Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ: Προχωρώντας στην καρδιά των πραγμάτων

ΤΟΥ ΠΑΟΛΟ ΜΑΟΥΡΙ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

Ο Μίλαν Κούντερα, σε μιαν από τις επιστροφές του στην Πράγα (μετά το 1989), βρίσκει στο σπίτι ενός φίλου ένα μυθιστόρημα που δεν είχε ποτέ διαβάσει. Ο τίτλος του είναι «Το βρυχώμενο τέρας» και το έχει γράψει ο Γιάρομιρ Γιον, ένας Τσέχος μυθιστοριογράφος του Μεσοπολέμου. Ο πρωταγωνιστής του είναι ένας δημόσιος υπάλληλος που ζούσε πάντοτε στην επαρχία, αλλά όταν βγήκε στη σύνταξη αποφάσισε να πάει να ζήσει στην Πράγα. Εκεί όμως καταδιώκεται κυριολεκτικά από ένα τέρας: το αυτοκίνητο, του οποίου ο θόρυβος διαταράσσει την ησυχία του. Εμείς σήμερα έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ αυτούς τους θορύβους που ούτε καν τους αντιλαμβανόμαστε. Στην εποχή του Γιον αντιστοιχούσε ένα αυτοκίνητο σε 100 ή ίσως και σε 1.000 κατοίκους της Πράγας, αλλά αυτό που προκαλούσε σκάνδαλο ήταν η εκπληκτική νεωτερικότητα του φαινομένου. «Η σκέψη -σημειώνει ο Κούντερα- απέναντι στην επανάληψη της πραγματικότητας καταλήγει πάντοτε στη σιωπή».


Ανήκει επομένως στο μυθιστοριογράφο το καθήκον να αποκαλύπτει μιαν εμπειρία ζωής που διαφορετικά θα παρέμενε άγνωστη ή παραγνωρισμένη. Ενα άλλο παράδειγμα το δείχνει πολύ καλά. Τι να ήταν άραγε η γραφειοκρατία στον καιρό του Κάφκα; Σίγουρα τίποτα σε σχέση με αυτό που έγινε έπειτα, αλλά ήταν ακριβώς ο Κάφκα εκείνος που συνέλαβε την τερατώδη πλευρά της και την αποκάλυψε με απαράμιλλο τρόπο.

Το βιβλίο του Μίλαν Κούντερα «Ο πέπλος» είναι ένα βιβλίο που γεννήθηκε σε μια βιβλιοθήκη, τη βιβλιοθήκη του μυθιστοριογράφου σίγουρα, αλλά και την ιδεώδη λογοτεχνική βιβλιοθήκη του καιρού μας, στην οποία ζουν πλάι πλάι αριστουργήματα που μας βοήθησαν να γνωρίσουμε τον κόσμο ή μάλλον την ανθρώπινη κατάσταση. Αν μπορώ να αποτολμήσω μιαν ακραία σύνθεση, θα έλεγα ότι ο Κούντερα επεδίωξε εδώ μιαν απολογία του μυθιστορήματος ως αυτόνομου λογοτεχνικού είδους, στο οποίο το λυρικό εγώ κατακερματίζεται μέσα στον πεζό λόγο, δηλαδή στην καθημερινότητα, επινοώντας κάθε φορά μιαν αρχιτεκτονική, έναν τρόπο για να την αφηγηθεί.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες δήλωσε κάποτε πονηρά ότι οι μυθιστοριογράφοι δεν διαβάζουν, αλλά κατασκοπεύουν οι μεν τους δε. Το διαπεραστικό βλέμμα του Κούντερα παρατηρεί, για παράδειγμα, ότι «στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι το ρολόι δεν σταματά να δείχνει την ώρα: "Κατά τις εννιά το πρωί" είναι η πρώτη φράση του "Ηλίθιου"... Είναι έντεκα η ώρα, ο Μίσκιν χτυπά το κουδούνι στο σπίτι του στρατηγού Επάντσιν, είναι δωδεκάμισι, κάθεται στο τραπέζι με τη γυναίκα του στρατηγού και τις τρεις κόρες της». Παρατηρεί επίσης ότι ο Σταντάλ «κόβει συχνά τον ήχο στη μέση μιας σκηνής. Δεν ακούμε πια τον διάλογο αλλά παρακολουθούμε τη μυστική σκέψη ενός προσώπου». Ο Τολστόι και αργότερα ο Τζόις «διακατέχονταν από την ίδια εμμονή: να αποτυπώσουν αυτό που συμβαίνει μες στο κεφάλι ενός ανθρώπου σε μια στιγμή του παρόντος και την αμέσως επόμενη στιγμή θα φύγει για πάντα».

Το προνόμιο αυτού που διαβάζει τον «Πέπλο» -έργο που αποτελεί συνέχεια άλλων γραπτών του Κούντερα με αφετηρία την «Τέχνη του μυθιστορήματος»- είναι το ότι μετέχει σε μιαν ιδεώδη και φιλική συνομιλία, η οποία εμβαθύνει στα προσφιλή θέματα χωρίς να θέλει ποτέ να γίνει συστηματική. Το παράδοξο είναι το ότι ακριβώς μια βιβλιοθήκη γεμάτη μυθιστορήματα έκανε τον Δον Κιχώτη να τρελαθεί και κατά κάποιον τρόπο τρέλανε και την Εμα Μποβαρί. Να όμως που γεννήθηκαν, ως τέκνα αυτής της συγκέντρωσης της τρέλας, άλλα δύο μυθιστορήματα κεφαλαιώδους σημασίας. Ο Θερβάντες έσκισε τον πέπλο που έκρυβε τον κόσμο και αποκάλυψε την πρόζα της ζωής, όπου ένα δόντι, όπως λέει ο Δον Κιχώτης στον Σάντσο, είναι πιο σημαντικό από ένα διαμάντι. Ο Φλομπέρ (στον οποίο ο Σεντ-Μπεβ καταλόγιζε ότι «το καλό είναι υπερβολικά απόν» στη «Μαντάμ Μποβαρί») αντιμετώπιζε με τόση τελειομανία την πρόζα της μετριότητας, ώστε να την καθιστά ακόμη και απεχθή. Απεχθή όχι μόνο στους μυθιστορηματικούς του ήρωες, αλλά ακόμη και στο συγγραφέα που έζησε μέσα από αυτούς τους ήρωες.

«Προσπάθησα πάντοτε να προχωρήσω στην καρδιά των πραγμάτων», έγραψε ο Φλομπέρ στη Γεωργία Σάνδη. Αυτό, συμπεραίνει ο Κούντερα, είναι η ουσία του μυθιστορήματος.

Οι μέτριοι μυθιστοριογράφοι δεν μπορούν ωστόσο να φτάσουν στην καρδιά των πραγμάτων. Η γνώση, αυτή η «μοναδική ηθική του μυθιστορήματος» σύμφωνα με τον Μπροχ, ανήκει στα μεγάλα μυθιστορήματα, εκείνα που από τον Ραμπελέ φτάνουν στον Στερν, στον Φίλντινγκ και σιγά σιγά στους μεγάλους Ρώσους, στους μεγάλους Γάλλους, στον Μπαλζάκ και τον Φλομπέρ, στον Μούζιλ και τον Κάφκα. Αυτός ο ευρωπαϊκός αστερισμός είναι μια λογοτεχνική πραγματικότητα την οποία η Ευρώπη -γράφει ο Κούντερα- δεν κατόρθωσε «να αντιληφθεί σαν ιστορική ενότητα». Αλλά η Ευρώπη, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Κούντερα, οφείλει τη δύναμή της στη διαφορετικότητα των πολιτισμών, στις πολιτισμικές ιστορίες των εθνών που συχνά κατέπνιξαν (βλέπε την περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας) την ταυτότητα των μικρών πατρίδων.

Για την Κεντρική Ευρώπη (που δεν θέλει να την αποκαλεί Μεσευρώπη) ο Κούντερα έχει ένα μόνιμο ενδιαφέρον: είναι ο τόπος που προδόθηκε από τις συμφωνίες της Γιάλτας και έγινε η λεία της σοβιετικής αυτοκρατορίας, αλλά είναι και ένας τόπος όπου το μυθιστόρημα άνθησε με τρόπο επιβλητικό και με μια «μεγάλη πλειάδα», που περιλαμβάνει τον Κάφκα, τον Μούζιλ, τον Μπροχ και τον Γκομπρόβιτς.

«Ηταν όλοι -λέει ο Κούντερα- ποιητές του μυθιστορήματος... Αλλά όλοι συνέλαβαν το μυθιστόρημα σαν μεγάλη αντιλυρική ποίηση». Δεν επρόκειτο για μιαν ομάδα διανοουμένων που τους ένωνε κάτι, αλλά για μοναχικούς που περιβάλλονταν από κενό.

Οπως βλέπουμε, στο λόγο του Κούντερα τα επιχειρήματα επαναλαμβάνονται και συνδέονται μεταξύ τους. Η γραφειοκρατία που αποκαλύφθηκε από τον Κάφκα (ένα όνομα που είναι παρόν σχεδόν σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου) είχε έναν άλλον ενδιαφέροντα πρόδρομο στο πρόσωπο του Ανταλμπερτ Στίφτερ. Στο μυθιστόρημά του «Τέλος εποχής» (1857), ο Στίφτερ αφηγείται την ιστορία ενός ανώτατου δημόσιου υπαλλήλου ονόματι Ρίζαχ, ο οποίος για να αποφύγει τη γραφειοκρατική του καριέρα καταφεύγει σε μιαν όαση, σε έναν πύργο κοντά σε ένα χωριό, όπου μπορεί να ζει σε επαφή με τη φύση και με τα ζώα. Περιττεύει να πούμε ότι ο Κάφκα, γράφοντας τον «Πύργο», προτίθεται ακριβώς να καταστρέψει αυτήν την όαση και να παρουσιάσει μια γραφειοκρατία που δεν σέβεται πλέον κανένα όριο και είναι μάλιστα τόσο αυθαίρετη και αυταρχική ώστε να εκμηδενίζει τη ζωή των ατόμων. Ο Κάφκα το είχε διαισθανθεί αλλά ο Κούντερα προχωράει ακόμη πιο πέρα. Η ζωή των ατόμων σήμερα δεν έχει πλέον καμία πιθανότητα να ξεφύγει από τη γραφειοκρατία. Μας επιτηρούν σε κάθε μας κίνηση και δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε μια φυγή σαν αυτή του Ρίζαχ, δηλαδή από τον Στίφτερ περάσαμε στον Κάφκα.

Η λογοτεχνία (το μυθιστόρημα) δεν είναι στην υπηρεσία της ιστορίας ούτε και της φιλοσοφίας, ακόμα και όταν τυχαίνει τα μυθιστορήματα να περιέχουν πολλή σκέψη, που εκφράζεται ευθέως με μορφή δοκιμίου ενσωματωμένου στην αφήγηση. Το μυθιστόρημα είναι αποκάλυψη ή, αν προτιμάτε -για να επιστρέψουμε στην ιδέα του σκισμένου πέπλου-, ξεσκέπασμα, φανέρωμα. Αλλά πόσα διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης και ερμηνείας αποκαλύπτονται!

Ο Δον Κιχώτης πέρασε τη λεκάνη ξυρίσματος ενός κουρέα για κράνος και είναι έτοιμος να δώσει μάχη γι' αυτό που πιστεύει ότι βλέπει. Αλλα πρόσωπα δηλώνουν ότι αυτή η λεκάνη είναι κράνος και επομένως ο Δον Κιχώτης μπορεί δικαιωματικά να τη φοράει στο κεφάλι του σαν κράνος. Αλλά ο αναγνώστης γνωρίζει τα πάντα και χάνεται στο μαγευτικό παιχνίδι των αντικατοπτρισμών, που εμπλέκει καθετί το αληθινό. Είναι ο θρίαμβος του χιούμορ και του κωμικού.

Να μια άλλη αξιοσημείωτη φλέβα στο ορυχείο του Κούντερα: η αίσθηση του κωμικού. Εκείνοι που δεν τη διαθέτουν βρίσκονται μακριά από τη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα από τη μεγάλη λογοτεχνία. Οι αγέλαστοι (οι εχθροί του γέλιου) ήσαν αυτοί που αναθεμάτιζαν τον Ραμπελέ. Αλλά το κωμικό (το αστείο) μπορεί και να είναι το σημείο αφετηρίας μιας ιδιαίτερα συναρπαστικής λογοτεχνικής περιπέτειας και εδώ, σωστά, ο Κούντερα αναφέρει τον Κάφκα, και μάλιστα τον Κάφκα της «Αμερικής», όπου όλα ξεκινούν από την αναζήτηση μιας ομπρέλας. Οπως στο ανέκδοτο που αναφέρεται στον Αϊνστάιν. Ο μεγάλος φυσικός είχε δύο ομπρέλες, τη μία στο σπίτι και την άλλη στο πανεπιστήμιο. Μόλις τέλειωσε το μάθημά του, ένας φοιτητής τον προειδοποιεί ότι βρέχει, αλλά αυτός λέει: αν πάρω τώρα την ομπρέλα που έχω εδώ, θα έχω έπειτα δύο ομπρέλες στο σπίτι και καμία στο πανεπιστήμιο. Και ύστερα από αυτά τα λόγια βγαίνει έξω στη βροχή.

Το ανέκδοτο αυτό οδηγεί στα άκρα την αντιφατικότητα, αλλά το μυθιστόρημα υπολογίζει, όσο είναι δυνατό, τις αντιφάσεις, επειδή η ζωή αποτελείται και από ισχυρές αντιφάσεις. Ολα, για παράδειγμα, είναι αντιφατικά στην αφήγηση του μεγάλου πολέμου του 1914 που κάνει ο Χάσεκ στο αριστούργημά του με πρωταγωνιστή τον στρατιώτη Σβέικ. Ο Σβέικ είναι ένας ανόητος στο κέντρο του κόσμου ή είναι μια αδαής ιδιοφυΐα στο κέντρο ενός ανόητου κόσμου. Το βέβαιο είναι ότι σπάνια ένα γεγονός παραδόθηκε στους μεταγενέστερους με ένα παρόμοιο αντιρητορικό μνημείο. Αν ο Κάφκα είχε γράψει στα τσέχικα αντί για τα γερμανικά, ίσως κανένας να μην τον ήξερε σήμερα, ισχυρίζεται ο Κούντερα. Και ο Χάσεκ, τότε; Σε κάθε περίπτωση έγινε ό,τι έγινε και ο κόσμος ευγνωμονεί και τους δύο.

«Ο πέπλος», εκτός από ένα τετράδιο σημειώσεων και στοχασμών, είναι και ένα βιβλίο μικροαφηγήσεων. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ιστορία των σουρεαλιστών που το 1924 αποχαιρετούν το πτώμα του Ανατόλ Φρανς με μια «αξιομνημόνευτα βλακώδη» νεκρολογία - λίβελο. «Τους ομοίους σου, πτώμα, δεν τους χωνεύουμε!», έγραφε ο 29χρονος Ελιάρ. Ο Κούντερα αφιερώνει προηγουμένως ένα κεφάλαιο στον Σιοράν και στο σκάνδαλο που ξέσπασε μετά το θάνατό του για τις φασιστικές απόψεις που είχε στα νιάτα του. «Μου ξανάρχονται στο νου -γράφει ο Κούντερα- τα λόγια του Σιοράν για τους νέους και την ανάγκη τους "για αίμα, κραυγές, αναταραχή". Αλλά σπεύδω να προσθέσω ότι αυτοί οι νεαροί ποιητές που ουρούσαν πάνω στο πτώμα ενός μεγάλου μυθιστοριογράφου, δεν έπαυαν να είναι πραγματικοί ποιητές, θαυμάσιοι ποιητές. Η ιδιοφυΐα τους και η βλακεία τους ανάβλυζαν από την ίδια πηγή».

«Ο πέπλος» είναι μια απολογία του μυθιστορήματος, αλλά είναι και μια παθιασμένη υπεράσπιση του ανθρώπου των γραμμάτων και της αποστολής του. Ενα θαυμάσιο βιβλίο που κινείται ενάντια στο ρεύμα.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Republica» στις 4-4-05.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 03/02/2006


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου