στοιχεία στον χαρακτήρα τους.
  • ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  • ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/08/2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου