Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Ελλη Αλεξίου: Υπολείμματα επαγγέλματος

Υπολείμματα επαγγέλματος


Γρηγοριάδης Κώστας
Οταν έμπαιναν μέσα, δεν τους έβλεπε ποτέ σαν κόσμο μισητό, ή εχθρικό. Και δεν έπαιρνε τη θέση που απαιτείται, όταν ένα αντίπαλο στρατόπεδο, το βλέπεις να στρατοπεδεύει και να ετοιμάζει τον οπλισμό του για επίθεση. Ανοιγε την πόρτα και αναγνωρίζοντας αμέσως το είδος των επισκεπτών, τους καλωσόριζε... ενώ αυτοί:
-- Ποιος κάθεται εδώ; τ' όνομά σας...
-- Μα δε μας ξέρετε; Ηρθατε στην τύχη; Χωρίς να ξέρετε ποιος κάθεται. Αφού ξαναήρθατε κι άλλες φορές... εδώ καθόμαστε τριανταδύο χρόνια... Καθίσετε! Καθίσετε!
-- Οχι, όχι, δεν πρόκειται να καθίσουμε... δεν ήρθαμε για να καθίσουμε...
-- Μήπως θα παίρνατε μαζί μου έναν καφέ;
-- Οχι! Οχι...
Στο μεταξύ αυτοί με την άνεση γιων της οικογένειας, ανερώτηχτα άνοιγαν ντουλάπες, ψάχνανε στις τσέπες του ρουχισμού που κρεμόταν στις κρεμάστρες, τίναζαν και πετούσαν έξω τα ομορφοδιπλωμένα μυρωδάτα ασπρόρουχα που αναπαύονταν στα συρτάρια. Μετατόπιζαν τα αντικείμενα στο πανέρι της ραπτικής... άδειαζαν τα συρτάρια με τη γραφική ύλη και το μικρό ντουλαπάκι με τα φαρμακευτικά, αναποδογύριζαν στο λουτρό το κιβώτιο με τα λερωμένα.
Η νοικοκυρά, γριά και δυσκίνητη, δεν αγανακτούσε για τη συμπεριφορά τους, αναλογιζότανε μόνο σε πόσους άδικους κόπους θα ανάγκαζαν τις άρρωστες αρθρώσεις της να υποβληθούν... σε πόσα σκύψε - σήκω την πονεμένη ραχοκοκαλιά... Μόνο αυτό την απασχολούσε. Ηξερε πως τούτα τα ομορφοφτιαγμένα παιδιά σε τίποτε δε φταίγανε. Εκτελούσαν πειθήνια, αυτό που τους είχαν διατάξει να κάμουν. Εβλεπε μόνο τα γερά κορμιά τους τους στιβαρούς ώμους τους, την ξέχειλη υγεία του δέρματος, που πήγαινε να σκάσει κι έκανε σκέψεις! Θεέ μου, πόσο άδικα χαραμίζουνται δυνάμεις, που θα μπορούσαν να χτίσουν οικοδομές, να ξεχερσώσουν χωράφια, να κλαδέψουν και εξυγιάνουν, να καταστήσουν αποδοτικούς χώρους και φυτείες εγκαταλειμμένες απ' τους πολέμους και τη μετανάστευση... Τούτα τα αθώα πλάσματα χτυπούν σε απίθανες ώρες πόρτες ετοιμόρροπων και βασανισμένων ανθρώπων. Αναταράσσουν εφιαλτικούς ύπνους, κερδισμένους τα ξημερώματα, μερινάξ,... ανοίγουν το ψυγείο, οπού δεν υπάρχει παρά η μποτίλια το νερό, τρία λεμόνια, και μισοπιωμένο γάλα έβγας.
-- Είναι αλήθεια πως έχετε άνθρωπο στο παραπέτασμα;
-- Τι εννοείτε «άνθρωπο»;
-- Με ποιον αλληλογραφείτε στο παραπέτασμα;
-- Με την αδερφή μου...
-- Το ξέρετε πως αυτοί όλοι πρόδωσαν την πατρίδα τους; Εχετε καθήκον, έχετε υποχρέωση, ειδεμή εμείς θα σας εξαναγκάσουμε, να τους ξεγράψετε.
-- Αν έναν άνθρωπο αγαπώ στον κόσμο είναι αυτή η αδερφή... Κι άλλον δικό μου δεν έχω στη ζωή.... Την αγαπώ και την εκτιμώ και μην κατακρατείτε τα γράμματα που μου στέλνει, γιατί θα πεθάνω μ' αυτόν τον καημό.
-- Να πεθάνετε και οι δυο σας, να ξεβρωμίσει ο τόπος...
Μα η γριά δεν ενοχλείται, γιατί και στο μακρύ διάστημα της δασκαλικής της ζωής πήγαινε πάντα κοντά στα απλοϊκά κι αγαθούλικα παιδιά, που ξεχώριζαν μέσα στην τάξη για τη μορφωτική τους καθυστέρηση. Συμμαχούσε με τα αδύναμα, με αυτά που φορούσαν τριμμένα, καλολουστραρισμένα, κακομοίρικα παπούτσια και αποφόρια παλτών. Τα αεράτα, τα ζωντανά, τα παντοδύναμα με τους ξένους δασκάλους, τα λογάδικα με τις φορεσιές τις ξεσηκωμένες από τα ξενόγλωσσα περιοδικά μόδας, δεν είχαν την ανάγκη της... Και ο καλός ο λόγος, η έγνοια, η φροντίδα, η μητρική παρακολούθηση είναι κεφάλαια, συλλογιζόταν η δασκάλα, που πρέπει κι αυτά να κατανέμουνται μέσα στις τάξεις με δικαιοσύνη. Να αποβλέπουν και τα κεφάλαια τούτα της συμπαράστασης σε κάθε δυνατή εξίσωση και εξισορρόπηση. Δεν είναι σωστό να καταθέτεις τούτα τα κεφάλαια της συμπαράστασης έτσι ομαδόν στους υπερχορτάτους... Οφείλεις ύστερα από προσεχτικό ζύγιασμα να ανακαλύπτεις τι είναι αυτό που λείπει κάτω από τούτη τη δειλία. Από πού προέρχεται η συστολή, το αγέλαστο ή και το δακρυγόνο ξέσπασμα...
Βλέπει η γριά τα αποβαρβαρωμένα κορμιά απόπου απουσιάζει - όχι απουσιάζει, γιατί ποτέ δεν κατοικήθηκαν απ' αυτές - απουσιάζει η σκέψη και το συναίσθημα. Βασανίζεται ως τα μύχια της. Χρειάζουνται βοήθεια. Πώς να κατάφερνε να τα κάμει ευτυχισμένα. Να δώσει κάποιο άλλο καλύτερο σκοπό στη ζωή τους σε τούτα τα καθυστερημένα των σχολικών - κοινωνικών «Τάξεων».
-- Είναι καλό το επάγγελμά σας; Είναι ο μισθός ικανοποιητικός; Ακουσα ότι παίρνετε χίλιες οκτακόσιες το μήνα... Δεν είναι τίποτε... Θα έχετε ίσως και τίποτε επιδόματα... άλλα πλεονεκτήματα... Δεν είναι όμως και κουραστικό... Χτυπάτε γνωστές πόρτες και ρωτάτε ποιος κάθεται μέσα, ενώ ξέρετε ποιος κάθεται. Ρωτάτε πώς τόνε λένε, ενώ ξέρετε και πώς τον λένε κι ακόμα όλα του τα ψευδώνυμα... Δεν είναι δύσκολα πράματα αυτά... μόνο πως δεν είναι ικανοποιητικά... δε δίνουν χαρά στον άνθρωπο. Και είστε τόσο γερά παιδιά. Μια σπρωξιά να δώσετε του τοίχου θα πάει μέσα. Εχετε τόση μυική δύναμη, θα μπορούσατε να χτίζετε πολυκατοικίες και περνώντας ύστερα απέξω να καμαρώνετε... «Από τα χέρια μας βγήκε τούτο το ωραίο οικοδόμημα!!»
Υστερα πέρασαν στο μεγάλο σαλόνι. Ο χώρος, ο διάκοσμος, τα αναρτημένα, σ' όλες τις επιφάνειες των τοίχων, κορνιζωμένα χειρόγραφα - δεν έμενε ούτε ο ελάχιστος ενδιάμεσος κενός χώρος - με τα ανατριχιαστικά από το κιτρίνισμα της πολυκαιρίας αυτόγραφα, του Καζαντζάκη και του Ρώτα, του Σικελιανού και της Μυρτιώτισσας, του Βάρναλη και του Ελύτη, του Αυγέρη και της Πολυδούρη με την τούφα από τα μαλλάκια της... Οι ολόγιομοι τοίχοι εντυπωσίασαν τους επισκέπτες. Καρφώθηκε η ματιά τους απορημένη. Απότομα βρέθηκαν σε ανυποψίαστους τόπους... Αγωνίζουνταν να βγάλουν συμπέρασμα:
-- Τι 'ναι αυτά;
-- Πού τα βρήκατε;
-- Ποιοι 'ναι αυτοί; ρωτούσαν για τα πορτραίτα.
-- Σε τι χρειάζουνται;
Η γριά δασκάλα προθυμοποιήθηκε με προσήνεια να τους κατατοπίσει. Να εισαγάγει με μια στοιχειώδη ενημερωτική προσπάθεια αυτά τα καθυστερημένα παιδιά... αν κατάφερνε να τα μπάσει, σε νοήματα που η φτώχεια, η χαμηλή πολιτιστική οικογενειακή στάθμη, το πρωτόγονο από την αρχή περιβάλλον, τα κράτησε άσπλαχνα αποξενωμένα...
-- Τούτες εδώ, τις λίγες λέξεις, άρχισε με τρεμάμενη έξαρση τη διδασκαλία της - τις στέλνει από την Ιερουσαλήμ, στις 27 Απριλίου του 1921, μαζί και τα ροδόφυλλα από τον τάφο του Χριστού, ο Αγγελος Σικελιανός... Διαβάζετε ε; Τα ροδόφυλλα από την πολυκαίρια είναι πια δυο μικροί κόκκοι... Εδώ ο Κοτζιούλας γράφει γράμμα από το αντάρτικο, δύσκολα κείνα τα χρόνια φυματικός και περιζωσμένος από τον εχθρό... Ξεχάστηκε, μεταφέρθηκε σε παλιά χρόνια νιάτων, θάρρευε πως μιλούσε πως βρισκόταν σε κείνη την Εκτη Τάξη ή την τελευταία προκατοχική, σε κείνη την έξοδο του Μεσολογγίου που την είχαν πάρει, όπως και τώρα, τα δάκρυα, αυτήν και τα παιδιά... Ολοι είχαν ξεχαστεί. Και η αστυνομική έρευνα είχε χάσει τον προσανατολισμό της. Τους αφύπνισε ο... «Γυμνασιάρχης».
-- Αντε μπρος! Κοιμηθήκατε;
-- Καμιά άλλη φορά, που να μην έχετε δουλειά, τους έλεγε και τους συναπόβγαζε η γριά, να 'ρθετε να σας εξηγήσω με την υπομονή μου το κάθε χειρόγραφο χωριστά, έχει το καθένα, να, τούτο δω, με τα μαλλάκια πίσω από το τζάμι... δική του ωραία ιστορία...
Αθήνα, 28 Αυγούστου 1974
Διήγημα της Ελλης Αλεξίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου