Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Κωνσταντίν Παουστόφσκι: Ο ποταμός Βιέπρζ

  • Βιογραφικό του Κωνσταντίν ΠΑΟΥΣΤΟΦΣΚΙ

O Κωνσταντίν Παουστόφσκι (1892 - 1968) γεννήθηκε στη Μόσχα. Γιος σιδηροδρομικού. Η οικογένειά του ήταν μορφωμένη, με αγάπη για το θέατρο και τη μουσική. Εζησε στο Κίεβο όπου τελείωσε το Κλασικό Γυμνάσιο και τα δύο πρώτα χρόνια στο Πανεπιστήμιο και μετά στης Μόσχας. Εζησε τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης και έκανε πολλές δουλειές ακόμα και εργατικές. Το έργο του είναι πολύτομο, και μεταφράστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Το διήγημα αυτό είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν υπηρετούσε σε νοσοκομειακό τρένο. Από εφημερίδες πληροφορήθηκε το θάνατο των αδελφών του την ίδια μέρα σε διαφορετικούς τόπους. Λυρικός συγγραφέας με απέραντη αγάπη για τη φύση και την καθημερινότητα.

Ο ποταμός Βιέπρζ

Γρηγοριάδης Κώστας

Ανοιξη στον ποταμό Βιέπρζ. Στις μέρες που γίνεται πόλεμος η ησυχία είναι πολύ ποθητή και τη Λιουμπλίν την αγκάλιζε η γαλήνη από παντού.

Η έντονη πολεμική ζωή την προσπερνούσε, όπως περνούσαν τα τρένα χωρίς σχεδόν να σταματούν, στο σταθμό της, που μύριζε καπνό, μαχόρκα, και βούιζε από το κροτάλισμα που έκαναν τα παγούρια, οι μπότες και τα τουφέκια. Εφτανε όμως ν' ανέβεις τον πλατύ δρόμο κι αμέσως ένιωθες ολούθε τη γαλήνη και το μοσχοβολητό της πασχαλιάς που μόλις είχε ανθίσει, βγάζοντας τότε το πηλήκιο και σκουπίζοντας το μέτωπό σου που είχε ακόμα το κόκκινο σημάδι, έλεγες: «Τι πυρετώδικο παραλήρημα, μπορεί και να μην ήταν πόλεμος». Καθώς σήκωνες το κεφάλι έβλεπες ψηλά τα πετροχελίδονα να πετούν πάνω από τις σκεπές των σπιτιών. Από τα βαθυγάλαζα πλάτη κυλούσαν ανάλαφρα τα σύννεφα κι έφευγαν ξανά μακριά στην ίδια βαθυγάλαζη απεραντοσύνη, χωρίς να στερούνε τη γη ούτε μια από τις ηλιαχτίδες που φωτίζοντας τα φύλλα της πασχαλιάς, παρόμοια με καρδιές, έπεφταν στα πεζοδρόμια ζεσταίνοντας τα αδύναμα, σαν στην άνοιξη. Στο σαξωνικό κήπο μια ορχήστρα από πνευστά έκανε πρόβες σε κομμάτια όπερας, και τόση ήταν η ησυχία που οι ήχοι έφταναν ως μακριά. Από ένα δρομάκι, ανάμεσα από φράχτες με μικρές πορτούλες, που έφτανε ως το ποτάμι, άκουγες το γνωστό σκοπό:

Μακριά σε ξένη γη

είναι ο αρραβωνιαστικός...

Στις πορτούλες κρέμονταν σιδερένια χυτά φαναράκια, κι η πασχαλιά έγερνε πάνω από τους φράχτες ως κάτω. Οι αργυρόηχες καμπάνες χτυπούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το Πάσχα μας βρήκε στη Λιουμπλίν, οι Πασχαλιάτικες μέρες διαδέχτηκαν την ταραχή, και τη σκόνη της μάχης, που είχε γίνει πριν λίγο. Στο καθαρό και συγυρισμένο τρένο, όλο και βρίσκαμε πίσω από τη χειρολαβή ένα κομμάτι γάζα με ξεραμένο αίμα, ή στο ράφι, δαγκαμένα από τον πόνο αποτσιγάρα. Για τη νυχτερινή πασχαλιάτικη λειτουργία πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Βερνάρδου. Ολα ήταν θεατρικά. Τα παιδιά μέσα στις νταντέλες, ένα βουνό πασχαλιές δίπλα στο στολισμένο με χρυσαφί ύφασμα ξύλινο βρέφος ο Ιησούς, οι γκριζομάλληδες καθολικοί παπάδες που έψελναν ένρινα λατινικές ψαλμωδίες, και οι βροντεροί ήχοι του οργάνου. Την πρώτη μέρα, με την Λιάλια και τον Ρομάνιν, βγήκαμε έξω από την πόλη, πέρα στις όχθες του ποταμού Βιέπρζ, που με τα καθάρια νερά του κυλούσε ανάμεσα από σταροχώραφα, ενώ οι καλαμιές καθρεφτίζονταν στο βυθό του σαν μαύρα τείχη. Πάνω του πετούσαν μικροί γλάροι. Ηταν ωραία να περπατάς στο στερεό χωραφόδρομο μιας άγνωστης περιοχής, να μη ξέρεις πού θα βγεις. Τ' αγριολούλουδα λικνίζονταν κι από τις δυο μεριές τ' ουρανού. Κανείς όμως δεν μπόρεσε να μου εξηγήσει, ούτε τότε στον ποταμό Βιέπρζ, ούτε κι ύστερα ποτέ, πως καμιά φορά, χωρίς ξεχωριστή αιτία, έρχονται ξαφνικά αυτές οι ώρες της ευτυχίας. Γιατί τότε ένιωθα πραγματικά ευτυχισμένος. Στην όχθη του ποταμού στεκόταν μια αχυροκαλύβα με αχυρένια σκεπή, και στον ξύλινο φράκτη της κρεμόταν ένα δίχτυ ψαρά, που πάνω του κάθονταν καφετιές τσίχλες τσιμπώντας με το ράμφος τους τα ξεραμένα φύκια. Μόλις μας είδαν φοβήθηκαν και πετώντας με θόρυβο, ξύπνησαν ένα μωρό που κοιμόταν μέσα σε μια καλαθένια κούνια, πάνω στο ανάχωμα κοντά στο παράθυρο. Από το κλάμα του μωρού βγήκε από την καλύβα μια νέα χωρική μ' ανασηκωμένη ριγωτή φούστα, και μόλις μας είδε σταμάτησε, βάζοντας τα χέρια της στο στήθος. Ενα γκρίζο σκυλί βγήκε απρόθυμα κάτω από μια σπασμένη σκάφη και πλησίασε κοιτάζοντας με χασμουρητό κι απορία μέσα στην κούνια. Οταν πείσθηκε ότι όλα είναι εντάξει κάθισε βλέποντας με τα κιτρινιάρικα μάτια του κι άρχισε να διώχνει θυμωμένα τους ψύλλους από το τρίχωμά τους.

«Φύγε» φώναξε η γυναίκα και πήρε στα χέρια της το μωρό. Καθώς γύρισε σ' εμάς το πρόσωπο της φωτίστηκε από ένα χαμόγελο τόσο εγκάρδιο, που σε απάντηση, άθελα χαμογελάσαμε κι εμείς. Συνεσταλμένα μας πρότεινε τότε να πιούμε γάλα. Ευχαριστήσαμε και μπήκαμε στο καλυβάκι. Ολα εκεί ήταν ξύλινα. Οχι μόνο οι τοίχοι, τα πατώματα, το τραπέζι, τα σκαμνιά και το κρεβάτι, αλλά και τα πιάτα, η χτένα, πάνω στο παράθυρο η αλατιέρα και το καντήλι μπροστά στην εικόνα. Στο παράθυρο είναι κι ένα ξύλινο πιρούνι, κι όλα αυτά τα ξύλινα αντικείμενα έκαναν πιο έντονη την εικόνα της φτώχιας και της καθαριότητας. Η Λιάλια πήρε το παιδί, η νοικοκυρά κατέβηκε στο υπόγειο κι έφερε μια ιδρωμένη στάμνα γάλα, ύστερα σκούπισε το τραπέζι με μια πετσέτα, ενώ στα χρυσαφένια μαλλιά της έπεφτε μια ανταύγεια από φως. Κοίταζα αυτά τα σγουρά και λεπτά μαλλιά τόσο που αυτή ένιωσε το βλέμμα μου και σήκωσε τα πρασινωπά και ταραγμένα μάτια της σε μένα κι αυτό κι από άλλα δείγματα, ένιωσα πως στην καλύβα αυτή κατοικούσε μια αθόρυβη γαλήνια ευτυχία. Κι αυτό, δεν ξέρω γιατί, το κατάλαβα κοιτάζοντας το ταβάνι όπου κρεμόταν ένα μικρό πολύφωτο, με λεπτά κεριά, πλεγμένο από ξεραμένα λουλούδια.

-- Τι είναι αυτό; Τι υπέροχο!

-- Είναι παιχνιδάκι, δεν ανάβει, απάντησε η νοικοκυρά, ταραγμένη. Το έπλεξε ο άντρας μου για να είναι το καλύβι πιο χαρούμενο. Είναι καλαθάς. Πλέκει από ιτιές καλάθια και καρεκλάκια, και πριν λίγο έπλεξε, για την αρχοντοπούλα Γαβόρσκαγια, μια πάρα πολύ ωραία ομπρέλα για τον ήλιο...

Την ώρα εκείνη άνοιξε η πόρτα και στο κατώφλι στάθηκε ένας ψηλός χωρικός με το δερμάτινο χωρίς μανίκια γιλέκο ραμμένο με πράσινη κλωστή κι ανέμελα ριγμένο στον ώμο του.

- Να ο Στας, ο άντρας μου, είπε η νοικοκυρά, και δε μοιάζει με τους άλλους.

Ο Στας υποκλίθηκε σιωπηλά, κι αφού ακούμπησε στη γωνιά το δεμάτι με τις φλούδες, κάθισε δίπλα στο τραπέζι και μας κοίταξε όλους χαμογελαστός. Από το ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν τα κελαηδίσματα των κορυδαλλών, που φαίνονταν πως πετούσαν με τρεμουλιαστά φτερά πάνω από τα σπαρτά της πράσινης σίκαλης και χάνονταν στη βαθυγάλανη απεραντοσύνη. Ο Στας, κοιτάζοντας στο παράθυρο χαμογελαστός, είπε:

-- Οι βοηθοί μας οι κορυδαλλοί.

-- Γιατί βοηθοί; ρώτησε η Λέλια.

-- Διασκεδάζουν τους ανθρώπους όταν δουλεύουν, απάντησε ο Στας χαμογελώντας τρυφερά. Εγώ ο ίδιος δεν είδα, αλλά λένε πως υπάρχει ένας κορυδαλλός με χρυσό ράμφος, ο αρχηγός τους.

-- Στας, φώναξε η νοικοκυρά θυμωμένα, τι φαντασίες λες;

-- Οι άνθρωποι λένε, απάντησε ο Στας, πως ίσως οι κορυδαλλοί να μας σώσουν από τον πόλεμο, όπως έγινε όταν ήταν βασιλιάς ο Γιάνκο Λούτι.

-- Δεν πρέπει να λες ανοησίες, τον ξαναπαρατήρησε η νοικοκυρά.

Ο Στας δεν απάντησε και το ίδιο συγκαταβατικά χαμογελούσε χτυπώντας τα δάκτυλα στο τραπέζι.

-- Οποιος δεν πιστεύει, ας μην πιστεύει, είπε ύστερα από σιωπή, αλλά όποιος πολεμήσει σ' ένα γειτονικό βασίλειο, όπου ζούσαν μόνο σκλάβοι που όργωναν τη γη κι έσπερναν σιτάρι. Κι αυτοί βγήκαν με τις τσουγκράνες τους να πολεμήσουν τον ιππότη Γιάνκο, φορώντας άσπρα καφτάνια, ενώ οι ιππότες φορούσαν μπρούντζινες πανοπλίες και φυσούσαν μπρούντζινες τρομπέτες και τα σπαθιά τους ήταν κι από τις δύο μεριές τόσο μυτερά που μπορούσαν μ' ένα χτύπημα να σκοτώσουν βόδι. Ηταν ένας άδικος πόλεμος - και τόσο άνισος που η γη δεν ήθελε να ρουφήξει το ανθρώπινο αίμα, που έρεε στα χωράφια σαν ποτάμι πάνω σε γυαλί. Εκατοντάδες σκλάβοι εξολοθρεύτηκαν, αφανίστηκαν, κάηκαν οι καλύβες τους, κι οι γυναίκες από πίκρα τρελάθηκαν. Ανάμεσα στους σκλάβους ζούσε κι ένας γέρος καμπούρης μουσικός, που έπαιζε στους γάμους βιολί, που μόνος του το είχε κατασκευάσει: Αυτός τους είπε: «Πολλά πουλιά υπάρχουν στον κόσμο, ακόμα και παραδείσια, αλλά το καλύτερο απ' όλα είναι ο κορυδαλλός μας, γιατί είναι πουλί του χωριού. Κελαηδά τη σπορά, και με το κελάηδισμά του φυτρώνουν τα σπαρτά και γίνονται πιο πυκνά και πιο πλούσια. Κελαηδά τους οργωτές για να οργώνουν πιο ξεκούραστα και τους αλωνιστές, για να μην ακούγεται ο ήχος του δρεπανιού, και για να χαίρεται η καρδιά τους.

Ανάμεσα στους κορυδαλλούς υπάρχει ο αρχηγός τους, που είναι νέος, κι ο πιο μικρός. Το ράμφος του είναι χρυσό. Πρέπει να τον βοηθήσουμε. Δε θα αφήσει τους σκλάβους να πεθάνουν με μαύρο θάνατο, θα μας σώσει όλους μας, αδέλφια, και τις γυναίκες σας και τα παιδιά και τα πράσινά σας χωράφια. Τότε οι σκλάβοι έστειλαν στον κορυδαλλό αγγελιοφόρους».

-- Ποιους; Ρώτησε ξαφνικά η νοικοκυρά.

-- Διάφορους. Σπουργίτια, χελιδόνια, ακόμα και το φαλακρό δρυοκολάπτη - αυτόν που τρύπησε τον ξύλινο σταυρό στην εκκλησία του Λιουμπαρτόφ. Και να, συνέχισε ο Στας αγκαλιάζοντας όλους με τα πονηρά του μάτια - πέταξαν στη χώρα των σκλάβων χιλιάδες κορυδαλλοί, κάθισαν στις σκεπές και λένε στις γυναίκες: «Εσείς μάνες, γυναίκες, αδελφές κι αγαπημένες, τι δίνετε για να τελειώσει αυτός ο πόλεμος;». «Ολα θα τα δώσουμε» άρχισαν να φωνάζουν οι γυναίκες. «Πάρτε τα όλα μέχρι και το τελευταίο ψίχουλο ψωμιού». «Αφού είναι έτσι, είπαν οι κορυδαλλοί, φέρτε στο βοσκότοπο που είναι πίσω από το χωριό, όλες τις κλωστές που έχετε για πλέξιμο και για κέντημα». Οι γυναίκες έτρεξαν αμέσως. Και τα μεσάνυχτα πέταξαν στο βοσκότοπο χιλιάδες κορυδαλλοί μαζί, άρπαξαν τα κουβάρια με τις κλωστές και πήγαν στο στρατό του Γιάνκο Λιούτι. Αρχισαν τότε να πετάνε πάνω του σαν σύννεφα, ξετυλίγοντας τα κουβάρια και μπερδεύοντας τους ιππότες μέσα στις κλωστές, όπως μπερδεύει η αράχνη μέσα στην αραχνιά τα θύματά της. Στην αρχή οι ιππότες έσπαζαν τις κλωστές, αλλά οι κορυδαλλοί τους τύλιγαν όλο και πιο σφιχτά, μέχρι που έπεσαν καταγής και δεν μπορούσαν πια να κουνήσουν, ούτε πόδι, ούτε γόνατο, και μόνο έφτυναν το μαλλί από το στόμα τους. Τότε οι χωρικοί τους έβγαλαν τις ασπίδες, τους πήραν τα σπαθιά, τους φόρτωσαν στα κάρα, κι αφού τους πήγαν στα σύνορα της πατρίδας τους, τους πέταξαν στη χαράδρα, πίσω από το ποτάμι, στο σκουπιδότοπο. Κι ο ίδιος ο Γιάνκο Λιούτι κατάπιε τόσο μαλλί που μελάνιασε και πνίχτηκε για μεγάλη χαρά όλων των καλών ανθρώπων. Ο Στας σώπασε για λίγο. Να κι εσείς οι κύριοι να ψάξετε να βρείτε τον κορυδαλλό με το χρυσό ράμφος.

Ηταν δειλινό όταν βγήκαμε από την καλύβα. Κι η σπιτονοικοκυρά για να μας ξεπροβοδίσει ήρθε μέχρι το μεγάλο δρόμο που πάει στη Λιομπλίν, ενώ ο Στας έμεινε σπίτι, κι όρθιος στην πόρτα της καλύβας, μας κοίταζε φυσώντας καπνό από την πίπα του. Η σπιτονοικοκυρά πήρε στα χέρια το παιδί λέγοντας πως δεν πρέπει να θυμώνουμε με τον Στας.

Αποχαιρετιστήκαμε στο σταυροδρόμι. Ο ήλιος έδυε πίσω από το ποταμό Βιέπρζ, και πάνω από τα σιωπηλά άλση και τα χωράφια, στο βάθος του ουρανού έβγαινε ασημίζοντας το μισοφέγγαρο για να πάρει τη θέση του. Η γυναίκα μου άπλωσε το χέρι, και δεν ξέρω γιατί, έσκυψα και φίλησα το σκληρό αυτό χέρι, που μύριζε ψωμί. Δεν το τράβηξε και λέγοντας, «ευχαριστώ» σήκωσε τα μάτια της και μου είπε:

-- Ελάτε οπωσδήποτε. Ο Στας θα ψήσει ψάρια από τον ποταμό Βιέπρζ.

Υποσχεθήκαμε να πάμε, αλλά την άλλη μέρα το τρένο μας πήγε στο Σένολετς κι από κει στη Βαρσοβία. Δεν ξαναείδα έτσι ούτε τον Στας, ούτε τη γυναίκα του, ούτε το μωρό. Η λύπη, όμως, μου έτρωγε την ψυχή, γιατί ούτε εγώ ούτε και οι συνομήλικοί μου δεν είχαμε νιώσει ακόμα την απέριττη ευτυχία αυτής της απλής Πολωνίδας χωρικής.

  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Σάββατο 18 Απρίλη 2009 - Κυριακή 19 Απρίλη 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου