Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Ο βίος και το έργο [Patricia Highsmith: Ζωή στο σκοτάδι]

Ενα «κατάμαυρο» μυθιστόρημα η ζωή της Πατρίτσια Χάισμιθ

ANDREW WILSON
Patricia Highsmith: Ζωή στο σκοτάδι
Μτφρ.: Ραλλού Θεοδωρίδου
Επιμ.: Μαρίνα Βενιέρη
«Νεφέλη», σελ. 771

«...Ξανακοιτώντας το διήγημα Το έγκλημα αρχίζει, που είχε γράψει στην εφηβική της ηλικία, κατάλαβε ότι η αγωνία και το μυστήριο ήταν το δυνατό της σημείο. "Το νοσηρό, το βάναυσο και το διεστραμμένο με γοητεύουν", θα πει. Η δραστικότερη μέθοδος γραφής ενός τέτοιου βιβλίου, αποφάσισε, θα ήταν η επένδυση του φανταστικού στοιχείου της αφήγησης με ένα ρεαλιστικό στιλ, "με τον τόνο της αληθοφάνειας που παρέχει ο ρεαλισμός". Ο αρχετυπικός άνθρωπος του 20ού αιώνα, ο γνήσιος κάποιος, είναι ο ψυχοπαθής. "Η παρεκκλίνουσα προοπτική είναι πάντα η καλύτερη για να απεικονιστεί η ζωή του 20ού αιώνα, όχι μόνο γιατί τόσοι πολλοί από μας είναι παρεκκλίνοντες, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, αλλά και γιατί η ζωή του 20ού αιώνα εδράζεται στην παρέκκλιση και συντηρείται από αυτήν"...».

Απογυμνωμένη από τα προσχήματά της η σύγχρονη πραγματικότητα, κατά τη σημαντική Αμερικανίδα συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995). Σκληρή η αποτίμηση αλλά και βαθύτερη, πολύ κοντά σε αυτό που θα ονομάζαμε συγκεκριμένη αλήθεια: δηλαδή στο στατιστικό δεδομένο που εξάγουμε από ένα ικανό δείγμα απόψεων πάνω στη συγκυρία μας.

Να γιατί με το έργο της η δυναμική αυτή δημιουργός μεγάλων και μικρών αφηγήσεων (όπως και σκοτεινών ποιημάτων) με θέμα το έγκλημα, την παράβαση, τέλος πάντων, πείτε το όπως θέλετε, απέναντι στα κατεστημένα πράγματα, πήρε ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο στην ειδική γραμματολογία του crime novel αλλά και στη γενικότερη. Επειδή μπόρεσε να δει την προηγούμενη υπόθεση «ολιστικά», είχε το θάρρος και την ευφυΐα να αντιμετωπίσει με τα ίδια σταθμά το ψυχόρμητο του μέσου ανθρώπου με εκείνο του -δήθεν- αποκλίνοντος.

Ομως, μάλλον αντιφατικά (χωρίς αυτό να μειώνει την αξία της οπτικής της, εξάλλου όλοι οι σπουδαίοι νόες, ας μην ξεχνάμε, έχουν αυτό το χαρακτηριστικό), η Χάισμθ είδε τον άνθρωπο και τους ήρωές της σε έναν βαθμό διχασμένη. Τους εξέτασε μέσα σε ένα πλαίσιο χαοτικό, αντιφατικό, παράλογο και αδιευκρίνιστο. Εκεί είναι αλήθεια, κατ' αρχάς, ότι όλοι δρούμε και αντιδρούμε πάνω-κάτω το ίδιο: γιατί το πιο πιθανό είναι οι ειδικές συνθήκες, το τυχαίο, να εμποδίζουν την αποσαφήνιση αυτού του κρυμμένου σε όλους μας δυνάμει. Εντούτοις διαπιστώνει κανείς ότι η Χ. πριμοδοτεί αυτόν που εκφράζει ανοιχτά, πέρα από κοινωνικούς όρους και φυσιολογία, την αρνητικότητά του, ως αποτέλεσμα μιας υπαρξιακής έκφρασης. Χαρακτηρίζοντας τον «εγκληματία» ως «δραστήριο και με ελεύθερο πνεύμα» δεν μας αφήνει περιθώρια αμφιβολιών: φυσική στάση ενός βλέμματος που είχε εγκύψει, μεταξύ άλλων, και στον Ντοστογιέφσκι.

Οπως και να έχουν τα πράγματα, ο επιμελής Βρετανός δημοσιογράφος Αντριου Γουίλσον με την ογκώδη αυτή βιογραφία της Χάισμιθ, μας δίνει πολλές δυνατότητες θέασης των ιδεών της δημιουργού τού Κυρίου Ριπλέι. Με το συγκεκριμένο εξαντλητικό, παρθενικό του βιβλίο αλλά και το πρώτο «ντοκουμέντο» που βλέπει το φως για την εξόχως ενδιαφέρουσα ζωή της Χάισμιθ, χαρτογραφεί μια δημιουργική περιπέτεια ζωής και γραφής.

Συμβαίνει, κυρίως με εξιστορήσεις πολυτάραχων βίων πνευματικών ανθρώπων από τρίτους, να πιστεύεις μετά την ανάγνωση ότι όσα παρακολούθησες έχουν την υπογραφή των βιογραφουμένων. Οχι μόνο γιατί οι εμπειρίες των τελευταίων σού είναι γνωστές από τις σελίδες των βιβλίων τους, αλλά γιατί το ύφος τους και ένα είδος αύρας που τα διαπερνά, συνδέονται άμεσα, και όχι πλαγίως, με τα βιώματά τους: με αυτό που ήταν στην κοσμική τους ζωή.

Οπωσδήποτε τα προηγούμενα δεν ανιχνεύονται ή ερμηνεύονται απλά και μηχανιστικά, διότι, έτσι κι αλλιώς, η σχέση γραφής και βίου είναι μια υπόθεση περίπλοκη, μυστηριώδης θα έλεγα. Ομως, κάποτε, το βιωματικό συμφραζόμενο λειτουργεί καίρια, φωτίζοντας ή συμπληρώνοντας το γραπτό. Ετσι, είχα την εντύπωση ότι το ανά χείρας βιβλίο γράφτηκε από την ίδια τη Χάισμιθ: και όχι μόνο επειδή ο Γουίλσον στηρίχτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου του στα ημερολόγια της «ηρωίδας» του, αλλά γιατί όσα εξιστορεί (και αναλύει) και εκτός των προσωπικών εξομολογήσεων της συγγραφέα μοιάζουν μέρος του έργου της.

Βίος και έργο, λοιπόν, στην περίπτωσή μας σχεδόν ταυτίζονται. Να προλάβω: για να μην αδικήσουμε τον βιογράφο, ας τονιστεί ακριβώς η ικανότητά του στη διαπραγμάτευση του υλικού, το ταλέντο του, ώστε το αποτέλεσμα να προκύπτει σαν προϊόν σωστής ανάγνωσης ενός χαρισματικού αποδέκτη κάποιων ντοκουμέντων.

Και υπήρξε, όπως προείπα, η ζωή της συγγραφέα τού Ξένοι στο τρένο ένα κατάμαυρο μυθιστόρημα από μόνη της. Λες ότι η Χάισμιθ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να φωτογραφίζει όσα της συνέβαιναν και μετά να τακτοποιεί τις εικόνες στο άλμπουμ της. Ο Γουίλσον με τη μέθοδο ανάπλασης του βίου τής Χάισμιθ που χρησιμοποιεί, μας αναγκάζει να κάνουμε την όποια «ηδονοθηρία» μας σε πλαίσιο συμφραζομένων εποχής και ιδιωτικού αντανακλαστικού. Η καλή δημοσιογραφία τον βοήθησε στον αναλυτικό και με καθαρά περιγράμματα σχεδιασμό των συγκοινωνούντων δοχείων. Καταφεύγει, λοιπόν, σε έναν νοητό πίνακα, αυτόν των ιστορικών, με κάθετες γραμμές, οι οποίες φιλοξενούν παράλληλα, αντικριστά, πολιτισμικά και ατομικά περιστατικά. Ετσι αρχίζει το διάλογο ιστορίας και ατομικού βίου από την περίοδο του '20 και επεκτείνεται μέχρι τα μέσα του '90.

Εχει στα χέρια του έναν ιδιωτικό «θησαυρό»: μία διαδρομή γεμάτη σκοτάδια, αναστολές, παλινωδίες, εσωστρέφειες, επιθετικότητες, ερωτισμό. Και από την άλλη, δεκαετίες κρίσιμες που σφράγισαν τον νεωτερικό άνθρωπο: φάσεις της Ιστορίας που θα μείνουν απωθημένες ή και απρόσιτες για πάντα: πριν απ' όλα, όμως, εποχές οριακών ανακατατάξεων, διαψεύσεων και συνειδητοποιήσεων, κυρίως του ...«ασυνείδητου» όντος. Επ' αυτού του τελευταίου η Χάισμιθ έχει να πει κάτι κομβικό για το έργο και τον εαυτό της, όταν συνειδητοποίησε ότι όσα υποστήριξε ο Φρόιντ, (παρά τις επιμέρους αντιθέσεις που είχε με αυτά), διαμόρφωσαν καθοριστικά τόσο το χαρακτήρα όσο και το γράψιμό της: «Η συνειδητή σκέψη είναι η πιο αδύναμη... το υψηλότερο αγαθό είναι η χρήση του ασυνείδητου, με τον ολοκληρωτικό σχεδόν αποκλεισμό του συνειδητού που εξαρτάται τόσο πολύ από το άμεσο περιβάλλον μας. Μέσα στο ασυνείδητο βρίσκεται η πεμπτουσία, η φλόγα, το άρωμα του ανθρώπου καθώς και το ποσοστό του θείου που αναλογεί στον καθένα μας...».

Ο Γουίλσον εξιστορεί με αναλυτικό τρόπο τις συνθήκες ενηλικίωσης αυτού του αγοροκόριτσου, που δεν κατόρθωσε ποτέ να κερδίσει την εύνοια της ωραίας και απόμακρης μητέρας της: εξού και τα βαθύτερα τραύματά της, ίσως και τα σεξουαλικά. Η Χάισμιθ πήρε θαυμάσια μόρφωση σε μεγάλα κολέγια της πατρίδας της και μελέτησε πολύ. Ο βιογράφος στέκεται με προσοχή σε κάθε σημείωση της Χάισμιθ, τη συσχετίζει με τα γραπτά της, κάνει τις αναγωγές του στα κοινωνικά και φιλολογικά, και όταν καταλήγει σε συμπεράσματα σχετικά με συμπεριφορές και απόψεις της Χάισμιθ, πατάει σε σίγουρο έδαφος.

Επειδή δεν γνώρισε προσωπικά την τελευταία, ο προσεκτικός αυτός βιογράφος ίσως έχει έναν λόγο παραπάνω να δίνει βάση στα γραπτά, τα οποία επιπλέον περιέχουν και μαρτυρίες τρίτων: φίλων, συγγενών και κριτικών. Δίκην ντετέκτιβ έχει να εξετάσει, πριν γνωμοδοτήσει, μια πορεία εξωτερική, κατ' αρχάς, που δείχνει το ανήσυχο πνεύμα της Χάισμιθ. Η βιογραφούμενη, φοβερός δέκτης των μηνυμάτων τής εποχής της, γενναίος τύπος, πέρασε και μέσα από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος σε κρίσιμες περιόδους για την πατρίδα της. Αντιτάχθηκε στο γερουσιαστή Μακάρθι, όχι μόνο για τις πολιτικές του διώξεις, αλλά και για τις ηθικού τύπου μισαλλοδοξίες του. Ομοφυλόφιλη η ίδια, υπερασπίστηκε τη σεξουαλική της ιδιαιτερότητα, η οποία εμμέσως πλην σαφώς αναδύεται στο έργο της, απέναντι στην ηθικολογία ακόμα και των συντρόφων της. Για την ιδιαιτερότητά της αυτή, πάντως, δεν δέχτηκε ποτέ να κοινολογηθεί τίποτε όσο ζούσε, φοβούμενη τη σκανδαλοθηρία.

Η Χάισμιθ άνοιξε νέους δρόμους στο αστυνομικό μυθιστόρημα και ο Γουίλσον το αποδεικνύει με σωρεία αποδεικτικών στοιχείων σε αυτή τη δημιουργική του αντίστιξη με το βίο, το έργο και την εποχή της. Μέχρι την υποψιασμένη Χάισμιθ το αστυνομικό είδος, με εξαίρεση κάποιους κλασικούς, «σκληρούς» συμπατριώτες της συγγραφείς (Χάμετ, Τσάντλερ, Κέιν κ.ά.) είχε περιορισθεί στην αφήγηση ιστοριών γύρω από το αίνιγμα του ενόχου εντός ιστορίας. Η Χάισμιθ μας παρέπεμψε στον οιονεί ένοχο «εκτός ιστορίας». Προτείνοντας τον εσωτερικό άνθρωπο, «μας επέτρεψε να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στις σκοτεινές τρομακτικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τις ζωές μας, ενώ συγχρόνως τεκμηριώνουν την κοινοτοπία του κακού».
  • ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ
  • [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 04/02/2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου