Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρέας Μήτσου: «Ποτέ δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη και την αγορά»

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο σκύλος της Μαρί
    εκδ. Καστανιώτη
«Αυτή η ιστορία απαιτεί μια κάθαρση, μια απεμπλοκή του εαυτού σου ώστε να την αναδημιουργήσεις μέσα σου. Ηταν πολύ βασανιστική αυτή η ενδοσκόπηση κατά τη συγγραφή του βιβλίου», εξομολογείται ο Ανδρέας Μήτσου μιλώντας για το πρόσφατα κυκλοφορημένο μυθιστόρημά του «Ο σκύλος της Μαρί» (εκδόσεις «Καστανιώτη»).

Ο συγγραφέας έχει ήδη εκδώσει έξι συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα («Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» -βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο, 1996, ενώ η συλλογή διηγημάτων «Σφήκες» τιμήθηκε με το Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 2002). Στο νέο του βιβλίο πραγματεύεται μια ιστορία έρωτα, με σκηνικό την Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1970. Δύο άντρες του Καζίνου Πάρνηθας αφηγούνται σήμερα την ιστορία μέσα από το δικό τους πρίσμα: η αυτοκτονία ενός αστυνομικού για μια κρουπιέρισσα αποκαλύπτει τη σκοτεινή πραγματικότητα που ορίζει το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του «Μον Παρνές». Παράλληλα, καταδεικνύεται «η απατηλή λάμψη του χρόνου και το ανώφελο μιας φρόνιμης ζωής» και η αναγκαία ενδοσκόπηση στα εσώτερα τοπία της ύπαρξης όταν έρχεται η στιγμή της ανακεφαλαίωσης...
- Ο απώτερος στόχος αυτού του βιβλίου;...
«Υπάρχει μια βιωματική σχέση με τους ήρωές μου, αφού εργάστηκα στο καζίνο της Πάρνηθας εκείνα τα χρόνια, οπότε γνωρίζω κάθε λεπτομέρεια από τον χώρο και τον τρόπο που λειτουργούσε. Αυτό με βοηθάει πολύ, γιατί η ουσία της καθαρής γραφής, όπως πιστεύω, είναι η επιμονή στη λεπτομέρεια. Αλλο τόσο, βίωμα μπορεί να είναι και μια σκέψη αναλόγως του επιπέδου αναστοχασμού και αναψηλάφησης της βασικής αιτίας της γραφής. Η κεντρική ιδέα μου είχε να κάνει με τη μελαγχολία που ένας μεσήλικας βιώνει διαπιστώνοντας ότι έχουν περάσει οι καλές στιγμές της ζωής του κι ότι ο απολογισμός δεν φαίνεται επαρκής».
  • Η αστυνομική πλοκή
- Θα μπορούσε το μυθιστόρημά σας να χαρακτηριστεί αστυνομικό;
«Η αστυνομική πλοκή και δομή λειτουργεί ως πρόφαση για να διευκολυνθεί το τυπικό μέρος της συγκρότησης του κόσμου μου. Εννοώ ότι με απασχολεί περισσότερο ν' αναδείξω την αλήθεια μέσα από το ύφος και τη γλωσσική διεκπεραίωση. Ολα αυτά επεκτείνονται και επεξεργάζονται ούτως ώστε να "εξαπατηθεί" ο αναγνώστης και να συμπορευτεί μαζί μου. Αλλωστε, η αστυνομική πλοκή περιέχει τα στοιχεία της ειρωνείας και της λιτότητας. Αυτό με βολεύει πάρα πολύ για να μην πέσω σε δραματικότητα και ταυτόχρονα να φτιάχνω καλύτερα τη σύμβαση που απαιτείται».
- Αναρωτιέμαι σε τι βαθμό επηρεάζει έναν συγγραφέα η ρέουσα παραγωγή βιβλίου (αστυνομικό και ιστορικό μυθιστόρημα), ο συγκεκριμένος θεματικός προσανατολισμός βάσει της αγοράς;
«Ακούγεται πομπώδες, μα ποτέ δεν σκέφτομαι ούτε τον αναγνώστη ούτε την αγορά. Αυτό δεν το θεωρώ μεταξύ των έξυπνων στοιχείων μου. Προσπαθώ να διαχειριστώ την έννοια της χρονικότητας και ως εσωτερική διεργασία και ως αφηγηματική τεχνική. Ολος ο φιλοσοφικός στοχασμός και η προσπάθεια απεμπλοκής από τον μύθο αποσκοπούν στη διαχείριση του χρόνου. Απ' την άλλη, κάθε συγγραφέας γράφει με εμφανείς σκοπιμότητες, όπως εν προκειμένω στο ιστορικό μυθιστόρημα, με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις που δεν φαίνονται πάντοτε. Παρ' ότι ο ιστορικός χρόνος είναι παρηγορητικός, ανόθευτος, συντηρημένος για να παραμένει νοσταλγικός, ο κόσμος αναζητάει τον άλλο χρόνο. Είναι μια κατεργαριά το ιστορικό μυθιστόρημα απ' αυτή την άποψη. Το βιβλίο μου δεν είναι ακριβώς αστυνομικό, αφού προφανώς σαρκάζει και την αστυνομική δομή του και καταλήγει σε ιλαροτραγωδία. Οι ήρωές μου αυτοσαρκάζονται, είναι πρόσωπα γελοία, δοξάζεται η ελαφρότητα, η πρωτογενής αφέλειά τους».
- Πώς παρεμβάλλεται όμως στη δράση ο ιδανικός αυτόχειρας;
«Υπάρχει ένας αφελής νεαρός ήρωας, παρθένος στο σώμα και στην ψυχή, που αυτοκτονεί για να συντηρήσει την ανακάλυψη της υπέρτατης χαράς. Καταργεί, δηλαδή, τον χρόνο, δοξάζοντας το παρόν».
- Δεν συμβαίνει, όμως, στη ζωή να ρομαντικοποιούμε κάθε φορά τούτο το εξιδανικευμένο παρόν;
«Βεβαίως, γι' αυτό και πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τους λογαριασμούς μας με τον χρόνο. Στην αρχή του βιβλίου χρησιμοποιώ το εξής μότο: "Είμαι χαρούμενος παρ' όλο που δεν υπάρχει λόγος". Είναι μια δόξα της έλλειψης νοήματος στα πράγματα. Στο τέλος ο πρωταγωνιστής σπεύδει να προστατευτεί στην ελαφρότητα. Η πραγματικότητα είναι πολύ βαριά για να τη σηκώνουμε... Ο συγγραφέας είναι ένας ακόμη ερμηνευτής της».
  • Καζίνο και δικτατορία
- Επιστρατεύετε δύο αφηγητές. Οι ήρωές σας είναι οριακά ιδιόρρυθμοι, οι ιστορίες τους περιπλέκονται ανατρεπτικά. Πώς διευθετήσατε όλο αυτό το υλικό;
«Εάν είναι εύπιστος ο αναγνώστης, θα θεωρήσει ότι η ιστορία που περιγράφω είναι αληθινή. Χρησιμοποιώ πραγματολογικά στοιχεία μέσα από έρευνα σε αρχεία και προσωπικές μαρτυρίες. Με ενδιέφερε να καταφύγω σε τεχνικές αφήγησης που θα καταξιώσουν το υλικό μου. Εκείνο που ελέγχεται είναι η αυθεντικότητα και ο πόνος, η μελαγχολία και ο στοχασμός του ήρωα, που αθωώνει τον ίδιο και δίνει την παρηγορία της τέχνης».
- Η περίοδος της δικτατορίας είναι ελκυστική όσο και εύλογα παρεξηγήσιμη. Είναι μακριά αλλά και κοντά στη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας..
«Το καζίνο της Πάρνηθας ιδρύθηκε το 1969. Για μένα το ενδιαφέρον έγκειται στην αίσθηση του φαντασμαγορικού κόσμου που κρύβει ένα καζίνο. Φανταστείτε εκείνη την εποχή, μάλιστα. Ηταν ένα κοσμοπολίτικο κλίμα έξω από τα ελληνικά δεδομένα. Επίσης, κάθε καζίνο είναι σύμφυτο με το μαύρο χρήμα, τις δολοφονίες, την αρχαιοκαπηλία, τους έρωτες που περιγράφω και λίγο-πολύ συνέβησαν. Ο χρόνος παραμένει, οι άνθρωποι είναι πάντα ίδιοι, οι στοιχειώδεις ανάγκες παραμένουν, η σοβαρότητα και η γελοιότητα εναλλάσσονται. Αρα, θεωρώ επίκαιρο το βιβλίο».
- Σε όλα τα βιβλία σας κάνετε κάτι ανάλογο...
«Ναι, η ματαιότητα κυριαρχεί μαζί με τον αδικαίωτο χρόνο. Με τρομάζει αυτή η εκδοχή, ομολογώ».
- Με αυτό το δεύτερο μυθιστόρημα κρίνετε ότι κάνετε στροφή αφήνοντας στην άκρη τη διηγηματογραφία;
«Είναι σχηματικές αυτές οι εκτιμήσεις. Ως προς το μέγεθος, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τις προηγούμενες νουβέλες μου μυθιστορήματα. Ομως, με το μυθιστόρημα νομίζω ότι βρίσκω έναν καλό τρόπο να πυκνώσω τον μικρόκοσμό μου. Η δομή της ιστορίας καθορίζει τη φόρμα. Εξάλλου, δεν θεωρώ τον εαυτό μου επαγγελματία συγγραφέα».
- Να μια καλή ερώτηση: Πιστεύετε στην επαγγελματική αντιμετώπιση των συγγραφέων από την εκδοτική αγορά αλλά και από το κοινό;
«Κάποιος γίνεται συγγραφέας τη στιγμή που γράφει. Αμέσως μετά καταργείται αυτή η ιδιότητα. Επομένως, η στατική αντίληψη των συγγραφέων που βγάζουν βιβλία σε τακτά διαστήματα ενέχει απρέπεια και οίηση. Εξάλλου, ο συγγραφέας δικαιώνεται εκ των υστέρων».
  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/09/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου