Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ: Πείνα

Πείνα

Παπαγεωργίου Βασίλης
Μπήκε ο χειμώνας του '41 φουριόζος και δυνατός. Νεκρώσανε οι δρόμοι. Νέκρωσε η αγορά. Η Θεία Λειτουργία δεν ακούγεται στις παγωμένες εκκλησίες και τα καντήλια είναι σβηστά. Στην ξώπορτα πεσμένοι πληθαίνουν οι ζητιάνοι.
Το κρύο και ο τρόμος. Η πείνα... η πείνα, η απλυσιά και η κάθε λογής δυστυχία, σ' ένα μεγαλείο εφιαλτικό, σε μια ενότητα ασίγαστη, σε μια άμιλλα συμφοράς και καταστροφής. Ποια να κουρελιάσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ποια να χτυπήσει πιο πολύ, ποια να βαθυταπεινώσει...! Εξαθλίωση σπέρνεται και φυτρώνει, θεριεύει και σκορπά θάνατο. Φαΐ δεν υπάρχει. Σαπούνι δεν υπάρχει. Ζεστασιάς χαμόγελο κι ελπίδας δεν υπάρχει.
Τα σχολεία κλειδωμαντάλωσαν. Τα βιβλία κλείσανε και γίνανε προσάναμμα σε φευγαλέα φωτιά...! Το παιχνίδι πέθανε.
Τώρα κυκλοφορούμε με το τενεκάκι στο χέρι και το κουτάλι στη βρακοζώνα...! Τώρα κυκλοφορούμε με την ξεχειλωμένη κάλτσα στο κουρεμένο - για να αποφύγουμε τις ψείρες - κεφάλι και τη λινάτσα στα σκεβρωμένα μας ποδάρια. Δεν τρέχουμε, δεν κυνηγάμε τα τραμ. Δεν καβγαδίζουμε. Γέρνουμε με τις ώρες στην ουρά για το συσσίτιο. Εκεί κι έτσι, περνάμε τον καιρό μας. Δε μιλάμε, δεν αντιδικούμε. Περιμένουμε... μόνο περιμένουμε. Με μια ευχή, να φτάσει λίγο ζουμί κι ως εμάς. Λίγος χυλός από μπομπότα. Πέντε φασόλια σε μια κουταλιά νερόβραστου ζουμιού. Λίγο πλιγούρι.
Μόλις τα καταφέρουμε. Σα γεμίσει το τενεκάκι, καθόμαστε απόμερα, προφυλαγμένοι από το βοριά, προφυλαγμένοι από θεούς και δαιμόνους, προφυλαγμένοι από κάθε λαίμαργο βλέμμα και το κουταλίζουμε αρπακτικά. Κρύο είναι; Ζεστό είναι; Δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Ενα πράγμα μόνο έχει σημασία. Να χορτάσεις...! Η πείνα όλο και θεριεύει. Σου λιανίζει τα σωθικά και σε γυμνώνει. Βαθουλώνει το μάτι και σβήνει τη λάμψη του. Είναι ένα αίσθημα τρομακτικό, σπαρακτικό, αβυσσαλέο, απερίγραπτο...! Σου θολώνει το μυαλό και σου καταδυναστεύει τη σκέψη. Σε αιχμαλωτίζει συνειδησιακά και υπαρξιακά σε μια μόνο αποπροσανατολιστική, μα πανανθρώπινη κατεύθυνση. Να ζήσεις. Να αυτοαμυνθείς. Να κρατηθείς. Να επιβιώσεις.
Αρπάζεσαι από το ξεραμένο χορτάρι. Την τσουκνίδα, την μολόχα, τ' αγριόχορτα... Ξεθάβεις ρίζες με τα νύχια, με τα δόντια, με ό,τι βρεις. Για ένα κοτσάνι, για μια παραπούλα, για ένα φύλλο από ρεπάνι, από παντζάρι, ρόκα, κάρδαμο κι αντράκλα. Χώνεσαι στα σκουπίδια και σκαλίζεις. Μια φλούδα από πατάτα, μια λεμονόκουπα.
Τα κατοικίδια ζώα έχουν εξαφανιστεί. Παίρνουνε τα έντερα από ψόφια άλογα και φοράδες και τα κάνουνε «ματσίτες» σα λουκάνικα, σα σαλάμια από σκοτωμένο αίμα.
Η πείνα όλο και αυγατίζει. Η πείνα γεννοβολά την πείνα. Σου λιανίζει τα πόδια και σου πρήζει την κοιλιά, σου βαθαίνει τη σάρκα στα σχηματισμένα κόκαλα. Βγάζει ένα παχύ χνούδι στο κιτρινισμένο δέρμα, το γιομίζει με ρυτίδες και σκισίματα και κάνει γέρο εκατό χρονών ένα αγόρι στα οχτώ του.
***
Η γη δεν πρασίνισε εκείνο το χειμώνα.
Λίγες σταφίδες ακριβοπληρωμένες και χαρούπια για όλες τις δουλειές. Αλεύρι από κοπανισμένο χαρούπι. Αλεύρι από το κοπανισμένο κουκούτσι του. Το περίφημο κουκουτσάλευρο. Σούπα και μαλακτικό. Καταπραϋντικό και χορταστικό. Εχει ένα χρώμα καφεκάστανο και μοιάζει με κόλα. Εχει μια γεύση ξεραμένου ξύλου και κολλά στα δόντια, στα ούλα, στο λαρύγγι. Σε πιάνει όμως. Σου λαδώνει το έντερο... Σου γλυκαίνει την αναγούλα και σε στηρίζει... Καβουρντίζουμε τα κουκούτσια στο τηγάνι και το κοπανάμε στο γουδί με το γουδόχερο να γίνουνε καφές. Τα κάνουμε γλυκό με χαρουπόμελο και δυο σπυριά σουσάμι.
Η πείνα όμως είναι αρπακτικό πουλί. Η πείνα είναι θεόρατη και δεν πολεμιέται. Αντανακλά παντού. Στα λόγια και τα έργα, στη σκέψη, στο λογισμό και το συναίσθημα. Σου τρογανίζει τα μηνίγγια. Είναι τρόπος ζωής. Υπάρχει σαν κατάσταση και πλανιέται σαν ήχος στον αγέρα.
-- Πεινάω... πεινάω, πεινάω, καλές κυρίες μου!
Ανθρωποι κάθε ηλικίας γυρίζουν στους δρόμους και τα σοκάκια. Γυρίζουν σε κάθε γειτονιά. Δεν ξέρουν λέξεις πολλές. Δεν μιλάνε για θεούς και συγχωρεμένες ψυχούλες. Δεν δίνουνε ευχές. Μια μόνο λέξη που ο αντίλαλός της τρυπάει το μεδούλι... Πεινάω...!
Δεν περπατάνε πια. Τρικλίζουν. Σκυφτοί, με το βλέμμα χαμηλωμένο και το τενεκάκι συντροφιά σε ό,τι προκύψει.
Οι εργαζόμενοι πάνε στις λίγες φάμπρικες που δουλεύουν. Για ένα πιάτο χυλό. Μόνο για ένα πιάτο χυλό... Τα λεφτά που παίρνουν, πρέπει να τα ξοδέψουν εκείνη την ώρα, αν βρουν ν' αγοράσουν κάτι. Την άλλη μέρα δεν έχουν καμιά αξία. Τα καταπίνει ο πληθωρισμός.
Δισεκατομμυριούχοι όλοι. Με λεφτά που γράφουν νούμερα και μηδενικά, χαρτιά χωρίς αξία.
***
Η πείνα... το κρύο... η βρωμιά...
Ο ήλιος πού να γελαστεί να ξεμυτίσει. Βγαίνουν σαν τα σαλιγγάρια. Πιάνουν τις μάντρες και τις εξωτοπιές. Πάνω σε ρίζες, πάνω στο ξεραμένο χορτάρι, δίπλα σε γκωνάρια. Βγάζουν τους σκούφους να δει ο ήλιος το κεφάλι, να λιαστεί. Πετάνε τις λινάτσες από τα ποδάρια, τα λιγδιασμένα πανωφόρια, τα ψειριασμένα τρύπια εσώρουχα. Αρχίζει το ψείρισμα, σπονδή στον ήλιο, σε μια προσπάθεια ατέλειωτη κι ηδονική. Ξύνουν το κεφάλι με μανία να ματώσει, τη ράχη, τα πλευρά, τις αμασκάλες, τα σκελετωμένα πόδια και μεριά...
Εκείνο που θα συλλάβουν, το φέρνουν ανάμεσα στα νύχια κι απολαμβάνουν με ευχαρίστηση το χαρακτηριστικό «τσακ» της σκοτωμένης ψείρας. Την πιάνουν ύστερα με τα δυο τους δάχτυλα και την πετούν «αφ' υψηλού» στο χώμα μ' ένα αίσθημα ικανοποίησης.
Αναδιπλώνονται και σηκώνουν το βλέμμα στον ήλιο... Γεύονται τη ζεστασιά του, τη μεγαλοσύνη, το αρχοντιλίκι του. Τεράστιος αυτός, πριν προλάβει να βασιλέψει, ν' αγκαλιάσει τον κόσμο όλο, να του δώσει ζωή, να του δώσει ελπίδα.
***
Δάσος γύρω από την Αθήνα δεν έχει μείνει. Δέντρα χρόνων, πνεύμονες ζωής, στολίδια της φύσης, χαρά του τόπου, πέφτουν ανελέητα χτυπημένα από τον μπαλτά και το τσεκούρι. Κομμένα από το πριόνι. Στοιβάζονται στα κάρα, στα καρότσια, στις ράχες. Ερήμωσε η Πάρνηθα, η Πεντέλη, το Αιγάλεω και ο Υμηττός... Μόλις σουρουπώνει κατεβαίνουν φορτωμένα από το βουνό, ενώ τους παραμονεύουν οι κατακτητές για να τ' αρπάξουν.
Παλιοσάνιδα, κόντρα πλακέ, ό,τι μπορεί να καεί, ό,τι μπορεί να ζεστάνει. Μαυρίσανε τα σπίτια από την καπνιά. Καρφί δεν καιγόταν σε κανέναν. Κανείς δεν ξεχώριζε, κανείς δεν είχε νόμο δικό του. Ο νόμος της επιβίωσης, ο νόμος της ζωής είναι ένας, δεν έχει σημασία, αν καμιά φορά κατακτιέται με μέσα όχι και τόσο τίμια. Ατσίδες ανέκαθεν έβγαζε ο τόπος. Τώρα η παραγωγή αυγάτισε... «Πενία τέχνας κατεργάζεται...» λέγανε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι...!!!
(Από το βιβλίο μου «Συνοικισμός Χαροκόπου»)
Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
3/7/2005
-- Τα ξερά βύσσινα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου