Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Ουίλιαμ Φόκνερ: Ηρεμα, θολά νερά


Αφήγημα που ρέει με τον ύπουλα καθησυχαστικό ρυθμό του ποταμού Μισισιπή, ο οποίος πλημμυρίζει αναπάντεχα την περίοδο του Μεσοπολέμου μοιράζοντας ρόλους θυμάτων και ηρώων.

Γουίλιαμ Φώκνερ
Ο Γέρος
Εκδόσεις Το Ροδακιό, 1998
Σελ. 102
Ο Γέρος, όπως χαϊδευτικά αποκαλούν οι μαύροι τον Μισισιπή, τη ραχοκοκαλιά της φωκνερικής Yoknapatawpha, είναι μαζί με τον Χώκμπερυ Φιν το μοναδικό αφήγημα στην αμερικανική λογοτεχνία «που αποδίδει την αίσθηση της δύναμης και του μυθικού όγκου του ποταμού» (Cowley) και την ίδια στιγμή ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1939 μαζί με τις Αγριες φοινικιές σε μια πρωτότυπη έκδοση, όπου οι δύο νουβέλες παρετίθεντο αντικριστά, αντιστικτικά, ανά κεφάλαιο, στη μία σελίδα ο Γέρος, στην απέναντι οι Αγριες φοινικιές. Ο Φώκνερ επέλεξε να παρουσιάσει κατ' αυτόν τον τρόπο τα δύο έργα προκειμένου να τονίσει τη διαλεκτική τους ενότητα: «Στις Αγριες φοινικιές ένας άντρας θυσιάζει τα πάντα για την ελευθερία και την αγάπη και χάνει και τα δύο, στον Γέρο ο κατάδικος θυσιάζει τα πάντα για να γλιτώσει από την ελευθερία και την αγάπη» (The Portable Faulkner, Penguin Books, σελ. 480). Στη συνέχεια ο Γέρος αυτονομήθηκε, βρήκε τη θέση του στον χάρτη των έργων που ο ίδιος ο συγγραφέας σχεδίασε το 1945, και αποτελεί ως σήμερα ένα διαφορετικό δείγμα γραφής του Φώκνερ.
Η πλοκή στον Γέρο είναι οριακά απλοποιημένη προς όφελος της εικόνας. Στη μεγάλη πλημμύρα του Μισισιπή τον Απρίλιο του 1927, που άφησε πίσω της εκατοντάδες νεκρούς και ανυπολόγιστες καταστροφές, ένας άντρας καταδικασμένος για ληστεία τρένου, ο οποίος εκτίει την ποινή του στις αγροτικές φυλακές του Πάρτσμαν, συμμετέχει στα αυτοσχέδια σωστικά συνεργεία που προσπαθούν να εντοπίσουν και να διασώσουν επιζώντες. Οταν η βάρκα στην οποία επιβαίνει μαζί με έναν συγκρατούμενό του ανατρέπεται, θεωρείται νεκρός. Επί δύο μήνες δίνει μάχη με τον ποταμό, διασώζει και προφυλάσσει μέχρι τέλους μία έγκυο γυναίκα, η οποία στο διάστημα αυτό φέρνει στον κόσμο το παιδί της, και καταφέρνει να επιστρέψει, να παραδώσει τη βάρκα και τη γυναίκα και να παραδοθεί. Καταδικάζεται σε άλλα 10 χρόνια φυλακή για απόπειρα απόδρασης, προκειμένου να λυθεί έτσι το γραφειοκρατικό ζήτημα ότι έχει δηλωθεί νεκρός και κάποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για το λάθος.
Οι 100 σελίδες του Γέρου σχηματίζουν ένα καλειδοσκόπιο, στο οποίο οι διαφορετικές όψεις του ποταμού περιστρέφονται με εντυπωσιακό τρόπο. Η αρχετυπική για τον Φώκνερ παρουσία του Μισισιπή γίνεται αντικείμενο μιας εξαντλητικής περιγραφής, η οποία αποδίδει στον ποταμό-Ποσειδώνα πρωτεϊκά χαρακτηριστικά. Η φαινομενική και ηγεμονική ηρεμία του νερού, που κυλάει ανάποδα κάτω από την αρυτίδωτη επιφάνειά του, η ανεξέλεγκτη ορμή του κύματος, το οποίο ξεκινάει από φύλλο ζύμης για πουτίγκα και γίνεται άλογο, φωτιά και σαρκοβόρο θηρίο, η απέραντη μοναξιά και ερημία του νερού είναι μερικές μόνο από τις εικόνες του παράξενου κόσμου του ποταμού, στον οποίο κινείται ο κατάδικος. Ως αντιστροφή της παραδεδομένης στον Φώκνερ αφηγηματικής πρακτικής, τα πρόσωπα, είτε μεμονωμένα είτε ως σύνολα, λειτουργούν στον Γέρο ως διάκοσμος, ως σημεία αναφοράς σε σχέση με τον ποταμό.
Οργανικά συνδεδεμένοι με το ποτάμι, οι άνθρωποι ετεροκαθορίζονται ζώντας κυριολεκτικά και μεταφορικά στη σκιά του Μισισιπή, πίσω από τα αναχώματα ή στις καλύβες εντός του, στις πόλεις, στις όχθες του ή στα ποταμόπλοια που τον διαπλέουν. Η καρτερία των καταδίκων, η ποικιλία των φυλών που ζουν δίπλα στο νερό και οι αντιθέσεις τους, η ρυπαρότητα και η αναλγησία των ομάδων που τον κατοικούν, η τρέλα και το θάρρος των κυνηγών κροκοδείλων αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος, της στωικότητας στην οποία ο ίδιος ο ποταμός διαπαιδαγωγεί τους συντρόφους του. Στον Γέρο, μαζί με τον κατάδικο, στον ποταμό κολυμπάνε τσακισμένα δέντρα, σπίτια, μπαμπακαποθήκες υπό διάλυση, νεκροί λαγοί κι ελάφια, ψόφια ψάρια, πτώματα, μελλοντικό λίπασμα για την επόμενη σοδειά μπαμπακιού, όταν το νερό γυρίσει στη συνηθισμένη κοίτη του.
Ο κατάδικος μπαίνοντας στη βάρκα λυτρώνεται από τις αλυσίδες του, τον «ομφάλιο λώρο» που τον συνδέει με τους συγκρατούμενούς του. Πέφτοντας στο νερό κερδίζει την απόλυτη ελευθερία, στην κόψη της ζωής και του θανάτου. Στο σημείο αυτό επιστρέφουμε στον πυρήνα της φωκνερικής κοσμοαντίληψης, σύμφωνα με την οποία η πορεία της ανθρώπινης ύπαρξης υπακούει σε ένα σχέδιο, στο οποίο ο ίδιος ο άνθρωπος αδυνατεί να παρέμβει. Η επαναληπτικότητα του κύματος, η αδυναμία ή η προσωρινότητα της προσάραξης, η «μυλόπετρα» έγκυος, η οποία ενσαρκώνει τον εφιάλτη της αναπαραγωγής που αναιρεί τη θηλυκότητα, βιώνονται από τον κατάδικο ως αστεία του «συμπαντικού χωρατατζή» που έχει σχεδιάσει τον χάρτη της ζωής του. Η αρχή έγινε με την προσκόλλησή του στα φτηνά αστυνομικά αφηγήματα που τον οδήγησαν στη ληστεία-φιάσκο, το τέλος γράφεται στον ποταμό που του δίνει την ευκαιρία να μετρήσει τι έχει και τι έχασε, να μετρηθεί με τον εαυτό του, μετέωρος, μακριά από την πάτρια γη και από οποιαδήποτε γη, και τον οδηγεί τελικά στη σιγουριά της φυλακής.
Ο Γέρος παρακολουθεί τρεις διαφορετικές πορείες: την πορεία του ποταμού, από την ηρεμία στην εξέγερση και πάλι πίσω στην ηρεμία, του κατάδικου, από την ανελευθερία της φυλακής στην περιπέτεια και τη δέσμευση απέναντι στη ζωή που συνοδεύει και πίσω πάλι στην ηρεμία της φυλακής, και τέλος τη ροή της αφήγησης, η οποία αιωρείται ανάμεσα στη δυνατότητα και στην αδυναμία του λόγου να περιγράψει τα πράγματα. Η γοητεία του Γέρου έχει κάτι από τη γοητεία του Μισισιπή. Η πρώτη ανάγνωση αποκαλύπτει ένα κείμενο ήρεμο, ουδέτερο. Στη συνέχεια όμως ο προσεκτικός αναγνώστης ανακαλύπτει την ανάδρομη φορά, την ορμή της λέξης, η οποία στην περιφορά της τον καθηλώνει. Ο υπομονετικός και επίμονος αναγνώστης, που ανταποκρίνεται στην πρόκληση, μένει τελικά έκθαμβος από τη φρεσκάδα και την τελειότητα της αναπαράστασης.
  • ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ
  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 18 Ιουλίου 1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου