Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Νόρμαν Μέιλερ “Περί Θεού”: Kριτική αποτίμηση

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας σε μετάφραση το κύκνειο άσμα του γνωστού αμερικανού συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ. Τίτλος του “Περί Θεού”. Περιλαμβάνει εκτεταμένες συζητήσεις του συγγραφέα με τον ηθοποιό Μάικλ Λένον. Δεν προκαλεί εντύπωση που ένας πρώην “άθεος” θέλει να δώσει απαντήσεις στο περί Θεού ερώτημα. Εξάλλου τα μυθιστορήματα του Μέιλερ κατά καιρούς περιείχαν τις θεολογικές του θέσεις.
Διαβάζοντας το “Περί Θεού” δεν θα μπορούσα να μη διαφωνήσω σε αρκετά σημεία του έργου:
1. Πρώτο σημείο διαφωνίας είναι η προσπάθεια εκ μέρους του Ν.Μ.  να αναδείξει το νεογνωστικισμό ως απάντηση στα υπαρξιακά ερωτήματα των καιρών μας. Φαίνεται καθαρά η ατομοκεντρική οπτική του. Υιοθετεί το γνωστικισμό ως όχημα για την καταξίωση του “εγώ”. Έτσι φτάνει σε απαράδεκτες “ισαριθμίες”. Δεν θεωρεί το Θεό παντοδύναμο, ούτε και πανάγαθο (η ιδέα αυτή βέβαια δεν είναι καινούργια: ας θυμηθούμε τον Μπερξόν και κυρίως τον Καζαντζάκη). Από την άλλη πλευρά, τη θεολογική του αντίληψη διακατέχει η επί ίσοις όροις πάλη Θεού και διαβόλου. Δεν θεωρεί το Θεό τέλειο. Απλά τον δέχεται σαν καλλιτέχνη (θυμίζει στο σημείο αυτό τον Πλάτωνα), που όμως “κάνει λάθη”.
2. Ο χριστιανισμός που γνωρίζει ο Ν.Μ. είναι ένας δυτικότροπος και σχολαστικός χριστιανισμός. Αγνοεί την ορθοδοξία, αν και σχεδόν την επικαλείται κάνοντας λόγο για θεολογία “της απουσίας”. Ωστόσο η αποφατική θεολογία ως θεολογικός δρόμος είναι γνωστή στην ορθόδοξη παράδοση ήδη από την εποχή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων. Αν  ο Ν.Μ. την αγνοεί, είναι μια άλλη ιστορία. Κανείς  άνθρωπος δεν είναι παντογνώστης. Πολλοί πάντως μπερδεύουν τον αυθεντικό χριστιανισμό με τις ποικίλες παραφθορές του. Πολλώ μάλλον άνθρωποι σαν τον Μέιλερ, που τον έχουν γνωρίσει μόνο στη δυτικότροπη εκδοχή του: καθολική ή προτεσταντική το πολύ. Δικαίως λοιπόν ασκεί σε πολλά σημεία κριτική, αλλά δυστυχώς φαίνεται ν' αγνοεί ότι υπάρχει και “κάτι άλλο”, παρά τη “μειοψηφικότητα” του.
3. Η αναγνώριση εκ μέρους του Ν.Μ. της “ανωτερότητας του ιουδαϊσμού” μόνο σε προβληματισμό  μπορεί να μας οδηγήσει. Δεν διαφωνεί κανείς πως η συμβολή του ιουδαϊσμού στο μονοθεϊσμό είναι καταλυτικής φύσης. Ωστόσο ο ιουδαϊσμός στην εξέλιξή του προσέλαβε και πολύ “τυπολατρία” και ακόμα περισσότερο “νομικισμό”, αλλά και άλλα αρνητικά στοιχεία που έκαναν το νεαρό Μάρξ να γράψει ένα λίβελλο εναντίον του (το γνωστό μας “Εβραϊκό Ζήτημα”). Προσέτι δεν είναι δυνατόν η Παλαιά Διαθήκη με τις σκληρές περιγραφές της να θεωρείται “ανώτερο” κείμενο από την “ψεύτικη”(!!!), κατά τον Ν.Μ., Καινή Διαθήκη. Για μας φυσικά δεν τίθεται θέμα ανωτερότητας αλλά αλληλοσυμπλήρωσης των δυο Διαθηκών. Κατανοητή καθίσταται ωστόσο η στάση του συγγραφέα, δοθέντος ότι ανετράφη σε ιουδαϊκό περιβάλλον. Μπορεί να βαριόταν στη συναγωγή, όπως αναφέρει σε κάποια συνέντευξή του, αλλά αλλού λέει για την ευσέβεια της οικογένειάς του και κυρίως του πατέρα του, που  διατέλεσε και ραββίνος. Κατά συνέπεια δεν μπορεί στο σημείο αυτό να θεωρηθεί αντικειμενικός (αν νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για αντικειμενικότητα σε θέματα πίστεως και πεποιθήσεων γενικότερα˙  πρόκειται για την κλασική κατάφαση στην αλήθεια όλων όσων θρησκεύουν˙ δεν λένε απλά ότι μετέχουν στην  αλήθεια, αλλά ότι κατέχουν όλη την αλήθεια). Από  την  άλλη το θετικό είναι ότι τοποθετείται αρνητικά και έναντι του μηδενισμού και της “αθεΐας”.
4. Η απαξίωση της αγιότητας, με κυνικό μάλιστα τρόπο, από τον Ν.Μ. μας βάζει σε πολλές σκέψεις. Δέχεται την αγιότητα σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις, αλλά και εκεί οι απόψεις του είναι συγκεχυμένες. Η ειρωνική διατύπωση του ερωτήματος “πού πάνε οι άγιοι” προκαλεί θυμηδία και η κριτική του στην αυθαίρετη δυτικότροπη αντίληψη περί “περίσσειας” στις αξιομισθίες των αγίων δεν αφορά τον ορθόδοξο χριστιανισμό, που απορρίπτει ως αιρετική αυτή τη θέση. Όλα αυτά δείχνουν τουλάχιστον άγνοια της αυθεντικής διάστασης της αγιότητας. Αλλά και τα σημεία, όπου φαίνεται ν' αναγνωρίζει πτυχές της αγιότητας, τα συνοδεύει με αφορισμούς περί “παθητικότητας” και αδυναμίας προσπαθώντας να επαναφέρει στην επικαιρότητα τη βιταλιστική αθεΐα του Νίτσε ή έστω τις βασικές πτυχές της διδασκαλίας του Νίτσε περί “υπερανθρώπου”.
5. Στο ζήτημα της θεοδικίας δίνει διάφορες διαστάσεις. Ωστόσο φαίνεται ν' απεχθάνεται μετά βδελυγμίας την άποψη για το “μυστήριο του Θεού” και τις “άγνωστες βουλές του Κυρίου”, που “βολεύουν τους παπάδες” αλλά δεν δίνουν απαντήσεις. Προβάλλει διάφορες άλλες απαντήσεις στο πρόβλημα της θεοδικίας, που ποτέ δεν προβλήθηκαν ούτε υιοθετήθηκαν από την ορθόδοξη πατερική θεολογία και παράδοση και καμία σχέση δεν έχουν με το πνεύμα του αυθεντικού χριστιανισμού.
6. Η αποδοχή της θεωρίας της μετενσάρκωσης, ως απάντησης για το τι γίνεται μετά θάνατον, σαφώς και δεν ικανοποιεί σχεδόν κανένα σοβαρά προβληματιζόμενο για τα πνευματικά ζητήματα.   
Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα σημεία διαφωνίας, αλλά κρίνουμε σκόπιμο να μην τον “διαφημίσουμε” άλλο. Στα υπαρξιακά ερωτήματα δεν υπάρχει μόνο μια απάντηση. Άλλο αν ο Ν.Μ. κατηγορεί την εκκλησία για “κατασκευή απαντήσεων”. Εξάλλου η αποφατική θεολογία δεν εξαντλεί την αλήθεια στη διατύπωση της αλλά αναδεικνύει το άρρητο, το “άκτιστο”. Δεν πρόκειται για μια δυτικότροπη “θεολογία των αρνήσεων”, αλλά για κατάφαση στο ακατάληπτο του Θεού, στο μεγαλείο του μυστηρίου Του. Κοντολογίς είναι η διάκριση μεταξύ του “τι” της αληθείας και του “ΤΙΣ έστιν η  Αλήθεια”, που οφείλουμε στη σοφία του γέροντος Σωφρονίου του Essex.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου