Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Γιάννη ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ: Η οικιακή βοηθός...

Η οικιακή βοηθός...
Είναι μια οικογένεια, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, εγκαταστημένοι στην Πόλη, στην Κωνσταντινούπολη. Εχουν ένα μικρό μαγαζάκι με ψιλικά, κι απ' αυτό ζουν μητέρα, πατέρας και δυο κορίτσια.
Ολα πήγαιναν καλά και με τους γείτονες, τους Τούρκους, μιλούσαν, είχαν καλές σχέσεις, ακόμα και επισκέψεις έκαναν μεταξύ τους σε ονομαστικές γιορτές ή γενέθλια...
Και ξαφνικά τι έγινε και ξέσπασε το κακό; Κάποιοι, δεν ξέρουμε ποιοι, έβαλαν φωτιά ή βόμβα στο σπίτι της Θεσσαλονίκης που έμενε παλιά ο Κεμάλ Ατατούρκ! Την άλλη μέρα το πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, γίνεται έξω μεγάλη φασαρία, ακούγονται βρισιές, «άπιστοι, θα πεθάνετε!». Πάει η μητέρα, η Μαρίκα, στο παράθυρο και τι να δει: Οχλος από Τούρκους εξαγριωμένους σπάει το αντικρινό ελληνικό μαγαζί, με ψυγεία, κουζίνες κλπ., το καταστρέφει φωνάζοντας: Γιατί, ωρέ γκιαούρηδες, δε σεβαστήκατε τον πατέρα μας, τον δοξασμένο Κεμάλ; Κι όλα τα εμπορεύματα φορτώνονται σε φορτηγά κι εξαφανίζονται!
-- Κωνσταντίνε, παιδιά, φωνάζει η Μαρίκα, βλέπετε τι γίνεται; Να σωθούμε εμείς, τουλάχιστον! Στο πατάρι όλοι να κλειδαμπαρωθούμε, ώσπου να περάσει η μπόρα και να δούμε τι θα κάνουμε!
Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, όλη η οικογένεια ξεκίνησε για τη μεγάλη περιπέτεια: Την αναχώρηση για την Ελλάδα...
Να περάσουν τα σύνορα κανονικά δεν ήταν δυνατό.
-- Αντρα μου, και καλά μου παιδιά, ας πετάξουμε ό,τι μας βαραίνει, ακόμα και τα τρόφιμα, λέω να περάσουμε τον Εβρο κολυμπώντας, εδώ που είναι μικρό το πλάτος του, κολύμπι ξέρουμε όλοι μας, κι ο Θεός βοηθός! Τον πέρασαν τον ποταμό, μα το αντρόγυνο έχασε στο νερό τα παπούτσια του, κι έτσι έφτασαν στην Ελλάδα ξυπόλυτοι!
Τώρα η Μαρίκα δουλεύει σαν οικιακή βοηθός, δηλαδή παραδουλεύτρα. Ο άντρας της, αν και γραμματιζούμενος, κάνει κάνα - δυο μεροκάματα τη βδομάδα σε μια οικοδομή. Το υπόγειο που μένουν έχει νερό, μα δεν έχει φως...
Πέρασε ένας χρόνος.
-- Κωνσταντίνε, του λέει ένα βράδυ η Μαρίκα μετά το φαγητό, πρέπει ν' αγοράσουμε ένα σπίτι, ένα σπίτι δικό μας, να έχουμε βρέξει - χιονίσει ένα κεραμίδι, που λένε, πάνω απ' το κεφάλι μας...!
-- Μα πώς, βρε γυναίκα, εγώ σταθερή δουλειά δεν έχω και με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα..!
-- Κοίταξε, Κώστα, έχω ένα μικρό κομπόδεμα, μερικές χιλιάδες δραχμές, τα μάζεψα λίγα λίγα, κρυφά από σας, γιατί εσείς όλο να ζητάτε ξέρετε...
-- Ναι, αλλά αυτό, Μαρίκα μου, είναι θηλιά στο λαιμό μας. Αν μας τύχει κάποια αναποδιά και δεν πληρώσουμε τις δόσεις, χάνουμε και το σπίτι, χάνουμε κι όσα λεφτά δώσαμε!
-- Κώστα, άσε με ήσυχη, ξέρω τι κάνω, άμα δεν τολμήσουμε, δεν θα κάνουμε τίποτα στη ζωή μας... Θα ζούμε πάντα μια ζωή στερημένη και μίζερη, αυτή που ζούμε και τώρα. θυμάσαι που ήρθαμε ξυπόλυτοι εδώ; Κι όμως, τώρα έχουμε τουλάχιστον τα απαραίτητα!..
Τώρα, η οικογένεια μένει στο Περιστέρι σ' ένα μικρό δυάρι μιας πολυκατοικίας.
Μείνανε, βέβαια, κάνα μήνα χωρίς δουλειά κι είπανε το ψωμί ψωμάκι, ώσπου η Μαρίκα πήρε το πρώτο της μεροκάματο, 35 ολόκληρες δραχμές! Πήγε σπίτι χαμογελαστή, φορτωμένη με τα απαραίτητα, ψωμί, τυρί, ελιές, λαχανικά και αυγά. «Με τόση ακρίβεια στην αγορά, πώς να πάρω τίποτα παραπάνω;». Στο σπίτι που δουλεύει μένει ένα αντρόγυνο, γέρος και γριά, την αγαπάνε και τους αγαπάει. Της δίνουνε ακόμα ρούχα που περισσεύουν, και πότε πότε μερικά τρόφιμα.
-- Κώστα, δεν πρέπει να πάρουμε κι εμείς ένα αμάξι, ένα αυτοκίνητο, όλοι, σχεδόν έχουνε...
-- Ναι, Μαρικάκι μου, χρειαζούμενο είναι, σκέφτηκες, όμως, πώς θα το πληρώσουμε;
-- Θα το πληρώσουμε, μην ανησυχείς, βρήκα κι άλλο ένα σπίτι, άντρα μου. Εξάλλου κι εσύ δουλεύεις...
- Ναι, δε λέω, δουλεύω, όμως δεν έχει δουλειά και κάθε μέρα...
Το πήρε το αμάξι η κυρά Μαρίκα. Μικρό, φτηνό, αλλά εμφανίσιμο, όμως μεταχειρισμένο. Κι από τα χιλιόμετρα που δείχνει το κοντέρ, θα μπορούσε να έχει κάνει το γύρο της Γης 3 φορές!
Στη γειτονιά, στο διπλανό σπίτι, μένει ένα αντρόγυνο. Με την γειτόνισσα, την κυρά Χρυσούλα, είχανε γίνει φίλες. Ο άντρας εργάτης, η κυρά Χρυσούλα είναι οδηγός ταξί, δηλαδή ταξιτζού!
Αρρώστησε, όμως, η γυναίκα και σταμάτησε τη δουλειά, και τα έξοδα μεγαλώσανε, γιατροί, φάρμακα...
Μια μέρα που η κυρά Μαρίκα πήγε στο νοσοκομείο να δει πώς πάει η υγεία της φίλης της και να της κάνει παρέα, της λέει εκείνη:
-- Βρε Μαρικάκι μου, δεν παίρνεις το αμάξι μου, το ταξί - ξέρω, είσαι μια οδηγός πάρα πολύ καλή και στο εμπιστεύομαι - κι όποτε ευκαιρείς να κάνεις μερικές κούρσες, θα σου δώσω την άδεια και το δίπλωμά μου... Μοιάζουμε αρκετά, τα μαλλιά σου θα φτιάξεις λίγο σαν τα δικά μου, τι λες, γίνεται τίποτα;
-- Οσο γι' αυτό, αν κι είναι παράνομο, θα το κάνω για το χατίρι σου. Εξάλλου δεν κλέβουμε κανένα, μια δουλειά είναι κι αυτή!
Εκατσε το λοιπόν η κυρά Μαρίκα στο τιμόνι κι άρχισε τη δουλειά. Επαιρνε και συνταξιδιώτες κάποια γριούλα ή ένα γεροντάκι να μην περιμένουν μες στο κρύο, και κάθε βράδυ πήγαινε την είσπραξη στη φίλη της τη Χρυσούλα κι εκείνη ήθελε να της δώσει τα μισά.
-- Οχι, δεν τα θέλω Χρυσούλα μου, αυτά είναι όλα δικά σου, για να γίνεις καλά!
Η κυρά Χρυσούλα δάκρυσε, φιληθήκανε, κι η Μαρίκα της ευχήθηκε και πάλι περαστικά κι έφυγε.
Η Μαρίκα δούλεψε έτσι κάπου δυο μήνες, ώσπου να γίνει η φίλη της καλά. «Μάθε τέχνη κι άστηνε», είπε μέσα της.
Ηρθε το πρώτο γραμμάτιο και πληρώθηκε. Τα παλιά έπιπλα πετάχτηκαν, σπασμένα κρεβάτια, κουτσές καρέκλες, κι ήρθαν καινούργια. Το ένα κορίτσι γράφτηκε στην έκτη Γυμνασίου, και το άλλο δουλεύει σ' ένα σούπερ μάρκετ.
Ομως, όταν ήρθε κάποιο άλλο γραμμάτιο, λεφτά δεν υπήρχαν...
-- Και τώρα, τι κάνουμε, Μαρικάκι μου; Δεν στο 'λεγα εγώ πως το χρέος είναι θηλιά στο λαιμό μας;
Ασε με ήσυχη, Κωστή, κάτι θα σκεφτώ...
-- Σκέφτεται, σκέφτεται, μα δε βρίσκει τίποτα, ήταν όμως αυτή τη μέρα τυχερή, μα και τολμηρή. Περνώντας απ' την οικοδομή να δει αν δουλεύει ο άντρας της σήμερα, τον βρίσκει εκεί και, εντάξει, αυτός δούλευε, όμως, ο εργάτης που ήτανε στο κομπρεσέρ χτύπησε με το μηχάνημα άσχημα στο πόδι του, κι έτσι η δουλειά σταμάτησε.
-- Εγώ, λέει στον εργολάβο!
-- Ασε με ήσυχο, κυρά μου, της λέει κι αυτός. Εσύ να πλένεις πιάτα, να ράβεις και να κεντάς, αυτό είναι αντρική δουλειά!
Δώσ' μου το, σε παρακαλώ, και θα δεις... Και, χωρίς να περιμένει την άδεια, άρπαξε τα κομπρεσέρ και, τα-τα-τα-τα, σπάει το βράχο!
-- Μπράβο, κυρά μου, θα δουλέψεις...
Και το μεροκάματο, μάστορα, πόσο;
-- Μη ζητάς και πολλά. 45 ευρώ, και χωρίς ένσημα. Αργότερα, βλέπουμε.
-- Εντάξει, κύριε, θα έρχομαι κάθε μέρα, μέχρι να γίνει καλά ο εργάτης σας.
-- Αυτόν ξέγραφτον, είναι για το νοσοκομείο!
-- «Ενσημα εσύ δε δίνεις, οι γέροι δεν μπορούνε, εγώ τι σύνταξη θα πάρω;», σκέφτηκε αγαναχτισμένη η Μαρίκα.
Κι έτσι η κυρά Μαρίκα αποφάσισε να πηγαίνει στους γέρους της και σε άλλα δυο σπίτια που έχει ακόμα το απόγεμα, ενώ το πρωί πάει στην οικοδομή. Το γραμμάτιο σε μια βδομάδα πληρώθηκε!
- Είδες Κωνσταντίνε, που φοβόσουνα;
- Ναι, αλλά, Μαρίκα μου, αν δεν χτυπούσε εκείνος ο εργάτης...
- Τι αφού και ξαφού, το χρέος πληρώθηκε. Ασε με ήσυχη επιτέλους!...
* Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο του Γ. Σ. με τίτλο «Αφήστε με ήσυχο...», που θα εκδοθεί προσεχώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου