Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ: Ο ευκάλυπτος


Ο ευκάλυπτος

Γρηγοριάδης Κώστας

Θα τον ονομάτιζε κανείς ως τον τελευταίο των Μοϊκανών. Ηταν ο μόνος που είχε απομείνει από μία συστάδα σ' ένα χέρσο τόπο και, με την ευρυχωρία που δημιουργήθηκε μετά την εξαφάνιση των «συντρόφων» του, ο ευκάλυπτος θέριεψε κι έγινε το σημείο αναφοράς της περιοχής:
-- Πού μένεις; κοντά στον ευκάλυπτο;
-- Κάπου εκεί...
Καθώς ήταν στρογγυλοκαθισμένος σε ύψωμα, ούτε οι πολυκατοικίες με το ύψος τους κατάφεραν ν' ακυρώσουν την παρουσία του, να κρύψουν τ' ασημοπράσινα κρόσια του και ν' αποδιώξουν τα μιλιούνια φτερωτά που προσπαθούσαν να χουζουρέψουν στα κλώνια. Από 'κει ψηλά μπορούσε ν' αγναντεύει την Πάρνηθα, το Ποικίλο όρος, την οροσειρά του Αιγάλεω και τα ονειρικά ηλιοβασιλέματα πίσω από τις κορφές. Εκεί κατά το Δαφνί. Σαν πόσα ζευγαράκια δεν τα είχαν απολαύσει ακουμπισμένα πάνω του.
Οι ρίζες του βαθιές, σαν ανθρώπινα κορμιά σφιχταγκαλιασμένα για ν' αποκτούν δύναμη, σήκωναν στη ράχη τους το πεζοδρόμιο και οι φούντες του ανεμοδείχτες! Οι κάτοικοι ολόγυρα, κοιτάζοντας τη φυλλωσιά προς τα πού τη γέρνει ο άνεμος, ήξεραν τι καιρός φυσάει. Κάποια χοντρόριζα πριν μπει βαθιά στη γη σχημάτιζε ένα μακρύ παγκάκι στη σκιά και ήταν ό,τι χρειάζονταν οι αποσταμένοι της ανηφόρας, κύρια τους καλοκαιρινούς μήνες.
Τότε που υπήρχαν πεζοπόροι! Τώρα περιορίζονται σε κείνους που περπατούν υποχρεωτικά γιατί τους υποχρεώνουν οι γιατροί. Το ψηλό μυρωδάτο δεντρί, λοιπόν, πρόσφερε σ' αυτούς σκιά, κάθισμα και φωνητική μουσική από τους μυριάδες γλυκοκελάηδους κατοίκους που φώλιαζαν στη φιλόξενη φυλλωσιά του.
Καθισμένος στο «σκαμνί» και ακουμπώντας την πλάτη στον τεράστιο κορμό περνούσε ώρες ατέλειωτες, όταν ο καιρός το επέτρεπε, ο πασίγνωστος μπαρμπα-Μητσάκος. Εκεί την «έβρισκε» μόνιμα, ήταν το δεύτερο σπίτι του. Γιατί όχι το πρώτο; Στο άλλο, μια καμαρούλα μισογκρεμισμένη, πήγαινε μόνο τη νύχτα για να ταΐσει τα κουνούπια και τους κοριούς. Γι' αυτό ήταν πάντα πρησμένος. Εκεί είχε συχνά και το μεσημεριανό του, για το οποίο φρόντιζε κάποια πονετική γειτόνισσα. Εκείνος φρόντιζε μόνο για την μπουκάλα το κρασί, που την έσερνε πάντα μαζί σαν φυλαχτό! Κοκκινομύτης, ήταν το παρατσούκλι του, εξαιτίας του αλκοόλ.
Ηταν ένας πελώριος Κοζάκος με μεγάλα μάτια, ξέθωρο γαλανό χρώμα, στρογγυλοκέφαλος με φαρδύ μέτωπο και μιλούσε τσάτρα - πάτρα τα ελληνικά, παρότι ζούσε εδώ ολάκερες δεκαετίες, μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Σοβιετική Ενωση.
Είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός ιππικού στον τσαρικό στρατό και περίμενε πότε να επιστρέψουν στην εξουσία οι τσάροι, για να επαναπατριστεί κι αυτός. Ισως αν δεν τον πρόφταινε ο θάνατος, που τον βρήκε μέσα σε άθλιες κι απάνθρωπες συνθήκες, να γινόταν η επιθυμία του μετά την πτώση της σοβιετικής εξουσίας!
Συμπαθητικό γεροντάκι. Κάτω από το τσαλακωμένο μουστάκι του σχηματιζόταν κάτι σαν χαμόγελο καλοσυνάτο, αλλά γινόταν μπαρούτι με τον πρώην τσαγκάρη τον μπαρμπα-Μήτσο που του έμπαινε στη μύτη αποκαλώντας τον αμετανόητο φασίστα. Σε όλα τ' άλλα θέματα τα βρίσκανε στο σκαμνί του ευκάλυπτου, όταν όμως η συζήτηση πήγαινε στα πολιτικά, οι φωνές τους επισκίαζαν των πουλιών τη συναυλία και των φύλλων το θρόισμα. Κι ας μην μπορούσαν να κάνουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Κι ας ήταν φασίστας ο ένας κι ο άλλος κομμουνιστής. Τι κι αν προσπαθούσε ο τσαγκάρης να πείσει τον απόκληρο ότι η θέση του είναι κοντά στους εργάτες και όχι στο κεφάλαιο. Χαμένος κόπος. Μαζί με τις ψείρες και τους κοριούς - τα κουνούπια πρόκαμαν και πέταξαν! - πήρε μαζί του στην άλλη ζωή και τ' όνειρο της τσαρικής αποκατάστασης!
Κατά καιρούς πολλοί ξαπόστασαν στη ρίζα του κοσμοαγάπητου πανώριου δέντρου και όλοι οι περίοικοι πίστευαν στην αιωνιότητά του κι ότι θα εξακολουθεί ν' ανασαίνει ανάμεσά τους, αναπόσπαστο μέρος του χώρου.
Μα και στην περίπτωση, έλεγαν, που βρεθεί κάποιος που θα παρουσιαστεί ως ιδιοκτήτης του διαφιλονικούμενου, μικρού οικοπέδου, που διαφέντευε με τη μεγαλόπρεπη παρουσία του το γιγαντόσωμο δέντρο, οι ίδιες οι αρχές θα το προστατέψουν από τα μηχανοκίνητα θεωρώντας το διατηρητέο!!!
Κι όμως ο πανύψηλος και γεροδεμένος ευκάλυπτος κατακρεουργήθηκε ύπουλα και στη θέση του στήθηκε μια κακόγουστη εξαώροφη πολυκατοικία. Πού να το φανταστεί κανείς ότι σ' ένα μικρό κομμάτι χέρσας γης θα ξεφύτρωνε ο τσιμεντένιος γίγας;
Τα βαριά μηχανήματα χύμηξαν πάνω του ξαφνικά κι ανυποψίαστα και το κομμάτιασαν μπροστά στα μάτια των περίεργων κι έμοιαζε με βάναυση εκτέλεση εν ψυχρώ.
Οι χοντρές ρίζες του, που σαν αντρειωμένα κορμιά ρουφούσαν δύναμη από τη μάνα γη, κείτονταν τώρα ανάσκελα. Ποιος αποφάσισε τάχα τη θανατική του καταδίκη; Και η γειτονιά που το αγαπούσε και το καμάρωνε τι έκανε για τη σωτηρία του; Αμ, ο δήμος και οι υπηρεσίες του; Και τα χιλιάδες πουλάκια που φιλοξενούσε στα κλωνιά του, πού θα βρουν καταφύγιο; Θα τον θυμούνται όσο ζουν, όπως και οι παλιοί γείτονες...
Τώρα ανεμοδείκτες στη θέση του θα είναι τα ρούχα και τα σεντόνια της μπουγάδας στα κίτρινα μπαλκόνια, αντί για τις χρυσοπράσινες φούντες, καθώς θα τα κουνάει το καυσαέριο πέρα-δώθε. Και οι εργολάβοι, που πέτυχαν στο έργο τους, θα τρίβουν τα χέρια και θ' αναφωνούν ματσωμένοι: Δόξα τω Θεώ και εννοούν βέβαια τον Κερδώο Ερμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου