Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Η εκδίκηση των ζώων [Πατρίσια Χάισμιθ: To Εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους]

Ελέφαντες, καμήλες, σκύλοι, γάτες, γουρούνια, κατσαρίδες, άλογα, κοτόπουλα και πίθηκοι σκέφτονται, κρίνουν, κατακρίνουν και καταδικάζουν τους ανθρώπους δυνάστες τους στις ιστορίες της Πατρίσια Χάισμιθ.

Πατρίσια Χάισμιθ: To Εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους
Μετάφραση:  Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις Άγρα, 1999
Σελίδες 449
Γεννημένη στο Φορτ Γουόρθ του Τέξας το 1921 και μεγαλωμένη στη Νέα Υόρκη, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, με σπουδές στο κολέγιο Μπάρναρντ του Πανεπιστημίου Κολούμπια (Αγγλικά ως βασικό μάθημα, Λατινικά ως δεύτερο, έναν χρόνο Ελληνικά και Ζωολογία) η Πατρίσια Χάισμιθ από μικρή εντρύφησε στον κόσμο του μυστηρίου και των ανθρώπινων παθών. Ενα βιβλίο με μελέτες πάνω σε περιπτώσεις κλεπτομανών, πυρομανών, δολοφόνων κατ' εξακολούθηση και πνευματικά διαταραγμένων ανθρώπων που είχε βρει στη βιβλιοθήκη των γονέων της τη γοήτευσε περισσότερο από τα παραμύθια και οδήγησε τα κατοπινά λογοτεχνικά της βήματα. Από λογοτεχνία διάβαζε Ντίκενς, Ντοστογέφσκι (κυρίως το Εγκλημα και τιμωρία), Κίπλινγκ, Πόε, Στίβενσον, Ελιοτ, Κίρκεγκορ, μα πιο πολύ Χένρι Τζέιμς, σαγηνευμένη από τον ιμπρεσιονιστικό κόσμο που αυτός είχε δημιουργήσει με τις παράδοξες ιστορίες του.
Το Εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους (γράφτηκε το 1975) είναι μια συλλογή από 13 πρωτότυπες στη σύλληψή τους ιστορίες, στις οποίες πρωταγωνιστούν ζώα που σκέφτονται, κρίνουν, κατακρίνουν και καταδικάζουν τους δυνάστες τους. Τους καταδικάζουν στην εσχάτη των ποινών ­ ποινή που εκτελούν τα ίδια ­ επειδή άσκησαν πάνω τους βία, τα λοιδόρησαν, τα εκμεταλλεύτηκαν ασύστολα ή επέδειξαν απέναντί τους αγνωμοσύνη.
Η Μπαλαρίνα, ο ελέφαντας, κλωτσάει θανάσιμα τον απεχθή Κλιφ· ο Τζεμάλ, η καμήλα, ποδοπατεί μέχρι θανάτου τον βάναυσο Μεχμέτ· ο γηραιός σκύλος Βαρόνος, που αναπολεί τον παλιό καλό καιρό, δαγκώνει τον απωθητικό Μπάμπσυ· ο Μινγκ, ο γάτος, εκδηλώνει το μίσος του κατά του εχθρού της κυράς του· ο Σαμψών, το λευκό γουρούνι, λιώνει με το βάρος του τον άκαρδο Εμίλ· η Φάννυ, το άλογο, πνίγει τον Χάρρυ που θέλει να ξεφορτωθεί τη γιαγιά του για να την κληρονομήσει· το ακρωτηριασμένο ποντίκι της Βενετίας ανταποδίδει τα χτυπήματα στην οικογένεια που το έβλαψε· ο Εντυ, ο πίθηκος, εξοντώνει τη γυναίκα που τον έβαζε να κάνει διαρρήξεις· πλήθος κοτόπουλα επιτίθενται εναντίον του Ερνυ που τα θρέφει για να πλουτίζει· εξαγριωμένα χάμστερ κομματιάζουν τον πατέρα του Λάρρυ που επιχειρεί να τα εξολοθρεύσει ανάβοντας φωτιά· η Κάθυ, η νυφίτσα, δαγκώνει τον Αντουάν, τον σοφέρ της οικογένειας που τη φιλοξενεί· ο Μπίλλυ, ο τράγος, βυθίζει τα κέρατά του στο κορμί του Χανκ που κερδοσκοπεί πάνω στις ικανότητές του.

Ολες οι ιστορίες είναι γραμμένες σε τρίτο πρόσωπο, εκτός από εκείνην του ελέφαντα, που καθώς πεθαίνει αφηγείται τα παθήματά του, και την άλλη της κατσαρίδας ­ γραφή υποδειγματική, ύφος αμίμητο και γλαφυρό ­, η οποία ζώντας σ' ένα άθλιο ξενοδοχείο στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, βλέποντας τους μέθυσους και τους ναρκομανείς, θεωρεί τον εαυτό της τυχερό που γεννήθηκε κατσαρίδα.
Η Χάισμιθ, διαπνεόμενη από αλτρουιστικά αισθήματα για κάθε έμβιο ον, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη, να τιμωρήσει όλους εκείνους που δεν διαθέτουν θετικά στοιχεία στον χαρακτήρα τους. Δεν τρέφει κανέναν οίκτο για τους νεκρούς, τα θύματα της εκδικητικής μανίας των ζώων, αφού θεωρεί ότι αυτά καλώς διέπραξαν τους φόνους. Η συγγραφέας που στα αστυνομικά της μυθιστορήματα καλλιέργησε το θέμα της ενοχής των ηρώων της, αφήνοντάς τους να κυκλοφορούν ελεύθεροι και ατιμώρητοι (π.χ. στις περιπτώσεις του Τομ Ρίπλεϋ και του Φίλιπ Κάρτερ του Γυάλινου κελιού), εδώ επιβάλλει την ποινή του θανάτου στους ανθρώπους με τα ταπεινά ένστικτα και την αναλγησία απέναντι στα ζώα.
Τα τετράποδα πλάσματα ωστόσο που αναλαμβάνει να υπερασπιστεί δεν παρουσιάζονται όλα ως αθώα, αγνά και καλόβολα. Το ποντίκι, επί παραδείγματι, ορμώμενο από την εκδικητικότητά του επιτίθεται σ' ένα μωρό. Εξάλλου και αυτά, όπως οι άνθρωποι, εκδηλώνουν ποικίλα συναισθήματα, θετικά και αρνητικά (λύπη, πίκρα, θυμό, οργή), και έχουν κλίση προς την τεμπελιά, την καλοπέραση και το καλό φαγητό ενώ διακρίνονται για έναν ιδιότυπο ρατσισμό, καθώς πλημμυρίζουν ικανοποίηση όταν επιτίθενται σε μέλη της ανθρώπινης φυλής.
Είναι προφανές ότι η συγγραφέας μέσα από τις δήθεν ανάλαφρες ιστορίες της, που απευθύνονται βεβαίως σε ενηλίκους και όχι σε παιδιά, προβαίνει σε κοινωνικές επισημάνσεις. Βεβαίως, είναι το αριστερό παρελθόν της που κατευθύνει τη σκέψη της και όχι η διάθεση για παντοειδή κηρύγματα. Διά της παραβολής επιχειρεί να στηλιτεύσει, εκτός των άλλων, τη φιλοχρηματία, την πλεονεξία, την απληστία, την κακοπιστία, τον εγωισμό, την αγνωμοσύνη, την εκμετάλλευση, τη μικροαστική νοοτροπία.
Πρόθεση της Χάισμιθ δεν είναι μόνο να προπαγανδίσει τη φιλία ανάμεσα στους ανθρώπους και στα ζώα, μα κυρίως να τέρψει. Τα διηγήματα, γραμμένα σε στιγμές που βρισκόταν στα κέφια της, θα ικανοποιήσουν και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες. Η αφηγηματική της δεινότητα σε συνδυασμό με το ανελέητο μαύρο χιούμορ της προξενούν ευφορία και ιλαρότητα και όσοι ανοίξουν το βιβλίο θα αφεθούν στη σαγήνη αυτής της καταπληκτικής παραμυθατζούς, βυθιζόμενοι στα θελκτικά κείμενα, την ανατρεπτική διάθεση των οποίων απέδωσε έξοχα ο Ανδρέας Αποστολίδης.
Για μία ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι οι θεωρούμενοι αστυνομικοί συγγραφείς δεν είναι μόνον αυτό και ότι μέσα στα γραπτά τους διακρίνονται τόσο ο ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής όσο και ο κοινωνικός σχολιαστής. Εν πάση περιπτώσει θα περιμένουμε με ενδιαφέρον το πέμπτο μέρος της αστυνομικής πενταλογίας του Ρίπλεϋ, Ο Ρίπλεϋ κάτω από το νερό, που κυκλοφόρησε το 1991, τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό της, και θα εκδοθεί από την Αγρα ­ το πρώτο, Ο ταλαντούχος κ. Ρίπλεϋ, εκδόθηκε το 1986 από τις εκδόσεις Νέα Σύνορα - Λιβάνη.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
ΤΟ ΒΗΜΑ, 17/10/1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου