Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Πατρίτσια Χάισμιθ: Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης)

Πατρίτσια Χάισμιθ: Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης)
Μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου
Εκδ. Πατάκης, 2007
Η εξιστόρηση της διαδικασίας παραγωγής ενός λογοτεχνικού έργου μπορεί να είναι από μόνη της ενδιαφέρουσα αλλά όταν μία εκ των δημοφιλέστερων συγγραφέων μυθιστορημάτων αγωνίας αποφασίζει να ανοίξει την πόρτα του εργαστηρίου της και να μας εμπιστευτεί τα μυστικά της, τα γεγονότα από τα οποία εμπνεύστηκε τους ήρωές της αλλά και τις δυσκολίες που συνάντησε κατά τη συγγραφή, αποτελεί μια μοναδική και χρήσιμη εμπειρία, όχι μόνο για τους γράφοντες αλλά και για τους αναγνώστες της
Στη σύντομη εισαγωγή του βιβλίου της η Χάισμιθ ξεκαθαρίζει πως δεν είναι κανείς σε θέση να «εξηγήσει» τη φύση της δημιουργικότητας, να αποκαλύψει τη μαγική φόρμουλα που καθιστά ένα έργο ελκυστικό στους αναγνώστες, ούτε και να παραθέσει συγκεκριμένους κανόνες για τους ενδιαφερομένους, αλλά μπορεί να μιλήσει για την «προσωπική της εμπειρία» ελπίζοντας πως αυτή θα φανεί χρήσιμη στους επίδοξους συγγραφείς αλλά και σε όσους αισθάνονται καταπονημένοι και αποθαρρημένοι από την προσπάθεια.
Η εμπειρία αυτή περιλαμβάνει κάποιες από τις δοκιμασμένες τεχνικές της που απέδωσαν καρπούς, τρόπους υπέρβασης των δυσκολιών και καταπολέμησης του άγχους ή του αποπροσανατολισμού που συχνά ταλανίζει τον δημιουργικό νου, καθιστώντας σαφές -πριν προχωρήσει στην αναλυτική επεξήγηση των θέσεών της- πως αυτά δεν γίνεται να εφαρμοστούν κατά γράμμα γιατί ο κάθε συγγραφέας εκφράζει τη διαφορετικότητά του με άλλο τρόπο και οι οδηγίες της έχουν στόχο «τη διεύρυνση του πνεύματος» ή έστω τη συνειδητοποίηση «αυτών που ήδη υπάρχουν μέσα του».
Τα μυθιστορήματα της Χάισμιθ διαφέρουν από τα παραδοσιακά αστυνομικά· οι ήρωές της δεν ενδιαφέρονται για τη συμβατική ηθική, ούτε επιστρατεύεται κάποιος συμπαθητικός ντετέκτιβ που θα επιδοθεί στη σύλληψη του ενόχου και στην απονομή δικαιοσύνης, αλλά η συγγραφέας εστιάζει, κυρίως, στα σκοτεινά κίνητρα, στην κατασκευή μιας εγκληματικής συνείδησης, στη συναισθηματική ένταση, στον τρόπο λειτουργίας μιας νοσηρής διάνοιας αλλά και στις υποσυνείδητες διεργασίες στις οποίες υπόκεινται οι ήρωές της, οι οποίοι, παρά τις εγκληματικές τους πράξεις, παρουσιάζονται, όπως ο Ρίπλεϊ, ενδιαφέροντες και γοητευτικοί.
Στο εν λόγω εγχειρίδιο η Χάισμιθ εξηγεί αυτές τις επιλογές της, ανάγοντας τη γραφή ενός μυθιστορήματος σε μια πράξη ελευθερίας, όπου το μεγαλύτερο μέρος το αναλαμβάνει και το φέρει εις πέρας η δημιουργική φαντασία. Το «Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας και δράσης», που είχε αρχικά γραφεί για το περιοδικό «Writer», απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο στους ενδιαφερομένους και τους προτρέπει «να επιμείνουν στις αποτυχίες περισσότερο από τις επιτυχίες», κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στα έργα της εκείνα που τη δυσκόλεψαν και χρειάστηκε να επιμείνει επί μακρόν. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερειακά και στον τρόπο αντιμετώπισης των καθημερινών αντιξοοτήτων: εξάντληση της έμπνευσης, απόρριψη του βιβλίου, αποπροσανατολιστικοί ήρωες και ιδέες αλλά και έλλειψη κέντρου και συγκέντρωσης.
  • «Θανάσιμες» ιδέες
Στο πρώτο κεφάλαιο η Χάισμιθ εμμένει στο θέμα των «ιδεών», από πού αντλούνται, πώς μπορούν να γίνουν εναύσματα, να προεκταθούν και να εξελιχθούν σε κάτι μεγαλύτερο: Κάθε γωνιά του κόσμου, κάθε ανιαρή ιστορία, κάθε ασήμαντη εμπειρία μπορεί να γίνει πηγή έμπνευσης και γενέθλιος τόπος μιας ιστορίας. Η κάθε μικρή ιδέα, αν επιμείνει, μπορεί να εμπλουτιστεί με άλλες και να πάρει μια απρόσμενη τροπή, δίνοντας ώθηση μέσα από καινούργιους συνδυασμούς και σε άλλες που υποβόσκουν.
Ακόμα και η πλέον πολυχρησιμοποιημένη ιδέα μπορεί να δείχνει φρέσκια και συναρπαστική αν δουλευτεί και περάσει από το φίλτρο της φαντασίας του συγγραφέα. Ιδιαίτερη σημασία έχει, φυσικά, η εκπαίδευση προκειμένου να αναγνωρίζει ο συγγραφέας, όταν τον επισκέπτονται, τις γόνιμες ιδέες και να τις ξεχωρίζει από τις στείρες και ένας τέτοιος τρόπος είναι η υπερδιέγερση που προκαλούν. Το δε «μικρόβιο της έμπνευσης» μπορεί να μεταφερθεί και από άσχετους και αδιάφορους ανθρώπους ή από ουδέτερες και πεζές καταστάσεις.
Συμβουλεύει, επίσης, την ταχύτατη καταγραφή τους σε σημειωματάρια που μπορεί να χρησιμεύσουν ως «αποθήκη ιδεών», οι οποίες να αποβούν, μελλοντικά, πολύτιμες. Ενα μυθιστόρημα δεν γράφεται από μια στιγμιαία έμπνευση, όπως μπορεί να γραφεί ένα ποίημα. Απαιτεί προσήλωση, χρόνο, ενέργεια και δεξιότητες που αποκτιούνται έπειτα από πολύχρονες δοκιμασίες και από την πεποίθηση πως κάποια στιγμή θα ολοκληρωθεί.
Στα μετέπειτα κεφάλαια δεν παραλείπει τις πρακτικές συμβουλές που αφορούν την ξεκούραση, τη διαμονή του συγγραφέα, τις επάλληλες γραφές, την αποφυγή άσκοπης κατανάλωσης αλλά και τη σημασία των προσωπικών βιωμάτων, των «εμπειριών από πρώτο χέρι», όπως τις ονομάζει. Το έργο που τη δυσκόλεψε περισσότερο, όπως μας εξηγεί σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο, ήταν η γραφή μιας εμπειρίας από δεύτερο χέρι, η γραφή του μυθιστορήματός της «Το γυάλινο κελί», στο οποίο περιγράφονταν η καθημερινότητα και οι επιπλοκές στη ζωή ενός φυλακισμένου, το οποίο αναγκάστηκε να αναθεωρήσει πολλές φορές, πριν από την ολοκλήρωσή του, καθώς η ίδια δεν διέθετε το ανάλογο βίωμα.
  • Προσωπική σχολή γραφής
Τα βιώματα είναι «η προσωπική σχολή γραφής», η συναισθηματική εμπειρία μπορεί να αντληθεί από κάτι τυχαίο, από μια απρόσμενη αίσθηση, από κάποια βίαιη αντίδραση, από κάτι που προκαλεί φόβο ή απειλή και που η ίδια κατόρθωσε να τα προεκτείνει, έστω και μέσα από τη φαντασία της, στα άκρα. Η προσωποποίηση των φοβιών και η συγκατοίκηση με τα πλέον αρνητικά και βίαια συναισθήματα -ύστερα από αλλεπάλληλες ασκήσεις θάρρους- μπορεί να αποβούν μια ιδιαίτερα γόνιμη διαδικασία για έναν συγγραφέα.

Τα «συναισθηματικά χαστούκια», όπως τα ονομάζει, δεν είναι ευχάριστα, όλοι τα βιώνουμε, αν και οι περισσότεροι θωρακίζονται για να προστατευθούν από τέτοιου είδους χτυπήματα, γεγονός που σημαίνει πως οι άνθρωποι μαθαίνουν να ασκούν λογοκρισία, να καταπνίγουν τα συναισθήματά τους και να καταλήγουν σχεδόν άτρωτοι και στεγνοί. Αντιθέτως, οι δημιουργοί οφείλουν να διαθέτουν το «ελάχιστο προστατευτικό περίβλημα», να είναι απαλλαγμένοι από τις απόλυτες κρίσεις και να διαθέτουν απόλυτη κατανόηση και δεκτικότητα για όλες τις ανθρώπινες αντιδράσεις: «...η τέχνη δεν έχει καμία σχέση με την ηθική, τις συμβάσεις και τα κηρύγματα... οι συγγραφείς από τη φύση τους, όπως και οι ζωγράφοι, έχουν ένα ελάχιστο προστατευτικό περίβλημα... εφόσον τα απανωτά χτυπήματα και οι εντυπώσεις που δέχονται αποτελούν την πρώτη ύλη του έργου τους».

Με αυτή τη δήλωση απαντά εμμέσως και σε ορισμένους μετέπειτα σχολιαστές του έργου της που την επέκριναν για υπερβολική συμπάθεια απέναντι στους δολοφόνους και στους διεστραμμένους και που θεώρησαν άλυτο γρίφο την ικανότητά της να αποδίδει τόσο πειστικά τον νοσηρό ψυχισμό τους, ενώ η ίδια είχε κατ επανάληψη δηλώσει πως η συμβατική ηθική δεν έχει θέση στο έργο της και πως όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί να νιώσουν ανάλογα συναισθήματα, απλώς κάποιοι τα βιώνουν στα άκρα: «...βρίσκω το δημόσιο αίσθημα περί δικαιοσύνης αρκετά βαρετό και τεχνητό γιατί ούτε η ζωή ούτε η φύση ενδιαφέρονται αν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη ή όχι...»
Επίσης, ο λόγος που επέλεξε δολοφόνους και «διεστραμμένους» για πρωταγωνιστές είναι επειδή αυτοί προωθούν την πλοκή και γιατί «οι εγκληματίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντες από δραματικής άποψης, γιατί τουλάχιστον για ένα διάστημα είναι δραστήριοι και έχουν ελεύθερο, αδάμαστο πνεύμα». Επιπλέον, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, η Χάισμιθ δεν ενίσχυε την απρόσκοπτη ταύτιση του αναγνώστη με τους ήρωές της, καθώς η συγκεκριμένη τακτική είναι δείγμα ανικανότητας του συγγραφέα να τον προσελκύσει με άλλους τρόπους.
  • ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ
  • [ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 24/08/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου