Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Tζακ Kέρουακ: Ο θρήσκος beatnik

  •  Υπήρξε µια αντισυµβατική περίπτωση, ακόµη και για τα µέτρα των αντισυµβατικών της εποχής του
Tζακ Kέρουακ: Ο θρήσκος beatnik
Χαρακτήρας ανασφαλής και εσωστρεφής, ο Κέρουακ γρήγορα αντιπάθησε τους beatnik ( Πηγή: Allen Ginsberg/CORBIS) 
 
«Ο φύλακας στη σίκαλη», «Πέιτον Πλέις», «Στο δρόµο». Από τα τρία ένδοξα αρχετυπικά µυθιστορήµατα της µεταπολεµικής αµερικανικής δεκαετίας που στόχευαν στην ανατρεπτική κριτική των συµβατικών κοινωνικών αξιών και του προελαύνοντος πολιτικού συντηρητισµού, εκείνο που διατηρεί αµείωτη τη δηµοτικότητά του, σχεδόν 60 χρόνια µετά, είναι αναµφίβολα το ευαγγέλιο του δρόµου. Ενώ ο αταίριαστος ήρωας του Τζον Σάλιντζερ έχει ξεθωριάσει µπροστά στο πλήθος όσων ακολούθησαν στα βήµατά του και οι χαρακτήρες της Γκρέις Μετάλιους ωχριούν µπροστά στις πρώτες σεζόν του «Mad Men», οι ταξιδιώτες του Τζακ Κέρουακ απολαµβάνουν την πρώτη τους µεταφορά στη µεγάλη οθόνη και όλα του τα µυθιστορήµατα βρίσκονται σε κυκλοφορία – ακόµη κι εκείνα που ο ίδιος δεν δίσταζε να χαρακτηρίζει «σκατά». Ισως επειδή οι δικοί του ανέστιοι πρωταγωνιστές γοητεύουν ενδόµυχα σε καιρούς αναθεώρησης και αναζήτησης προορισµού. Ισως και επειδή τελικά το υπόβαθρο του ίδιου του Κέρουακ είναι πολύ πιο περίπλοκο από όσο τού αναγνώρισε η εποχή που τον ύµνησε. 


Οταν η έκδοση του «Στο δρόµο» το 1957 εκτίναξε τις µετοχές του 35χρονου Αµερικανού γαλλοκαναδικής καταγωγής στα ύψη, το έργο του χαιρετίστηκε από τους «New York Times» ως «η φωνή µιας νέας γενιάς», ενδεικτική νέων προσανατολισµών σε µορφή και περιεχόµενο. Ωστόσο, ο συγγραφέας στην πορεία του δεν αποδείχθηκε τυπικός λογοτέχνης – τα βιβλία του, άλλωστε, υπήρξαν ελάχιστα καλυµµένες αυτοβιογραφικές εµπειρίες, όχι καθαρή µυθοπλασία. 

Η καινοτοµία στην προσέγγιση του Κέρουακ δεν είχε τόσο να κάνει µε µια καινούργια γλώσσα όσο µε τους τεχνικούς πειραµατισµούς της γραφής: ο αυτοσχεδιασµός του ήταν το λογοτεχνικό αντίστοιχο της τζαζ. Και γράφοντας κάπου 128 λέξεις το λεπτό στη γραφοµηχανή, δεν είχε κανένα πρόβληµα να περάσει τάχιστα από τη σκέψη στην απόδοση. Την άνοιξη του 1951 θα ολοκλήρωνε την πρώτη εκδοχή του «Στο δρόµο» µέσα σε τρεις εβδοµάδες, σε έναν ενιαίο κύλινδρο χαρτιού, σκέτο πάπυρο, ακριβώς για να µη χρειαστεί να διακόψει τη δακτυλογράφηση. Για πολλούς µεταγενέστερους µελετητές του έργου του η αλήθεια του εν λόγω ισχυρισµού (όπως και αρκετών άλλων) ελέγχεται, δίνει όµως το µέτρο της απόστασης του ίδιου από τα καθιερωµένα. 

Η διαδεδοµένη στο ευρύ κοινό πρόσληψη του Κέρουακ τον θέλει έναν outsider που απέρριπτε τις αξίες της αµερικανικής µεσαίας τάξης, συνοδοιπόρο των κινηµατογραφικών αντιφρονούντων Τζέιµς Ντιν και Μάρλον Μπράντο, πρωτοπόρο µιας υπόγειας αντικουλτούρας και προποµπό των hippies. Ωστόσο, η έτερη πλευρά του νοµίσµατος αποκαλύπτει έναν ανασφαλή, εσωστρεφή χαρακτήρα, ο οποίος δυσκολευόταν να συνηθίσει τη διασηµότητά του και αντιπάθησε γρήγορα τους µπίτνικ: «Ξέρεις τι είναι ένας µπίτνικ; Κάτι τύποι που µισούν τους γονείς τους, φεύγουν από το πατρικό τους, έρχονται στη Νέα Υόρκη, γράφουν έναν στίχο, τον τυπώνουν µε πανάκριβο δέσιµο, τον βάζουν κάτω από τη µασχάλη τους, φοράνε σανδάλια, περπατάνε στον δρόµο και το παίζουν ποιητές» έλεγε το 1964. 

Το όνοµα της γενιάς των µπιτ, βαπτιστικό που ο Κέρουακ είχε δώσει στην παρέα των Αλεν Γκίνσµπεργκ και Γουίλιαµ Μπάροουζ από το 1948, δεν είχε αποκλειστικά την έννοια του «κουρασµένου», του απελπισµένου από την κατάσταση πραγµάτων που κατέλιπε η προηγούµενη γενιά στους µεταπολεµικούς νέους, ούτε τη σηµασία του «ρυθµού». Ενίοτε ο συγγραφέας δήλωνε ότι για τον ίδιο αποτελούσε σύντµηση του «beatific» (ευλογηµένος), λέξη κατευθείαν βγαλµένη από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του. 

Ο ιστορικός και επιµελητής των ηµερολογίων του Κέρουακ, Ντάγκλας Μπρίνκλεϊ, υποστηρίζει ότι λόγω του βουδιστικού του φλερτ στα 50s και υπό τη σκιά των άλλων µπιτ, αγνοείται επίµονα η καθολική ταυτότητα του συγγραφέα, έκδηλη σε όψιµες συνεντεύξεις ή προσωπικές σελίδες γεµάτες σταυρούς και προσευχές. Επιπλέον, το «Στο δρόµο», παρατηρεί ο Μπρίνκλεϊ, αντί να ηρωοποιεί µια κουλτούρα ναρκωτικών, αποτελεί πνευµατικό ταξίδι ανακάλυψης του εαυτού του ήρωα. «Ο Τζακ Κέρουακ», επιβεβαιώνει ο συγγραφέας και παλιός του συγκάτοικος στη Νέα Υόρκη, Τζόις Τζόνσον, δεν ήταν ο παντελώς ξέγνοιαστος ηδονοθήρας πρωταγωνιστής του µυθιστορήµατος και επιστήθιος φίλος του, «δεν ήταν ο Νιλ Κάσαντι». 

Ποιος ήταν τελικά ο Κέρουακ; Ενας βαθιά προβληµατικός άνθρωπος (δύο αποτυχηµένοι γάµοι, µια ψυχιατρική γνωµάτευση σχιζοειδούς προσωπικότητας όταν υπηρετούσε στο Ναυτικό το 1943, µία νευρική κατάρρευση, πάµπολλα επεισόδια αλκοολισµού που θα τον οδηγήσουν στο θάνατο το 1969), µε παθολογική αγάπη για τη λογοτεχνία («να γράφεις µε σχεδόν κλειστά τα µάτια, να µη σκέφτεσαι τη στίξη, τα κεφαλαία, τίποτα») και βαθύ χάσµα από τις κυρίαρχες τάσεις της κοινωνίας γύρω του. Συνεπιβάτης σε µια τζαζ οδύσσεια στο Route 66, επίµονος παρατηρητής ανθρώπων, λάτρης των προτερηµάτων και των ελαττωµάτων τους, ευτύχησε ως προς το πορτρέτο του ηγέτη της αντικουλτούρας που του φιλοτέχνησε αρχικά η εποχή του. Γιατί η οπωσδήποτε κοντινότερη στην πραγµατικότητα, πλουσιότερη σε λεπτοµέρειες, αλλά και πλήρως αντιφατική εικόνα του είναι αυτή που παραδίδει ο αρθρογράφος Μαρκ Φέλοους σε ένα αφιερωµατικό κείµενο για την 30ή επέτειο του θανάτου του: ενός Κέρουακ να παρακολουθεί τις τηλεοπτικές αναµεταδόσεις των συνεδριάσεων της Επιτροπής Αντιαµερικανικών Ενεργειών, ζητωκραυγάζοντας υπέρ του αντικοµµουνιστικού «κυνηγιού µαγισσών» του γερουσιαστή Μακ Κάρθι, ενώ ταυτόχρονα κάπνιζε µαριχουάνα.

*Δημοσιεύθηκε στο BHMAmen, τεύχος Ιουλίου 2013
*Καρασαρίνης Μάρκος, Το Βήμα:  31/07/201

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου