Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Φλομπέρ, μοντέρνος και αντιμοντέρνος


Διαβάζοντας, με πολλές εκνευριστικές διακοπές και χάσματα χρονικά, την απολαυστική βιογραφία του Γκιστάβ Φλομπέρ από τον Φρέντερικ Μπράουν, επισκέπτομαι εκ νέου ένα ερώτημα.
Το ερώτημα δεν αφορά απλώς μια διασημότητα της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά μια διάσταση της σπαρασσόμενης και «δυστυχισμένης» συνείδησης των μοντέρνων. Ο Γκιστάβ Φλομπέρ θα εντασσόταν θαυμάσια στη χορεία εκείνων των συγγραφέων που ένας σύγχρονος μελετητής, ο Αντουάν Κομπανιόν, θα ονομάσει «αντιμοντέρνους».
Ο αντιμοντέρνος είναι ίσως ένας συνεχιστής της ρομαντικής ειρωνείας και τις περισσότερες φορές ένας ρομαντικός στερημένος από τη σχεδόν θρησκευτική πίστη του πρώιμου ρομαντισμού στη δύναμη της λογοτεχνίας. Είναι περισσότερο ένας σκεπτικιστής του πνεύματος και βεβαίως φορέας μιας απαισιοδοξίας της λογικής. Αν και συχνότατα συμμερίζεται την απέχθεια για τα πολιτικά και ακαδημαϊκά ιερατεία και με τη γλώσσα του δέκατου ένατου αιώνα θα διατρανώσει την περιφρόνηση για τον «φιλισταϊσμό του αστού», ο αντιμοντέρνος δεν είναι επαναστάτης ούτε ριζοσπάστης.
Με τους όρους του Ισραηλινού ιστορικού των ιδεών Ζεέβ Στέρνχελ, σεβαστός αριθμός συγγραφέων των δύο τελευταίων αιώνων θα έπρεπε να χαρακτηριστούν επιρρεπείς στον αντιδιαφωτισμό. Είτε εμπαθώς και ακραιφνώς αντιδραστικοί είτε, όπως ο Φλομπέρ, αποφασισμένοι να ζήσουν σε απόσταση από την «εξωτερική ζωή» και τις εξάρσεις της κοινωνικής επικαιρότητας. Η αλήθεια είναι ότι ο αντιμοντέρνος θα αισθανθεί άβολα με τα κίνητρα και τις καθοδηγητικές ιδέες της φιλελεύθερης νεωτερικότητας: αντιλαμβάνεται λ.χ. τη νομικο-πολιτική γλώσσα των συμβολαίων ως μια βάρβαρη πρόζα, όπως ο φοιτητής της νομικής Γκιστάβ, ο οποίος «έβλεπε τις γνωριμίες που ενδεχομένως να τον βοηθούσαν επαγγελματικά όπως μια απελπισμένη αρκούδα ίσως βλέπει τους φύλακες του ζωολογικού κήπου να βάζουν διπλά κάγκελα στο κελί της». Την ίδια στιγμή στην οποία λοιδορεί τις ωφελιμιστικές ηθικές της επιδίωξης και τις ηθικές του παντοπώλη θα αποζητά την αγνότητα του μόχθου στην τέχνη, την πιο σκληρή αυτοπειθαρχία στο εργαστήριο της γραφής. Η αποστροφή του για τις εμβληματικές φιλοδοξίες των μοντέρνων θα κυοφορήσει τη λογοτεχνική νεύρωση και τις συγκρούσεις με τις οποίες θα συνδεθεί η ιδέα του έργου.
Ιδιόμορφος ασκητισμός και μαζί ακατάβλητη παιδικότητα, επιμονή δηλαδή στην ονειρική χώρα όπου το μόνο που θέλει κανείς είναι να «κοιτάζει τον γαλάζιο ουρανό, τα πράσινα κύματα και την κίτρινη άμμο». Πέρα όμως από ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα ή προσωπικές ψυχολογίες, αναδύεται εδώ ένα ακόμα ερώτημα: υπάρχει άραγε μια βαθύτερη σχέση μεταξύ της αντιμοντέρνας ευαισθησίας και της ίδιας της αγάπης για τη λογοτεχνία; Μήπως η κοινή αντιπάθεια αυτών των συγγραφέων για τις αφηρημένες φόρμουλες του δικαίου ή τα θεσπίσματα της πολιτικής θρησκείας δεν είναι επιβεβαίωση μιας συντηρητικής κράσης, αλλά καρπός της ανάγκης τους να κατανοήσουν την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας;
Η λογοτεχνία ή αλλιώς μια αναμέτρηση με τις αποχρώσεις, με τις λεπτές και αδιόρατες όψεις κάθε ζωής, υψηλής ή χαμηλής, υπέροχης ή ρυπαρής, διάσημης ή αφανούς και κοινότοπης. Τούτη η αφοσίωση στις λεπτομέρειες του κόσμου φαίνεται να απαιτεί μιαν απόσταση από όλες τις συστηματικές εξηγήσεις των κοινωνικών οργανισμών και της ιστορικής διαδικασίας. Ο συγγραφέας της μοντέρνας ζωής υποχρεώνεται κατά κάποιον τρόπο να μην πιστεύει στον αγαθό ή αντίστοιχα στον διαβολικό χαρακτήρα αυτής της ζωής. Ωθείται έτσι σε ένα δύστροπο σκεπτικισμό, επειδή η ίδια η λογοτεχνία οφείλει να μάθει να φιλοξενεί την αξιολογική αυτοσυγκράτηση, την αποχή από τα δικαστήρια του Λόγου και τις τελεσιδικίες τους.

Φυσικά και αυτή η αρχή δεν τηρείται. Ακόμα και ως ζώον αντι-πολιτικό, ο συγγραφέας θα βγάλει όλη του τη χολή όταν η αστική κοινωνία θα του ζητήσει λογαριασμούς. «Οχι, βρογχοκηλικοί ηλίθιοι -θα γράψει ο Θεόφιλος Γκοτιέ για όσους απαιτούν ωφελιμιστικούς και διδακτικούς στόχους από τη λογοτεχνία- το βιβλίο δεν είναι ζελατίνα να το ρίξουμε στη σούπα να χυλώσει. Το μυθιστόρημα δεν είναι ένα ζευγάρι μονοκόμματες μπότες, ούτε το σονέτο είναι σύριγγα διαρκούς ροής. Το δράμα δεν είναι σιδηρόδρομος ή κάποιο από εκείνα τα εκπολιτιστικά κατά κύριο λόγο πράγματα και δεν οδηγεί την ανθρωπότητα στο δρόμο της προόδου...».
Και ωστόσο ο μοντέρνος συγγραφέας ως αντιμοντέρνος δεν είναι ένας αποστάτης του πνεύματος των καιρών του. Μοιάζει να δανείζεται διάφορα προσωπεία που του επιτρέπουν να γίνει ο καυστικός παρατηρητής της μεταμόρφωσης των ηθών και των τοπίων ενός κόσμου τον οποίον υποψιάζεται ως εχθρικό ή τουλάχιστον αδιάφορο για την τέχνη. Επιλέγει έτσι να κατοικήσει την ίδια την αποξένωση ως ασυνεννοησία με τους κώδικες της εποχής του. Κόβοντας γέφυρες, αυτό το πνεύμα αντιλογίας που φτάνει ώς εμάς ως παραδειγματικός «διπλός άνθρωπος» (homo duplex) ανασκάπτει βασανιστικά τις ηθικές αποτυχίες και τις κάθε λογής μικρές ταπεινώσεις που κρύβονται επιμελώς κάτω από τα αρωματισμένα προσκλητήρια της προόδου. *
  • ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου