Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Ερνεστ Χέμινγουεϊ: Η αισθητική του κυνηγού, η ασκητική του πυγμάχου


Μια διαλεκτική του τραύματος και της επούλωσης

ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΕΡΤΖΕΣ
Ερνεστ Χέμινγουεϊ: Μια ζωή σαν μυθοπλασία
Μετάφραση: Κωστής Καλογρούλης
Εκδόσεις: Καστανιώτης, Σελίδες 151
Ο Άγγλος Άντονι Μπέρτζες (1917-1993) δεν είναι γνωστός τόσο ως καθηγητής της αγγλικής λογοτεχνίας όσο ως συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, ανάμεσα στα οποία και «Το κουρδιστό πορτοκάλι», που του πρόσφερε διεθνή φήμη. Καρπό του συνδυασμού των ιδιοτήτων του ως καθηγητή της λογοτεχνίας, από το ένα μέρος, και ως μυθιστοριογράφου, από το άλλο, αποτελεί η συγγραφή της βιογραφίας τού Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Στη βιογραφία ο κριτικός και ερμηνευτής των ξένων μυθοπλασιών οφείλει να καθορίσει και να ελέγξει τη σχέση του με τον μυθοπλάστη: θα περιορίσει ο καθηγητής τον μυθιστοριογράφο ή θα τον αφήσει ελεύθερο και δεν θα φοβηθεί τη συνεργασία του με αυτόν; Σε συνέντευξη που ο Μπέρτζες έδωσε μέσω ανταλλαγής επιστολών με τον Τζον Κάλιναν έξι χρόνια πριν γράψει τον «Χέμινγουεϊ», δίνεται μια έμμεση σχετική απάντηση μέσα από τη διαπίστωση πως «Η βιογραφία αποτελεί πολύ δύσκολο έργο, επειδή δεν αφήνει περιθώριο για επινόηση».
  • Η φαντασίωση του ελέγχου της μυθοπλασίας
Όποια, πάντως, από τις δύο και αν είναι η επιλογή του, η εμπλοκή του μυθοπλάστη στο έργο του κριτικού είναι αναπόφευκτη, αφού ακόμη και η πιο καθαρή από περιγραφικά -άρα αφηγηματικά- στοιχεία κριτική ανάγνωση αποτελεί μια δευτερογενή μυθοπλασία, μια περιγραφή της αρχικής μυθοπλασίας σε μια γλώσσα διαφορετική από εκείνη με την οποία έχει γίνει η εκφορά της αρχικής: αυτή η (επανα)περιγραφή ουσιαστικά αποτελεί μια αφήγηση που χρησιμοποιεί διαφορετική γλώσσα και συγκροτεί τα σχήματα της πλοκής της στο επίπεδο της αλληλεπίδρασης όχι προσώπων, πράξεων και σκηνικών, αλλά εννοιών.

Στο συγκεκριμένο, ωστόσο, βιβλίο του Μπέρτζες δεν έχουμε μια κριτική ανάγνωση του έργου τού Χέμινγουεϊ, αλλά μια βιογραφία του, δηλαδή μια κριτική ανάγνωση όχι ενός έργου αλλά μιας ζωής που περιλαμβάνει αυτό το έργο. Είναι, επομένως, αυτονόητο πως η αναπόφευκτη ροπή της κριτικής ανάγνωσης του λογοτεχνικού έργου προς μια (δευτερογενή) μυθοπλασία είναι δραματικά ισχυρότερη στην προσπάθεια ανάγνωσης της ζωής του λογοτέχνη. Από αυτή την άποψη, η επιτυχία μιας βιογραφίας στην πραγματικότητα αποτιμάται σύμφωνα με τον βαθμό στον οποίο η παρουσίαση του βίου συγκροτεί μια μυθοπλασία αξιόπιστη και συνεπή ως προς την αξιοποίηση των δεδομένων, και ολοκληρωμένη ως προς την οργάνωσή τους σε μια ιστορία που διεκδικεί τη σημασία της πέρα από την εξασφαλισμένη παρουσία μιας γέννησης κι ενός θανάτου.

Η βιογραφία, επομένως, είναι ένα κράμα κριτικής και μυθοπλασίας. Σε αυτό το κράμα υπάρχει κάποιος από τους δύο συντελεστές που κυριαρχεί; Και αν υπάρχει, ποια από τις δύο φωνές ακούγεται δυνατότερα; Ποιος από τους δύο λόγους αποδεικνύεται πιο αποτελεσματικός στην παρουσίαση της ζωής ενός πεζογράφου που έφτιαχνε μυθοπλασίες όχι μόνο στο έργο του αλλά και στη ζωή του;
  • Οι μυθοπλασίες της ζωής και οι μυθοπλασίες της λογοτεχνίας
Ο Μπέρτζες οργανώνει και αναπτύσσει τη βιογραφία του στη βάση του εντοπισμού δύο αξόνων στη μυθοπλαστική δραστηριότητα του Χέμινγουεϊ: πρόκειται για τη μυθοπλασία του έργου του και για τη μυθοπλασία της ζωής του. Αυτή η οργανωτική αρχή παρουσιάζεται ήδη με τον υπότιτλο («Μια ζωή σαν μυθοπλασία») και αποδεικνύεται λειτουργική σε δύο επίπεδα: (1) στη νομιμοποίηση της χρήσης βιογραφικών πληροφοριών που δεν προκύπτουν από αρχειακή έρευνα, αλλά από μαρτυρίες του βιογραφούμενου (οι οποίες συχνά ανταγωνίζονται σε μυθοπλαστική τόλμη τα αφηγήματά του), και (2) στην αιτιολόγηση και νομιμοποίηση της βιογραφικής κράσης κριτικής και μυθοπλασίας που περιγράψαμε προηγουμένως.

Ο άνθρωπος Χέμινγουεϊ δεν είναι γνωστός από επιστολές και ημερολόγια, αλλά από ιστορίες που ο ίδιος έλεγε και στη συνέχεια ανακυκλώνονταν από τρίτους. Με αυτές τις ιστορίες ήθελε να δώσει στην εικόνα του μεγαλύτερες μυθικές διαστάσεις από εκείνες που είχε ήδη δημιουργήσει, όχι με τις φανταστικές αλλά με τις πραγματικές δραστηριότητές του ως εξαιρετικού κυνηγού (σαφάρι στην Αφρική), ψαρά (στις θάλασσες της Κούβας), πυγμάχου (ερασιτέχνη, αλλά μαχητικού), αντάρτη (Εμφύλιος Ισπανίας), άφοβου πολεμικού ανταποκριτή (Β' Παγκόσμιος). Οτι διέφερε από την τυπική εικόνα του λογοτέχνη -ή ότι από μια άποψη την υπερέβαινε- ήταν γεγονός: ήταν σωματώδης, δυνατός, ωραίος, ριψοκίνδυνος. Η προσπάθειά του, όμως, να διευρύνει αυτή τη διαφορά και να την προεκτείνει προς την κατεύθυνση του μύθου με καυχησιολογίες (όπως εκείνη της ερωτικής του περιπέτειας με τη Μάτα Χάρι) δεν ήταν απλώς περιττή αλλά και λανθασμένη, επειδή τελικώς είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς συχνά τον εμφάνιζε ανασφαλή και γραφικό.

Ο Μπέρτζες, αξιολογώντας τους καρπούς των δύο δραστηριοτήτων του Χέμινγουεϊ ως μυθοπλάστη του έργου του αλλά και της ζωής του, εκτιμά πως το δημιούργημα της δεύτερης είναι κατά πολύ κατώτερο από εκείνο της πρώτης. Απέναντι στη μυθοπλασία του έργου είναι θετικός, ενώ απέναντι στη μυθοπλασία της ζωής δείχνει αρνητικός. Η διαφορά οφείλεται στο κριτήριο που επιλέγει, που είναι υφολογικό -το ύφος αποτελεί την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στις δύο μυθοπλασίες: σε εκείνη του έργου είναι άμεσο, απερίτεχνο, λιτό, κάνοντας την αφήγηση ένα εκφραστικό μέσο, όχι εγκεφαλικό και πομπώδες, αλλά φυσικό. Αντιθέτως ή αντίστοιχα, το ύφος της μυθοπλασίας της ζωής το θεωρεί υπερβολικό και άξεστο.

Ο Μπέρτζες δεν κατόρθωσε ή, μάλλον, δεν προσπάθησε, άρα δεν θέλησε να γεφυρώσει τις δύο μυθοπλασίες και με τον τρόπο αυτόν να γράψει μια βιογραφία που θα ισοδυναμούσε με μια αποκατάσταση της ενότητάς τους. Αν το επιχειρούσε, ίσως κατέληγε σε μια ολική περί Χέμινγουεϊ μυθοπλασία, οπότε θα συνέχιζε και θα ολοκλήρωνε εκείνο που ο ίδιος ο βιογραφούμενος θέλησε να κάνει με το έργο, αλλά κυρίως με τη ζωή του. Αυτό θα αποτελούσε μια υπέροχη επινόηση - αλλά ο Μπέρτζες δεν ήθελε να αφήσει περιθώρια στην επινόηση... Κάποιος, ωστόσο, που αυτό το περιθώριο δεν το φοβάται, αλλά το διεκδικεί, θα μπορούσε να δώσει ένα περίγραμμα της ένωσης των δύο μυθοπλασιών, όπως το παρακάτω:

Τραυματισμοί και λογοτεχνικά έργα ή, αλλιώς, τραύματα και επουλώσεις: αυτές ήταν οι δύο κατηγορίες των γεγονότων της ζωής του - μοιραία συνέπεια της επικίνδυνης ζωής και της ροπής προς την αφήγηση. Το τραύμα -ως έμβλημα της οριακής εμπειρίας- τροφοδοτούσε τη μυθιστορηματική μυθοπλασία, και αυτή επούλωνε το τραύμα. Αν όμως ο ψυχισμός του δεν ήταν αυτός που τόσο προκλητικά δειχνόταν, δεν αποκλείεται -από ένα σημείο, τουλάχιστον, και μετά- να συνέβαινε και το αντίστροφο: η μυθοπλασία να προετοίμαζε το τραύμα, και το τραύμα να «άνοιγε» τη μυθοπλασία, δηλαδή ως εμπειρία να την έκανε λιγότερο διανοητική και περισσότερο σωματική.

Και στις δύο φάσεις η διαλεκτική τραύματος και μυθοπλασίας εξελίχτηκε ως διαδοχή των δύο καταστάσεων, για να καταλήξει στη σύμπτωση/ταύτισή τους, κάτι που εξωτερικά εκδηλώθηκε με το γεγονός της αυτοκτονίας με κυνηγετικό όπλο σε ηλικία 62 ετών. Με την ιδέα της αυτοκτονίας και με την εκτέλεσή της, για πολύ λίγο και λίγες στιγμές πριν από το θάνατο, οι δύο μυθοπλασίες του Χέμινγουεϊ έφτασαν -όχι μάλλον ως συνειδητοποίηση αλλά ως πράξη ή, έστω, ενέργεια, δηλαδή ως κίνηση συμβολική- στη μεγαλύτερη δυνατή σύγκλισή τους.

(Ηξερε πως χρωστούσε στη ζωή έναν θάνατο, και προσπάθησε να είναι συνεπής σε αυτήν, τουλάχιστον, την οφειλή. Πέρα όμως από τον αυτόβουλο θάνατό του, πρόλαβε να δώσει στη ζωή τις αντίστοιχες πληγές και ιστορίες του.)
  • ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ 
  • [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 21/07/2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου