Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ο ωραίος υπενωμοτάρχης

  • Ενα σχεδόν νουάρ μυθιστόρημα για τα αστικά πάθη την εποχή της δικτατορίας
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
Υστερα από 82 διηγήματα και ένα μυθιστόρημα, το δεύτερο μυθιστόρημα του A. Μήτσου εμφανίζεται αφηγηματικά περισσότερο δόλιο. Δράση αναλαμβάνει εκείνος ο εικοσάχρονος υπενωμοτάρχης, άρτι αποφοιτήσας από τη Σχολή Υπαξιωματικών Χωροφυλακής, ενός από τα πρώτα διηγήματα του Μήτσου «Βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 30.11.1970», που επανέρχεται σε μερικές από τις κατοπινές ιστορίες του, προβιβασμένος πλέον σε ενωμοτάρχη. Στο πρόσφατο όμως μυθιστόρημα βρισκόμαστε ακόμη στο σωτήριο έτος 1970, όταν ο υπενωμοτάρχης διορίζεται επόπτης ασφαλείας στο απαστράπτον καζίνο πρωτευούσης, το περιβόητο «Μον Παρνές», με τρεις χωροφύλακες στις διαταγές του, ηλικιακά μεγαλύτερούς του αλλά μόλις αποφοίτους γυμνασίου. Κάποτε και του δημοτικού, παλιές όμως καραβάνες, όπως ο μεσήλικας Κρητικός που του παραστέκεται. 

Ωραίος και φαντασμένος ο υπενωμοτάρχης, αν και βλάχος, καθώς τον αποκαλεί ο ομοφυλόφιλος μόδιστρος που κάνει τον πωλητή στο «Art Shop» του καζίνου. Ο μόδιστρος, ο Κρητικός και ο επωνοματάρχης, αυτοί οι τρεις ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες που εμπλέκονται σε μια μυστηριώδη ιστορία με κινητήριο μοχλό μια «δίμετρη» γαλλίδα κρουπιέρισσα, τη Μαρί, θα μπορούσαν να είναι οι πρωταγωνιστές ενός καθαρόαιμου αστυνομικού μυθιστορήματος. Και ίσως, αν τελικά Ο σκύλος της Μαρί γίνει τηλεοπτικό σίριαλ, όπως το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου, Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, να καταλήξει σε ένα «νουάρ» στο «Μον Παρνές», επί απριλιανής δικτατορίας, όταν διευθυντής του καζίνου ήταν εκείνος ο κύπριος μεγαλοεπιχειρηματίας που είχε κακή φήμη και άσχημο τέλος. Ακριβώς όπως και στο μυθιστόρημα που συνυφαίνει στην υπόθεση πραγματικά συμβάντα. Προ παντός ζωντανεύει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, με τον φοβερό Σκανδάμη στο πιάνο να παίζει Χατζιδάκι και ξαφνικά να απογειώνεται με Ρόλινγκ Στόουνς. Καινοφανή ακούσματα, που θα πρέπει να αιφνιδίαζαν τους ισχυρούς του χρήματος, αν είχαν το μυαλό τους στη μουσική όταν πόνταραν περιουσίες. Το πιθανότερο να τα χαίρονταν μόνο οι ζάπλουτες χήρες, που ανέβαιναν στην Πάρνηθα αποζητώντας αντρική συντροφιά, όπως η σαραντάρα που «χαλβαδιάζει» τον υπενωμοτάρχη.
Μεγαλέμποροι, μαφιόζοι και γόνοι καλών οικογενειών, όλοι τους υποχρεωτικώς γραβατωμένοι, αν και συχνά ένα παπιγιόν συμπληρώνει το λευκό κοστούμι. Αυτό το πολυτελές σκηνικό είναι ένα πρώτο γοητευτικό στοιχείο στο μυθιστόρημα του Μήτσου. Λες και σε μια προηγούμενη ζωή του υπήρξε και αυτός παθιασμένος με την «πουτανίτσα», την μπίλια. Πάντως την καρδιά του υπενωμοτάρχη δεν την κλέβει η μπίλια αλλά μια γυναίκα, αναμφιβόλως πολύ πιο «πουτανίτσα», η αινιγματική Γαλλίδα Μαρί. Και έτσι ξεκινά ένας τρελός έρωτας που μόνο ένας ορεσίβιος και άξεστος μπορεί να νιώσει. Παρθένος ο υπενωμοτάρχης και το ερωτικό πάθος τού προκαλεί έντονα αλλεργικά συμπτώματα, που η περιγραφή τους συναγωνίζεται τον Καζαντζάκη στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Και αυτός, όπως ο Μανολιός, ένας οριακός χαρακτήρας, και η αρρώστια του αντανακλά την κατάσταση της ψυχής του. Οπως άλλωστε και τα βίαια συμβάντα με τις κοπέλες και τους νταβατζήδες, που προκαλεί στον οίκο ανοχής της οδού Αγησιλάου, όπου τον πηγαίνει ο κρητικός υφιστάμενός του μήπως και ανανήψει του πάθους. 

Ενώ όμως ο υπενωμοτάρχης βυθίζεται στις επιθυμίες της σάρκας, μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας βρίσκεται σε εξέλιξη, στην οποία ανακατεύονται οι υψηλά ιστάμενοι της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Προαστίων Πρωτευούσης, όπου υπάγεται και το Τμήμα Ηθών και Λεσχών. Στον ρόλο του κακού ο ταξίαρχος Μπάκας, γνωστή φιγούρα από παλαιότερα διηγήματα του Μήτσου. Οι θησαυροί της χώρας ξεπουλιούνται και τα μουσεία γεμίζουν αντίγραφα, ενώ τα γνήσια αγάλματα εξάγονται λαθραία. Πολυτιμότερο όλων το άγαλμα της Υπολυμπίδιας Αφροδίτης. 

Αλλά ο υπενωμοτάρχης, που έχει αναλάβει τον ρόλο του διώκτη, δεν θα μάθει ποτέ τι απέγινε η Υπολυμπίδια Αφροδίτη. Μόλις καταφέρνει τη θεόρατη κρουπιέρισσα, συνεπαρμένος από τη ρώμη του φύλου του, ερωτικά υπερπλήρης, αυτοκτονεί. Ωστόσο σε ένα μυθιστόρημα τα αίτια και οι αφορμές για τα δρώμενα κρέμονται από τον αφηγητή. Οπως και στο πρώτο μυθιστόρημά του, ο Μήτσου τοποθετεί την αφήγηση χρόνια μετά τα συμβάντα, επιστρατεύοντας και πάλι ένα δίδυμο αφηγητών, άκρως υποκειμενικών, μια και τρέφουν έντονο ενδιαφέρον για τον υπενωμοτάρχη· πατρικό ο κρητικός χωροφύλακας, σφοδρώς ερωτικό ο μόδιστρος. Οι αφηγήσεις τους, καθώς συμβαδίζουν, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋπονομεύονται, διατηρώντας ένα κάποιο σασπένς για την έκβαση της ιστορίας, τριάντα χρόνια αργότερα, όταν έρχεται η ώρα της εκδίκησης. Ωστόσο στο ρεαλιστικό σκηνικό μιας αστυνομικής ιστορίας θα ασφυκτιούσε ο Μήτσου, του οποίου ο προσφιλής αφηγηματικός τρόπος είναι η υπερβολή. Στο μυθιστόρημα, από μιας αρχής, δραματοποιεί τις καταστάσεις, ανεβάζοντας τους τόνους, και μεγεθύνει τις ιδιότητες των ηρώων πολύ πέραν των συνηθισμένων μέτρων. Ο υπενωμοτάρχης είναι καθ' υπερβολήν ωραίος και αφελής, αποκλίνοντας προς το γελοίο, ενώ η αστυνομική ιστορία, με τα σύντομα κεφάλαια, τους επιγραμματικούς και εμφαντικούς τίτλους, προπαντός τη διττή εκδοχή, τείνει προς το γκροτέσκο. 

Ενας άλλος συγγραφέας θα εκμεταλλευόταν το εξαιρετικό του ήρωά του για να σαρκάσει τον αστικό χώρο στον οποίον αυτός εισβάλλει. Ο Μήτσου όμως δεν παίζει με τους τρόπους της ειρωνείας, που παραμένουν ξένοι προς το συγγραφικό του ταμπεραμέντο. Γι' αυτό και ο ήρωας, που τελικά καθορίζει τη μυθιστορηματική υφή, είναι ο μοναχικός και ματαιωμένος ομοφυλόφιλος, ο οποίος ανεμίζει στην κουβέντα του τη μελαγχολία του ανθρώπου, που απέμεινε εφ' όρου ζωής παρατηρητής. Μόδιστρος μεν, αλλά και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών στο Παρίσι, με σπουδές στη φιλοσοφία, αντιλαμβάνεται τον θεαματικό αυτοχειριασμό του ωραίου υπενωμοτάρχη ως μια κορυφαία πράξη, που έδωσε τη διάσταση της αιωνιότητας στη στιγμιαία ευτυχία. H αφήγησή του επιδιώκει να δοξάσει το συναίσθημα ως ίδιον του αυθεντικού ανθρώπου. Φαινομενικά, ένας στοχαστικός λόγος που καταπιάνεται με απαξάπασες τις αφηρημένες έννοιες της φιλοσοφίας. Ωστόσο τον προδίδουν τα τσιτάτα και οι εντυπωσιοθηρικές αποφάνσεις. Οπως λ.χ. σε ένα σημείο όπου ο αφηγητής θαυμάζει «την τέλεια διαχείριση του χρόνου που κάνουν μερικές γυναίκες» και καταλήγει πως τα λόγια τους αποκτούν «ένα βάρος που προκύπτει μόνο από τη χρονική συνέπεια και εντροπία». Τις συγγραφικές εμμονές υπηρετεί η ποιητική της γλώσσας, γνωστή και από τα προηγούμενα βιβλία του Μήτσου, αλλά ενισχυμένη έτι περαιτέρω, με την ευρεία χρήση των επιθέτων, συχνά ζευγαρωμένων, και τη ρυθμική εκφορά.
  • MAPH ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/08/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου