Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Τίτος Κοκκινέας: Ξημέρωνε '45


Παπαγεωργίου Βασίλης
Ξημέρωνε 1945. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, βράδυ.
Περιμέναμε απ' την Αθήνα τον πατέρα!
Εμενε στους πρόποδες, στα Τουρκοβούνια, σε συγγενικό σπίτι. Μετά την απελευθέρωση και τα πανηγύρια, έφυγε από δω, το κτήμα των πεθερικών του, το Μερολίθι Φιλιατρών, να δώσει εξετάσεις στη Νομική. Εκεί είχε «πετύχει», προπολεμικά, πριν στρατευτεί και τραυματιστεί, πολεμώντας τους Φασίστες, στην Αλβανία. Τούχε τηλεγραφήσει η μάνα μου «ΣΤΑΥΡΟ ΕΛΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΕΔΩ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΟΥΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥΣ - ΕΑΜΙΤΕΣ». Και αυτός την ίδια μέρα απάντησε: «ΕΡΧΟΜΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ».
Μα η ώρα είχε περάσει. Το τρένο είχε έλθει. Κι αυτός δε φαινόταν. Μας ζώσανε τα φίδια. Τι έγινε; Τι τούτυχε; Γιατί δεν ήρθε; Την χαρά της προσμονής τη διαδέχτηκε ο φόβος κι η αγωνία...
* * *
Νηστικός και κουρασμένος μετά από 11 ώρες ταξίδι, με τη φορτηγο-εμπορο-επιβατική αμαξοστοιχία, έφτασα Κυπαρισσία. Οι δικοί μου με περιμένουν στο κτήμα. Αφησα πίσω μου τα «Δεκεμβριανά» της Αθήνας σε κακή εξέλιξη. Με δυναμική επέμβαση και υπεροπλία Αγγλων, στηριγμένων σε μαύρους, Ινδούς και άλλους των αποικιών τους, με τανκς, θωρακισμένα, αεροπλανοφόρα, αεροπλάνα, πλοία, που με τα κανόνια τους μας βομβάρδιζαν απ' τα Φάληρα, αποσπασμένα από την απόβαση της Ιταλίας, μα και ξαναοπλισμένων ταγματασφαλιτών, Χιτών, και άλλων προδοτών - δολοφόνων που έκαψαν, σκότωσαν, ρήμαξαν, βίασαν το λαό μας, για λογαριασμό των Ναζί και των άλλων κατακτητών μας, τα προηγούμενα τριάμισι χρόνια της τριπλής κατοχής μας. Λένε πως οι Αγγλοι τους έδωσαν συγχωροχάρτι, που έγραφε πως τάχα, με δική τους διαταγή, πολεμούσαν το Λαό μας στο πλευρό... των Ναζί! Πως ήτανε δηλαδή... Αγγλοι πράκτορες!
Ετσι όταν οι «σύμμαχοι» θα κέρδιζαν τον πόλεμο, πατώντας πάνω στα τουλάχιστον είκοσι εφτά εκατομμύρια νεκρούς της Σοβιετικής Ενωσης, αυτοί θα ξανάφερναν την Αγγλοαμερικανική «Δημοκρατία» τους, με εγγυητή το βασιλιά τους! Πράγματα άγνωστα σχεδόν για την Ελλάδα. Για τους Αγγλους όμως όχι. Αυτό εφάρμοζαν στις αποικίες τους.
Εκαναν, πάντα, τους εχθρούς φίλους και τους φίλους - εχθρούς κάθε τόσο. Κατά περίσταση. Διαίρει και βασίλευε δηλαδή. Δε σεβάστηκαν ούτε το αίμα τους, τους Εγγλέζους στρατιώτες, ναύτες, αεροπόρους, σαμποτέρ και κατασκόπους που πρόδωσαν, έπιασαν, βασάνισαν απάνθρωπα και σκότωσαν αυτά τα προδοτικά κτήνη των κατακτητών τότε !!
...Εκεί που τα σκεφτόμουν όλ' αυτά, και το πώς θα πήγαινα 10 χιλιόμετρα πορεία, με τις χαρτονένιες βαλίτσες, μες στην νύκτα, αφού δεν υπήρχε εκεί ούτε κάρο, τον είδα!
Συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο. Ντυμένος χακί. Ανθυπολοχαγός - μεσανατολίτης. Εκεί πολέμησε το φασισμό στην Κατοχή. Και τώρα ήρθε ενάντια στο λαό του, όπως τον πρόσταξαν οι Αγγλοι. Για το «κυβέρνα Βρετανία». Με είδε και αυτός.
-- Σταύρο! Με φώναξε. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε δακρυσμένοι.
-- Επέζησες;
-- Επέζησα!
Χαρήκαμε γι' αυτό. Ούτε στιγμή δεν σκεφτήκαμε ότι είμαστε τώρα σ' αντίθετα στρατόπεδα! Είχε στρατιωτικό τζιπ. Μ' αυτό με πήγε στα Φιλιατρά. Να δω τον πατέρα μου, που ζούσε εκεί.
Σαν τον είδα, στεκότανε καλά, παλικάρι, ο πατέρας μου στα 48 του χρόνια, τον Ανθυπολοχαγό τον κέρασα στην πλατεία μια πάστα. Για το ευχαριστώ που μ' έφερε μέχρι εδώ.
Είπαμε μικρή περίληψη απ' τις περιπέτειες του πολέμου και της Κατοχής. Σε μια στιγμή, βλέποντας την αγωνία μου για τους δικούς μου, μου λέει:
-- Ελα να σε πάω στο Μερολίθι
-- Ναι του απάντησα, με περιμένουν. Αργησα. Θάχουν τρομάξει!
***
- Ηλθε, ήλθε, άκουσα την μητέρα μου. Πεταχτήκαμε όλοι πάνω. Φιλιά, αγκαλιές, ανείπωτη χαρά για τον ερχομό. Αφού συνήλθαμε λίγο, η μαμά μου του λέει:
-- Πάμε στο κατώι να σε λούσω και να σε πλύνω, στη σκάφη. Ο «θερμός» κρυώνει.
Πήγαν. Επάνω ακούγαμε εμείς τα γέλια τους, τις χαρούμενες φωνές τους και το νερό πούτρεχε στη σκάφη.
-- Αχ, με ζεμάτισες, φώναζε ο πατέρας
-- Μαρτύρησε, αν πήγες με καμιά στην Αθήνα, του φώναζε η μητέρα μου ...τάχα.
Σκάσαμε στα γέλια όλοι μας τότε: Οι γονείς μου, ο παππούς, η γιαγιά και γώ, τόσο δα πιτσιρίκι τριών χρόνων σχεδόν.... Μόλις μας έπαιρνε ο ύπνος, ακούσαμε τις φωνές τους:
-- Σταύρο Κοκκινέα, βγες έξω! είχανε ζώσει το σπίτι.
Πετάχτηκε πρώτος ο παππούς μου στο χαγιάτι.
-- Ποιοι είσαστε, τι θέλετε;
-- Θέλουμε τον Σταύρο Κοκκινέα!
Ητανε άγριοι, ξένοι οι τέσσερις. Τους Χίτες τους δικούς μας τους πήγαιναν αλλού, σε άλλες πόλεις. Και σε μας έφερναν ξένους. Να μη γνωρίζουν. Να μην έχουν συγγενείς και φίλους. Για να χτυπούνε. Να σκοτώνουν. Πέμπτος ήταν ο αγροφύλακας της περιοχής. Αυτός ήξερε στην εξοχή το σπίτι μας. Αυτός τους οδήγησε μέχρι εδώ. (Αργότερα στον Εμφύλιο σκοτώθηκε ο αγροφύλακας. Για τους άλλους δεν ξέρουμε).
***
Κατάλαβα, με ζητούσαν.
-- Ερχομαι, φώναξα.
Αστραπιαία φόρεσα παντελόνι, σακάκι. Εκανα να βγω. Την πόρτα του δωματίου την έκλεινε με το σώμα του ο πεθερός μου. Μου φώναξε σιγανά:
- Πού πας; Το σπίτι είναι άσυλο. Δεν έχουν το δικαίωμα ν' ανέβουν...
Δε με άφηνε να βγω. Παλέψαμε, σχεδόν για να μ' αφήσει. Το ίδιο και στην εξώθυρα του σπιτιού, εγώ τούλεγα βιαστικά:
-- Ασε με να βγω! Εχω γυναίκα και παιδί! Δεν ξέρουν από άσυλο «αυτοί».
Βγήκα. Με σημάδευαν με τα όπλα τους.
-- Εγώ είμαι παιδιά, τι με θέλετε; τους φώναξα κατεβαίνοντας τη σκάλα.
-- Θα σε πάμε στον αρχηγό μας. Κάτι θέλει να σου «πει».
Με ψάξαν μήπως οπλοφορώ. Με βάλαν στη μέση. Προχωρούσαμε από τη μαΐστρα (το μονοπάτι) για τη δημοσιά Κυπαρισσίας - Φιλιατρών. Είχανε δυο φακούς εγγλέζικους και φώταγαν:
Ξαφνικά βλέπουμε ένα λαδοφάναρο. Κάποιος το κρατούσε κι ερχόταν από την Δημοσιά. Σταμάτησαν. Του φώναξαν:
-- Στάσου εκεί που είσαι.
-- Μην κουνηθείς.
-- Ποιος είσαι; Πού πας;
Στάθηκε. Τους φώναξε:
-- Δικός σας είμαι! Ελάτε να σας πω.
Τρέξαν προς το μέρος του με «προτεταμένα» τα όπλα. Αφησαν να με φυλάει ένα παιδάκι 15-16 χρονών με μια ιταλικιά «αραβίδα». Με σημάδευε. Φοβόταν. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς κρατούσε το όπλο. Ετσι νάκανα το αφόπλιζα. Μα σκέφτηκα τους δικούς μου που άφησα στο σπίτι. Μόλις έφτασαν το «λαδοφάναρο» άκουσα που τους φώναξε:
-- Μην τον πειράξετε! Είναι καλός άνθρωπος! Αφήστε τον! Αν δεν ήταν αυτός, θα είχαμε πολλούς σκοτωμούς στα Φιλιατρά.
-- Καλά. Ξέρουμε τι θα κάνουμε, γύρνα πίσω! πρόσταξαν
Το λαδοφάναρο έκανε μεταβολή και έφυγε πίσω. Ξαναγύρισαν. Προχωρήσαμε. Βγήκαμε στο Δημόσιο δρόμο προς τα Φιλιατρά.
Το λαδοφάναρο, βλέποντας πως δεν με άφησαν άρχισε να κινείται και πάλι προς τα εμάς. Το είδαν. Γύρισαν τα όπλα τους προς τα εκεί και πρόσταξαν άγρια:
-- Αλτ! 'Η γυρνάς τώρα πίσω ή σου ρίχνουμε! Κι έτσι υποχώρησε οριστικά το κλεφτοφάναρο!
Βαδίσαμε ενάμιση χιλιόμετρο σιωπηλοί. Στη στροφή του δρόμου προς το ποτάμι του Στόμιου τους ρώτησα :
-- Πού πάμε; Πού είναι ο αρχηγός σας;
-- Εδώ είναι! Φτάσαμε! Φώναξαν άγρια. Και αγριότερα ένας:
-- Λέγε. Τα έγγραφα που έφερες από την Αθήνα στα Φιλιατρά πού πήγες, πού τα έδωσες;
-- Ποια έγγραφα; Πρωτοχρονιά ήρθα να κάνω με τους δικούς μου. Στα Φιλιατρά μόνο τον πατέρα μου είδα για 2 λεφτά.
(Ο πατέρας μου ήτανε βασιλικός. Είχε πάρει στη Μάνη με τους φίλους του, τους «γκράδες» (όπλα) εναντίον του Βενιζέλου υπέρ του βασιλιά. Κι αυτό το ήξεραν. Αντί για άλλη απάντηση άρχισαν να με χτυπούν. Αλύπητα. Μου έσπασαν πάνω μου και τις δυο μαγκούρες που είχαν. Μόλις έσπασε και η δεύτερη μαγκούρα πάνω μου, αυτός που την κρατούσε λύσσαξε. Αρχισε να μου τρυπάει τα πλευρά με το σπασμένο κομμάτι της. Επεσα αιμόφυρτος κάτω. Τότε άκουσα να φωνάζει άγρια ένας:
-- Γ... το Χριστό σας, Γ... την Παναγία σας. Δεν είπαμε όχι στο κεφάλι ρεεε.
Αυτός που είχε σηκώσει το κοντάκι του όπλου του, για να μου ανοίξει στα δυο το κεφάλι, να με σκοτώσει, τότε με χτύπησε με όλη του τη δύναμη δυο φορές χιαστή, στην πλάτη.
Κάνοντάς μου ένα μεγάλο μαύρο Χ (επειδή ήτανε Χίτες), που το είχα για μήνες. Τόση ήταν η δύναμη του όπλου που με χτύπησε που η μια άκρη του κοντακίου χτύπησε κάτω και έσπασε το κοντάκι!! (Εκανα αιμόπτυση από το χτύπημα αυτό). Τότε έχασα τις αισθήσεις μου. Με άφησαν και έφυγαν. Αργότερα σκέφτηκα πως θα με είχανε σκοτώσει. Αλλά μέχρι τότε κτυπούσαν μόνο όλους όσους αντιστάθηκαν με κάθε τρόπο στον κατακτητή και τους συνεργάτες τους στην Κατοχή, γιατί δεν είχε έλθει ακόμα η «Βάρκιζα». Ο ΕΛΑΣ είχε ακόμα τα όπλα, και τον φοβόντουσαν. Μετά τη Βάρκιζα άρχισαν να σκοτώνουν αδιάκριτα κάθε Αντιστασιακό.
Συνήλθα απ' τα χτυπήματα μετά από ώρα. Γύρισα στο σπίτι περπατώντας κουτσά-στραβά πότε με τα δυο, πότε με τα τέσσερα. Το ένα παπούτσι μου το έχασα όταν με χτυπούσαν. Εψαξα σαν συνήλθα, αλλά δεν το βρήκα! Ετσι περπάταγα και ... μονοσάνδαλος !

2 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ!!ΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ!!
    ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΣΑΣ!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή