Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Κώστας ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ: "Η οργή του Αμερικάνου"

Η οργή του Αμερικάνου

Χιλιόχρονος, περήφανος υψώνεται στην άκρη του δρόμου, μπροστά στο μεγάλο ξενοδοχείο, που χτίστηκε για τους ξένους, ο γέρο πλάτανος. Πότε γεννήθηκε; Πώς ξέπεσε στο μεγάλο δρόμο με ταψηλά σπίτια; Σα να τον πνίγη ο βρώμικος αγέρας του δρόμου υψώνει τα κλαδιά του ολόϊσα, πάνω από τις αψηλές στέγες, διψώντας ναγναντέψει την κορφή του βουνού, που του κρυφογελάει από μακριά, κάτι να κρυφοψιθυρίση στα σύννεφα. Βουίζει ο δρόμος, σέρνεται στα πόδια του η αγορά λερωμένη, κι αυτός σα να μη θέλη τίποτες να δη, τίποτες νακούση, ξένος, αδιάφορος, σαν από άλλον κόσμο φερμένος, αργοκουνάει την κορφή του πάνω από τα κόκκινα κεραμίδια του ξενοδοχείου σα να θέλη να ξεφύγη, να τρέξη πέρα στα πλατειά, στα βαθυπράσινα ρουμάνια που του γνέφουνε από μακρυά, λαχταρώντας να σμήξουνε με τον ξενητεμένο αδερφό τους. Να τους θυμάται τάχα μέσα στην πολιτεία;
Δίπλα του, στην αράδα, καμπόσες ακακίες, φυτεμένες για ομορφιά, φαντάζουνε σα μικρά παιδάκια μπρος στο γίγαντα. Με τα μάτια πάντα γυρισμένα στο βαθυπράσινο ρουμάνι, ούτε το συλλογιέται να σκύψη να ρίξη μια ματιά στις ταπεινές του γειτονοπούλες. Τα σπίτια που χτίζονται γύρο τονέ ζώσανε σιγά - σιγά κι άξαφνα βρέθηκε φυλακισμένος σε μιαν ασφυχτικιά φυλακή. Στα πόδια του σύρριζα αργοκυλάει ένα μικρό ρυάκι που βγαίνει θολό από την αυλή κάποιου σπιτιού.
Μα ο σπιτονοικοκύρης με τα χρυσά δόντια, που γύρισε φορτωμένος χρυσάφι από την Αμερική, δεν το θέλει με κανένα τρόπο το μεγάλο δέντρο μπρος στο ξενοδοχείο του. Κ' έχει δίκιο. Του κόβει τον ήλιο, του χαλάει τη φάτσα κι ο καθένας έτσι δυσκολεύεται να ζητήση κάμαρα. Αυτός ξόδεψε χιλιάδες. Τα λεφτά έχουνε τόκο. Πού θα τις βγάλη τόσες χιλιάδες; Επειτα πού ακούστηκε τέτοια θεόρατα δέντρα μέσα στην πόλη; Στην Αμερική φυτεύουνε δεντράκια και τα κλείνουνε σε κάγκελα σιδερένια.
Ετρεξε, φώναξε. Ο Δήμαρχος που τούχε κιόλας βαφτίσει το πρώτο παιδί, σύμφωνος κι αυτός να κοπή το δέντρο. Σύφωνη κι όλη η Πόλη. Τα μεγάλα δέντρα ασκημίζουνε. Κανείς δε βρέθηκε να διαφεντέψη το δέντρο. Κανείς δεν τόνοιωσε. Τι γύρευε μέσα στην πόλη; Η θέσις του αυτουνού είτανε στο δάσος, να φωλιάζουνε στα κλαδιά του τα όρνια. Να. Ο αντικρυνός ο καφετζής τούμπηκε ένα καρφί και κρέμασε ένα στενό, τοσοδά κλουβάκι μ' ένα φλώρο μέσα που κλαίει μερόνυχτα τη μοίρα του.
- Μου κόβει τη φάτσα του σπιτιού μου, μου χαλάει τα κεραμίδια. Εγώ ξόδεψα λίρες με τη χούφτα, γι' αυτό το σπίτι και σπίτι δεν έχω, φώναζε ο Αμερικάνος όπου στεκότανε, με τα πλατειά παπούτσια και τη χρυσή αλυσσίδα.
Ενα πρωί τέσσεροι ξυλοκόποι ακουμπήσανε τα τσεκούρια και τα πριόνια τους στη ρίζα του δέντρου μαζί με τις κάπες τους. Τι μελαγχολικιά μέρα! Ο ουρανός συννεφιασμένος, βαρύς!
- Αϊ, αϊ, θα το κόψουνε, αλαλάξανε δυό-τρία μαθηταρούδια με τα βιβλία στις αμασκάλες, που πηγαίνανε κείνη την ώρα στο σκολειό να μάθουνε γράμματα.
Μόνο ο πλάτανος δεν ένοιωσε τίποτες. Σαν από άλλον κόσμο φερμένος, απόμεινε πάντα ξένος μέσα στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Περήφανος, απλοϊκός σαν αληθινά μεγάλος, δεν ένοιωσε την οργή του Αμερικάνου. Σαν είδε τους ξυλοκόπους νόμισε πώς γύρανε να ξαποστάσουνε. Από το βουνό έρχουνται βέβαια, στο βουνό ξαναγυρίζουνε. Αν τους παράγγελνε να πούνε χαιρετίσματα σταδέλφια του που τον καρτερούνε! Καλοί ανθρώποι μοιάζουνε!
Σαν είδε να σηκόνουνε τα τσικούρια τους καταπάνω του, ξεμανικωμένοι, ξεστήθιαστοι, ξιπάστηκε. Βρε, μην ονειρεύεται; Η κρύα λεπίδα έλαμψε για μια στιγμή στα μάτια του κόκκινη σα βουτηγμένη στο αίμα του.
Η πρώτη τσικουριά έπεσε αλύπητα και το κρύο σίδερο χώθηκε βαθειά στο κρέας του που ο Μακεδόνας τρόμαξε να το ξεκολλήση.
- Τρελλάθηκε τούτος ο άνθρωπος; ψιθύρισε και τίναξε με τρόμο τα κλαδιά του.
Καμπόσα πουλιά, φωλιασμένα βαθειά, φτερουγίσανε τρομαγμένα. Το πλήθος τώρα είχε μαζωχτή γύρο περίεργο. Τα μαθημαρούδια ξεχάσανε το σκολειό και τη βίτσα του δάσκαλου που τα καρτερούσε. Από τα παραθύρια τους γυναίκες παρακολουθούσανε το θέαμα κ' οι μαγαζάτορες αφήσανε τη δουλειά τους και βγήκανε στις πόρτες να ιδούνε. Ο αστυνόμος που μελετούσε τη φημερίδα μ' ένα φλυτζάνι βαρυγλυκό μπροστά του, πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι του αντικρυνού καφενέ, κατέβασε πολλές φορές τη φημερίδα στα γόνατά του, περίεργος, αφήνοντας στη μέση το κύριο άρθρο.
Γκουπ, γκουπ.
Ο ίδρωτας άρχιζε να κατεβαίνη στα πρόσωπα των Μακεδόνωνε, ξεροψημμένα από τον ήλιο.
- Μα τι πάθανε τούτοι οι άνθρωποι; Τι έχουνε μαζί μου; Τι τους έφταιξα τάχα; ρωτιέται ο πλάτανος και δαγκώνεται από τον πόνο που τονέ σφάζει.
Οι ξυλοκόποι δουλεύουνε ακούραστοι. Μια στιγμή ένας σταμάτησε για νακονίση το τσικούρι κι ο πλάτανος ακούσε με φρίκη τον κρύο αχό της λεπίδας. Φοβισμένος, ανήσυχος έγερνε χαμηλά το κεφάλι του σα νάθελε να βεβαιωθή καλύτερα. Δεν έκανε λάθος. Μα γιατί δε βρίσκεται ως τόσο ένας ναρπάξη από τα χέρια αυτών των σκληρώνε ανθρώπων τα τσικούρια και ναν τα πετάξη μακρυά; Πώς μπορούνε να κάνουνε όλοι χάζι στο σκληρό θέαμα; Γιατί δε γελιέται. Ολοι χάζι κάνουνε, γελούνε, χαζεύουνε. Τους βλέπει μα η περηφάνεια του δεν τον αφήνει να παρακαλέση. Αυτός που δεν καταδέχτηκε μια φορά να χαμηλώσει την κορφή του να δη τι γίνεται κάτω στο δρόμο, ποιος περνάει, ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει στα μαγαζειά, πώς να γύρη τώρα το κεφάλι σε παρακάλια;
Ωρες δουλεύουνε κ' η δουλειά είναι ακόμα στη μέση. Ως τόσο τα μαθηταρούδια ξεχάσανε ολότελα σήμερα το δάσκαλο και τη βέργα του. Κανένα δεν κουνιέται να φύγη. O κύκλος μεγαλώνει κι οι μάγκες της αγοράς βρήκανε γλέντι.
Τώρα σκάψανε ένα λάκκο γύρο στη ρίζα, που χάσκει σαν τάφος. Ο πλάτανος έκλεισε τα μάτια του για να μη βλέπη το πλήθος που κάνει χάζι. Μόνο το χτύπο των τσικουριών ακούει κι ο φρικτός αχός αντηχάει πένθιμα μέσα στην καρδιά του. Δεν τονέ μέλλει που θα πεθάνει, αυτός που είδε με καταφρόνια τους αιώνες να περνούνε από πάνω του ανέγγιχτα. Ας ήξερε μόνο για ποιόνε λόγο του φέρνουνται έτσι αλύπητα... Μα να πεθάνη έτσι στα καλά καθούμενα, αυτός που δεν έφταιξε σε κανένανε! Μην τους αρνήθηκε ποτέ τον ήσκιο του, μη δε βρή­κανε πάντα, τα πουλιά στέγη φιλόξενη στα κλαδιά του! Τι άλλο ζητάνε; Πώς αυτός δεν παραπονέθηκε, που τονέ πνίξανε με τα σπίτια που χτίσανε γύρο του;... Ολα τάνοιωσε ο πλάτανος, μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε!
Ενας άνθρωπος σκαρφάλωσε αψηλά, πολύ αψηλά για να δέση κάποιο χοντρό σκοινί σ' ένα κλαδί. Τρεις ανθρώποι πιάσανε το σκοινί που σούρθηκε χάμω, ανοιχτήκανε μακρυά κι' αρχίσανε να τραβάνε με όλα τα μπορετά τους. Μα το δέντρο ριζωμένο βαθειά κρατούσε...
- Εχει ψυχή ακόμα, μουρμούρισε ο ένας Μακεδόνας και κατέβασε το τσικούρι του μ' ένα δυνατό αγκομαχητό, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του.
- Εφτάψυχος, είπε άλλος κοιτάζοντας με θαυμασμό τόμορφο δέντρο.
Αλήθεια, ο πλάτανος δεν είχε καμμιάν όρεξη να πεθάνη.
Ενοιωθε ακόμα τον εαυτό του τόσο γερό, τόσο διψούσε ακόμα για τη ζωή, που δεν μπορούσε ναν το πιστέψη πως ήρθε η ώρα του να πεθάνη. Γιατί να πεθάνη αυτός που νοιώθει τη δύναμη να ζήση άλλη μιά τόση ζωή! To μεγάλο το ρώτημα του πλακόνει την ψυχή σα σύννεφο. Περήφανος, απλοϊκός ρωτάει τον εαυτό του αν έφταιξε, και μόνο την οργή του Αμερικάνου δεν ένοιωσε.
Ξαναπιάνουνε το σκοινί, ανοίγουνται, στηλώνουνε χάμω τα πόδια τους, τραβάνε άγρια, μα ο πλάτανος δε θέλει ναφήση τα ύψη του. Βλέπει τη ρίζα του σακατεμένη, νοιώθει πως δε στέκει στέρια στα πόδια του, κλονίζεται... Μα να πεθάνη... Γιατί;...
- Εδώ δεξιά χρειάζεται μερικές τσικουριές, λέει ο ένας. Για μια στιγμή τινάχτηκε κ' έρριξε τα μάτια του θολά σα νάθελε ναποχαιρετήση για τελευταία φορά το βουνό που τον αντίκρυζε, το βαθυπράσινο ρουμάνι εκεί κάτω μακρυά... Δε νοιώθει καλά τον εαυτό του... Λιγοθυμάει... Μετρημένες οι στιγμές του...
Ολοι κρατούνε την ανάσα τους. Τα γέλια πάψανε. Κανείς δε μιλάει. Κάτι μεγάλο, κάτι επίσημο κρύβει η στιγμή αυτή, η μοναδική... Ενα μυστήριο απλόνεται στον ήσυχον αγέρα. Ενας ήρωας ψυχομαχάει, χαροπαλεύει, πάνω στα ψηλά Αλώνια.
- Τραβάτε, ακούγεται μια φωνή.
Κάτι τρίζει. Τι κρύο τρίξιμο! Ποιος ξερριζόνει την καρδιά του ήρωα;.. Τα φύλλα αναφρικιάζουνε... Τραβάνε το σκοινί... Οχι. Δε θέλω να πεθάνω, λέει το δέντρο, κ' ενώ παλεύει να κρατηθή στα πόδια του όρθιο, εκείνοι καρφωμένοι στη γις τραβάνε το σκοινί αλύπητα...
- Το νου σας τις ακακίες, φωνάζει κάποιος.
Τρίζει το δέντρο στη ρίζα, ένας κρύος ήχος σκίζει τον αγέρα, κάτι σαν υστερνό παράπονο ακούγεται και το δέντρο γέρνει, γέρνει, ξαπλόνεται χάμω, ξανασηκόνεται, ξαναπέφτει μ' ένα βαρύ αγκομαχητό, αναίστητο. Ξεψύχησε.....
- Να πάρη ο διάλος! Πάνε οι ακακίες! Κι είτανε μια ομορφιά, φωνάζει ο Αμερικάνος βλέποντας τα φτωχά δεντράκια που τάλυωσε στην τραγικιά πτώση του ο πλάτανος.
Αλαλάζουνε τα παιδιά, ορμούνε να κυλιστούνε χαρούμενα, μέσα στα πυκνά κλαδιά που μέσα από τις τρυπίτσες των φύλλων λες κείνη τη στιγμή πως βγαίνει αγάλια - αγάλια η υστερνή ανάσα του δέντρου... Ανασαίνει ο Αμερικάνος σα να τούφυγε ένα μολύβι από το στήθος.
- Φάνηκε το σπίτι μου, βρε αδελφέ! λέει ικανοποιημένος.
- Θεόρατο δέντρο, ψιθυρίζει άλλος, ενώ τα παιδιά κυλιούνται ανάσκελα στα κλαδιά, κόβουνε κλάρες και κυνηγιούνται με γέλια.
Τώρα αρχίζει το λιάνισμα, ενώ ένας χωροφύλακας δοκιμάζει να διώξη τα παιδιά που ζουρλαθήκανε.
Να κι ο τρελλός! Με τα μακρυά, ξανθιά μαλλιά του, αχτένιστος, κοιτάζει, γελάει ηλίθια. Τα πανταλόνια του φαγωμένα, λασπωμένα σούρνουνται στις λάσπες, και το λιγδιάρικο πουκάμισό του ανοιχτό αφήνει να φαίνεται όλη η κοιλιά του. Βλέπει τα παιδιά, αναγαλλιάζει, σκάζει τα γέλια και τρέχοντας ξαπλόνεται κι αυτός μέσα στα κλαδιά.
- Α ααα! φωνάζουνε όλοι.
Σηκόνεται ο τρελλός τρομαγμένος, κοιτάζει τριγύρο του φοβισμένα κι άξαφνα το βάζει στα πόδια. Τα παιδιά απολυούνται πίσω του σαν τα σκυλιά...
- Βαράτε του μωρέ., φωνάξει ο Αμερικάνος κατουρημένος στα γέλια.
Επειτα ήρθε ένα κάρρο να πάρη τα κούτσουρα, ενώ οι φτωχογυναικούλες σκυμμένες μαζεύουνε λαίμαργα τα πελεκούδια για τη φωτιά...
Τώρα δεν απομένει τίποτες που να θυμίζει το δέντρο. Η βροχή έπλυνε το δρόμο και μόνο ο λάκκος χάσκει πάντα γιομάτος από ένα υγρό κόκκινο σα νάναι το αίμα πούτρεξε από το δέντρο. Το δέντρο που κανείς δεν τόνοιωσε, πούζησε πάντα ξένο, με τα ματιά γυρισμένα στον ουρανό, κοντεύει να ξεχαστή... Ο δρόμος ανάσανε, αλήθεια... Οι ακακίες καλόβολες, καταδεχτικές τρέμουνε στις αδύναμες ριζούλες τους, σαν τις φοβερίζει από αψηλά ο βορηάς...
(1912)
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΟΡΙΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου