Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Διασταύρωση και συνύπαρξη των αντιθέτων... [Patricia Highsmith: Ο Ρίπλεϋ κάτω απ το χώμα]

Πατρίτσια Χάισμιθ: Ο Ρίπλεϋ κάτω απ το χώμα
Μετάφραση:  Ανδρέας Αποστολίδης
Εκδόσεις Άγρα, 2006
Σελίδες 387

Με την Αμερικανίδα μυθιστοριογράφο Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) το αστυνομικό είδος, μεταπολεμικά, εισέρχεται σε νέες περιοχές, πιο δύσβατες: το ψυχολογικό μέρος όσον αφορά τη δραματουργία πριμοδοτείται με τρόπους αιφνίδιους και εν μέρει μισάνθρωπους. Ταυτόχρονα, όμως, μέσα από σχολαστικές -περίπου νευρωτικές- αλλά και βασανιστικές προσεγγίσεις του «εγκληματικού» υποκειμένου, η ψηλάφισή του αποδίδει καρπούς σε πολλά επίπεδα. Μάλιστα η διαχείριση του θέματος φτάνει σε τόσο ικανοποιητικά σημεία ώστε κανείς δύσκολα θα την εγκαλέσει πια ως απλώς ωμή και βάναυση χειρονομία, χωρίς λογοτεχνικό έρεισμα.
Γιατί το όλο εγχείρημα πετυχαίνει μια συμμετοχή, στοργική θα λεγες, για τα τυφλά κίνητρα και την εξίσου σκοτεινή μοίρα των ηρώων αυτής της φιλολογίας, που έχει αναλάβει τη δύσκολη αποστολή να μιλήσει για λογαριασμό των «εκτός νόμου», των φύσει και θέσει παραβατικών, βυθιζόμενη στο ψυχικό τους έρεβος. Βέβαια, κάπου η σκιά του Λομπρόζο, του εγκληματολόγου που κάποτε μιλούσε για τον φύσει κακό άνθρωπο, πέφτει βαριά, αλλά η Χάισμιθ ξέρει να ελιχθεί με τη δεξιοτεχνία της.
Επιπλέον η δημιουργός του περίφημου Τομ Ρίπλεϊ, ενός ατόμου της «διπλανής πόρτας», πλην όμως το ίδιο με όλους μας επίφοβου και αδιευκρίνιστου ηθικά και ψυχολογικά, εισήγαγε έναν καινούριο χαρακτήρα στη συγκεκριμένη λογοτεχνία του «Κακού», που καθόλου δεν απείχε από το «αρνητικό» μοντέλο γενικώς του ανθρώπου - γέννημα της μεταπολεμικής συνθήκης. Καλύτερα: εκείνου του «νεωτερικού» τύπου, ο οποίος απογυμνωμένος από ηθικά επιχειρήματα, δηλαδή ο καθένας μας (δυνάμει εγκληματίας, τολμά και εκστομίζει η Χάισμιθ), προσπαθεί να πάρει, φευ, την αρμόζουσα θέση γύρω μας.
Μάλιστα η τελευταία έλεγε ότι οι «εγκληματικοί» της «ήρωες», παρότι ψυχοπαθείς ή νευρωτικοί, είναι αρκετά συμπαθείς ή τέλος πάντων όχι αποκρουστικοί. Με άλλα λόγια, είναι προέκταση του μέσου ανθρώπου, είδωλά μας. Ο πιο επιτυχημένος εκπρόσωπος αυτής της συγγένειας ήταν, βέβαια, ο Ρίπλεϊ. Τι ξέρουμε γι αυτόν; Η Χάισμιθ μας επιτρέπει να μάθουμε πολύ λίγα βιογραφικά του. Μια φορά, σε κάποιο από τα βιβλία με τις περιπέτειες του «συνηθισμένου» αυτού καθάρματος, μας παρέχει την πληροφορία ότι είχε δύσκολη παιδική ζωή, δίπλα σε μια καταπιεστική θεία του. Πέραν αυτού ουδέν...
Γεγονός που επιβεβαιώνει τις υποψίες ότι η Χάισμιθ δεν ήθελε να θεωρηθεί ο Ρίπλεϊ κλινική, ιδιαίτερη περίπτωση, αλλά, όπως είπαμε, να εκληφθεί σαν ένας «από εμάς». Με τις ιδιοτυπίες του, βέβαια: κάπως light αριστοκράτης, ελαφρώς θηλυπρεπής, σαδιστής αλλά και καλός σύζυγος. Τώρα, όσο για τα δολοφονικά ένστικτα αυτού του τύπου, τα πράγματα είναι θολά. Δεν είναι ένας εν ψυχρώ φονιάς αλλά ούτε και εκ περιστάσεως. Τα φρικτά του ανακλαστικά ξαφνιάζουν...
Βίαιο, ψυχρό και οριακό, σε πρώτη ανάγνωση, χαρακτηρολογικό εύρημα, που δίνει όπλα στους αντίπαλους της συγκεκριμένης λογοτεχνίας (της αστυνομικής), ώστε να της επιτεθούν χαρακτηρίζοντάς την ανενδοίαστη. Ομως, και τα άλλα είδη, τα πιο «σοβαρά» ας πούμε, δεν διαχειρίζονται βαθύτερα το ίδιο θέμα; Δεν θίγουν με διάφορους τρόπους και δεν φλερτάρουν με το ερώτημα περί της «ανοιχτής» ανθρώπινης φύσης; Μόνο που χρησιμοποιούν μεθόδους γραφής πιο υπαινικτικούς ή πιο αμφίσημους, θα πείτε, και επ αυτού δεν θα είχε κανείς να αντιτείνει ισχυρά επιχειρήματα, εάν πιστεύει ότι σε επίπεδο φόρμας όλα κρίνονται, μαζί και η ηθική του βλέμματος. Αλλά θα πηγαίναμε μακριά ανοίγοντας τέτοια συζήτηση...
Εν πάση περιπτώσει, η πανέξυπνη Χάισμιθ ξαναμοίρασε την τράπουλα και μας πρότεινε τον «κατ εικόνα και ομοίωσίν» μας, επίφοβο και απρόβλεπτο μέσα στην ήρεμη, απλή του μάσκα, ήρωά της. Πιστεύοντας στον αμοραλισμό της Τέχνης ή τουλάχιστον στον ανηθικισμό της (που είναι άλλο πράγμα), η συγγραφέας μας συνέθεσε μυθιστορήματα πάνω στο ψυχολογικό και ηθικό πρόβλημα που εγείρεται με την «εγκληματική πράξη». Οι ήρωές της δεν μας εισάγουν σε ιστορίες μυστηρίου, το θρίλερ στα έργα της προκύπτει μέσα από την αναμονή μας σχετικά με τις αντιδράσεις των παραβατικών προσώπων που μας προτείνει. Ίσως γι’ αυτό ο Γκράχαμ Γκριν έλεγε ότι ο κλειστοφοβικός κόσμος της Πατρίτσια Χάισμιθ είναι παράλογος και ότι «εισερχόμαστε» σ αυτόν πάντοτε «με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου». Εννοώντας, σίγουρα, ότι οι οικείες/ανοίκειες συμπεριφορές των ηρώων της, που μας σοκάρουν γιατί μας ξυπνούν απωθημένες συγγένειες, είναι για μας μια πολύ σοβαρή και υπολογίσιμη υπόθεση.
«Ο Ρίπλεϊ κάτω από το χώμα», βιβλίο γραμμένο το 1970, είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της με πρωταγωνιστή το διαβόητο αυτό πρόσωπο, που θα μας κάνει να την ταυτίσουμε σχεδόν μαζί του. Εν προκειμένω βρίσκουμε τον Ρίπλεϊ να κατοικεί σε ένα χωριουδάκι της Γαλλίας, να είναι παντρεμένος με μια σύζυγο της οποίας ο αστός πατέρας είναι ανακατεμένος στις βρομοδουλειές του γαμπρού του. Ο Ρίπλεϊ συνεργάζεται με μια γκαλερί του Λονδίνου και έχει καταστρώσει διακριτικά μια ιστορία πλαστών πινάκων ενός φημισμένου ζωγράφου, που έχει εξαφανιστεί (στην πραγματικότητα έχει αυτοκτονήσει στην Ελλάδα). Το κόλπο κινδυνεύει να αποκαλυφθεί και ο Ρίπλεϊ αναλαμβάνει δράση ξεπαστρεύοντας κάποιον Αμερικανό συλλέκτη, ο οποίος έχει μυριστεί την απάτη.
Η Χάισμιθ επανέρχεται εδώ, μεταξύ άλλων αγαπημένων της μοτίβων, σε ένα αγαπημένο θέμα της: την πλαστογραφία, την οποία μπορεί κανείς να εκλάβει και ως μια προβληματική πάνω στο ζήτημα της ταυτότητας και των ρόλων, στην έννοια του δημιουργικά πρωτότυπου, του αυθεντικού αλλά και της αξίας της απομίμησης. Ο Ρίπλεϊ, που σε κάποια στιγμή υποδύεται τον πεθαμένο ζωγράφο, είναι ένας κατά συρροήν πλαστογράφος, ζει μέσω ετεροπροσωπίας: πάντα κάποιον άλλον υποδύεται και ποτέ τον εαυτό του, για τον οποίο δεν επιθυμεί, στην πραγματικότητα, να μάθει πολλά πράγματα. Η δημιουργός του με θαυμαστή δολιότητα αφήνει εμάς να τον ψηλαφίσουμε, να βαδίσουμε στα σκοτεινά, έχοντας συχνά την ψευδαίσθηση ότι τον προσεγγίζουμε, για να απογοητευθούμε, φυσικά, νιώθοντας ότι ακολουθούμε πάντα μια φυγόκεντρο.
Ολα αυτά, οπωσδήποτε, παίζονται σ ένα επίπεδο ανοιχτής συνομιλίας περί της γραφής. Η Χάισμιθ ξέρει ότι κρίνεται συνεχώς καθώς ξετυλίγει τη συμπεριφορά του ήρωά της, που κινείται υπό το φως της απροσδόκητης προσωπικότητάς του, ενώ την ίδια στιγμή τού παρέχονται και κάποια εξωτερικά άλλοθι για να τη δικαιολογήσουν, σε κάποιο βαθμό. Άρα η Χάισμιθ αυτό που επιδιώκει είναι να δημιουργήσει ένα περιβάλλον ...στην κόψη. Δηλαδή μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα η οποία θα αιτιολογεί και κάποτε θα δικαιολογεί τις αντιδράσεις του Ρίπλεϊ, ενώ την ίδια στιγμή όλα, βαθύτερα, θα κατατείνουν εναντίον του...
Τον συγκεκριμένο πίνακα, λοιπόν, ενός λογοτεχνικού στερεώματος όπου συνυπάρχουν το αυθεντικό με το πλαστό, η αλήθεια και το ψέμα, αυτή τη διασταύρωση και συνύπαρξη των αντιθέτων, υπερασπίστηκε αποτελεσματικά ο έμπειρος Ανδρέας Αποστολίδης.
  • ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ
  • [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ] ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 09/03/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου