Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Πέτρος Χάρης: Φώτα στο πέλαγος

Το μικρό νησί ζούσε ξεχασμένο κι από τους ανθρώπους κι απ’ το Θεό. Το είχαν ξεχάσει κι οι ξένοι στρατιώτες. Πήγαν και στο δικό του λιμανάκι τις πρώτες μέρες της σκλαβιάς, έβαλαν δυο μόνο άντρες καλά οπλισμένους, για φρουρά, σε λίγο τους πήραν κι αυτούς, κι άφησαν το μικρό νησί να πλέει ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό κι όλο στη θέση του να μένει.
- Βλέπεις, είμαστε σε άγονη γραμμή.
Έλεγαν όλοι κι εξηγούσαν την ερημιά του λιμανιού τους. Και δεν ήθελαν να σκεφτούν άλλο τίποτα. Μα και πώς να σκεφτούν; Μήπως είχαν έρθει οι άνθρωποι, τους είδαν, τους γνώρισαν, για να τους αγαπούν ή να τους αποστρέφονται; Διακόσιες πενήντα τρακόσιες ψυχές όλες όλες στο νησί, ένας ενωματάρχης, που ήταν η μεγάλη εξουσία, κι ένας τηλεγραφητής, που μίλαγε με τους ανέμους και με τα σύννεφα, τους έλεγε τι γίνεται στον άλλο κόσμο κι έμοιαζε με μάγο ή προφήτη.
Τα δυο τους καΐκια, στα ήσυχα χρόνια, κάτι πήγαιναν και πούλαγαν γύρω στα νησιά, έφταναν καμιά φορά κι ως τον Πειραιά, κάτι έφεραν. Μα τα καΐκια τώρα ήταν δεμένα. Κάπου κάπου, πολύ σπάνια κι αυτό, έκαναν μικρές εξόδους για ψάρι, γρήγορα όμως γύριζαν στο λιμάνι. Ερημιά στη θάλασσα, τόση ερημιά, που τρόμαζες. Ούτε καπνός, ούτε πανί, ούτε φτερό. Ήταν η αρχαία, η πολύ αρχαία θάλασσα, η θάλασσα πριν απ’ τον άνθρωπο. Μόνη, απέραντη κι ασκλάβωτη – την ημέρα. Και τη νύχτα, αυτή και το φεγγάρι ή αυτή και το σκοτάδι, σε μια συνομιλία σαν εκείνες, που έκαναν τις πρώτες ώρες της δημιουργίας τα στοιχεία και οι δυνάμεις του κόσμου και δεν τις έχει ακούσει αφτί ανθρώπου κι ακόμα ψάχνει η σκέψη του να βρει το νόημά τους.
Γρήγορα κατάλαβαν στο νησί πως θα πέρναγαν τον καιρό του πολέμου με ό,τι είχαν, με ό,τι έδινε η γη τους. Κι αν μπορούσαν να μάθουν τι γινόταν στην άλλη Ελλάδα, θα ’ταν ευχαριστημένοι. Βέβαια, δύσκολα θα τα κατάφερναν, θα τους έλειπε το ένα, θα τους έλειπε το άλλο, μα δε θα πέθαιναν από την πείνα. Η αρρώστια μόνο τους τρόμαζε. Μα και τον καιρό της ειρήνης, σπάνια προλάβαιναν τον άρρωστο που κινδύνευε. Το βαπόρι αργούσε να ξεκινήσει. Σκέπτονταν το μεγάλο έξοδο, δεν έπαιρναν αμέσως την απόφαση.
Μόνοι, λοιπόν, στο πέλαγος, μακριά απ’ τον πόλεμο, μακριά κι απ’ τους ανθρώπους. Αυτοί κι ο τηλεγραφητής. Αυτοί κι ο τηλεγραφητής που τους έλεγε κάθε τόσο τι ανήμερο θηρίο γινόταν ο άνθρωπος σε Δύση κα Ανατολή, στα μεγάλα και στα μικρά μέτωπα του πολέμου, κι ο θεός που τους προστάτευε κι ανάπαυε τα μάτια του στην ήσυχη ζωή τους. Ο ενωματάρχης ήταν πια χωρίς εξουσία. Και να ήθελε να φωνάξει, δεν μπορούσε, δεν είχε τη δύναμη. Έτρωγε κι αυτός το λίγο ψωμί του νησιού και δεν ξόδευε πια τις δυνάμεις του σε φωνές και φοβέρες. Σε λίγο έχασε την εξουσία του κι ο τηλεγραφητής. Κάτι έπαθαν τα σύνεργά του, έκλεισε το γραφείο του· έπαψε να είναι ο μάγος κι ο προφήτης. Είχε κοπεί κι η μόνη κλωστή που έδενε το νησί με τον άλλο κόσμο. Κι ήρθαν νύχτες, που τις γέμιζαν όνειρα παράξενα, κι ήρθαν μέρες που τα όνειρα τα εξηγούσαν οι πιο παλιοί και τα έκαναν μηνύματα για τον πόλεμο, για την πείνα για τη συμφορά που έπεσε.
Έπειτ’ από μήνες πολλούς, φάνηκαν πάλι οι ξένοι στρατιώτες. Λίγο έμειναν στο νησί, λίγα είπαν – δηλαδή τα είπε ένας δικός μας που τους ακολουθούσε και ήξερε τη γλώσσα τους – μια μόνο διαταγή άφησαν:
- Κανένα φως τη νύχτα! Ούτε τσιγάρο αναμμένο!
Ρώτησαν τον ενωματάρχη, που είχε λίγες κουβέντες μαζί τους. Δεν έμαθαν τίποτα. Ρώτησαν τον παπά, που τον καλημέρισαν. Πάλι τίποτα. Ρώτησαν το γραμματικό της κοινότητας, που παρουσιάστηκε και τους είπε πως «ο πρόεδρος είναι στο στρώμα». Λέξη. Με κλειστό στόμα ήρθαν, με κλειστό στόμα έφυγαν. Ωστόσο, είχαν μιλήσει: ο πόλεμος ήταν ακόμα στον τόπο. Θα ήταν βέβαια, και στον άλλο κόσμο, όπου στεριά, θάλασσα, όπου άνθρωποι…
Και τα όνειρα γέμιζαν πάλι τις νύχτες, την ημέρα χάριζαν την ελπίδα ή έφερναν τον πανικό, και το νησί περίμενε, όλο περίμενε, συνήθισε να περιμένει, κι έπαψε να ρωτάει ακόμα και τη θάλασσα, που, δεν μπορεί, αυτή πολλά θ’ άκουγε, πολλά θα ’ξερε, μα κράταγε σφαλισμένα τα χείλη της και δεν άφηνε να φανούν τα μυστικά της στα μεγάλα της μάτια, κι όταν ήταν γαλάζια κι ήρεμα, κι όταν έπαιζαν και γίνονταν πράσινα, κι όταν πολύ σκοτείνιαζαν από οργή.
Οι χειμωνιάτικες μέρες κύλαγαν γρήγορα, μα οι νύχτες δεν είχαν τέλος. Ακόμα και με τα όνειρα δεν είχαν τέλος, που δεν μπορούσαν να γεμίσουν τόσες ώρες, τις αργές ώρες της νύχτας του Δεκέμβρη και του Γενάρη. Τα μικρά σπίτια, μαζεμένα όλα μπροστά στο λιμάνι και γύρω τριγύρω, έμοιαζαν για σύναξη έτοιμη για κάθε δύσκολη ώρα. Και το λιμάνι έρημο. Λίγες βάρκες τραβηγμένες στην αμμουδιά, τα δυο καΐκια δεμένα, κι ο άνεμος, πότε λίγος και πότε δυνατός, σε συνομιλία ή σε συμπλοκή με τη θάλασσα και με τα κατάρτια τους.
Θα ’ταν η ώρα δέκα, ώρα πολύ προχωρημένη για το νησί, κι η αναταραχή τους βρήκε στο δεύτερο ύπνο. Τους ξύπνησε η καμπάνα της εκκλησιάς και σήμαινε με τρόπο που τους έλεγε:
- Σηκωθείτε! Τρέξτε! Τρέξτε γρήγορα!
Κι έτρεξαν όλοι, ντυμένοι και μισοντυμένοι, και βρήκαν ένα παλικάρι, ανεβασμένο στο καμπαναριό, να κάνει αυτόν τον ασύγκριτο συναγερμό:
- Ω, το θεότρελο!
Ήταν ο Βαγγέλης, ο «βλαμμένος» του νησιού, που ούτε σπίτι είχε ούτε ρούχα καλά καλά, και κοιμόταν πότε δω και πότε κει, και πότε ο ένας και πότε ο άλλος του ’διναν ένα κομμάτι ψωμί. Εκείνοι που ’φτασαν πρώτοι, όρμησαν οργισμένοι να τον κατεβάσουν και να τον μάθουν να κοιμάται ήσυχος τη νύχτα. Μα τους κράτησε ο παπάς, που ’τρεξε χωρίς ράσο και καλημαύχι:
- Μια στιγμή!
Και κοιτάζοντας ψηλά, στο καμπαναριό, πρόσταξε:
- Κατέβα, Βαγγέλη!
Κοίταξε κείνους που περίμεναν αγριεμένοι και γίνονταν όλο και περισσότεροι και δίστασε, μα κατέβηκε. Ο παπάς, με απλωμένο το χέρι, τους κράταγε:
- Τι έπαθες, Βαγγέλη;
- Καράβι, παππούλη, καράβι! Το είδα με τα μάτια μου, καθαρά το είδα, και σήμανα να το δουν κι οι άλλοι.
Δεν περίμεναν περισσότερα. Άφησαν το Βαγγέλη κι έτρεξαν στο λιμάνι. Μαζί τους κι άλλοι πολλοί που ξύπνησαν απ’ την καμπάνα κι έτρεμαν απ’ την αγωνία κι από το κρύο. Από πίσω ο παπάς κι ο Βαγγέλης.
Η σύναξη στο λιμάνι έγινε μεγάλη, όλο το χωριό. Κι όλο μάτια, μάτια νησιώτικα, που ξέρουν να ψάξουν τη νύχτα, προπάντων τη νύχτα της θάλασσας.
Ούτε ανάσα δεν ακουγόταν. Ήσυχη ήταν κι η θάλασσα, που μόλις πάλευε, λες και την ξύπνησε κι αυτήν η καμπάνα. Ήταν και το σκοτάδι πολύ, τόσο πολύ, και μια σπίθα μπορούσες να ξεχωρίσεις. Όμως τίποτα, ούτε αυτή τη σπίθα δεν έβλεπαν, όχι ολόκληρο καράβι, ολόκληρο φωτισμένο καράβι. Κοίταξε ο ένας τον άλλον, βεβαιώθηκαν πως δεν έκαναν λάθος, αγρίεψαν πάλι. Μα δεν ήταν μαζί τους μόνο ο Βαγγέλης. Ήταν κι ο παπάς, που ’ξερε πως με «βλαμμένον» είχε να κάμει.
- Πού βλέπεις το καράβι; τον ρώτησε με αυστηρότητα.
- Δεν το βλέπω πια, παππούλη.
- Και πού το είδες;
- Να, εκεί, παππούλη, εκεί.
Κι έδειξε στο βάθος αριστερά, στη γραμμή που ακολουθούσαν τα καράβια, όταν πέρναγαν στη χάση και στη φέξη από το νησί.
Κοίταξαν, προσπάθησαν να ξεχωρίσουν κάτι, μα πάλι δεν είδα τίποτα. Κι ο παπάς, που κατάλαβε πως μπορούσε να γίνει κακό μέσα στη νύχτα και στην οργή τόσων ανθρώπων, προσπάθησε να τον αθωώσει μπροστά τους:
- Το είδες καθαρά το καράβι ή σου φάνηκε; Ήσουνα ξύπνιος;
- Το είδα, παππούλη, το είδα σου λέω.
- Κι από πού το είδες;
- Από το μεγάλο παράθυρο της αποθήκης.
Ήθελε να πει: από το παράθυρο του μισογκρεμισμένου σπιτιού, όπου πέρναγε αυτό το χειμώνα ο Βαγγέλης.
- Και πώς το είδες; Τέτοιαν ώρα, δεν κοιμόσουνα;
- Δεν κοιμόμουνα, παππούλη. Και πιο σιγά:
- Μ’ έκοβε η κοιλιά μου, έχω να φάω από προχτές.
Δε χρειάστηκε περισσότερο την προστασία του παπά. Δυο δυο, τρεις τρεις, γύριζαν την πλάτη τους στη θάλασσα, έφευγαν, πήγαιναν να δουν στον ύπνο τους το καράβι, που δεν το είδαν ξύπνιοι από την ακρογιαλιά.
Δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα, κι η νύχτα γέμισε πάλι απ’ τις φωνές της καμπάνας. Δεν άφησαν όλοι το στρώμα τους. Μα όσοι σηκώθηκαν, έτρεξαν να πιάσουν το Βαγγέλη και να τον δέσουν πια. Όταν όμως έφτασαν στην εκκλησιά, έβλεπαν και δεν πίστευαν, άκουγαν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν.
- Το είδα, τους φώναξε απ’ το καμπαναριό ο Χρήστος, ένα γεροδεμένο παλικάρι, που ήταν απ’ τους καλούς εργάτες του χωριού και δεν είχε πολλά λόγια. Το είδα, και ήταν αρκετά μεγάλο καράβι, με πολλά, πολλά φώτα!
Ο Χρήστος δεν ήταν «βλαμμένος». Όταν όμως πήγε στο λιμάνι, μαζί με όσους ξύπνησαν κι έτρεξαν, και δεν είδε τίποτα, δεν είδε ούτε μιαν αχτίδα, λίγο έλειψε να χάσει το μυαλό του.
- Νεράιδες ήταν και πέρναγαν από μακριά, έβγαλε συμπέρασμα ένας γέροντας. Άντε τώρα, πάμε να κοιμηθούμε.
Μα ο Χρήστος δε σάλευε, δεν έπαιρνε τα μάτια του από τη θάλασσα, από το σκοτάδι. Κι αν δεν ήταν οι φίλοι που με τρόπο τον πήραν σε λίγο μαζί τους, θα ’μενε εκεί, στο μεγάλο σκοτάδι, ως το πρωί. Το είχε δει το καράβι, έπαιρνε όρκο, έβαζε το χέρι του στη φωτιά. Μπροστά στους άλλους χάθηκε το καράβι, δεν έβλεπε τίποτα, δεν ήξερε να πει πού ακριβώς το είδε.
Το πρωί κατάλαβε ο Χρήστος, πως το χωριό τον έβλεπε με άλλα μάτια. Καλά ο Βαγγέλης, του φάνηκε, ανέβηκε στο καμπαναριό, σήμανε. Μα ν’ ανέβει κι αυτός, να σημάνει κι αυτός! Δε θα το βάσταγε πολύ ο Χρήστος. Πριν περάσουν όμως δέκα μέρες, τον έσωσε ο Αυγουστής. Ανέβηκε κι αυτός στο καμπαναριό και χτύπησε κι αυτός την καμπάνα επάνω στ’ άγρια μεσάνυχτα. Όλοι ξύπνησαν πάλι, μα λίγοι έτρεξαν αυτή τη φορά. Κι ο Αυγουστής, που ήταν πεισματάρης, δεν έφυγε απ’ το ακρογιάλι ως το πρωί. Είχε δει το καράβι, και το καράβι αυτό δεν πέρναγε από μακριά, ερχόταν στο νησί, ερχόταν ολόισια στο λιμανάκι τους.
Στο νησί, άλλον «βλαμμένο» από το Βαγγέλη δεν είχαν. Δεν είχαν και φαντάσματα και νεράιδες. Και το καράβι ήταν το πρώτο φάντασμα που τάραζε τον ύπνο τους. Είπαν να το ξορκίσουν, να ρίξουν αγιασμένο νερό στο λιμάνι τους, να το στείλουν μακριά, πολύ μακριά, σε άλλες θάλασσες. Είπαν, μα σκέφτηκαν και δίστασαν. Τι ήταν αυτό το καράβι και γιατί το φοβόνταν;
Με καράβι, με δικό τους καράβι, που θα ’χει αναμμένα όλα του τα φώτα, αν είναι νύχτα, δε θα ’ρθει η λευτεριά;
Το είπε ο παπάς, το παραδέχτηκε και ο ενωματάρχης. Το νησί ησύχασε. Έμενε ήσυχο και τις νύχτες, ακόμα και τις νύχτες που σήμαινε η καμπάνα. Κι οι νύχτες αυτές δεν ήταν λίγες. Έπειτ’ από τον Αυγουστή, ανέβηκαν στο καμπαναριό άλλοι δεκαοκτώ, και νέοι και ηλικιωμένοι του χωριού, που δεν ήταν «βλαμμένοι», που τα είχαν τετρακόσια. Και το είχαν δεν ολοκάθαρα το καράβι, μπορούσαν να σου πουν και πόσα φώτα είχε και ποια ήταν η ρότα του.
Οι μήνες της σκλαβιάς κύλαγαν, κύλησαν και τα χρόνια. Το νησί έμενε ξεχασμένο από τους ξένους στρατιώτες, ξεχασμένο και από τους άλλους ανθρώπους. Κι η καμπάνα δεν έπαψε να χτυπάει. Και τις χειμωνιάτικες, και τις καλοκαιρινές νύχτες, και την άνοιξη και το φθινόπωρο. Το καράβι το ’βλεπε ένας ένας χωριστά, το ’χαναν όλοι μαζί. Μα ήξεραν πως μια μέρα ή μια νύχτα θα το ’βλεπαν και όλοι μαζί το καράβι. Και περίμεναν…   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου