Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Οπου οι μέλισσες γίνονται Ερινύες

  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
    Ο αγαπημένος των μελισσών
    εκδ. Καστανιώτη
Η ζήλια για τα νιάτα και ο πόθος της αναστροφής του ρολογιού της ζωής σπρώχνουν έναν άνθρωπο που γερνάει στην υφαρπαγή της ζωής ενός πολύ νεότερού του. Αλλά, ενώ όλα φαίνεται να πηγαίνουν γι΄ αυτόν κατ΄ ευχήν, η μοίρα δεν έχει πει την τελευταία λέξη της

Ο τρόμος του γήρατος και το όνειρο της αιώνιας νεότητας είναι ένα θέμα παλιό όσο και η ανθρωπότητα. Ο μυθικός Γκιλγκαμές, που ταξίδεψε ώς την άκρη του κόσμου για να μάθει το μυστικό της αθανασίας, κατάφερε να του δοθεί κάτι λιγότερο, αλλά κι αυτό πολύ: ένα βοτάνι που εξασφάλιζε ισόβια νιότη. Του το έκλεψε όμως, καθώς κοιμόταν, ένα φίδι. Στην εποχή μας, τον ρόλο του μαγικού βότανου έχουν αναλάβει οι τεχνικές (περισσότερο υποθετικές παρά πραγματικές, τουλάχιστον για την ώρα) της κρυονικής και της γενετικής μηχανικής. Ενδιάμεσα, ο Ντόριαν Γκρέι του ΄Οσκαρ Ουάιλντ είχε τη φαεινή ιδέα να μεταθέτει όλα τα σημάδια της φθοράς του στο πορτρέτο του, ώστε ο ίδιος να μένει νέος και ωραίος. Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πιστέψουν και να κάνουν οτιδήποτε υπόσχεται να τους εξαιρέσει, τον καθένα τους ατομικά, από αυτό που είναι η κοινή μοίρα όλων των ζωντανών πλασμάτων.

Ο Μπρούνο Γκούσταφσον, ο 59χρονος Σουηδός ανθρωπολόγος και ελληνιστής που πρωταγωνιστεί στο τελευταίο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου, συλλαμβάνει ένα σχέδιο ακόμα πιο τολμηρό από τα παραπάνω. ΄Εχοντας γνωρίσει στην παραλία της Ναυπάκτου έναν ΄Ελληνα που του μοιάζει σε όλα (εκτός από το ύψος, πολύ μικρότερο από το δικό του), αλλά είναι είκοσι χρόνια νεότερός του, αποφασίζει, αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ, να τον σκοτώσει, ν΄ αποκτήσει τη νέα και όμορφη γυναίκα του και να συνεχίσει τη ζωή του από την ηλικία στην οποία σταμάτησε η ζωή του σωσία του: στα τριάντα εννιά. Το σχέδιο εφαρμόζεται και, όπως φαίνεται, με πλήρη επιτυχία. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Μπρούνο Γκούσταφσον- μια φαουστική μορφή δαιμονικότερη από τον κλασικό ήρωα και με πολύ λιγότερες υπαρξιακές ανησυχίες (για την ακρίβεια καμία)- δεν δείχνει ούτε εξήντα χρονών, είναι ακόμα παντρεμένος με τη γυναίκα του θύματός του και ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση, που διεισδύει βαθιά στο έδαφος της αλαζονείας. Νιώθει παντοδύναμος σαν θεός. Αλλά η μοίρα, που νόμιζε πως την είχε ξεγελάσει, έχει ήδη στήσει την παγίδα της. Ο σωσίας είχε προλάβει να σμίξει με την ανήλικη κόρη του καθηγητή και να της φυτέψει ένα παιδί. Σαν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, το παιδί αυτό, η Μπριγκίτα, θα υποπτευτεί τη φριχτή πράξη του παππού της, θα βεβαιωθεί και θ΄ αναλάβει να εκδικηθεί για τον πατέρα της.

Η πεζογραφία του Ανδρέα Μήτσου βρίθει ηρώων με έμμονες ιδέες, οι οποίες παίρνουν διαστάσεις παράνοιας και τους οδηγούν στο να καταστρώνουν και να πραγματοποιούν σενάρια που διαμορφώνουν παράλογες καταστάσεις. Αυτή είναι η καίρια διαφορά του Μήτσου από τους συγγραφείς «καφκαϊκού» κλίματος, όπου ο πρωταγωνιστής γίνεται θύμα μιας εξωπραγματικής, εφιαλτικής καταδίωξης. Εδώ, αντίθετα, τα κεντρικά πρόσωπα, σαν τους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, υφαίνουν από μόνα τους και απολύτως συνειδητά τον ιστό μέσα στον οποίο θα αιχμαλωτιστούν (χωρίς, εννοείται, να είναι αυτή η επιδίωξή τους). Η ιδιαιτερότητα αυτή, σε συνθήκες σύγχρονες όπου το αίσθημα του τραγικού έχει χαθεί εδώ και καιρό, προσδίνει στις ιστορίες του Μήτσου κάτι από τον χαρακτήρα μιας σουρεαλιστικής μαύρης κωμωδίας. Πολλές φορές οι καταστάσεις που περιγράφονται εκεί θυμίζουν ταινίες του Μπουνιουέλ.

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μια πολύ κοινή ανθρώπινη αγωνία προκαλεί μια αδιανόητα ακραία συμπεριφορά. Ο Μπρούνο Γκούσταφσον εξωθείται στην πράξη του από μια σκανδιναβική δοξασία, σύμφωνα με την οποία ο ψυχοπομπός άγγελος εμφανίζεται στους ανθρώπους με τη μορφή σωσία τους. Σκοτώνοντας αυτόν που βλέπει σαν δικό του ψυχοπομπό, ο Μπρούνο πιστεύει πως μπορεί ν΄ αναβάλει τον θάνατό του και μάλιστα να γυρίσει τον βιολογικό χρόνο του είκοσι χρόνια πίσω. Δεν στέκει και τόσο καλά ως μυθοπλαστική ιδέα, αλλά σε τέτοιες ιστορίες η πειστικότητα εξαρτάται πιο πολύ από τη συνεπή ανάπτυξη της, οσοδήποτε απίθανης, αρχικής σύμβασης. Και από αυτή την άποψη ο Μήτσου τα καταφέρνει καλά. Ο ήρωάς του, όπως τον εξεικονίζει στην πορεία της αφήγησης, είναι τρομακτικός όσο και γελοίος, εγκληματίας όσο και αξιολύπητα αφελής.

Φυσικά, αυτό που επιζητεί ο Γκούσταφσον αποτελεί ύβριν. ΄Οσο περισσότερο ο άνθρωπος προσπαθεί ν΄ αποφύγει το πεπρωμένο του, τόσο επιταχύνει τη συνάντησή του με αυτό. Ο Δημόκριτος το είπε πολύ ωραία: «΄Ανθρωποι τον θάνατον φεύγοντες διώκουσι». Το ίδιο δείχνει και ο μύθος του Οιδίποδα. Ο οποίος μύθος παίζει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα του Μήτσου, καθώς ο αρχαιολάτρης Σουηδός καθηγητής εμπνέεται από αυτόν μια κρίσιμη, όπως θ΄ αποδειχτεί, λεπτομέρεια του σχεδίου του. Εξάλλου, είναι αρκετά εμφανής η αναλογία ανάμεσα στις δύο ιστορίες: ο Οιδίπους σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα του, ο Μπρούνο σκοτώνει εν αγνοία του τον πατέρα της εγγονής του (αν και θα τον είχε σκοτώσει με διπλή ευχαρίστηση, αν το ήξερε).

Το επιμύθιο είναι ότι κανένας δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή ενός άλλου ούτε να παρατείνει με αφύσικες μεθόδους τη νεότητά του χωρίς να πληρώσει κάποια στιγμή βαρύτατο τίμημα. Ο Μπρούνο Γκούσταφσον μπορεί να θριαμβεύει προσωρινά, αλλά στο τέλος δεν θα έχει καλύτερη τύχη από τον Γκιλγκαμές ή τον Ντόριαν Γκρέι. Ο θάνατός του θα είναι τόσο αφύσικα σκληρός όσο ο τρόπος που διάλεξε για να τον αναβάλει. Το φυσικό μέτρο σ΄ αυτή την ιστορία αντιπροσωπεύεται από το θύμα του Μπρούνο, έναν καθ΄ όλα απλό και μάλλον αγαθό άνθρωπο, που ίσως γι΄ αυτό ήταν «ο αγαπημένος των μελισσών», αφού οι μέλισσες μαζεύονταν σμάρι γύρω του χωρίς να τον τσιμπούν. Και είναι οι μέλισσες που, σε μια πραγματικά πολύ όμορφη σκηνή μαγικού ρεαλισμού, θα υποδείξουν το μυστικό μέρος της ταφής του.

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και μ΄ ενδιαφέρον, χάρη στις συχνές τροπές της πλοκής, τον επαμφοτερισμό μεταξύ δράματος και κωμωδίας (μαύρης, είπαμε) και την ευελιξία της αφήγησης, όπου στον ρόλο του αφηγητή εναλλάσσονται διαρκώς ο Μπρούνο, η τιμωρός εγγονή και ο ίδιος ο συγγραφέας, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο συγγραφέας έχει πάντως τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σ΄ αυτή την υπόθεση. Σταθερά μοντερνιστής στην τεχνική του, ο Ανδρέας Μήτσου φροντίζει να υπογραμμίσει τον κατασκευασμένο χαρακτήρα της ιστορίας του: ο συγγραφέας του μάς ανακοινώνει εξαρχής ότι την έγραψε για να δικαιολογήσει την αναίτια επίθεση, στην παραλία της Ναυπάκτου, ενός κοντού άνδρα που πλησίαζε τα εξήντα (όπως ο Μήτσου, όταν έγραφε το βιβλίο) εναντίον ενός κατά είκοσι χρόνια νεότερου, ψηλού λουόμενου. Και στο τέλος του βιβλίου μάς αποκαλύπτει ότι ο δράστης της επίθεσης ήταν ο ίδιος!

Είναι βέβαια πολύ απίθανο να διέπραξε ο Μήτσου πράγματι κάτι σαν αυτό. Απεναντίας, πρέπει να θεωρήσουμε πιθανό ότι αισθάνθηκε κάποια στιγμή μια τέτοια επιθυμία. 
  • ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου